Saturday, November 7, 2009

Benjamin Black – Christine Falls

Το Μπέντζαμιν Μπλακ είναι το λογοτεχνικό ψευδώνυμο του γνωστού συγγραφέα της «Θάλασσας» Τζον Μπάνβιλ, έτσι όποιος πάρει αυτό το βιβλίο στο χέρι του περιμένοντας να διαβάσει ένα αμιγώς αστυνομικό μυθιστόρημα ζήτω που κάηκε. Το μυστήριο δεν είναι το κυρίαρχο στοιχείο εδώ, αλλά η αφορμή για ένα ταξίδι στο χώρο και στο χρόνο, στην ιστορία και στα μύρια προβλήματα που κληροδότησαν στην Ιρλανδία το στέμμα, η καθολική εκκλησία και οι κάθε λογής ευεργέτες.
Τα γεγονότα διαδραματίζονται στο Δουβλίνο και τη Βοστώνη στη δεκαετία του πενήντα και στο επίκεντρό τους βρίσκεται ο ιατροδικαστής Κουίρκ, ένας αλκοολικός άντρας που γνώρισε πολλές και μεγάλες πτώσεις στη ζωή του, κάποιος που μοιάζει παρατημένος απ’ τη ζωή. Μέχρι που η τύχη, ή ίσως και η ατυχία, στέλνει στο δρόμο του το πτώμα της Κριστίν Φολς. Ο θάνατος της νεαρής γυναίκας ξυπνά μέσα του την περιέργεια και αρχίζει βήμα το βήμα ν’ ακολουθεί τα πρόσφατα αχνάρια της στο χρόνο για ν’ ανακαλύψει ποια είναι. Τα πράγματα ωστόσο θα αποδειχτούν πιο πολύπλοκα απ’ ό,τι αρχικά περίμενε και τα αποτελέσματα της έρευνάς του θα επηρεάσουν άμεσα και τη δική του, έτσι κι αλλιώς παραπαίουσα ζωή, ξυπνώντας φαντάσματα από το παρελθόν.
Ο Μπλακ, με αφορμή ένα περιστατικό που ήταν κάτι το συνηθισμένο εκείνα τα χρόνια, αποφασίζει να ρίξει μια διεισδυτική ματιά στην αμαρτωλή ιστορία της χώρας του, ξύνοντας πληγές και εισβάλλοντας κάτω από το πέπλο της σιωπής, που επέβαλαν η καθολική εκκλησία και η κοινωνία της εποχής. Ο ήρωάς του, δεν είναι παρά ένας δειλός κατά βάθος ανθρωπάκος, που επέλεξε από μόνος του να ζει στις σκιές, ο οποίος όμως σιγά σιγά παίρνει να μεταμορφώνεται, καθώς αντιλαμβάνεται ότι ο ρόλος που του αναλογεί στο δράμα που ξετυλίγεται μπρος στα μάτια του κάθε άλλο παρά ασήμαντος είναι. Παλεύοντας με τις μνήμες και τους δαίμονές του φτάνει στο τέλος τέλος ν’ αποτελεί το μοναδικό φόρο τιμιότητας σ’ ένα άτιμο και γεμάτο υποκρισία κόσμο.
Γύρω από τον Κουίρκ περιστρέφεται ένας θίασος χαρακτήρων, που μοιάζει να ζει αρμονικά μέσα στον ψεύτικο κόσμο του. Ο ετεροθαλής αδελφός του, που μοιάζει γεννημένος ψεύτης, και η γυναίκα του, με την οποία ήτανε κι ο ίδιος κάποτε ερωτευμένος, για να παντρευτεί όμως τελικά τη νεκρή πια αδελφή της, ο δικαστής, ένας άτεγκτος δήθεν και με στρογγυλή λογική χαρακτήρας, που κρύβει πολλά μυστικά, και η Φοίβη, η ανιψιά του που προσπαθεί απεγνωσμένα να ξεφύγει από τα πλοκάμια της καταπιεστικής της οικογένειας. Όλοι αυτοί και κάποιοι δευτερεύοντες πρωταγωνιστές φτιάχνουν ένα πολύχρωμο μωσαϊκό, μικρογραφία της κοινωνίας, όπου τίποτα δεν είναι όπως μοιάζει.
Ο συγγραφέας με όπλα την αφήγηση και τη γλώσσα μοιάζει να προκαλεί τον ήρωά του να λύσει ένα γρίφο, το πιο σημαντικό κομμάτι του οποίου αποτελεί εκείνος ο ίδιος. Καλογραμμένο και απολαυστικά λογοτεχνικό.

Tuesday, November 3, 2009

Dashiell Hammett – The Dain Curse

Πρωταγωνιστής στην «Κατάρα των Ντέιν» είναι ο γνωστός ανώνυμος ιδιωτικός ντετέκτιβ που πρωτογνωρίσαμε στον «Κόκκινο θερισμό» του Ντάσιελ Χάμετ. Αυτή τη φορά καλείται να διερευνήσει μια υπόθεση κλοπής ακατέργαστων διαμαντιών, για λογαριασμό μιας ασφαλιστικής εταιρείας. Ως συνήθως όμως, τα πράγματα θα αποδειχτούν πολύ πιο περίπλοκα απ’ ό,τι αρχικά δείχνουν, αφού το θύμα της κλοπής έχει πολλά σκοτεινά μυστικά, όπως και όλοι οι άλλοι άνθρωποι που τον περιτριγυρίζουν.
Και σ’ αυτό το μυθιστόρημα ο Χάμετ δε χαρίζεται σε κανένα. Όλοι οι ήρωές του είναι ψεύτες και υποκριτές, σκέφτονται μόνο το προσωπικό τους συμφέρον και προσπαθούν να επιβάλουν τα θέλω τους εκμεταλλευόμενα τις αδυναμίες των άλλων. Έτσι δε διστάζουν να σκοτώσουν, να κλέψουν, να εκβιάσουν και να ρίξουν όλο το φταίξιμο σε μια φαινομενικά αθώα ύπαρξη που μοιάζει να παραπαίει κινούμενη στους δρόμους των ναρκωτικών. Ο συγγραφέας περιγράφει μια κοινωνία σάπια ως το κόκκαλο, όπου τίποτα δεν είναι όπως δείχνει, όπου η εμπιστοσύνη και η τιμιότητα αποτελούν είδη πολυτελείας, και όπου ο νόμος της ζούγκλας αναδεικνύεται σε παιδική χαρά.
Καθώς παρακολουθούμε την αστραπιαία πορεία του ντετέκτιβ από πόλη σε πόλη, από φονικό σε φονικό, ερχόμαστε σε επαφή με το σκοτεινό πρόσωπο της Αμερικής. Εκείνο όπου επικρατούν οι προκαταλήψεις, τις οποίες διάφοροι επιτήδειοι εκμεταλλεύονται. Εκείνο όπου το χρήμα είναι ο θεός και το προσωπικό συμφέρον είναι το μόνο που μετρά.
Στην περσόνα της Γκαμπριέλ, της ναρκομανούς που μέχρι και την τελευταία στιγμή δεν μπορεί στα σίγουρα ν’ αποφασίσει κανείς αν είναι θύτης ή θύμα, συναντάμε ένα από τους πιο αξιομνημόνευτους χαρακτήρες της αστυνομικής λογοτεχνίας. Αυτό οφείλεται όχι μόνο στο ότι η μοίρα της φέρθηκε σκληρά, αλλά και στο γεγονός ότι ολόκληρη η ύπαρξή της μοιάζει να μας φωνάζει τι στ’ αλήθεια εννοεί κανείς όταν λέει τη λέξη «τραγικό». Πρόκειται για μια εύθραυστη, κεντημένη λες με ψιλοβελονιές, μορφή που ούτε και για μια στιγμή στη ζωή της δεν ένιωσε την έννοια της λέξης ευτυχία. Δε μοιάζει τόσο με γυναίκα όσο με κατασκευή, κάτι σαν ρομπότ, ένα πειθήνιο και άβουλο πλάσμα, πειθήνιο όργανο στα χέρια κάποιων ανθρώπων που δεν έχουν καμία αναστολή. Καθώς ακολουθούμε την πορεία της από πτώση σε πτώση, και μαθαίνουμε τι κρύβεται πίσω από τα επαναλαμβανόμενα λάθη και τις εμμονές της, αντιλαμβανόμαστε πόσο «συγκαιρινή» μας μοιάζει. Ο Χάμετ μέσα από τον αδρά διαμορφωμένο χαρακτήρα της κάνει μια πρώιμη, για την εποχή που γράφτηκε το βιβλίο, βουτιά στα βαθιά νερά της ψυχανάλυσης, και ίσως αυτό ακριβώς να είναι το στοιχείο που απογειώνει το μύθο του.
Ένα καλογραμμένο χάρντκορ αστυνομικό μυθιστόρημα, που διαβάζεται γρήγορα αλλά, λόγω θέματος, όχι και τόσο ευχάριστα.

Sunday, November 1, 2009

Laura Lippman – Baltimore Blues

Τη Λώρα Λίππμαν την ανακάλυψα τυχαία. Δεν είχα καν ακούσει το όνομά της, προτού πάρω στα χέρια μου το πρώτο της αυτό βιβλίο, ένα καλοστημένο αστυνομικό μυθιστόρημα, που διαδραματίζεται, όπως θα περίμενε κανείς, στη Βαλτιμόρη.
Είναι η ιστορία της Τες και του φίλου της του Ροκ. Η πρώτη έχει μείνει πρόσφατα άνεργη, μετά το κλείσιμο της εφημερίδας όπου δούλευε, ενώ ο δεύτερος απασχολείται σαν ερευνητής στο νοσοκομείο της πόλης. Η δράση παίρνει μπρος όταν ο Ροκ ζητάει από την Τες να αρχίσει να παρακολουθεί, έναντι αμοιβής, την αρραβωνιαστικιά του, που τώρα τελευταία μοιάζει να τον αποφεύγει, αλλά και να του κρύβει κάποια μυστικά.
Η Τες δέχεται τη δουλειά με ευχαρίστηση, αφού παρά το ότι κάνει δύο δουλειές μερικής απασχόλησης, δε βγάζει αρκετά για να τα φέρνει βόλτα, ενώ δε συμπαθεί και τη Άβα, το αντικείμενο της έρευνάς της, και κάπου μέσα της κρυφά ελπίζει ότι οι αποκαλύψεις της θα την οδηγήσουν μακριά από τον αγαπημένο της φίλο. Τα πράγματα ωστόσο δεν είναι τόσο απλά όσο μοιάζουν στην αρχή, αφού η αλήθεια με το ψέμα συνεχώς συγχέονται, τα μυστικά δε λέγονται, και όλοι μοιάζουν να έχουν κάτι να κρύψουν. Η κατάσταση ξεφεύγει εντελώς όταν ο Ροκ συλλαμβάνεται για τη δολοφονία ενός δικηγόρου, ο οποίος σύμφωνα με τις πληροφορίες της Τες διατηρούσε σχέσεις με την Άβα.
Η κοπέλα δεν μπορεί να πιστέψει ότι ο φίλος της είναι δολοφόνος, έτσι με τη βοήθεια ενός ιδιόρρυθμου και οξύθυμου δικηγόρου, αποφασίζει να κάνει ό,τι περνά από το χέρι της για να αποδείξει την αθωότητά του. Στο δρόμο της θα συναντήσει πολλά εμπόδια, αλλά δε θα τα βάλει στιγμή κάτω, αφού στο τέλος της ημέρας ξέρει ότι η κατάληξη εκείνη της απλής παρακολούθησης ήταν το αποτέλεσμα των ενεργειών της.
Τα πράγματα ωστόσο δεν είναι περιπλεγμένα μόνο στην προσωρινή δουλειά της, αλλά και στην προσωπική της ζωή, μια ζωή που θεωρεί ότι δεν έχει ουσία. Από τότε που βγήκε από τον κόσμο της δημοσιογραφίας μοιάζει να έχει χάσει κάθε θέληση για δημιουργία, κι ας ξέρει βαθιά μέσα της ότι είναι πολύ καλή ρεπόρτερ. Έτσι, μη ξέροντας τι να κάνει, απλά ανακυκλώνει τα αδιέξοδά της: διατηρεί μια καθαρά σωματική σχέση με τον πρώην φίλο της-και νυν αρραβωνιασμένο με κάποια άγνωστη γυναίκα- που θεωρείται ένα ανερχόμενο αστέρι της δημοσιογραφίας, μένει με τη θεία της, μετρά τα λεφτά που έχει δεκάρα τη δεκάρα για να εξασφαλίσει το γεύμα της ημέρας. Α, και έχει μια μοναδική ικανότητα να δημιουργεί εχθρούς.
Αυτό το βιβλίο μοιάζει να είναι γραμμένο αποκλειστικά για την πόλη της, με ό,τι περιλαμβάνει αυτή: υψηλή εγκληματικότητα, εγκατάλειψη, φτώχεια, φυλετικούς διαχωρισμούς. Η συγγραφέας περιγράφει πρόσωπα και πράγματα που μοιάζει να γνωρίζει από πρώτο χέρι γι’ αυτό και στο τέλος της ημέρας πείθει με την αφήγησή της. Μια αφήγηση όμως η οποία πού και πού μοιάζει να στάζει μελαγχολία. Με εξαίρεση δυο-τρεις χαρακτήρες όλοι οι υπόλοιποι μοιάζουν να είναι βαθιά λυπημένοι, να μην είναι ευχαριστημένοι με τη ζωή τους, να σκέφτονται ότι όλα θα μπορούσαν να είναι αλλιώς, αλλά να μην κάνουν και κάτι για να τα αλλάξουν (κάπου αναφέρεται σε κάποιους που διαδηλώνουν έξω από ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο για μια ώρα και μετά μπαίνουν μέσα για να ψωνίσουν!).
Όπως αντιλαμβάνομαι από τα γραφόμενα στο οπισθόφυλλο και στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, αυτή είναι απλά η πρώτη περιπέτεια της Τες, και η αλήθεια είναι ότι δε θα με χαλούσε καθόλου να διαβάσω και τις επόμενες, αφού η κοπέλα κάπου μου θυμίζει τη Ρουν, μια από τις πρώτες ηρωίδες του μάστορα Τζέφρι Ντίβερ.
Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, αστυνομικό κι οδοιπορικό την ίδια ώρα.

Thursday, October 29, 2009

Elmore Leonard – Pagan Babies

Ο Έλμορ Λέοναρντ γράφει ένα βιβλίο που κάθε άλλο παρά πολιτικώς ορθό είναι, και καλά κάνει δηλαδή.
Το Pagan Babies είναι η ιστορία ενός ιερέα που μάλλον μοιάζει να ξεφεύγει απ’ την πεπατημένη. Στην αρχή τον συναντάμε στη Ρουάντα στη διάρκεια της γενοκτονίας, όπου γίνεται μάρτυρας στη σφαγή γυναικών και παιδιών από τους Χούτου, μέσα στο ναό, την ώρα της λειτουργίας, και σκεφτόμαστε: τι καλός και τι βασανισμένος άνθρωπος! Αλλά, σιγά να μη μας άφηνε ο Λέοναρντ να σκεφτούμε ότι κάποιος από τους πρωταγωνιστές του είναι καλός και τίμιος. Απατεώνας είναι ο Τέρι. Ένας απατεώνας που όντως σπούδασε στη θεολογική σχολή, αλλά ποτέ δεν την τελείωσε και ούτε χειροτονήθηκε. Ωστόσο ξέρει τα λόγια του, τη λειτουργία και πού και πού δέχεται και εξομολογήσεις.
Πώς όμως βρέθηκε στη Ρουάντα; Η σπαραγμένη από τον εμφύλιο χώρα ήταν βασικά το τελευταίο καταφύγιο για τον Τέρι, αφού μετά από μια κομπίνα που αφορούσε την παράνομη μεταφορά τσιγάρων, έπρεπε να εγκαταλείψει εσπευσμένα το Ντιτρόιτ και τις ΗΠΑ. Γιατί στη Ρουάντα; Επειδή εκεί ήταν πάστορας ο αγαπημένος του θείος, ο οποίος και τον προσκάλεσε, λίγο προτού εγκαταλείψει τον μάταιο ετούτο κόσμο.
Τη μια μικροαπατεώνας λοιπόν, την επόμενη παπάς, τη μεθεπόμενη άραγε τι; Απλά αφαιρέστε το «μικρό» από την αρχή της προηγούμενης πρότασης. Θα μεταμορφωθεί απλά σε απατεώνα, αφού αφήσει άρον-άρον τη Ρουάντα και τη μονόχειρα ερωμένη του Σιαντέλ. Τι τον ώθησε σ’ αυτή την απέλπιδα κίνηση; Ένας παραστρατιωτικός, που του εξομολογήθηκε ότι σχεδίαζε νέα φονικά, σκεφτόμενος ότι σαν παπάς δε θα μπορούσε να κάνει κάτι για να τον εμποδίσει. Αλλά, είπαμε, ο Τέρι δεν ήταν παπάς. Έτσι, δανείστηκε το όπλο της Σιαντέλ, πήγε στο στέκι του μάγκα και των φίλων του και τους σκότωσε εν ψυχρώ, φωνάζοντας: Die mother-fuckers!
Πίσω στο Ντιτρόιτ πια, τον υποδέχεται ο σχετικά ενάρετος αδελφός του, Φραν, αλλά και η Ντέμπι, μια συνεργάτιδα του τελευταίου που μόλις βγήκε από τη φυλακή, όπου ξόδεψε τρία χρόνια, επειδή συνάντησε τον πρώην άντρα της με… τους τροχούς μιας Μπιούικ, και τώρα προσπαθεί να τα βγάλει πέρα σαν σταντ απ κωμικός. Ο Τέρι και η Ντέμπι μοιάζουν να ερωτεύονται με την πρώτη ματιά, κι έτσι σύντομα θα καταλήξουν στο κρεβάτι, κι ακόμη πιο σύντομα θ’ αρχίσουν να καταστρώνουν σχέδια τόσο για να εκδικηθούν τον πρώην της, που επέζησε, όσο και για να βγάλουν ένα σωρό λεφτά στο πι και φι. Στο μεταξύ στην υπόθεση μπλέκονται πια και κάποιοι μαφιόζοι, μπράβοι, επί πληρωμή δολοφόνοι και όλα τα καλά παιδιά. Τι θα γίνει στο τέλος; Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα.
Αυτό είναι το πρώτο βιβλίο του Λέοναρντ που διαβάζω και μπορώ να πω ότι δε μοιάζει με τους άλλους σύγχρονους αμερικανούς συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας που ξέρω. Αν μου θυμίζει κάποιον, σε ένα βαθμό, είναι τον παλιοσειρά Ντάσιελ Χάμετ, σε ό,τι αφορά τους ήρωες, αλλά και τους ρυθμούς που κινείται το κείμενο. Ο συγγραφέας μοιάζει να θέλει να μας πει ότι στο τέλος της ημέρας κανείς δεν είναι καλός, όλοι κρύβουν κάτι το σκοτεινό μέσα τους. Ακόμη κι ο αξιοπρεπής Φραν, ακόμη και η καλή νοικοκυρά και γυναίκα του τελευταίου Μαίρη Πατ.
Διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα, όπως κάθε καλή εγκληματική ιστορία, αν και ίσως φτάνοντας στην τελευταία του σελίδα κάποιος αρχίσει να σκέφτεται ότι ο κύριος Λέοναρντ απλά παίζει μαζί μας, μας δουλεύει. Γιατί όχι; λέω εγώ.

Monday, October 26, 2009

Dashiell Hammet – Red Harvest

Ο «Κόκκινος Θερισμός» (αν και εγώ θα προτιμούσα το «Συγκομιδή Αίματος»), όπως είναι ο τίτλος του στα ελληνικά, είναι ένα από εκείνα τα βιβλία που μπορεί πολύ άνετα να «καταβροχθίσει» κανείς σε λίγες μόλις ώρες. Ολιγοσέλιδο, με συνεχή δράση και έξυπνους διαλόγους, το κείμενο απλά τρέχει. Ο Ντάσιελ Χάμετ ανήκει σ’ εκείνη την κατηγορία συγγραφέων που απλά έχουν να πουν μια ιστορία και τη λένε, χωρίς αμπελοφιλοσοφίες, πλατειασμούς, κοινωνιολογικές αναλύσεις κτλ.
Όλα αρχίζουν όταν ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ, που ποτέ δε μαθαίνουμε το όνομά του, φτάνει, κατόπιν πρόσκλησης, στην επαρχιακή πόλη Personville, την οποία όμως οι περισσότεροι ξέρουν σαν Poisoville. Και όχι άδικα, αφού το μόνο πράγμα για το οποίο μοιάζει να είναι γνωστή αυτή είναι η ανομία που επικρατεί εκεί. Ο ανώνυμος ντετέκτιβ βρίσκεται από την πρώτη στιγμή στην καρδιά των γεγονότων και κινούμενος με ταχύτητα από τοποθεσία σε τοποθεσία, σαν ένα φάντασμα στις σκιές, σύντομα αντιλαμβάνεται ότι ο μόνος τρόπος για να επιβληθεί ο νόμος στην πόλη είναι να πάρει τα πράγματα στα χέρια του. Έτσι δρώντας με ύπουλο, αλλά και αποτελεσματικό τρόπο, προσπαθεί να στρέψει τις συμμορίες τη μια ενάντια στην άλλη, αλλά και να καθαρίσει το τοπίο στο σάπιο εγχώριο αστυνομικό σώμα.
Το έργο του, όσο σύντομο κι αν αποδειχτεί στο τέλος, κάθε άλλο παρά εύκολο θα είναι, αφού όλοι μοιάζουν να τον χρειάζονται και όλοι στο τέλος της ημέρας θέλουν να τον σκοτώσουν. Με βασικό όπλο τη φυσική του αντοχή, αλλά και την εκκωφαντική ειλικρίνειά του, θα καταφέρει να διεισδύσει στο υπόστρωμα μιας σάπιας πέρα ως πέρα κοινωνίας, και να ανατρέψει τα πάντα εκ των έσω. Μοναδικός του σύμμαχος σ’ αυτή την άνιση μάχη αναδεικνύεται μια άφοβη, αλλά και χαρακτηριστικά μοιραία γυναίκα, η Ντίνα, η οποία δε διστάζει μπροστά σε τίποτα φτάνει ν’ αποκτήσει αυτά που θέλει: περισσότερο χρήμα, υπόγεια εξουσία, έναν άξιο εραστή. Αυτή είναι και ο καλύτερα σκιαγραφημένος χαρακτήρας του βιβλίου, αφού του δίνει χρώμα και αυξάνει το μυστήριό του, το κάνει αυτό που είναι.
Αυτό είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Χάμετ που διαβάζω και μπορώ να πω ότι, παρά τη σχεδόν στεγνή του γλώσσα, το απόλαυσα. Όσο το διάβαζα ένιωθα ότι παρακολουθούσα μια παλιά καλή γκανγκστερική ταινία, από εκείνες όπου οι σφαίρες πέφτουν βροχή, το αλκοόλ ρέει άφθονο και τα συναισθήματα είναι άγνωστη λέξη. Φτάνει να κλείσει κανείς για μια στιγμή τα μάτια και δε θ’ αργήσει να δει να παίρνει μορφή μέσα του η εικόνα ενός σκληρού άντρα, με καπέλο και καμπαρντίνα, που κινείται στο σκοτάδι και κινεί τα νήματα, που κατακτά τις γυναίκες χωρίς καν να το προσπαθεί. Απλό.

Tuesday, October 20, 2009

Sebastian Barry – A Long Long Way

Πόσο μου αρέσουν αυτοί οι ιρλανδοί παραμυθάδες! Είναι κατά κάποιο τρόπο οι γιαπωνέζοι της Ευρώπης, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα εκφραστικά τους μέσα.
Το A Long Long Way που ήταν υποψήφιο για Μπούκερ το 2005 είναι ένα ιστορικό αντιπολεμικό μυθιστόρημα, με ήρωες κάποια συνηθισμένα παιδιά από την Ιρλανδία που η μοίρα τα έστειλε στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Βασικός πρωταγωνιστής είναι ο Γουίλλι Νταν, ένα παιδί που δεν πρόλαβε καλά-καλά να γίνει άντρας και που ωστόσο βρέθηκε από τη μια στιγμή στην άλλη σε μια ξένη γη, να πολεμά για τον βασιλιά της Βρετανίας και την Ευρώπη. Ο Γουίλλι στην αρχή ξεχωρίζει για την αθωότητά του και τη μεγάλη του καρδιά, αλλά σιγά-σιγά ο χρόνος τον κάνει πιο σκληρό, ο πόλεμος του κλέβει ό,τι πιο πολύτιμο έχει. Κι ο θάνατος γίνεται η μοναδική σταθερά στη ζωή του: «Ο θάνατος ήταν ο βασιλιάς της Αγγλίας, της Σκοτίας και της Ιρλανδίας. Ο βασιλιάς της Γαλλίας. Της Ινδίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Ρωσίας. Ο αυτοκράτορας όλων των αυτοκρατοριών».
Σαν ένα ταξίδι στην απώλεια είναι η ζωή του. Πρώτα απομακρύνεται από την οικογένεια του και την Γκρέτα, το κορίτσι που αγαπά. Ύστερα βλέπει τους καλύτερούς του φίλους στο στρατό να πέφτουν ο ένας μετά τον άλλο νεκροί. Επιστρέφει για λίγο στην Ιρλανδία με άδεια και βλέπει τους ιρλανδούς να πολεμούν μεταξύ τους στους δρόμους του Δουβλίνου, κάτι που τον συνταράζει. Είναι σαν ένα φάντασμα που κινείται από χώρα σε χώρα, από πτώση σε πτώση. Το τελειωτικό ωστόσο χτύπημα δεν του το δίνει ο ίδιος ο πόλεμος, αλλά η προδοσία. Αυτή θα του στερήσει τη στερνή χαρά του στη ζωή, την αγάπη της Γκρέτα, αυτή θα τον κάνει τελικά να παραιτηθεί. Αλλά και η σύγκρουσή του μ’ ένα πατέρα που δε μοιάζει να αντιλαμβάνεται τα σημεία των καιρών, που σαν αρχηγός της αστυνομίας συγκρούεται με τους συμπατριώτες του για χάρη της αυτοκρατορίας. Ο Γουίλλι που κάποτε έκανε μεγάλα όνειρα για το μέλλον έφτασε να μην επιθυμεί τίποτα πια, αφού όλ’ αυτά που άλλοτε ποθούσε έπαψαν να υφίστανται. «Δεν είχε χώρα, ήταν ορφανός, ήταν μόνος».
Αυτός που κάποτε, όπως έλεγε η μάνα του, «τραγουδούσε, όπως θα τραγουδούσε ένας άγγελος, αν ήταν ηλίθιος αρκετά ώστε να τραγουδήσει για τους θνητούς» έφτασε στο τέλος να μην επιθυμεί παρά τη φυγή απ’ αυτή τη γη. Μια φυγή που θα πραγματοποιήσει. Θα φύγει πονεμένος, προδομένος, με λίγες χαρούμενες αναμνήσεις χαραγμένες στη μνήμη, και πολλές χαρακιές στην ψυχή.
Ίσως αυτό που μου άρεσε περισσότερο στο βιβλίο είναι ότι ο συγγραφέας σκοτώνει τον ήρωά του. Μοιάζει να θέλει να μας υπενθυμίσει εκείνη την απλή αλήθεια που λέει ότι στον πόλεμο δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, όλοι έχουν κάτι να χάσουν και το χάνουν.
Ωστόσο, παρά τη θλίψη που αναδίδει το κείμενο, περιέχει και αρκετές ανάλαφρες στιγμές, διαποτισμένες μ’ εκείνο το ιδιόρρυθμο ιρλανδικό χιούμορ, που μπορεί να βγάλει γέλιο ή τουλάχιστον να προκαλέσει χαμόγελα ακόμη και μέσα από τις πιο τραγικές περιστάσεις.
Ένα ακόμη εξαιρετικό δείγμα από ένα από τους καλύτερους ιρλανδούς γραφιάδες της σύγχρονης εποχής.

Sunday, October 18, 2009

Christian Jacq – Ramses The Temple of a Million Years

Με τα τρία πρώτα χρόνια στην εξουσία του Ραμσή του δεύτερου, γιου του Σέτι, ασχολείται σ’ αυτό το μυθιστόρημα ο αιγυπτιολόγος Κρίστιαν Ζακ.
Από τις σελίδες του βιβλίου παρελαύνει -εκτός από τους εβραίους, λίβυους, χιτίττες και άλλους- και πλήθος ηρώων από την ελληνική μυθολογία, τους οποίους, με εξαίρεση τον Όμηρο, κάθε παρά με το γάντι χειρίζεται ο συγγραφέας. Έτσι βάζει τον Μενέλαο, που έφτασε ακόμη μέχρι και την Αίγυπτο κυνηγώντας την Ελένη, να δολοπλοκεί για να εμποδίσει τον Ραμσή να αναρριχηθεί στην εξουσία, κάποιους έλληνες να δουλεύουν για τους εχθρούς του τελευταίου, ενώ και την κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα μετά το τέλος του τρωικού πολέμου, την περιγράφει εξαιρετικά ζοφερή. Ωστόσο ο Όμηρος μοιάζει να αποτελεί τη μεγαλύτερή του αδυναμία, όπως και του νέου φαραώ άλλωστε, γι’ αυτό και του επιτρέπει να μιλά στον απόλυτο άρχοντα της γης σαν ίσος προς ίσο.
Στα της ιστορίας τώρα. Ο φαραώ Σέτι πεθαίνει και οι υπήκοοί του, σεβόμενοι τις επιθυμίες του ετοιμάζονται να αναδείξουν στην εξουσία τον δευτερότοκό του γιο, Ραμσή, και όχι τον πρωτότοκο Σαναάρ, όπως απαιτεί η παράδοση. Ο τελευταίος νιώθει την αδικία να τον πνίγει και από την πρώτη στιγμή αρχίζει να αναζητεί τρόπους για να βγάλει από τη μέση τον αδελφό του και ν’ αποκτήσει αυτό που δικαιωματικά του ανήκει. Ωστόσο, οι θεοί και οι μοίρες μοιάζουν να χαμογελούν μόνιμα στον Ραμσή με αποτέλεσμα όλες οι συνομωσίες να πέφτουν στο κενό και η εξουσία του νέου φαραώ να εδραιώνεται κάθε μέρα όλο και πιο πολύ. Σε μια χώρα όπου οι δολοπλοκίες αποτελούν τον κανόνα και όπου οι συμμαχίες αλλάζουν ανά πάσα στιγμή, ο Ραμσής έχοντας τη στήριξη κάποιων πιστών φίλων, της διορατικής του συζύγου Νεφερτάρι, αλλά και με βασικό όπλο το ένστικτό του θα κατορθώσει σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα να επιβάλει παντού την εξουσία του. Ωστόσο οι εχθροί του, που είναι πολλοί, και που ανάμεσά τους υπάρχουν και άτομα υπεράνω πάσης υποψίας, δεν εφησυχάζουν και εξακολουθούν να προσπαθούν με κάθε τρόπο να τον υπονομεύσουν.
Ο Ζακ με βασικό ατού την αστείρευτη πηγή των γνώσεών του για την αρχαία Αίγυπτο μας δίνει ένα βιβλίο πλούσιο σε εικόνες ενός κόσμου σχεδόν ξεχασμένου, μα ωστόσο πολύ ζωντανού. Μας μιλά με λεπτομέρειες για τα τελετουργικά της εποχής, για τις μεγάλες δυνάμεις της περιοχής και τα συμφέροντά τους, για τα μεγαλεπήβολα έργα που σε ελάχιστο χρονικό διάστημα ο νέος φαραώ, με τη βοήθεια του παιδικού του φίλου Μωυσή, κατάφερε να φέρει εις πέρας, για τις προκαταλήψεις των ανθρώπων και τη δύναμη της μαγείας.
Το τέλος της ιστορίας δε φτάνει ποτέ, μια κι ετούτος αποτελεί μόνο το δεύτερο από τους εφτά τόμους της σειράς με θέμα τον Ραμσή, αλλά το γεγονός αυτό δε στερεί τίποτα από την αναγνωστική απόλαυση. Ένα καλογραμμένο βιβλίο που διαβάζεται σαν ιστορικό μυθιστόρημα και σαν παραμύθι.

Wednesday, October 14, 2009

Kathy Reichs - Cross Bones

Μετά από τα κατά βάθος «λογοτεχνικά» αστυνομικά μυθιστορήματα των Ίαν Ράνκιν και Ρουθ Ρεντέλ μια αμερικανιά ήταν ακριβώς ό,τι χρειαζόμουνα. Τι εννοώ όταν λέω «αμερικανιά»; Να, ένα θρίλερ καταδίωξης με συνεχείς ανατροπές και καταιγιστικούς ρυθμούς, όπως ακριβώς είναι το Cross Bones.
Η Κάθι Ράις είναι μια από τις πιο επιτυχημένες συγγραφείς περιπετειών δράσης των τελευταίων χρόνων. Χρησιμοποιώντας τις γνώσεις της σαν εγκληματολόγου-ανθρωπολόγου καταφέρνει και καταπλήσσει τον αναγνώστη φτιάχνοντας απολαυστικά θρίλερ, με επιστημονικό υπόβαθρο. Τέτοιο είναι και το ανά χείρας βιβλίο.
Όλα αρχίζουν όταν στη διάρκεια μιας νεκροψίας ένας συγγενής του εβραίου στην καταγωγή νεκρού, παραδίδει στην Δρ Τεμπ Μπρένναν τη φωτογραφία ενός σκελετού, λέγοντάς της ότι αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο δολοφονήθηκε ο άντρας. Στην αρχή δεν του δίνει και τόση σημασία, αλλά καθώς το κουβάρι της υπόθεσης παίρνει να ξετυλίγεται και η μια ανατροπή να οδηγεί στην επόμενη, η καλή γιατρός σύντομα θ’ αντιληφθεί ότι όντως, πίσω έχει η γάτα την ουρά. Και μιλάμε για Την ουρά, αφού σύντομα στην ιστορία θα αναμιχθούν άραβες υποψήφιοι τρομοκράτες, φανατικοί ορθόδοξοι εβραίοι, αρχαιολόγοι κι αρχαιοκάπηλοι, ακόμη και το Βατικανό.
Τι κρύβεται τελικά πίσω απ’ αυτή τη μυστηριώδη φωτογραφία και γιατί προκαλεί τόσο μεγάλα πάθη; Αυτά είναι τα δύο μεγάλα ερωτήματα, ενώ το τρίτο αφορά την ταυτότητα του δολοφόνου, που στο τέλος δεν έχει και τόση σημασία.
Η Ράις στηριζόμενη σε ιστορικά στοιχεία και σε πρόσφατες αρχαιολογικές ανακαλύψεις φτιάχνει ένα εκρηκτικό μίγμα από το οποίο δε λείπουν και οι θεωρίες συνωμοσίας, οι οποίες ωστόσο δεν είναι κάτι καινούριο, μια και αφορούν τον Ιησού και το γάμο του με τη Μαρία Μαγδαληνή. Εκείνα που ωστόσο χαρίζουν στο μυθιστόρημα την όποια χάρι του είναι τα πολλά μυστικά και ψέματα του μύθου, τα οποία τείνουν να επικαλύπτουν το ένα το άλλο, ο κίνδυνος που μοιάζει κάθε στιγμή να καραδοκεί, η ερωτική ζήλεια που αποδεικνύεται καταλυτικός παράγοντας, και οι διάφοροι φανατικοί που παρελαύνουν από τις σελίδες καθώς οι ήρωες βρίσκονται στο Ισραήλ, δίνοντάς μας μια άλλη εικόνα της σύγκρουσης στην Παλαιστίνη και της γενικής αναταραχής στη Μέση Ανατολή.
Ταξιδεύοντας ανάμεσα στον Καναδά και την Παλαιστίνη, το σήμερα και το χθες, η Τεμπ, παρέα με τον φίλο της ντετέκτιβ Άντριου Ράιαν και τον αρχαιολόγο Τζέικ, που ξέρει απ’ έξω κι ανακατωτά την ιστορία της ταραγμένης περιοχής, θα ζήσουν μια περιπέτεια που θα τους φέρει πολλές φορές πρόσωπο με πρόσωπο με το θάνατο. Και στο τέλος δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί κανείς κατά πόσο άξιζε τον κόπο αυτή η θυσία, αφού τα μυστικά, είτε έτσι είτε αλλιώς, μένουν κρυμμένα, αλλά τουλάχιστον τα προσωπεία πέφτουν.
Κάποιοι κριτικοί, στον αγγλοσαξονικό κόσμο, έσπευσαν να χαρακτηρίσουν τη Ράις καλύτερη από την Πατρίσια Κόρνγουελ, αλλά προσωπικά θα διαφωνήσω. Είναι όντως καλύτερη στο να φτιάχνει ιστορίες με γοργούς ρυθμούς, αλλά μέχρι να φτάσει την τελευταία σε λογοτεχνική αξία -αν τη φτάσει δηλαδή ποτέ- έχει πολλά ψωμιά να φάει ακόμη.
Όπως και νάχει, το Cross Bones είναι ένα ευχάριστο ανάγνωσμα το οποίο, λόγω κυρίως των μικρών προτάσεων και των χιλιάδων παραγράφων, μπορεί άνετα να διαβαστεί, παρά τις σχεδόν πεντακόσιες σελίδες του, σε μια μόλις μέρα.

Monday, October 12, 2009

Ruth Rendell – An Unkindness of Ravens

Το πιο μεγάλο ατού των βρετανών συγγραφέων αστυνομικής λογοτεχνίας είναι η ικανότητά τους να προσφέρουν μυστήριο και «καθαρή λογοτεχνία» την ίδια ώρα. Οι αμερικανοί είναι θιασώτες της ταχύτητας, του ασταμάτητου ρυθμού, των συνεχών ανατροπών, ενώ οι βρετανοί συνάδελφοί τους, κάπως πιο προσγειωμένοι στην πραγματικότητα, μοιάζουν να υιοθετούν το «κάλλιο αργά παρά ποτέ».
Η Ρουθ Ρεντέλ, ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του χώρου, σ’ αυτό το μυθιστόρημα ασχολείται με τα έργα και τις ημέρες του Ρόντνι Ουίλλιαμς, αλλά και τις ζωές των κατοίκων μιας κατά τα άλλα αδιάφορης πόλης της αγγλικής επαρχίας.
Όλα αρχίζουν όταν ο πρώτος εξαφανίζεται από το σπίτι του και η γυναίκα του επικοινωνεί αρχικά με τον επιθεωρητή Γουέξφορντ και κατόπιν επίσημα με την αστυνομία για να το καταγγείλει αυτό. Ο επιθεωρητής, που είναι σχεδόν γείτονας της γυναίκας, θεωρεί από την πρώτη στιγμή ότι πρόκειται για την κλασική περίπτωση κάποιου που απλά εγκαταλείπει το σπίτι του, ωστόσο τα γεγονότα θα τον διαψεύσουν. Πρώτα θα βρεθεί το αυτοκίνητό του εγκαταλειμμένο σ’ ένα δρόμο των προαστίων, μετά εντελώς τυχαία σ’ ένα έλος θ’ ανακαλυφθεί η τσάντα που κουβαλούσε και στο τέλος, με τη βοήθεια ενός σκύλου, θα εντοπιστεί και το πτώμα του.
Ποιος τον σκότωσε και γιατί; Αυτά είναι τα ερωτήματα που απασχολούν τον επιθεωρητή και τους συνεργάτες του. Εντάξει, όπως όλα δείχνουν, δε διατηρούσε και τις καλύτερες σχέσεις με την οικογένειά του, αλλά τα προβλήματά τους σίγουρα δε θα αποτελούσαν επαρκές κίνητρο για να τον στείλουν στον τάφο.
Με αφορμή αυτή τη μυστηριώδη δολοφονία, αλλά και δύο φαινομενικά αναίτιες επιθέσεις με μαχαίρι, ο Γουέξφορντ και ο συνεργάτης του Μπέρντεν, βυθίζονται σ’ ένα κόσμο σκοτεινό που μοιάζει να ζει μια άλλη ζωή, παράλληλη με τη δική τους, όπου τίποτα δεν είναι αυτό που μοιάζει, κι όπου τους πρωταγωνιστικούς ρόλους κρατάνε νέες γυναίκες, κακοποιημένες και μη, «ελαφρά μελαγχολικές, ελαφρά οργισμένες, με πρόσωπα σχεδόν πάντα απαθή που θυμίζουν τις Παναγίες στις φλωρεντινές εικονογραφίες». Την ίδια ώρα έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο και με τη δύναμη του ψέματος, της δίχως τέλος απάτης, καθώς τα μυστικά του νεκρού ήταν πολλά κι οδυνηρά, τα ψέματα των ζωντανών ένας αγώνας δίχως τέλος.
Όπως συμβαίνει συνήθως στο τέλος τα πράγματα θα μπουν στη θέση τους, ο κάθε κατεργάρης θα πάει στον πάγκο του, αλλά εκείνο που μένει στο μυαλό του αναγνώστη είναι το ταξίδι: η διύλιση μιας κοινωνίας και η μελέτη των παθών των ανθρώπων που την αποτελούν.
Δεν είναι τυχαίο που η Ρουθ Ρεντέλ θεωρείται η κορυφαία εκπρόσωπος του είδους στη Βρετανία, ή ίσως και στον κόσμο, όπως γενναία παραδέχεται στο εσώφυλλο του βιβλίου, κι εκείνη η άλλη μεγάλη κυρία των θρίλερ, η Πατρίσια Κόρνγουελ. Απολαυστικό!

Thursday, October 8, 2009

Ian Rankin – Hide & Seek

Πάνε χρόνια από την τελευταία φορά που διάβασα ένα βιβλίο του Ίαν Ράνκιν, το οποίο, αν θυμάμαι καλά ήταν το Dead Souls. Και σ’ εκείνο το μυθιστόρημα, όπως και στο ανά χείρας, πρωταγωνιστής ήταν ο ντετέκτιβ Ρίμπους (ακόμη προσπαθώ να καταλάβω, γιατί έγινε Ρέμπους στα ελληνικά).
Ο Ράνκιν είναι ένας από εκείνους τους συγγραφείς που ασχολούνται εκτεταμένα και κατ’ επανάληψη με την τοιχογραφία μιας πόλης και των κατοίκων της, στην προκειμένη περίπτωση του Εδιμβούργου, που σύμφωνα με τον αφηγητή είναι μια πόλη σκοτεινή, παραδομένη στο ποτό, τα ναρκωτικά, τη διαφθορά και το έγκλημα.
Όλα αρχίζουν με την ανακάλυψη του πτώματος ενός τζάνκι σ’ ένα σκοτεινό και φαινομενικά εγκαταλειμμένο σπίτι. Στην αρχή η αστυνομία πιστεύει ότι πρόκειται για θάνατο από ατύχημα, από υπερβολική δόση ναρκωτικών, αλλά κάτι στο σκηνικό μοιάζει να ανατρέπει αυτή τη θεωρία. Κατ’ αρχήν το σώμα του νεκρού είναι τοποθετημένο σε μια στάση που θυμίζει εκτέλεση σε ιεροτελεστία, ανάμεσα σε δυο κεριά που έχουν πια λιώσει, ενώ στον τοίχο είναι σχεδιασμένο κι ένα σατανιστικό σύμβολο.
Ο Ρίμπους είναι πεπεισμένος ότι σ’ αυτή την υπόθεση υπάρχουν πολλές διαστάσεις, τις οποίες είναι αποφασισμένος να διερευνήσει με τη βοήθεια του συνεργάτη του Μακόλ και του νεαρού αστυνόμου Χολμς. Τελικά, όπως λέει ο θυμόσοφος λαός, θα αποδειχτεί ότι όντως πίσω έχει η γάτα την ουρά, αφού το ένα στοιχείο θα οδηγεί τους ερευνητές στο επόμενο, κι ο ένας θάνατος στον άλλο, φέρνοντας τους βασικούς πρωταγωνιστές πού και πού στα όρια της απόγνωσης.
Ο Ράνκιν με αφορμή την έρευνα για τη διαλεύκανση της υπόθεσης, μας ταξιδεύει στις γειτονιές, τα μυστικά και ψέματα και τις μεγάλες αλήθειες της πόλης του, της οποίας τη ρομαντική τουριστική εικόνα κατ’ επανάληψη κατεδαφίζει. Όλοι μοιάζουν να έχουν να κρύψουν κάτι, κανείς δεν είναι αυτός που φαίνεται, η πραγματική ζωή διαδραματίζεται σε υπόγειους χώρους και σκοτεινές γωνιές, ο παράνομος έρωτας ανθεί και πίσω από τα μεγάλα σαλόνια κρύβονται τα μεγάλα λαμόγια. Και όλοι, μα όλοι, όπως υποδηλώνει και ο τίτλος, παίζουν κρυφτό: οι αστυνομικοί, η νεολαία, οι πολιτικοί, οι δήθεν ευεργέτες.
Αν είστε συνηθισμένοι στα αμερικάνικα μυθιστορήματα καταδίωξης, τα περίφημα θρίλερ, ίσως και να μη σας αρέσει αυτό το βιβλίο. Αν σας αρέσει ωστόσο να απολαμβάνετε μια καλή αστυνομική ιστορία, που διυλίζει μια κοινωνία αναδεικνύοντάς την σε όλες της τις διαστάσεις, σίγουρα θα το απολαύσετε. Κάτι μου λέει ότι θα ασχοληθώ και πάλι με τον κ. Ράνκιν σύντομα. Προς το παρόν όμως έχει πάρει σειρά η Ρουθ Ρεντέλ.

Tuesday, October 6, 2009

George P. Pelecanos – Soul Circus

Το μόνο ελληνικό στοιχείο στον Πελεκάνο είναι το επίθετό του. Όσο κι αν προσπαθούμε να τον «βαφτίζουμε» με το έτσι θέλω ελληνοαμερικανό, η αλήθεια παραμένει μία: είναι αμερικανός με τα όλα του. Κι αν δεν έβαζε κάποιους ήρωες με ελληνικά ονόματα στα βιβλία του πολύ πιθανόν να του στερούσαμε και το πρώτο μισό της «καταγωγής» του, αφού ακόμη κι αυτά τα ονόματα τα γράφει λάθος (ΣτεφΑνος).
Όπως και νάχει, αυτό είναι το πρώτο του βιβλίο που πέφτει στα χέρια μου και μπορώ να πω πως το απόλαυσα. Είναι ένα αξιοπρεπέστατο αστυνομικό μυθιστόρημα, με καλό τέμπο, που δεν κινείται ωστόσο στους εξωφρενικούς ρυθμούς των Τζέφρι Ντίβερ ή Ντέιβιντ Μπαλτάτσι. Για να το πω απλά, ο Πελεκάνος γράφει τηλεοπτικές σειρές, ενώ οι άλλοι ταινίες. Δεν είναι άλλωστε τυχαία η εμπλοκή του σε μια από τις πιο σημαντικές αστυνομικές σειρές των τελευταίων χρόνων, το The Wire.
Η ιστορία διαδραματίζεται κατά κύριο λόγο στις γειτονιές της Ουάσινγκτον, εκεί όπου έχει το γραφείο ιδιωτικών ερευνών του ο Ντέρεκ Στρέιντζ. Ο Στρέιντζ, που είναι πρώην μπάτσος, πολλές φορές καλείται να εργαστεί για κάποια από τα καθάρματα, τα οποία κυνηγούσε στο παρελθόν. Όχι μόνο για το χρήμα, αλλά κι επειδή είναι φανατικός εχθρός της θανατικής ποινής, όπως και της οπλοκατοχής. Ένα απ’ αυτά τα καθάρματα είναι και ο Γκράνβιλ Όλιβερ, που περιμένει από στιγμή σε στιγμή την καταδίκη του. Ο μόνος τρόπος για να τη γλιτώσει -για να μην πεθάνει δηλαδή, αφού η ενοχή του δεν αμφισβητείται- είναι να μπορέσει ο Στρέιντζ να πείσει μια γυναίκα να καταθέσει υπέρ του. Κάποιοι όμως είναι αποφασισμένοι να τον κρατήσουν πάση θυσία μακριά απ’ αυτήν και πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο για να επιτύχουν τον στόχο τους.
Καθώς ο Στρέιντζ κόβει βόλτες στις γειτονιές του υπόκοσμου της αμερικανικής πρωτεύουσας προσπαθώντας να εντοπίσει τη γυναίκα, του ανατίθεται μία ακόμη υπόθεση που δε θα του πάρει και πολύ χρόνο: τον εντοπισμό κάποιας άλλης, που το έσκασε απ’ το σπίτι και την οποία ψάχνει ο «άντρας» της. Προσπαθώντας να καλύψει όσο περισσότερο έδαφος μπορεί ο Στρέιντζ αναθέτει την τελευταία υπόθεση στον συνέταιρό του Τέρι Κουίν, που δε θα δυσκολευτεί καθόλου να τη φέρει εις πέρας. Ωστόσο, τα πράγματα περιπλέκονται όταν η γυναίκα βρίσκεται νεκρή, κάτι που γεμίζει τον Κουίν με ενοχές. Είχε ένα προαίσθημα ότι τα πράγματα θα πήγαιναν στραβά και να που εξαιτίας του μια γυναίκα έχασε τη ζωή της. Από τη στιγμή που το μαθαίνει αυτό μοιάζει να παίρνει την κάτω βόλτα. Γίνεται όλο και πιο απρόσεκτος, όλο και πιο ριψοκίνδυνος, αλλά όλο και πιο αποφασισμένος: να βρει ένα κορίτσι που αγνοείται εδώ και καιρό και το οποίο είναι σίγουρος ότι βρίσκεται κάπου στα γκέτο της πόλης.
Οι ήρωες του Πελεκάνου είναι απλοί, ανθρώπινοι, ή για να το πω απλά: δεν είναι υπερήρωες. Έχουν τα σπίτια τους, προσπαθούν να αποκτήσουν λειτουργικές οικογένειες, έχουν τις αδυναμίες τους. Κι αυτό ακριβώς είναι που τους κάνει να ξεχωρίζουν, που κάνει τον αναγνώστη να ταυτίζεται μαζί τους. Ο συγγραφέας μοιάζει να μας λέει ότι δε χρειάζεται και μεγάλη εξυπνάδα για να γίνει κανείς καλός ντετέκτιβ. Τα μόνα που χρειάζονται είναι κότσια, κοινή λογική, μα πάνω απ’ όλα γνώση.
Καλογραμμένο και, για αστυνομικό μυθιστόρημα, ολιγοσέλιδο, διαβάζεται άνετα σε μια μέρα.

Saturday, October 3, 2009

Logicomix

Δεν το συνηθίζω να ανεβάζω εδώ κείμενα για βιβλία που δε διάβασα προσωπικά και που δεν έγραψα ο ίδιος, αλλά αυτή τη φορά είπα να κάνω μία εξαίρεση αφού δε συμβαίνει πολύ συχνά ένας έλληνας συγγραφέας να κατακτά με τη δουλειά του την παγκόσμια αναγνώριση. Η πιο κάτω παρουσίαση είναι από τη σημερινή έκδοση του Γκάρντιαν:

Bertrand Russell's Principia Mathematica (which he co-wrote with Alfred North Whitehead) is probably the most impenetrable book ever written by a winner of the Nobel prize for literature. In it, the authors famously take 362 pages to prove 1 + 1 = 2, using a method so arcane that Cambridge University Press could not find anyone to evaluate the manuscript and Russell and Whitehead were made to pay for the printing themselves.

For this reason, the Principia is not an obvious subject for a mainstream popular science book. Yet the intellectual and emotional journey that Russell took while writing it has been turned into a graphic novel by Apostolos Doxiadis and Christos Papadimitriou that is both a thrilling adventure and a serious history of the philosophy of mathematics.

Logicomix's main narrative is Russell's quest for the truth, which in his case is the truth about the foundations of mathematics. His adventure is portrayed as if the fate of the world depends on it and our tortured superhero must battle his inner demons to achieve the task. The authors tell the story with a humour and lightness of touch that pokes fun at the philosophers and mathematicians involved, but never trivialises the philosophy or the mathematics. When Russell declares: "I was now ready to battle against my own enemy . . . Irrationality, in its highest form", it is both tongue-in-cheek and profound.

Συνεχίστε στην πηγή