Showing posts with label παρουσίαση. Show all posts
Showing posts with label παρουσίαση. Show all posts

Monday, February 4, 2013

Σώτη Τριανταφύλλου – Μιλώντας με την Αλίκη για τη φιλοσοφία και το νόημα της ζωής


Αν είναι κάτι που αρέσει πολύ στην Σώτη Τριανταφύλλου είναι το να πειραματίζεται. Έχει γράψει βιβλία για τον κινηματογράφο, δοκίμια, διηγήματα, νουβέλες για τα ταξίδια και το ροκ ν’ ρολ, ιστορικά μυθιστορήματα και παραμύθια. Το να αλλάζει είδη και τρόπο γραφής μοιάζει να της έρχεται εύκολα, γι’ αυτό και οι πιο πιστοί από τους φίλους της διαβάζουν ό,τι γράφει. Το «Μιλώντας με την Αλίκη για τη φιλοσοφία και το νόημα της ζωής» ωστόσο ίσως να ξενίσει κι αυτούς.

Ο ανά χείρας τόμος κάπου θυμίζει μια εκτεταμένη συζήτηση, η οποία πού και πού παίρνει τη μορφή συνέντευξης. Η Αλίκη ρωτά και η Σώτη απαντά. Η Σώτη σχολιάζει και η Αλίκη αναρωτιέται. Η Αλίκη πεινά και η Σώτη της δίνει τροφή για τη σκέψη.

Από την πρώτη κιόλας σελίδα του βιβλίου η συγγραφέας εξηγεί ότι αυτό που διαβάζουμε δεν είναι ένα συνηθισμένο εγχειρίδιο για τη φιλοσοφία, αλλά κατά κάποιο τρόπο, ένα οδοιπορικό στα μονοπάτια της ζωής και της σκέψης. «Τι μας χρειάζεται η φιλοσοφία;» αναρωτιέται κάποιος. «Σαν μια απάντηση στη βλακεία», αποκρίνεται κάποιος άλλος.

Τι έχει να πει ένα νέο κορίτσι με μια γυναίκα που είναι σαράντα χρόνια μεγαλύτερη από αυτό; Προφανώς πολλά. Πολλά που ήδη υπάρχουν στα σχολικά εγχειρίδια, τα οποία όμως είναι γραμμένα με ακατανόητο τρόπο για παιδιά της Β’ Λυκείου, και που μάλλον απευθύνονται σε φοιτητές της φιλοσοφικής, και ακόμη περισσότερα που δεν αναφέρονται καν μέσα σ’ αυτά.

Όπως διαβάζουμε: «Αυτό το βιβλίο απευθύνεται στους πολύ νέους και, γιατί όχι, σ’ εμάς τους όχι-και-τόσο νέους που νομίζουμε ότι τα ξέρουμε όλα ενώ δεν ξέρουμε τίποτα». Τι έσπρωξε τη συγγραφέα σ’ αυτό το μονοπάτι; «…Ίσως επικράτησε, πρόσκαιρα, ένα παλιό γονίδιο που περιπλανιέται μέσα μου εδώ και δεκαετίες: κατάγομαι από μια μακρά σειρά δασκάλων, καθηγητών και ιερωμένων. Ίσως έτσι εξηγούνται όλα».

Η αλήθεια είναι ότι οι τελευταίοι δεν θα ήταν και πολύ χαρούμενοι αν διάβαζαν ετούτο τον τόμο, αφού στα μάτια τους ίσως να φάνταζε αιρετικός. Ναι, η θρησκεία καταλαμβάνει πολλές σελίδες σ’ αυτές τις συζητήσεις, και φυσικά αυτό είναι κάτι το αναμενόμενο. Η συγγραφέας αναφέρεται σε διάφορες θρησκείες, μιλά για τον θεό και το χριστιανισμό στη δική μας παράδοση, δίνει τα εύσημα στον Δαρβίνο και τους διαφωτιστές και ταξιδεύει μπρος πίσω στο χρόνο σε μια προσπάθεια να εξηγήσει στην Αλίκη γιατί η θρησκεία διαδραματίζει τόσο σημαντικό ρόλο στη ζωή των ανθρώπων.

Το ταξίδι που κάνουν οι δύο φίλες είναι μακρύ, αλλά ωφέλιμο. Οι φωνές τους, και οι γενιές τους εδώ που τα λέμε, διαφέρουν πολύ, ωστόσο φαίνονται να καταλαβαίνουν απόλυτα η μια την άλλη, με την Αλίκη να προσφέρει πού και πού κάποιες πινελιές χιούμορ που κάνουν το βιβλίο πιο ανάλαφρο, πιο ευανάγνωστο. «Πεινάω άρα υπάρχω», λέει κάπου, παραφράζοντας το γνωστό ρητό, ενώ κάπου άλλου μοιάζει να ειρωνεύεται την Σώτη, όταν η τελευταία της ζητά να κάνει κάτι: «Έχω γίνει νυχτερίδα, τώρα θα γίνω και δέντρο».

Είναι στιγμές σαν και τις πιο πάνω που κάνουν όχι μονάχα το δικό τους ταξίδι απολαυστικό, αλλά και αυτό του αναγνώστη. Οι ερωταπαντήσεις, τα καυστικά σχόλια, και τα πειράματα της φαντασίας δίνουν και παίρνουν.

Αν ξέρετε το όνομα ενός ή και πολλών φιλοσόφων, να είστε σίγουροι ότι θα το ή θα τα συναντήσετε εδώ: από τους αρχαίους έλληνες, μέχρι τους χριστιανούς λόγιους, από τους διαφωτιστές μέχρι τους σύγχρονους οικονομολόγους, από τον Μαρξ μέχρι… την Αλίκη.

«Γιατί χρειάζεται να μάθουμε τι είναι η φιλοσοφία;» ρωτά η Αλίκη.
«Για να μάθουμε να σκεφτόμαστε ώστε να αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα της ζωής», απαντά η Σώτη, και προσθέτει: «Η σοφία είναι μια από τις προϋποθέσεις της ευτυχίας. Όλοι θέλουμε να είμαστε ευτυχισμένοι… κι όλοι προσπαθούμε… συχνά όμως μας λείπουν τα εργαλεία».

Πες και μάθαμε τι είναι η φιλοσοφία: Τι κάνουμε μετά; Πώς τη χρησιμοποιούμε ο καθένας μας ξεχωριστά; Είναι η αλήθεια του ενός η ίδια με την αλήθεια του άλλου; Μάς δίνει η φιλοσοφία τις απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματά μας;

«Ο στόχος της φιλοσοφίας δεν είναι να δώσει οριστικές απαντήσεις τις οποίες θα δεχτούν όλοι αλλά να ερευνήσει διαφορετικές απαντήσεις. Είναι τελείως απίθανο να είσαι εσύ, ή να είμαι εγώ ο μοναδικός άνθρωπος που δίνει τις “σωστές” απαντήσεις: γι’ αυτό είναι καλό να κρατάμε κριτική στάση σε όλες τις φιλοσοφικές θέσεις. Στους περισσότερους επιστημονικούς κλάδους –στα μαθηματικά, στην ιστορία, στη φυσική, στη χημεία, υπάρχουν σωστές και λανθασμένες απαντήσεις. Η φιλοσοφία δεν είναι ακριβώς έτσι… Μπορούμε να διαφωνούμε με όλους αρκεί να τεκμηριώνουμε την άποψή μας με βάση τη λογική…»

Η λογική μοιάζει να είναι η αρχή και το τέλος της φιλοσοφίας. Χρησιμοποιώντας αυτή και μόνο, και με βάση τις γνώσεις μας φυσικά, φαίνεται να λέει η συγγραφέας, θα μπορέσουμε να κάνουμε τη ζωή μας καλύτερη. Κι εδώ που τα λέμε, αυτή ακριβώς είναι που μοιάζει να λείπει από το σύγχρονο διαδικτυακό μας κόσμο. Οι άνθρωποι σήμερα μοιάζουν μονάχα να ξέρουν πώς να μιλάνε, αλλά όχι πώς να ακούν. Έχουν απόψεις, αλλά δεν έχουν επιχειρήματα. Έχουν ιδέες, τους λείπουν όμως οι γερές βάσεις πάνω στις οποίες θα μπορούσαν να τις στηρίξουν.

«Μπορώ να θέλω αυτό που θέλω;» αναρωτιέται ο Σοπενχάουερ. «Θέλω πράγματι αυτό που θέλω;» θα έπρεπε να αναρωτιόμαστε εμείς.

Στην κριτική που έγραψα πριν πολλά χρόνια για το εξαιρετικό μυθιστόρημα της Σώτης Τριανταφύλλου «Το εργοστάσιο των μολυβιών», το είχα περιγράψει σαν ένα «ταξίδι δρόμου στην ιστορία». Ε, ετούτο το βιβλίο θα το περιέγραφα σαν ένα «ταξίδι δρόμου στη φιλοσοφία». Σε ποιον θα το σύστηνα; Σε γονείς και μαθητές, σε εκπαιδευτικούς και στον κάθε αναγνώστη. Σε όλους έχει κάτι να δώσει, χωρίς να γίνεται ούτε και για μια στιγμή βαρετό.

Δημοσιεύθηκε στη χθεσινή έκδοση της Καθημερινής της Κύπρου.

Παρουσιάσεις άλλων βιβλίων της συγγραφέως:

Για την αγάπη της γεωμετρίας
Ο χρόνος πάλι
Για τη σημαία και το έθνος
Αφρικανικό Ημερολόγιο
Λίγο από το αίμα σου
Ιστορίες του σώματος
Κινέζικα κουτιά
Γράμμα από ένα δράκο
Πιτσιμπούργκο
Ιστορίες απόγνωσης
Συγχώρεση
Η φυγή
Άλμπατρος
Το εργοστάσιο των μολυβιών
Η Μάριον στ' ασημένια νησιά και στα κόκκινα δάση
Ο υπόγειος ουρανός
Αύριο, μια άλλη χώρα
Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης
Το εναέριο τρένο στο Στίλγουελ
Άλφαμπετ Σίτυ
Θάνατος το ξημέρωμα
Φτωχή Μάργκο
Γράμμα από την Αλάσκα

Friday, December 28, 2012

Richard Castle – A Bloody Storm


Το A Bloody Storm έρχεται για να κλείσει το μυθιστόρημα σε συνέχειες που άρχισε με το A Brewing Storm και συνεχίστηκε με το A Raging Storm (κάντε κλικ στους τίτλους για να διαβάσετε τις παρουσιάσεις).

Η δράση αρχίζει στην Οξφόρδη στην Αγγλία όταν ένα αυτοκίνητο συγκρούεται μ’ ένα τοίχο. Απ’ αυτό βγαίνει ζωντανός ο προσωρινός πράκτορας, Ντέρρικ Στορμ, ενώ εντός αφήνει την τελευταία της πνοή η Αντονία Ναντ, μια κροάτισα μισθοφόρος. Λίγο πιο πέρα δίνει τη μάχη για να κρατηθεί στη ζωή η πράκτορας του FBI Έιπριλ Σάουερς, ενώ δίπλα της κείτονται νεκροί ο ρώσος ολιγάρχης Ιβάν Πετρόβ και ο Γκεόργκι Λεμπέντεβ, ο άντρας που υποτίθεται ήταν ο καλύτερος φίλος του τελευταίου, αλλά ο οποίος στην πραγματικότητα δούλευε για τον ρώσο πρόεδρο Μπαρκόβσκι.

Ο Στορμ οδηγεί άρον άρον την Σάουερς στο νοσοκομείο και αναχωρεί εσπευσμένα για την Ουάσιγκτον ώστε να έχει διαβουλεύσεις με το προσωρινό του αφεντικό, Τζεντάντια Τζόουνς, που είναι επικεφαλής της Υπηρεσίας Κατασκοπίας των ΗΠΑ.

Εκεί μαθαίνει ότι πρέπει να αναχωρήσει ξανά, αυτή τη φορά με προορισμό το Ουζμπεκιστάν, για ν’ ανακαλύψει τον κρυμμένο θησαυρό, ράβδους χρυσού αξίας εξήντα δισεκατομμυρίων δολαρίων, που στάθηκαν η αφορμή τόσο για την επιστροφή του στην υπηρεσία όσο και για το θάνατο κάποιων αθώων ή μη ανθρώπων.

Για τους σκοπούς αυτής της επιχείρησης ο Τζόουνς έχει στήσει μια ομάδα που θα αποτελείται από τον Στορμ, τον Κάσπερ, ένα παλιό του γνώριμο και ύποπτο για μια αποστολή στην Ταγγέρη που τινάχτηκε στον αέρα, ένα ρώσο γεωλόγο ονόματι Όσκαρ και μια ουζμπέκα πράκτορα της CIA, τη Ντιλία.

Καθώς συμβαίνουν αυτά στην Ουάσιγκτον, στην Αγγλία τα πράγματα παίρνουν για μια ακόμη φορά μια στροφή για το χειρότερο για την Σάουερς, καθώς κάποιοι την απαγάγουν μετά την έξοδό της απ’ το νοσοκομείο. Χωρίς να το ξέρει οδηγείται κι η ίδια στο Ουζμπεκιστάν, όπου θα συναντήσει τη σωτηρία ή την καταδίκη της.

Ο Στορμ θα φτάσει εκεί μετά από εκείνη και καθόλη τη διάρκεια της διαδρομής θα νιώθει σαν να κάθεται πάνω σε αναμμένα κάρβουνα. Κι αυτό επειδή δεν ξέρει κατά πόσο μπορεί να εμπιστευτεί τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας. Είναι σίγουρος ότι ο Κάσπερ είναι προδότης, αλλά κι ο τελευταίος με τη σειρά του πιστεύει ότι αυτός που φέρει την ευθύνη για τα γεγονότα στην Ταγγέρη είναι ο Στορμ.

Η κατάσταση είναι τουλάχιστον τεταμένη, η ατμόσφαιρα μυρίζει μπαρούτι και καθώς η ιστορία οδεύει προς το τέλος, τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα, καθώς λαμβάνουν χώρα κάποια γεγονότα που όχι μόνο απροσδόκητα είναι, αλλά και θανάσιμα επικίνδυνα. Οι ήρωες μοιάζουν ν’ ακροβατούν πάνω σ’ ένα τεντωμένο σκοινί, που μοιάζει έτοιμο από στιγμή σε στιγμή να κοπεί.

Μια καλογραμμένη ιστορία, με πολλή δράση και μπόλικες ανατροπές, που κρατούν το ενδιαφέρον του αναγνώστη ζωντανό από την αρχή μέχρι και το τέλος. Πού και πού ίσως να θυμίζει ένα ψυχροπολεμικό ανάγνωσμα, ωστόσο τα γεγονότα μιλούν για το σήμερα, οπότε η πλοκή δεν χάνει τίποτα από την αξία της.

Παρουσιάσεις βιβλίων του ίδιου συγγραφέα

Naked Heat
Heat Rises
Frozen Heat (στο αγγλόφωνο μπλογκ)

Amanda Kyle Williams - Stranger in the Room


Πρωτοσυνάντησα την πρωταγωνίστρια του Stranger in the Room της Αμάντα Κάιλ Γουίλλιαμς, Κέι Στριτ, στο μυθιστόρημα The Stranger You Seek, (παρουσίαση εδώ)το πρώτο της συγγραφέως, και την συμπάθησα αμέσως.

Μού άρεσε το χιούμορ της, το πείσμα της, ο τρόπος που χειριζόταν τα πράγματα όπως της έρχονταν, το πώς συνέχιζε να ζει πεισματικά σ’ ένα κόσμο που έμοιαζε να την έχει αφήσει πίσω του.

Στον ανά χείρας τόμο η Κέι καταφέρνει με κάποιο τρόπο και μπλέκεται με τρεις υποθέσεις ταυτόχρονα, μια εκ των οποίων έχει να κάνει με την ξαδέλφη της, Μίκι, μια ατρόμητη και διάσημη φωτογράφο, που ξόδεψε μεγάλο μέρος της ζωής της μέσα σε κλινικές αποτοξίνωσης και η οποία τώρα έχει επιστρέψει στην Ατλάντα για να ξεκουραστεί λίγο, προτού ετοιμαστεί για κάποια νέα κόλπα.

Το μόνο που κάποιος άγνωστος άντρας δεν έχει σκοπό να την αφήσει ήσυχη. Την ακολουθεί παντού, εισβάλλει συχνά πυκνά στο σπίτι της, και κάποτε φτάνει μέχρι το σημείο να αφήσει το πτώμα ενός γηραιού άντρα κρεμασμένου μέσα εκεί.

Όταν πρωτοξεκίνησαν τα προβλήματά της η Μίκι ζήτησε τη βοήθεια της Κέι, η οποία όμως δεν την πίστεψε, αφού θεώρησε ότι η κοπέλα ήταν το θύμα της ζωηρής της φαντασίας. Όταν βρίσκουν τον νεκρό στο σπίτι της όμως αλλάζει γνώμη, κακίζει τον εαυτό της για την αδράνειά του και ρίχνεται με τα μούτρα στη δουλειά.

Στο μεταξύ, ο φίλος της Κέι, ντετέκτιβ Άαρον Ράουζερ, έχει κι αυτός πολλά να κάνει. Πάνω στο γραφείο του βρίσκονται οι φάκελοι πέντε ανοικτών υποθέσεων, μετά του αναθέτουν κι αυτόν του άντρα από το σπίτι της Μίκι, και λες και δεν του έφταναν όλ’ αυτά σύντομα θ’ ανακαλυφθεί σ’ ένα πάρκο και το πτώμα ενός παιδιού – ενός δεκατριάχρονου αθλητή, που σύμφωνα με τις προβλέψεις θα γινόταν μεγάλο αστέρι κάποια μέρα.

Τα γεγονότα, ή μάλλον η πολυπλοκότητά τους, θα αναγκάσουν την Κέι και τον Ράουζερ να εργαστούν μαζί για την επίλυση των πρόσφατων τουλάχιστον υποθέσεων, κάτι που πολύ απολαμβάνουν. Η πρώτη όμως, σαν ιδιωτική ντετέκτιβ που είναι, πρέπει να κάνει κάτι για να βγάλει και το ψωμί της. Έτσι, αναλαμβάνει να διερευνήσει μια υπόθεση που της αναθέτει ένας γνωστός της δικηγόρος. Στα πλαίσια αυτής της έρευνας θ’ αναγκαστεί να ταξιδέψει σε μια κοινότητα στα βουνά, όπου συμβαίνουν πολλά και παράξενα σε ό,τι αφορά το ντόπιο γραφείο κηδειών και τον αποτεφρωτήρα. Σ’ αυτό το ταξίδι θα τη συνοδέψει ο νυν υπάλληλος και μελλοντικός συνέταιρός της, Νιλ, που συνήθως είναι… στα χάι του και ο οποίος κάποια στιγμή στο μέλλον θα συγκρουστεί κατά λάθος με μια σφαίρα.

Στα βουνά θα συμβούν διάφορα ευτράπελα και στη διάρκεια της έρευνας θα προκύψουν κάποιες συνταρακτικές αποκαλύψεις, ενώ την ίδια στιγμή στην πόλη θα διαδραματίζονται κάποια νέα δράματα.

Ακολουθώντας τους ήρωες στις διάφορες περιπέτειές τους, συχνά πυκνά ο αναγνώστης χαμογελά, μια και το χιούμορ, όπως ανέφερα και πιο πάνω είναι από τα όπλα της συγγραφέως, αλλά πού και πού βυθίζεται κιόλας σε σκέψεις: νιώθει συμπάθεια για την Κέι, που εδώ και χρόνια δίνει τη μάχη του αλκοολισμού, συμπονά και θαυμάζει την Μίκι, και παρατηρεί με σχεδόν απορημένο βλέμμα τον Ράουζερ, έναν άντρα που είναι ανοικτόμυαλος και οπισθοδρομικός την ίδια ώρα, που συμπάσχει όσο πάει με τα θύματα των εγκλημάτων, αλλά και που σκέφτεται τους γύρω του περισσότερο απ’ τον ίδιο του τον εαυτό.

Η συγγραφέας μας παραδίδει ένα ακόμη καλογραμμένο μυθιστόρημα, με εξαιρετικά δομημένους χαρακτήρες, άφθονη δράση και πολλές ανατροπές, που σίγουρα θα ικανοποιήσει κάθε αγνό φίλο της αστυνομικής λογοτεχνίας.

Monday, December 24, 2012

Chuck Wendig – Mockingbird


«Η δύναμη και η σοφία είναι δημιουργήματα του πόνου (ή του τραύματος», διαβάζουμε στο νέο μυθιστόρημα του Chuck Wendig Mockingbird, που κυκλοφορεί αύριο.

Το βιβλίο μας αφηγείται την ιστορία της Μίριαμ Μπλακ, μιας νέας γυναίκες στην οποία έχει δοθεί ένα δώρο-άδωρο, μια παράδοξη ικανότητα, την οποία η ίδια περισσότερο σαν κατάρα νιώθει παρά σαν ευλογία. Η κοπέλα, είναι κατά κάποιο τρόπο μέντιουμ, ένα πολύ εξειδικευμένο μέντιουμ: κάθε φορά που αγγίζει κάποιον μπορεί να προβλέψει πού ακριβώς και πώς αυτός ή αυτή θα πεθάνει.

Η Μίριαμ είναι δυστυχισμένη, αφού προσπαθεί απεγνωσμένα να προσαρμοστεί σε μια ζωή που εμφανώς δεν της ταιριάζει. Εδώ και καμπόσο καιρό ζει σ’ ένα τροχόσπιτο με τον καλύτερό της φίλο και περιστασιακό εραστή, τον μονόφθαλμο Λούις. Ο τελευταίος προσπαθεί να εξασφαλίσει για πάρτη της κάποιου είδους σταθερότητα, αλλά η σταθερότητα και η συνήθεια δεν της πάνε, από τη στιγμή που βασανίζεται από όλ’ αυτά τα οράματα, που της κλέβουν τη ζωή λίγο λίγο. «Θέλει να πάει σπίτι. Και θα πήγαινε, αν ήξερε μοναχά τι πάει να πει αυτό…» Όσο για τον Λούις, παρά τα όσα κάνει γι’ αυτήν, δεν τον αντέχει πια, ή μάλλον δεν αντέχει να ζει μαζί του, αφού: «Με θες να γίνω κάποια που δεν είμαι», τον κατηγορεί.

Τι να κάνει, λοιπόν; Μαζεύει τα μπογαλάκια της και φεύγει θέλοντας να «αφοσιωθεί στην έλλειψη αφοσίωσής» της. Η ζωή στο δρόμο δεν την φοβίζει, είναι σκληρό καρύδι αυτή, ξέρει πώς να διαχειρίζεται τους ανθρώπους και τις καταστάσεις.

Ο δρόμος όμως προς την ελευθερία είναι μακρύς, και η τύχη φέρνει τα πράγματα έτσι ώστε το πρώτο αυτοκίνητο που σταματά για να την πάρει, καθώς κάνει οτοστόπ, να ανήκει στον Λούις. Ταξιδεύουν για λίγο μαζί, μετά τσακώνονται και πήδα έξω από τ’ αμάξι, προτού συναντηθούν και πάλι ώρες μετά σ’ ένα φαγάδικο. Τότε ακριβώς είναι που ο φίλος της την πείθει να τον ακολουθήσει σ’ ένα σχολείο για να συναντήσει μια δασκάλα, που νιώθει σίγουρη ότι σύντομα πρόκειται να πεθάνει. Αυτή η γυναίκα είναι πρόθυμη να την πληρώσει μόνο και μόνο για να επιβεβαιώσει το προαίσθημά της.

Η άφιξη της Μίριαμ στο εν λόγω σχολείο αποτελεί και την αφετηρία για μια μεγάλη και επικίνδυνη περιπέτεια. Η κοπέλα νιώθει το θάνατο να κόβει βόλτες στους διαδρόμους του κτηρίου, και αν και η ίδια αποκαλεί τον εαυτό της «ένα δηλητηριώδες χάπι», δεν της αρέσει να βλέπει τους ανθρώπους να πεθαίνουν – ειδικά όταν αυτοί είναι πολύ νέοι. Είναι σίγουρη ότι υπάρχει τουλάχιστον ένας δολοφόνος στο σχολείο και είναι αποφασισμένη να ανακαλύψει ποιος είναι και να σώσει τις ζωές των αθώων θυμάτων.

Φυσικά αυτό δεν θα αποδειχτεί εύκολη υπόθεση, αφού θα βρει πολλά εμπόδια να υψώνονται στο δρόμο της, θα αναγκαστεί να δώσει περισσότερες από μία μάχη με τους μέσα της δαίμονες και την κακία των ανθρώπων, και θα υποχρεωθεί να κοιτάξει για πρώτη φορά κατάματα το δικό της παρελθόν για να κατανοήσει όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω της.

«Ο μόνος τρόπος για να εμποδίσεις το θάνατο είναι να του δώσεις τροφή (ζωή)», διαβάζουμε κάπου, κι αυτό ακριβώς είναι που σκοπεύει να κάνει η Μίριαμ: να θυσιάσει τους ένοχους για να σώσει τους αθώους. Σ’ αυτό της τον αγώνα δεν θα είναι μόνη, αλλά θα έχει τη συμπαράσταση τόσο του αιώνια πιστού σ’ αυτήν Λούις, όσο και της δασκάλας, της οποίας τους φόβους ή μάλλον τις ελπίδες επιβεβαίωσε.

Εδώ έχουμε ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα που αναμιγνύει περίτεχνα τα λογοτεχνικά είδη του αστυνομικού αναγνώσματος και των βιβλίων φαντασίας, και το οποίο προσφέρει στον αναγνώστη αρκετές μεγάλες συγκινήσεις, άφθονη δράση και μερικές στιγμές καθαρόαιμης ποίησης ή και μαγείας. Συστήνεται ανεπιφύλακτα.

Thursday, December 20, 2012

Tess Gerritsen – Last to Die


Το Last to Die είναι, μπορώ να πω, ένα από εκείνα τα βιβλία που πραγματικά απόλαυσα για περισσότερους από ένα λόγους: η πλοκή είναι εξαιρετική, οι χαρακτήρες μαεστρικά σκιαγραφημένοι, το θέμα σκληρό και απόλυτα ανθρώπινο, και σε ό,τι αφορά τις οικογενειακές σχέσεις, εδώ μιλάμε για τους Ριζόλι, οι καταστάσεις είναι εξωφρενικά χιουμοριστικές.

Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Αυτή είναι η ιστορία τριών παιδιών των οποίων οι ζωές συνδέονται μ’ ένα μοναδικό, πλην τραγικό, τρόπο: οι γονείς και των τριών σκοτώθηκαν χρόνια πριν, ενώ οι θετοί τους γονείς έπεσαν επίσης θύματα δολοφονικών επιθέσεων μόλις πρόσφατα. Αυτή είναι η ιστορία της Κλαιρ, ενός κοριτσιού δεκατριών χρόνων, που δέχτηκε ένα πυροβολισμό στο κεφάλι και επιβίωσε, μα «δεν ξέρει που ανήκει». Κι αυτή είναι η ιστορία του Τέντι, ενός παιδιού που φαντάζει πολύ πολύ παράξενο, αλλά που απλά πάσχει από το σύνδρομο του Άσμπεργκερ. Τέλος είναι η ιστορία του Γουίλ, ενός αγοριού που δεν απολαμβάνει τίποτα περισσότερο στον κόσμο από το να παρατηρεί με το τηλεσκόπιό του τους νυχτερινούς ουρανούς αναζητώντας ν’ ανακαλύψει κάποιο νέο κομήτη, τον οποίο θα ονομάσει Νιλ, προς τιμή του μακαρίτη του πατέρα του.

Αυτά τα τρία παιδιά χτυπήθηκαν αλύπητα από τη μοίρα δυο φορές, αλλά όπως φαίνεται, το άτομο που βρίσκεται πίσω από τις επιθέσεις δεν θα βρει αναπαμό αν δεν τα βγάλει πρώτα κι αυτά από τη μέση. Αλλά, γιατί;

Την απάντηση σ’ αυτό το γρίφο θ’ αναγκαστούν ν’ αναζητήσουν οι δύο καλές φίλες Δρ. Μάουρα Άισλς και ντετέκτιβ Τζέιν Ριζόλι. Η δική τους ανάμιξη στην υπόθεση θα αρχίσει όταν θα κληθούν στην σκηνή ενός μακελειού, που έλαβε χώρα σ’ ένα αρχοντικό, σε μια από τις πιο ακριβές γειτονιές της Βοστώνης. Το ευτύχημα είναι ότι ο δολοφόνος δεν τους σκότωσε όλους. Ο μοναδικός επιβιώσας είναι ένα παιδί – ένα από τα τρία που αναφέραμε πιο πάνω, που κρύφτηκε κάτω από ένα κρεβάτι, και έτσι ξέφυγε της προσοχής του εγκληματία.

Επικεφαλής στη διερεύνηση της υπόθεσης δεν θα τοποθετηθεί η Ριζόλι, αλλά ο ντετέκτιβ Ντάρεν Κρόου, κάποιος που κάθε άλλο παρά συμπαθεί η πρώτη. Είναι πολύ αλαζόνας για τα γούστα της, βιάζεται πάντα να βγάλει συμπεράσματα και είναι σφόδρα ερωτευμένος με τις τηλεοπτικές κάμερες. Βασικά δείχνει να ενδιαφέρεται περισσότερο για την προσωπική του προβολή, παρά για την καταπολέμηση του εγκλήματος.

Καθώς η Μάουρα ετοιμάζεται να αναχωρήσει για τις ερημιές του Μέιν -όπου διαδραματίζεται ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας- για να συναντήσει τον Τζούλιαν «Ρατ» Άτκινς, ένα αγόρι με το οποίο έζησε μια μεγάλη περιπέτεια ένα χρόνο πριν, η Τζέιν παραμένει στη Βοστώνη και προσπαθεί να διαλευκάνει το έγκλημα, υπό τις οδηγίες του Κρόου, που φαίνεται να πιστεύει ακράδαντα ότι ξέρει ποιος ευθύνεται για το μακελειό, από την πρώτη κιόλας στιγμή.

Τα πράγματα ωστόσο δεν είναι τόσο απλά όσο δείχνουν. Τα στοιχεία μάλλον περιπλέκουν περισσότερο παρά ρίχνουν φως στην υπόθεση, και όπως θα φανεί στην πορεία το στυγερό έγκλημα δεν υπήρξε απλά προϊόν ατυχών συγκυριών. Η υπόθεση φτάνει σχετικά εύκολα στη φαινομενική επίλυσή της, αλλά τόσο η Τζέιν όσο και ο προϊστάμενός της, πιστεύουν ότι πίσω έχει η γάτα την ουρά. Έτσι τώρα εξαρτάται από αυτήν και μονάχα αυτήν η ανακάλυψη της αλήθειας, γεγονός που θα την οδηγήσει ξανά και ξανά μακριά από την πόλη. Μια πόλη την οποία μισά, μα και που της λείπει. Τη μισά επειδή ο άπιστος πατέρας της αποφάσισε να επιστρέψει στη ζωή τους, ανατρέποντας τα πάντα και φέρνοντάς την ίδια και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας στα όρια νευρικής κρίσης. Την αγαπά επειδή εκεί βρίσκεται ο άντρας και η δύο χρόνων κόρη της.

Σ’ αυτό το μυθιστόρημα έχουμε ένα αιμοδιψή εκδικητή, μυστικές εταιρίες, πανέξυπνα παιδιά, βασανισμένες ψυχές, μυστικά και ψέματα και άφθονη δράση, που κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την πρώτη μέχρι και την τελευταία σελίδα. Και είναι ακριβώς εκεί, λίγο πριν το τέλος, που τίθεται και το ερώτημα που στη διάρκεια της πορείας αναδύεται ξανά και ξανά στο μυαλό του αναγνώστη: Ποιος θα μας σώσει απ’ τους σωτήρες;

Ένα από τα καλύτερα θρίλερ της χρονιάς.

Monday, September 3, 2012

Yasunari Kawabata – Thousand Cranes


Το Thousand Cranes του Γιασουνάρι Καβαμπάτα (ή Καουμπάτα) είναι ένα από εκείνα τα βιβλία που μόνο οι γιαπωνέζοι συγγραφείς συνηθίζουν να παράγουν: σύντομα, ανθρώπινα και με ουσία.

Πρωταγωνιστής σ’ αυτή την ιστορία είναι ο Κικουτζί, ένας νεαρός άντρας που καταφθάνει στην Καμακούρα για να παραστεί σε μια Τελετή του Τσαγιού, μετά από πρόσκληση της Σικακό, μιας γκέισας και πρώην ερωμένης του πατέρα του.

Ο Κικουτζί είχε πάει για πρώτη φορά εκεί όταν ήταν οκτώ ή εννιά χρόνων, δεν θυμάται ακριβώς, και αναρωτιέται για το πόσο θα έχουν αλλάξει τα πράγματα στο πέρασμα του χρόνου. Όπως σύντομα θ’ αντιληφθεί, εκτός από τους ανθρώπους που γέρασαν, όλα παρέμειναν σχετικά τα ίδια.

Η Σικακό έχει γίνει ένα άτομο δίχως φύλο, σκέφτεται όταν την βλέπει, αλλά το μέσα της δεν έχει αλλάξει. Είναι η ίδια γυναίκα που ήταν και τότε: Κάποια που της αρέσει να χώνει τη μύτη της σε υποθέσεις που δεν την αφορούν και που προσπαθεί πάντα να περνάει το δικό της.

Ποιο είναι το δικό της αυτή τη φορά; Μα ο γάμος του Κικουτζί με την κόρη των Ιναμούρα, τη Γιουκικό. Ο πρώτος, φυσικά, όταν κινούσε για εκείνο το μέρος δεν είχε ιδέα ότι τον προσκάλεσε για να του κάνει προξενιό. Ωστόσο το κορίτσι του αρέσει. Είναι όμορφο πολύ και έχει κι εκείνο το μαντήλι με τους χίλιους πελαργούς, το οποίο τον έχει μαγέψει.

Αν η μοίρα δεν είχε τα δικά της σχέδια για πάρτη του ίσως και να γνώριζε καλύτερα και να ερωτευόταν αυτό το κορίτσι. Τα πράγματα όμως παίρνουν μια διαφορετική τροπή όταν ανακαλύπτει ότι στην τελετή παρίστανται και η κυρία Οτά, επίσης πρώην ερωμένη του μακαρίτη του πατέρα του, καθώς και η κόρη της, η Φουμικό.

Ο Κικουτζί, για κάποιον λόγο θα νιώσει αμέσως μια έλξη και ίσως κάποιου είδους ψυχική συγγένεια με την κυρία Οτά. Έτσι, αντί να επιδιώξει τη συντροφιά των δύο κοριτσιών, θα πάρει εκείνη στο κατόπι, και σύντομα θα καταλήξουν στο κρεβάτι. Του ενέπνευσε κάποιου είδους μητρική αγάπη η μορφή της, ή ίσως η εικόνα της και μόνο να ήταν αρκετή για να τον κάνει να νιώσει και πάλι κοντά στον πατέρα του.

Η Φουμικό, από τη δική της πλευρά, όταν μάθει τα καθέκαστα, θα τον επισκεφθεί και θα τον παρακαλέσει να συγχωρέσει τη μητέρα της. «Η μητέρα θα έπρεπε να πεθάνει πρώτη», του λέει, και όχι ο πατέρας του. Αλλά κι η ίδια η κυρία Οτά, θέλει να πεθάνει, ειδικά μετά την ερωτική τους συνεύρεση: «Θέλω να πεθάνω. Θα ήμουν ευτυχισμένη αν πέθαινα τώρα».

Η επιθυμία της σύντομα θα γίνει πραγματικότητα, ή μάλλον η ίδια θα την κάνει τέτοια. Το γεγονός αυτό θα φέρει τους δυο νέους πιο κοντά, αλλά, για κάποιο λόγο, εκείνο που μοιάζει να τους ενώνει πιο πολύ είναι η ιδέα του θανάτου και όχι η ζωή: «Ο θάνατος παρεμποδίζει μοναχά την κατανόηση», διαβάζουμε κάπου, ενώ λίγο πιο κάτω η Φουμικό λέει: «Ίσως η μητέρα να πέθανε επειδή δεν μπορούσε να αντέξει την ίδια την ασκήμια της».

Το τσάι και το τελετουργικό του παίζουν σημαντικό ρόλο σ’ αυτή την ιστορία. Διαβάζοντάς την μαθαίνουμε κάποια πράγματα γι’ αυτή την παράδοση, για τα κύπελλα του τσαγιού που περνούν από γενιά σε γενιά και για τη σημασία που έχουν γι’ αυτούς που τα κατέχουν, για την ακριβή κληρονομιά τους. Κάποια στιγμή, λίγο πριν το τέλος, βλέπουμε τους δυο τους να κάθονται συντροφιά και να μοιράζονται ένα τσάι όταν αντιλαμβάνονται ότι: «Τα δύο κύπελλα που βρίσκονταν μπροστά τους θύμιζαν τις ψυχές του πατέρα του και της μητέρας της».

Η Γιουκικό καθόλη τη διάρκεια της αφήγησης παραμένει στις σκιές, κάτι σαν ένα άπιαστο όνειρο, παρόλες τις προσπάθειες τις Σικακό για να την ντύσει νύφη. Κι η τελευταία είναι αυτή που τελικά κλέβει την παράσταση, καθώς πρόκειται μια γυναίκα πικρόχολη, εκκεντρική, της οποίας οι λέξεις στάζουν δηλητήριο.

Όσο για το τέλος, αυτό παραμένει ανοικτό, όπως σε τόσες άλλες γιαπωνέζικες ιστορίες. Ο συγγραφέας μοιάζει να μας λέει ότι την ανάγνωση ακολουθεί η πραγματική ζωή. Κι όμως και το βιβλίο για την πραγματική ζωή μας μιλά, αφού τα ευτυχισμένα τέλη δεν είναι ο κανόνας, αλλά η εξαίρεση.

Tuesday, August 28, 2012

Thomas H. Cook – The Crime of Julian Wells


Το The Crime of Julian Wells είναι ένα από εκείνα τα βιβλία τα οποία δεν είναι εύκολο να κατατάξει κανείς σε κάποια κατηγορία. Ναι, είναι αστυνομικό μυθιστόρημα, αλλά δεν είναι μονάχα αυτό. Είναι επίσης μια ιστορία για τις τυραννισμένες ψυχές, για τους ανθρώπους που ζουν για να υποφέρουν ή που υποφέρουν για να νιώθουν ζωντανοί, για το μυστήριο της καθημερινότητας του καθενός, που τελικά δεν μοιάζει μ’ αυτό κάποιου άλλου.

Όλα αρχίζουν με το θάνατο του Τζούλιαν Γουέλς. Τον βρίσκουν νεκρό μέσα σε μια βάρκα, στο κέντρο μιας μικρής λίμνης και ο θάνατός του δεν αποτελεί μυστήριο: έχει αυτοκτονήσει. Το θέμα είναι: Γιατί; Γιατί το έχει κάνει αυτό; Και γιατί αφήνει να εννοηθεί ότι πίσω από την αυτοχειρία του κρύβεται κάποιο έγκλημα που έχει διαπράξει στο μακρινό παρελθόν;

Αυτά είναι τα ερωτήματα που απασχολούν τον παιδικό φίλο του Τζούλιαν, Φίλιπ Άντερς, καθώς βάζει πλώρη για ένα ταξίδι στο χώρο και στο χρόνο. Ένα ταξίδι που θα πάρει τον αναγνώστη απ’ το χέρι και θα τον οδηγήσει στις ερημιές της ανθρώπινης ψυχής, θα του περιγράψει κάποια απ’ τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα της ιστορίας και θα φέρει στο φως το σκοτεινό μυστικό που στοίχειωνε για χρόνια και χρόνια τον δυστυχή Τζούλιαν Γουέλς.

Η αναζήτηση του Φίλιπ ωστόσο δεν θα αποφέρει εύκολα καρπούς, καθώς ο φίλος του φεύγοντας άφησε πίσω του μοναχά ένα μικρό στοιχείο, αλλά κανένα οδοδείκτη, καμία απάντηση. Μήπως η αλήθεια κρυβόταν μέσα σε κάποιο από τα βιβλία που είχε γράψει, ή άραγε συνέβηκε κάτι άλλο που οδήγησε τον Τζούλιαν στην απόφαση ότι δεν άντεχε πια να ζει στο βίαιο ετούτο κόσμο μας;

Ο Φίλιπ κάπου νιώθει ένοχος γι’ αυτό που έγινε. Ίσως αν ξόδευε περισσότερο χρόνο εκεί, ίσως αν ήξερε το φίλο του καλύτερα, αν μπορούσε να διαβάσει στο πρόσωπό του όλη τη θλίψη και τον πόνο του – τότε ίσως να μπορούσε να τον βοηθήσει. Ο Τζούλιαν ωστόσο ήταν κάποιος που βρισκόταν μονίμως εν κινήσει, που έλεγε ότι το σπίτι του ήταν ο δρόμος, οπότε δεν θα μπορούσε να κάνει και πολλά γι’ αυτόν. Εξάλλου, ο ίδιος κάποτε του είχε πει ότι, το συναίσθημα της ενοχής είναι μια πολυτέλεια.

Παρ’ όλ’ αυτά, ή ίσως και εξαιτίας τους, ο Φίλιπ, για πρώτη φορά στη ζωή του, αποφασίζει να παρατήσει τη σιγουριά του σπιτιού του και όλων αυτών που ξέρει, για να φέρει εις πέρας μιαν αποστολή: την ανακάλυψη της αλήθειας. Γι’ αυτό διασχίζει τον Ατλαντικό και πηγαίνει στο Παρίσι για να μαζέψει τα υπάρχοντα από το διαμέρισμα του φίλου του εκεί, και μετά, συνεχίζει να ταξιδεύει. Πηγαίνει από τόπο σε τόπο ακολουθώντας τα βήματα του τελευταίου, επισκεπτόμενος τα μέρη για τα οποία έγραψε στα βιβλία του, συναντώντας ανθρώπους που τον γνώρισαν και ανακαλύπτοντας πολλά από τα μυστικά που δεν του είχε ποτέ ομολογήσει.

Σε κάποιο σημείο δεν μπορεί να κάνει τίποτ’ άλλο απ’ το ν’ αναρωτηθεί: Ποιος ήταν στ’ αλήθεια ο Τζούλιαν; Ποιος ήταν αυτός ο εκκεντρικός, μυστηριώδης και εσωστρεφής άντρας; Όπως θα φανεί στη συνέχεια, ήταν κάποιος άλλος. Κάποιος άλλος απ’ αυτόν που ήξερε δηλαδή. Και ναι, ήταν εγκληματίας, έστω και κατά λάθος.

Δεν περισσεύει ούτε και μία λέξη σ’ αυτό το μυθιστόρημα. Ο συγγραφέας ήθελε να πει μια ιστορία για την αγάπη και την απώλεια, αλλά και για τον προσωπικό και συλλογικό πόνο, και να την ντύσει μ’ ένα πέπλο μυστηρίου, κι αυτό ακριβώς έκανε.

Όπως ανέφερα και πιο πάνω, ετούτο δεν είναι ένα συνηθισμένο αστυνομικό βιβλίο, κι αυτό ακριβώς το στοιχείο είναι που του δίνει μεγαλύτερη αξία. Η μη κατηγοριοποίηση αποτελεί και τη δικαίωσή του, αφού το βγάζει από το κλουβί και του επιτρέπει να ανοίξει τις φτερούγες, για να πετάξει ελεύθερο στους ουρανούς του κάθε αναγνώστη.

Monday, August 27, 2012

Judy Clemens – Dying Echo


Το Dying Echo είναι ο τέταρτος τόμος μιας σειράς αστυνομικών βιβλίων με πρωταγωνίστρια την Κέισι Μαλντονάτο και συμπρωταγωνιστή το… Θάνατο.

Ο Θάνατος είναι ωραίος τύπος: έχει χιούμορ, ενδιαφέρεται πολύ για τη σύγχρονη τεχνολογία και είναι πανέξυπνος. Φυσικά θα ήταν καλύτερα αν έφερε το όνομα Χάροντας, αλλά τι κάνουμε;

Όπως και νάχει, στον ανά χείρας τόμο η Κέισι Μαλντονάτο, επιστρέφει μετά από πολλά χρόνια στη γενέτειρά της, μια μικρή πόλη στο Κολοράντο, όπου διαδραματίζεται στο μεγαλύτερό του μέρος το βιβλίου, για να βοηθήσει τον αδελφό της Ρίκι, να αποδείξει την αθωότητά του σε μια υπόθεση δολοφονίας.

Ο Ρίκι είναι ο βασικός ύποπτος για το άγριο φονικό με θύμα τη Αλίσια ΜακΜάνους, μια νεαρή γυναίκα, που κατέφθασε ξαφνικά στην πόλη λίγους μήνες πριν, και η οποία ήταν η κοπέλα του. Όλοι γνώριζαν για τη σχέση τους και όλοι συμπαθούσαν τον Ρίκι, αλλά η Αλίσια δεν ήταν και τόσο δημοφιλής. Απέφευγε τα πολλά πολλά στις σχέσεις της με τους συναδέλφους στο εστιατόριο όπου εργαζόταν, αλλά ούτε και στον Ρίκι δεν ανοίχτηκε και πολύ. Έμοιαζε με μια κυνηγημένη γυναίκα, και ήταν.

Στο μεταξύ η Κέισι τραβά κι αυτή τα δικά της ζόρια, καθώς μόλις πρόσφατα σκότωσε έναν άντρα σε κάποια άλλη πόλη, στο Οχάιο. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το έκανε εν αυτοάμυνα, ωστόσο το γεγονός ότι έφυγε εσπευσμένα από την πόλη σίγουρα δεν θα καλάρεσε στις αρχές. Το μόνο που αυτή τη στιγμή το μοναδικό άτομο που έχει σημασία γι’ αυτήν είναι ο Ρίκι. Σπεύδει λοιπόν να τον βοηθήσει χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες.

Στην αρχή τα πράγματα δεν πάνε κι άσχημα: οι αστυνομικοί της πόλης της, τους οποίους δεν εμπιστεύεται, όπως και δεν εμπιστεύεται κανένα μπάτσο σε καμιά πόλη, την αντιμετωπίζουν, αν μη τι άλλο, με ευγένεια. Τη βοηθούν να ξεμπερδέψει με την υπόθεση του Οχάιο, αλλά την προειδοποιούν να μην ανακατευτεί σ’ αυτή του Ρίκι, που έτσι κι αλλιώς μοιάζει ξεκάθαρη: ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που την είδε ζωντανή, ήταν στο σπίτι της προτού δολοφονηθεί και άφησε ίχνη πίσω του.

Όσο προχωρά η ιστορία τόσο περισσότερα πράγματα μαθαίνουμε για την Κέισι, αλλά και για τη μυστηριώδη Αλίσια. Η Κέισι είναι μια γυναίκα απελπισμένη, που βρίσκεται κυριολεκτικά στην αγκαλιά του μαύρου άρχοντα. Θέλει να πεθάνει, αλλά όχι προτού σώσει τον αδελφό της και όχι προτού μάθει τις λεπτομέρειες για το αυτοκινητιστικό δυστύχημα που της στοίχειωσε τη ζωή: αυτό στο οποίο έχασε τον άντρα και το παιδί της.

Σ’ αυτές τις προσπάθειες θα βρει ένα απρόσμενο σύμμαχο στο πρόσωπο του Έρικ, κάποιου που γνώρισε λίγο καιρό μόλις πριν στο Οχάιο. Ο Έρικ θα εμφανιστεί στην εξώπορτά της, έτσι στα ξαφνικά, και θα προσφέρει τη βοήθειά του, την οποία εκείνη θα δεχτεί αρχικά με επιφύλαξη. Όσο περνά ο καιρός όμως τόσο πιο πολύ θα δένεται μαζί του με αποτέλεσμα ο δεσμός της με τον κύριο Θάνατο ν’ αρχίσει να τρεμοσβήνει.

Ωστόσο για ν’ αποκτήσει ξανά ζωή, για να χαμογελάσει και πάλι, πρέπει πρώτα να λύσει τα δύο μυστήρια. Και θα κάνει ό,τι μπορεί για να το κάνει.

Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, με ψιλοδουλεμένους χαρακτήρες που προσφέρει όχι μοναχά δράση και μυστήριο, αλλά επίσης τροφή για την σκέψη και πολλή χιούμορ. Ο Θάνατος είναι όλα τα λεφτά, αλλά κανείς δεν θα μπορούσε να πει ότι κι η Κέισι δεν είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα προσωπικότητα.

Συστήνεται σε φίλους του αστυνομικού βιβλίου και μη.

Thursday, August 23, 2012

Νέα Βιβλία: Mark Gilleo – Sweat


Το μυθιστόρημα του Mark Gilleo Sweat κυκλοφορεί την Τρίτη 28 Αυγούστου.

Όταν ο Τζέικ Πάτρικ αποδέχτηκε να εργαστεί προσωρινά στην εταιρεία του απόμακρου πατέρα του, με τον οποίο δεν διατηρεί και τις καλύτερες σχέσεις, περίμενε μοναχά να εισπράξει κάποια λεφτά τα οποία χρειαζόταν απεγνωσμένα και ίσως κάποια δωρεάν γεύματα. Τα πράγματα που δεν περίμενε ήταν να βρει τον εαυτό του στο επίκεντρο ενός διεθνούς σκανδάλου, στο οποίο εμπλέκεται ένας αμερικανός γερουσιαστής, στ’ αχνάρια μιας συνομωσίας, στα σκοτεινά δωμάτια της πολιτικής και, τέλος, να δει από πρώτο χέρι τα αποτελέσματα μιας δολοφονίας. Επίσης δεν περίμενε να δει τη ζωή του, από τη μια στιγμή στην άλλη να κρέμεται από μια κλωστή, ή ότι θα έβρισκε βοήθεια από κάποιους εκκεντρικούς τύπους, που λειτουργούν είτε εντός πλαισίου του νόμου είτε εκτός. Έτσι στα ξαφνικά λοιπόν, αυτό το καλοκαίρι θα μετατραπεί στο πιο συναρπαστικό στη ζωή του Τζέικ. Το μόνο που απομένει τώρα είναι να καταφέρει να μείνει ζωντανός ώστε να αφηγηθεί την ιστορία του.

Από τα ζαχαροπλαστεία της Σαϊπάν μέχρι τα δωμάτια εξουσίας της Ουάσιγκτον, το Sweat ταξιδεύει τον αναγνώστη μέσα από μια ιστορία εγκλημάτων και επιπτώσεων, δίνοντάς του την ευκαιρία να συναντήσει ένα σωρό συναρπαστικούς χαρακτήρες και μέσα από πινελιές χιούμορ, να απολαύσει μια μεγάλη περιπέτεια.

Tuesday, August 21, 2012

Όμηρος Αβραμίδης – Γύρισε σελίδα


«Γιατί δε σε υπολογίζουν όταν κάνεις το σωστό; Γιατί τιμωρείσαι όταν λες την αλήθεια;»

Αυτά είναι δύο από τα ερωτήματα που τίθενται από ένα από τους βασικούς πρωταγωνιστές στο νέο μυθιστόρημα του Όμηρου Αβραμίδη «Γύρισε σελίδα».

Όπως συνήθως, σ’ αυτό το βιβλίο ο γνωστός συγγραφέας καταπιάνεται με κάποια από τα αγαπημένα του θέματα: την αγάπη, την αδικία, την αιώνια μάχη του καλού με το κακό, και υιοθετώντας μια κινηματογραφική γραφή που μας ταξιδεύει από το ένα γεγονός στο άλλο, από τη μια ανατροπή στην επόμενη, μας αφηγείται την ιστορία δύο ανθρώπων που έπεσαν θύματα της μοίρας, και μετά ενός τρίτου.

Ο Άδωνης ήταν ένας νεαρός άντρας, που έκρυβε πολλά μυστικά. Η Δανάη ήταν μια νέα γυναίκα, που ίσως κάπου μέσα της είχε αρχίσει να πιστεύει ότι δεν θα έβλεπε ποτέ το πρόσωπο του έρωτα, της αγάπης. Η συνάντησή τους υπήρξε τυχαία, η μελλοντική τους σχέση και συμβίωση, γραμμένη λες στ’ αστέρια, κι η πτώση αναπόφευκτη.

Ό,τι και να κάνει κάποιος δεν μπορεί να ξεφύγει από το παρελθόν του. Το παρελθόν μας διαμορφώνει, μας κάνει αυτούς που θα γίνουμε στο μέλλον, και το παρελθόν του Άδωνη είναι βαρύ, αν και όχι σκοτεινό. Απλά ο Άδωνης δεν είναι ο Άδωνης,  είναι ο Σαλί, βορειοηπειρώτης στην καταγωγή, ο οποίος αλλάζοντας όνομα και ταυτότητα ταξίδεψε στην Ελλάδα αναζητώντας μια νέα ζωή. Κι αυτή ακριβώς η ζωή, ή μάλλον ο πόθος της, είναι που θα τον τιμωρήσει, καθώς ξανά και ξανά θα δεχτεί αλύπητα τα χτυπήματα της μοίρας.

Πρώτα θα πέσει θύμα ενός απατεώνα εργοδότη, μετά θα απολυθεί από μια δουλειά στην προσπάθειά του να προστατέψει ένα φίλο, μετά θα αρχίσει να ζει στους δρόμους, μα ποτέ δεν θα το βάλει κάτω. Πιστεύει ότι η δουλειά και η καλή ψυχή φτιάχνουν τον άνθρωπο και έτσι δεν παύει να ονειρεύεται ένα καλύτερο μέλλον.

Η τύχη του φαίνεται ν’ αλλάζει όταν γνωρίζει τον Νεόφυτο, έναν καλόψυχο άντρα που στην αρχή τον προσλαμβάνει για να του βάψει στο σπίτι και ο οποίος στη συνέχεια του βρίσκει δουλειά σ’ ένα φαρμακείο, του δίνει την ευκαιρία δηλαδή να εξασκήσει το επάγγελμα για το οποίο σπούδασε.

Σ’ εκείνο το φαρμακείο είναι που θα γνωρίσει και τη Δανάη, την όμορφη, καλόψυχη Δανάη, που θα γίνει η γυναίκα της ζωής του και που θα τον κάνει ευτυχισμένο. Τη Δανάη που κάποτε θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει απλά και μόνο για να κάνει το σωστό. Ο κώδικας ηθικής του είναι υψηλός κι αυτός ακριβώς είναι που θα τον καταδικάσει στη συνέχεια σε μια άχαρη, δυστυχισμένη ζωή.

Γύρω από τους δυο τους βλέπουμε να περιφέρεται ένας γαλαξίας χαρακτήρων, από τους οποίους όμως μονάχα λιγοστοί έχουν να διαδραματίσουν κάποιο σημαντικό ρόλο: ο Νεόφυτος φυσικά, που κόβει συχνά βόλτες στις ζωές τους, ο Αντώνης, που ήταν από πάντα ερωτευμένος με τη Δανάη, ένας επιχειρηματίας και ένας δικηγόρος. Αυτοί είναι που συμπληρώνουν το παζλ και δίνουν πνοή στην ιστορία. Αυτοί, με τα πιστεύω τους και τις μικροπρέπειές τους, με το πείσμα τους και την αξιοπρέπειά τους, με την ανάγκη τους για αναγνώριση ή απλά για να κάνουν το σωστό.

Η ιστορία του Άδωνη και της Δανάης είναι τραγική και ανθρώπινη, με λίγες κορυφώσεις κι αλλεπάλληλες πτώσεις. Ο συγγραφέας μοιάζει να λέει στον αναγνώστη ότι δεν πρέπει να παίρνει τίποτα για δεδομένο και πώς πολλές φορές τα φαινόμενα απατούν, αλλά την ίδια ώρα φαίνεται να θέλει να τον κάνει να καταλάβει ότι η μοίρα συχνά πυκνά μας παίζει στα δάχτυλά της, μας βγάζει τη γλώσσα και μας κοροϊδεύει ασύστολα.

Μια καλογραμμένη ιστορία για των ανθρώπων τα πάθη, τα διαψευσμένα όνειρα και την απέθαντη ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον.

Άλλες παρουσιάσεις βιβλίων του ίδιου συγγραφέα:

Άκου το τραγούδι της βροχής
Η αγάπη είναι το μυστικό
Ακριβή κληρονομιά
Γιατί, Αλλάχ;
Το τρίτο πρόσωπο
Η κίτρινη σημαία
Ο δρόμος του φεγγαριού 
Η δροσοσταλίδα της συγγνώμης 

Friday, August 17, 2012

Thomas Mogford – Shadow of the Rock


Τα γεγονότα αυτή της ιστορίας διαδραματίζονται στην κυριολεξία (ή ίσως και όχι) στη Σκιά του Βράχου – του Βράχου του Γιβραλτάρ.

Το Shadow of the Rock είναι ένα από εκείνα τα βιβλία που σε «πιάνουν από το λαιμό», όπως λένε, και δεν σ’ αφήνουν να πάρεις ανάσα από την αρχή μέχρι το τέλος. Όχι πώς υπάρχει υπερβολικά πολλή δράση εδώ - υπάρχει, αλλά λίγη- το θέμα είναι ότι αυτό το μυθιστόρημα είναι τόσο καλογραμμένο που δεν σου επιτρέπει να το παρατήσεις. Άρχισα να το διαβάζω στις μία το πρωί και είχε πια φτάσει το χάραμα προτού το αφήσω από τα χέρια μου, και φυσικά αφού το είχα πια τελειώσει.

Όπως και νάχει, όλα αρχίζουν μια υγρή και ζεστή βραδιά στο Γιβραλτάρ, όπου ζει και εργάζεται ο δικηγόρος και ερασιτέχνης ντετέκτιβ Σπάικ Σαγκινέττι. Ο Σπάικ είναι συνέταιρος σε μια εταιρία που ειδικεύεται στα θέματα φορολογίας, και ο οποίος δεν έχει δοκιμάσει ποτέ τις ικανότητές του εκπροσωπώντας κάποιον εγκληματία. Αυτό ωστόσο πρόκειται να αλλάξει από τη μια στιγμή στην άλλη, καθώς θα βρει να τον περιμένει στην εξώπορτα του σπιτιού του ένας φίλος από τα παλιά, ο Σόλομον Χασσάν, που έχει δραπετεύσει από την Ταγγέρη όπου καταζητείται για μια υπόθεση δολοφονίας.

Ο Σόλομον επιμένει ότι είναι αθώος, αλλά δεν εμπιστεύεται την αστυνομία στο Μαρόκο, γι’ αυτό ζητά από τον Σπάικ να τον βοηθήσει. Ο τελευταίος υπόσχεται να το κάνει, υπό την προϋπόθεση ότι θα παραδοθεί στις αρχές του Γιβραλτάρ, όπως και γίνεται.

Στη συνέχεια ταξιδεύει στην Ταγγέρη με σκοπό να μάθει όσα περισσότερα πράγματα μπορεί για το θύμα, την κόρη ενός εκκεντρικού εκατομμυριούχου, αλλά και για ν’ ανακαλύψει αν υπήρχαν κάποια άλλα άτομα που θα την ήθελαν νεκρή.

Ο Σπάικ βρίσκει την πόλη τόσο ελκυστική όσο κι απωθητική. Καθώς περπατά στους δρόμους και στα στενά, καθώς πληρώνει μπαξίσια και μετακινείται από τόπο σε τόπο, από κτήριο σε κτήριο, νιώθει καλά, αλλά την ίδια ώρα ξέρει ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να ζήσει εκεί, αφού είναι ερωτευμένος με το Βράχο και την ιστορία του, με τον τόπο του που ξέρει απέξω κι ανακατωτά.

Στη διάρκεια της περιπλάνησής του θα συναντήσει αρσενικές και θηλυκές πόρνες, διεφθαρμένους αστυνομικούς, φιλόδοξους επιχειρηματίες, μπράβους, τρωγλοδύτες, και ένα θεότρελο τύπο που κυκλοφορεί παράνομες ταινίες και ο οποίος ονειρεύεται την  Ευρώπη.

Όσο πιο πολύ θα διερευνά την υπόθεση τόσο πιο πολύ θα του βρωμάει. Και όσο πιο πολύ του βρωμάει, σε τόσο μεγαλύτερο κίνδυνο θα βρίσκεται. Κι αυτό επειδή, θέλοντας και μη, θα προκαλέσει την οργή κάποιων ισχυρών ανθρώπων, που είναι αποφασισμένοι να κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους ώστε να αποκτήσουν μεγαλύτερη δόξα και ακόμη περισσότερο χρήμα.

Ο κίνδυνος παραμονεύει σε κάθε γωνία, ο θάνατος κόβει βόλτες στις ταράτσες, στην ακροθαλασσιά και στις παραγκουπόλεις, και ο Σπάικ θα φλερτάρει μαζί τους ξανά και ξανά.

Η τύχη κι ένας απρόσμενος σύμμαχος θα τον βγάλουν κατ’ επανάληψη απ’ τα αδιέξοδά του και θα του δείξουν το δρόμο. Μέχρι τότε ωστόσο θα έχει ζήσει μια μεγάλη περιπέτεια, γεμάτη ανατροπές, αλλά και με μικρές και όμορφες ανθρώπινες στιγμές.

Ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που μυρίζει θάλασσα, έρωτα και θάνατο. Εξαιρετικό.


Thursday, August 16, 2012

Kevin Smith, Phil Hester, Alex Ross και Jonathan Lau – The Bionic Man. Volume 1: Some Assembly Required


Υποθέτω ότι ο τίτλος The Bionic Man. Volume 1: Some Assembly Required τα λέει όλα. Εδώ έχουμε τα δέκα πρώτα τομίδια του Βιονικού Άντρα, μαζεμένα σ’ ένα τόμο, που μας περιγράφουν την αρχή της ιστορίας του -το πώς έγινε δηλαδή αυτό που όλοι γνωρίζουν- αλλά και την αποστολή που καθόρισε τη μετέπειτα ζωή του.

Ο Στιβ Ώστιν εθεωρείτο ο καλύτερος πιλότος της πολεμικής αεροπορίας των ΗΠΑ. Κάθε φορά που ο στρατός ήθελε να δοκιμάσει κάποιο νέο αεροπλάνο καλούσε αυτόν για να το πετάξει για πρώτη φορά. Έχοντας φτάσει στο αξίωμα του σμήναρχου, αποτελούσε ένα ζωντανό θρύλο για τα υπόλοιπα μέλη για του σώματος – ένα θρύλο τον οποίο απολάμβανε. Ήταν απείθαρχος, αλαζόνας και πάντα έκανε κάτι για να εκνευρίζει τους ανωτέρους του. Ωστόσο την έβγαζε καθαρή επειδή κανείς δεν μπορούσε να συγκριθεί μαζί του στον αέρα.

Στην αρχή της ιστορίας τον συναντάμε καθώς προετοιμάζεται για την, με καθυστέρηση φυσικά, δοκιμή ενός νέου μαχητικού αεροπλάνου με τεχνολογία Στελθ. Η φίλη του, Τζέιμι, τον οδηγεί στη βάση και του εύχεται καλή επιτυχία, ευχή την οποία φυσικά δεν χρειάζεται αφού είναι ο καλύτερος.

Τα πράγματα ωστόσο αυτή τη φορά δεν θα πάνε ακριβώς καλά, καθώς μια βλάβη στα συστήματα του αεροπλάνου θα τινάξει τα πάντα, περιλαμβανομένης της αυτοπεποίθησής του, στον αέρα. Το αεροπλάνο θα συντριβεί και αυτός θα βγει απ’ αυτή την περιπέτεια μετά βίας ζωντανός. Και όταν κάποτε θα ξυπνήσει, ένα μήνα σχεδόν μετά, η πρώτη του σκέψη θα είναι ότι θα ήταν καλύτερα αν είχε πεθάνει.

Γιατί; Μα επειδή έχει καταντήσει φυτό. Έχει χάσει ένα χέρι και τα δύο του πόδια, είναι πια ανήμπορος, κάποιος που παραμένει στη ζωή μονάχα χάρη στα μηχανήματα που διαπερνούν του κορμιού του τα απομεινάρια.

Ωστόσο, ίσως να υπάρχει κάποιου είδους σωτηρία γι’ αυτόν. Η τεχνολογία μπορεί να του προσφέρει τη λύση. Δεν θα του χαρίσει μόνο νέα μέλη, αλλά και κάποιου είδους υπερδυνάμεις: άπιαστη ταχύτητα, γερό και αλύγιστο κορμί, χέρια που μπορούν να σηκώσουν τόνους βάρους.

Ο Στιβ στην αρχή είναι δύσπιστος, ή μάλλον απλά δεν θέλει να κάνει αυτό που του λένε. Είναι άνθρωπος, ή τουλάχιστον ήταν, δεν θέλει να καταντήσει υβρίδιο. Θα επιμείνει σ’ αυτή του τη στάση για πολύ, αλλά αργά ή γρήγορα θα αντιληφθεί ότι από τη στιγμή που δεν θα πεθάνει, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το χρόνο του για να κάνει κάτι καλό.

Έτσι θα ξοδέψει ατελείωτες ώρες κάνοντας εγχειρήσεις και περνώντας από θεραπείες, μέχρι να γίνει ο στρατιώτης του μέλλοντος – ένας στρατιώτης που ρίχνεται από την αρχή στα βαθιά νερά καθώς πρέπει να αποτρέψει έναν άλλο Βιονικό Άντρα, τον πρωτότυπο που έχει αποστατήσει και τώρα ετοιμάζει την εκδίκησή του, από το να φέρει τον κόσμο στο χείλος της καταστροφής.

Ο Στιβ καθώς θα αρχίζει να αγκαλιάζει τον νέο του ρόλο θα νιώθει κάτι να αλλάζει μέσα του: την υπεροψία του να υποχωρεί, την ανάγκη του για αυτοπροβολή ν’ αργοπεθαίνει. Ναι, έχει μια αποστολή να φέρει εις πέρας, αλλά την ίδια ώρα νιώθει την ανάγκη να επιστρέψει στην αγκαλιά της Τζέιμι, της μοναδικής γυναίκας που έχει ίσως ποτέ αγαπήσει, και η οποία, πιστεύοντας τα λόγια των προϊσταμένων του, θεωρεί ότι είναι νεκρός.

Οι μάχες που θα ακολουθήσουν θα είναι επικές, η δράση από κάποιο σημείο και μετά ασταμάτητη, τα συναισθήματα αρχικά αντικρουόμενα αλλά στη συνέχεια όλο και πιο ξεκάθαρα, και μέσα από όλα τα πιο πάνω, ή μάλλον εξαιτίας αυτών, θα δούμε να γεννιέται ένας νέος άνθρωπος: ο Βιονικός Άντρας.

Εξαιρετικό σενάριο, καλογραμμένοι διάλογοι και ζωγραφιές που μοιάζουν τόσο ζωντανές που λες ότι από στιγμή σε στιγμή θα δραπετεύσουν απ’ τη σελίδα. Για να το θέσω απλά: ένα υπέροχο γκράφικ νόβελ.


Friday, August 10, 2012

Mari Akasaka – Vibrator


Το πιο προκλητικό και πλέον παραπλανητικό στοιχείο σ’ αυτό το βιβλίο είναι ο τίτλος του. Βλέποντάς τον κανείς αναπόφευκτα σκέφτεται ότι θα βρει εδώ μια ιστορία άκρατου ερωτισμού και τα λοιπά τραγικά, αλλά αυτό δεν συμβαίνει. Όχι πώς δεν υπάρχει σεξ στο Vibrator, υπάρχει, αλλά ο Δονητής, στον οποίο αναφέρεται δεν είναι άλλος απ’ αυτόν του κινητού τηλεφώνου.

Αν θέλαμε να περιγράψουμε με λίγες λέξεις αυτό το κείμενο θα λέγαμε ότι πρόκειται για μια ιστορία αυτοανακάλυψης. Η πρωταγωνίστριά του, η Ρέι, είναι μια αυτοκαταστροφική γυναίκα που πάσχει από βουλιμία και αλκοολισμό. Αν και επιτυχημένη στην επαγγελματική της ζωή, σαν δημοσιογράφος, στην προσωπική τίποτα δεν μοιάζει να της πηγαίνει καλά. Οι λόγοι είναι πολλοί και διάφοροι και έχουν σαν αφετηρία την παιδική της ηλικία, και πιο συγκεκριμένα ένα περιστατικό που συνέβηκε στην όγδοη τάξη του σχολείου, το οποίο την τάραξε υπερβολικά πολύ: δέχτηκε ένα χαστούκι από κάποιο δάσκαλο.

Τα σημερινά της προβλήματα ωστόσο, όσο κι αν εκκινούν απ’ το χθες, έχουν να κάνουν με μια αίσθηση ματαιότητας που την καταβάλλει πού και πού, με την ανασφάλειά της, μα πάνω απ’ όλα με τις αϋπνίες της.

Η Ρέι είναι σχιζοφρενής, ακούει φωνές στο κεφάλι της και πολλές φορές συγχέει αυτά που συμβαίνουν μέσα εκεί με την πραγματικότητα. Και είναι μόνη. Κι αυτή η μοναξιά την τρελαίνει περισσότερο.

Πίνει για να κάνει τις μέσα της φωνές να σιωπήσουν, ή έστω να γίνουν πιο λίγες. Πίνει κι από μέσα της γελά και δακρύζει. Γελά για την κατάντια της, κλαίει επειδή φοβάται ότι αν συνεχίσει έτσι θα χάσει πια για τα καλά το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή της, τις λέξεις. Γι’ αυτές μιλά ξανά και ξανά, σ’ αυτές κατ’ επανάληψη επιστρέφει:

«Η μαμά μου δεν μπορούσε να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία είχε για μένα η αποδόμηση των λέξεων». «Οι λέξεις υπάρχουν μοναχά εκεί που εκφέρονται». «Θα εξακολουθούσα να χαμογελώ αν δεν υπήρχαν λέξεις;». Κάποτε απελπισμένη σκέφτεται: «Δεν έχω δικές μου λέξεις. Δεν μπορώ να γράψω λέξεις που να μου ανήκουν».

Η Ρέι είναι μια εξαιρετικά ευαίσθητη, μα μισοπεθαμένη ψυχή. Δεν μοιάζει να ζει, αλλά απλά να επιβιώνει. Θέλει να είναι αλλιώς, μα δεν το μπορεί. Παραπαίει στα όρια της κατάθλιψης.

Αυτά μέχρι που μια παγωμένη νυχτιά γνωρίζει σε μια υπεραγορά στο Τόκιο έναν φορτηγατζή. Με που τον αντικρίζει νιώθει μια δόνηση να τη συνταράζει, τη δόνηση του κινητού, που είναι στην τσέπη της. Θ’ αφήσει την κλήση αναπάντητη, απλά και μόνο επειδή είναι στον κόσμο της, κι οι μέσα της φωνές δεν ξέρουν ν’ απαντάνε τα τηλέφωνα. Αντί αυτού θα πληρώσει τις αγορές της, τζιν και λευκό κρασί, και θα βγει στο δρόμο. Εκεί που θα συναντήσει για μια ακόμη φορά τον φορτηγατζή, τον Τακατόσι, τον οποίο και θ’ ακολουθήσει σε διαδρομές εκατοντάδων χιλιομέτρων για δυο μέρες και δυο νύχτες.

Θα νιώσει από την πρώτη στιγμή άνετα μ’ αυτό τον άντρα κι ας της ομολογεί ότι έχει βίαιο παρελθόν. Νιώθει κάποιου είδους ψυχική συγγένεια μαζί του, και, το πιο σημαντικό, όσο είναι δίπλα του οι μέσα της φωνές χαμηλώνουν, μερικές φορές βγάζουν κιόλας το σκασμό.

Αυτό το αυθόρμητο και μακρύ ταξίδι, ίσως στο τέλος ν’ αποδειχτεί η σωτηρία της, καθώς: «Φοβάμαι τους ανθρώπους που δεν μπορώ να αγγίξω», λέει, αλλά τον Τακατόσι και να τον αγγίξει μπορεί, αλλά και να τον καταλάβει. Αυτός, από τη δική του πλευρά, τη δέχεται όπως ακριβώς είναι, με όλες τις παραξενιές της, κι αυτό είναι πολύ σημαντικό. Ο ένας βρίσκει στον άλλο ό,τι χρειάζεται, αλλά και οι δύο γνωρίζουν ότι η συνύπαρξή τους δεν θα κρατήσει και πολύ. Σ’ αυτή την περίπτωση ωστόσο το λίγο είναι αρκετό.

Όμορφη, ποιητική και οικονομημένη γραφή, που κάπου θυμίζει Μπανάνα Γιοσιμότο, αλλά στο πιο ερωτικό της.

Wednesday, August 8, 2012

Sean Doolittle – Lake Country


Το Lake Country δεν είναι ένα συνηθισμένο αστυνομικό βιβλίο. Εδώ δεν έχουμε μια ιστορία με ντετέκτιβ, αλλά ούτε και ένα θρίλερ – έχουμε την ιστορία κάποιων ανθρώπων μ’ ένα παρελθόν σκληρό που τους στοιχειώνει, που όσο κι αν θέλουν να ξεφύγουν απ’ αυτό, δεν το μπορούν.

Τι μού άρεσε περισσότερο σ’ αυτό το βιβλίο; Ίσως να ακουστεί παράξενο αλλά: Το μέγεθός του. Ο συγγραφέας έγραψε ακριβώς όσα ήθελε και έπρεπε να γράψει για να πει την ιστορία του. Έστω και μια λέξη εδώ δεν είναι περιττή, δεν υπάρχουν πολλές ανατροπές, αλλά ούτε και οι συνήθεις παρατραβηγμένες περιγραφές που στοχεύουν στο να προκαλέσουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Το μόνο που ενδιαφέρεται να κάνει ο Ντουλίτλ είναι να πει μια ιστορία, κι αυτό το κάνει πολύ καλά.

Δύο από τους βασικούς πρωταγωνιστές σ’ αυτό το μυθιστόρημα είναι πρώην στρατιώτες, βετεράνοι του πολέμου στο Ιράκ, και ο καθένας απ’ αυτούς φέρει τα δικά του ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα.

Ο Ντάριλ Πότερ είναι ένας προβληματικός χαρακτήρας, ένας νέος άντρας που έζησε πολλά και είδε άφθονο αίμα να χύνεται στα πεδία των μαχών, και ο οποίος με τον ένα ή τον άλλο τρόπο καταφέρνει πάντα να δημιουργεί μπελάδες. Απεχθάνεται τη ζωή του, έτσι όπως έχει καταντήσει, μισά το σύστημα της δικαιοσύνης που έχει δύο μέτρα και δύο σταθμά σε ό,τι αφορά τους πλούσιους και τους φτωχούς, ρίχνει την ευθύνη στον εαυτό του επειδή δεν μπόρεσε να σώσει τη ζωή ενός συμπολεμιστή του και νιώθει ενοχές γι’ αυτά που συνέβηκαν στην οικογένεια του τελευταίου στη συνέχεια. Μισεί σχεδόν τους πάντες και τα πάντα κι η καθημερινή του ζωή είναι πνιγμένη στη μιζέρια. Τώρα, ωστόσο, είναι αποφασισμένος να κάνει κάτι για να αλλάξει τα πιο πάνω – ο μόνος τρόπος για να το πετύχει αυτό όμως είναι να πάρει το νόμο στα χέρια του.

Ο Μάικ Μπάρλοου απ’ την άλλη μεριά, ο «αδελφός του στα όπλα» όπως λένε οι αμερικανοί, δεν φαίνεται να μισά κανένα. Απλά νιώθει λυπημένος για τη ζωή που κάνει και προσπαθεί να ανακουφίσει τα ψυχολογικά, αλλά και σωματικά του βάσανα, αφού φέρει μια σοβαρή πληγή στο γόνατο, καταναλώνοντας μεγάλες ποσότητες αλκοόλ και ηρεμιστικά χάπια.

Αλλά αυτοί οι δύο δεν είναι τα μοναδικά «ανθρώπινα κουρέλια» που συναντάμε σ’ αυτή την ιστορία. Μέσα εδώ κόβουν βόλτες και κάποιες άλλες τυραννισμένες ψυχές, που έχασαν τα πάντα σ’ ένα δυστύχημα, στη διάρκεια ενός πολέμου, σε μια στιγμή τρέλας. Αν και οι περισσότεροι απ’ αυτούς μοιάζουν να ζουν ήσυχες και ειρηνικές ζωές, η εικόνα που προβάλλουν προς τα έξω είναι ψεύτικη. Έχουν κι αυτοί πληγώσει κάποιους άλλους ανθρώπους και έχουν με τη σειρά τους πληγωθεί. Κι επίσης υποφέρουν: Είτε από μοναξιά, είτε από θλίψη, είτε θρηνώντας μιαν απώλεια. Νιώθουν ευγνώμονες για τα λίγα που έχουν, αλλά δεν θα μπορούσε ποτέ να τους χαρακτηρίσει κανείς ευτυχισμένους.

Ο συγγραφέας δεν συμπεριφέρεται με το γάντι στους ήρωές του: Είναι γεμάτοι ελαττώματα, ξεχειλίζουν από ανεξέλεγκτα πάθη. Αλλά αυτό ακριβώς είναι και το στοιχείο που κάνει το βιβλίο να μοιάζει σαν κάτι το εξαιρετικό. Μιλά για ανθρώπους απλούς που ίσως να ζουν δίπλα μας ή λίγο πιο κάτω, προς το τέλος του δρόμου, ανθρώπους που συναντώνται μια φορά το χρόνο για να γιορτάσουν μια νέα ζωή ή να θρηνήσουν ένα παλιό θάνατο, κι ανθρώπους που κάθονται στις σκοτεινές γωνιές των μπαρ, όπου προσπαθούν απεγνωσμένα να κρύψουν τις φοβίες τους.

Όσο για την πλοκή του έργου, λίγες γραμμές είναι αρκετές για να την περιγράψουν: Πέντε χρόνια πριν, ο επιτυχημένος αρχιτέκτονας Γουέιντ Μπένσον αποκοιμήθηκε καθώς οδηγούσε με αποτέλεσμα να εμπλακεί σ’ ένα δυστύχημα το οποίο προκάλεσε το θάνατο μιας νέας γυναίκας. Η τιμωρία του: Συνολικά δέκα μέρες φυλάκιση. Για τον φίλο της οικογένειας, Ντάριλ Πότερ, αυτή η τιμωρία δεν είναι αρκετή. Έτσι αποφασίζει να απαγάγει την εικοσάχρονη κόρη του Μπένσον, ώστε να απονείμει τη δική του δικαιοσύνη. Τα υπόλοιπα είναι, ιστορία.

Συστήνεται ανεπιφύλακτα.


Tuesday, August 7, 2012

Tabish Khair – The Thing about Thugs


Αν και το The Thing about Thugs έρχεται κάτω από την ταμπέλα του αστυνομικού βιβλίου δεν θα το χαρακτήριζα ακριβώς τέτοιο. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι εδώ έχουμε ένα ιστορικό μυθιστόρημα, μια ανθρωπολογική μελέτη ή ίσως και μια ιστορία αγάπης με φόντο το Λονδίνο της Βικτωριανής εποχής.

Βασικός πρωταγωνιστής σ’ αυτή την ιστορία που διαδραματίζεται στα 1840 είναι ο Αμίρ Αλί, ένας, σύμφωνα τουλάχιστον με τα λεγόμενά του, κοινός δολοφόνος. Το μόνο που ο Αμίρ δεν είναι ούτε κοινός, αλλά ούτε και δολοφόνος, είναι απλά ψεύτης. Εφηύρε την σκοτεινή του ιστορία και την αφηγήθηκε στον ευεργέτη του, Λοχαγό Γουΐλλιαμ Τ. Μίντοους, απλά και μόνο για να μπορέσει να ξεφύγει από το σκοτεινό του μέλλον. Ο Αμίρ ήταν μέλος μιας συμμορίας, που είχε σαν βάση της ένα χωριό στο Μπιχάρ της Ινδίας, της οποίας ηγείτο ένας θείος του. Όταν ο τελευταίος δολοφονήθηκε από ένα γείτονα, ο Αμίρ, που δεν είχε ποτέ μέχρι τότε βάψει τα χέρια του με αίμα, δεν είχε άλλη επιλογή: έπρεπε είτε να σκοτώσει ή να σκοτωθεί.

Απ’ αυτό το δίλημμα τον έσωσε ο Λοχαγός, ο οποίος του έταξε αμνηστία, αλλά και σύλληψη του γείτονα-δολοφόνου, με αντάλλαγμα αυτός να του πει την ιστορία του. Αφού ο σωτήρας του λοιπόν, ζητούσε την ιστορία ενός φονιά, αυτήν ακριβώς του παρέδωσε ο Αμίρ. Το μόνο που αυτό του το ψέμα θα τον έβαζε σε μεγάλους μπελάδες στο μέλλον, όταν συνοδεύοντας τον Λοχαγό θα έφτανε στο Λονδίνο. Κι αυτό, επειδή η φήμη του είχε ήδη προηγηθεί. «Κατά κάποιο τρόπο όλοι γινόμαστε αυτό που υποκρινόμαστε πώς είμαστε», λέει, κι έτσι αυτός, θέλοντας και μη, γίνεται φονιάς, τουλάχιστον στα μάτια των φυλλάδων και του κοινού.

Όλα αρχίζουν όταν μια σειρά από αποτρόπαιες δολοφονίες συνταράζουν την πόλη. Κάποιος ή κάποιοι σκοτώνουν κατά συρροή και κλέβουν τα κεφάλια των θυμάτων τους. Ο τύπος της εποχής υποστηρίζει ότι πίσω από τα εγκλήματα κρύβονται μάλλον κάποιοι ξένοι, που αναβιώνουν στις σκοτεινές και επικίνδυνες γειτονιές της πρωτεύουσας, κάποια σατανιστικά έθιμα.

Ο Αμίρ Αλί, λόγω κυρίως της φήμης του, θεωρείται ο βασικός ύποπτος, και το κακό είναι ότι δεν μπορεί να αποδείξει την αθωότητά του χωρίς να εκθέσει κάποιαν που αγαπά, την φτωχούλα αγγλίδα Τζένη. Αναγκαστικά λοιπόν αποφασίζει να εξαφανιστεί από προσώπου γης – όχι μόνο για να προστατευτεί, αλλά και για να λύσει το μυστήριο του ποιοι κρύβονται πίσω από τα φονικά. Αλλάζει λοιπόν εμφάνιση και όνομα και μετακομίζει σε ένα από τα πολλά σπίτια της πόλης, που φιλοξενούν ανθρώπους σαν κι αυτόν.

Στο μεταξύ μια γυναίκα από το Παντζάμπ, προσπαθεί με τη βοήθεια του ιρλανδού μεθύστακα άντρα της, και μερικής απασχόλησης αφηγητή, αλλά και κάποιων άλλων φτωχοδιάβολων, να φέρει τους ένοχους στη δικαιοσύνη. Είναι σίγουρη πώς ό,τι δεν μπορεί να κάνει η αστυνομία, μπορεί να το κάνει αυτή, η βασίλισσα της φτωχολογιάς, και το δίκτυο κατασκόπων της, που επεκτείνεται σε ολόκληρη την πόλη.

Ο συγγραφέας μας δίνει ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα εποχής, με αστυνομική πλοκή και ολίγον μυστήριο, που μιλά πάνω απ’ όλα για τους ανθρώπους: πλούσιους και φτωχούς, ευγενείς και αλήτες, ψεύτες και υποκριτές, ερωτευμένους και συμβιβασμένους. Αν είναι κάτι που απολαμβάνει κανείς πιο πολύ εδώ είναι η γλώσσα, μια γλώσσα γλυκιά, αβίαστη, που κάνει την αφήγηση να ρέει στα μονοπάτια του χρόνου σαν χάδι, και η οποία μοιάζει να αναβιώνει δίχως κόπο στα μάτια του αναγνώστη μια ολόκληρη εποχή.


Monday, August 6, 2012

Steven T. Seagle and Marco Cinello – Batula


«Τι συμβαίνει όταν μια νυχτερίδα των φρούτων (έτσι ακριβώς) δέχεται τη δαγκωματιά ενός βρικόλακα; Μεταμορφώνεται σε μια βρικόλακα νυχτερίδα, στον ήρωα που ίσως κάποια μέρα χρειαστεί η αποικία του, τον Μπάτουλα».

Αυτή είναι μια σύντομη ιστορία για νεαρούς σε ηλικία αναγνώστες, αλλά αυτό δεν πάει να πει ότι δεν μπορούν να την απολαύσουν και τα μεγαλύτερα παιδιά. Δεν θα έλεγα ότι το Batula, που κυκλοφορεί αύριο, είναι γκράφικ νόβελ, όσο ένα εικονογραφημένο παραμύθι.

Βασικός του πρωταγωνιστής είναι ο Λίβινγκστον, και διαβάζοντας κανείς αυτή την ιστορία, δεν μπορεί παρά να φέρει στο νου του τον γνωστό Γλάρο, αφού ούτε κι από εδώ απουσιάζουν οι φιλοσοφικές αναζητήσεις.

Ο Λίβινγκστον λοιπόν ζει σ’ ένα περιβόλι μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της φυλής του κι αν είναι κάτι για το οποίο ξεχωρίζει είναι το ότι δεν ξεχωρίζει σε τίποτα. Είναι μια συνηθισμένη νυχτερίδα που κάνει μεγάλα όνειρα, το μεγαλύτερο από τα οποία είναι να κατακτήσει την καρδιά της Ντρίνα. Το μόνο που η τελευταία δεν του δίνει καμιά απολύτως σημασία, δεν φαίνεται καν να τον βλέπει.

Τι να κάνει λοιπόν; Τι; Αποφασίζει, αγνοώντας τις συμβουλές των άλλων, να ταξιδέψει στην πόλη των ανθρώπων. Το πρώτο πλάσμα που συναντάει εκεί είναι μια νυχτερίδα κλεισμένη σ’ ένα κλουβί. Πολύ ασυνήθιστη μοιάζει στα μάτια του. Η τελευταία, ο Βλαντ, τον εκλιπαρεί να ανοίξει το κλουβί του και να τον αφήσει ελεύθερο. Κι αυτός το κάνει. Και σαν αντάλλαγμα παίρνει μια δαγκωματιά, από τον αιμοσταγή Βλαντ, που θα τον μετατρέψει σε βρικόλακα.

Ο Λίβινγκστον, ο οποίος θα επιστρέψει σύντομα στο περιβόλι του, θ’ αρχίσει σιγά σιγά να αλλάζει. Νιώθει πιο δυνατός, αλλά και πολύ πιο διαφορετικός: καταρχήν δεν του αρέσουν πια τα φρούτα, θέλει κρέας. Η πρώτη που θα αντιληφθεί αυτές τις αλλαγές πάνω του θα είναι η Ντρίνα, αλλά και τι μ’ αυτό; Ο φίλος μας δεν αντέχει τον εαυτό του. Δεν αντέχει αυτό που ήταν, δεν του αρέσει αυτό που γίνεται. Θα επιλέξει λοιπόν για μια ακόμη φορά το δρόμο της ξενιτιάς.

Το μόνο που στη διάρκεια αυτού, του νέου του ταξιδιού, θα γνωρίσει κάποιον που θα του ανοίξει τα μάτια στη νέα πραγματικότητα και θα τον βοηθήσει να αποδεχτεί το ποιος είναι: τον Γουλφ, τη λυκαράχνη. Και σύντομα θα συμβεί κάτι που θα αλλάξει τη ζωή του για πάντα, καθώς θα τον κάνει να αντιληφθεί ότι από τη στιγμή που θα αρχίσει να του αρέσει ο εαυτός του, θ’ αρχίσει να αρέσει και στους άλλους.

Μικρό, καλογραμμένο, με κάποια μηνύματα και εξαιρετικά εικονογραφημένο.


Friday, August 3, 2012

David Gaider, Alexander Freed and Chad Hardin – Dragon Age: The Silent Grove


Το Dragon Age: The Silent Grove, που κυκλοφορεί στις 7 Αυγούστου στις ΗΠΑ, είναι ένα από εκείνα τα κόμικς, που ταξιδεύουν τον αναγνώστη, τόσο με την ιστορία όσο και με τις ζωγραφιές τους – τις σκοτεινές τους ζωγραφιές, πρέπει να τονίσω.

Εδώ έχουμε την ιστορία του Βασιλιά Άλισταιρ Θεΐριν, κυβερνήτη του έθνους των Φερελντίν. Ο Άλισταιρ είναι, κατά κάποιο τρόπο, ένας άρχοντας με το ζόρι. Ο ετεροθαλής αδελφός του και νόμιμος βασιλιάς, Καϊλάν, πέθανε δέκα χρόνια πριν, κι από τότε κυβερνά αυτός, μια και ο πατέρας τους έχει εξαφανιστεί.

Ο Άλισταιρ, του οποίου η μητέρα δεν ήταν η βασίλισσα, αλλά μια υπηρέτρια, είναι αποφασισμένος ν’ ανακαλύψει πού βρίσκεται ο βασιλιάς Μάριτς και να του παραδώσει το θρόνο. Το μόνο που οι προσπάθειές του στο πέρασμα του χρόνου αποδεικνύονται μάταιες. Ο τελευταίος μοιάζει να έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης, κι έτσι αυτός παραμένει άρχοντας και δυστυχής.

Κάποτε όμως τα πράγματα αλλάζουν. Φτάνουν στα χέρια του ή μάλλον στ’ αυτιά του κάποιες πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες υπάρχουν στοιχεία για το που βρίσκεται ο πραγματικός βασιλιάς, στην πόλη Αντίβα. Αντί όμως να βάλει πλώρη για εκείνο το μέρος συνοδευόμενος από το στρατό του, ο Άλισταιρ αποφασίζει να πάρει μοναχά δύο άτομα μαζί του: την πειρατή Ιζαμπέλα και τον συνταξιδιώτη της νάνο, πολεμιστή και έμπορα, Βάρικ Τέθρας.

Καθώς καταφθάνουν στην πόλη και ξεμπερδεύουν στα γρήγορα με τους φρουρούς, τους περιμένει μια δυσάρεστη αρχικά έκπληξη: ο πρίγκιπας Κλαούντιο Βαλίστι και οι άντρες του. Τελικά τα πράγματα όμως δεν θα αποδειχτούν και τόσο τραγικά, αφού ο Βαλίστι ήταν ο ανώνυμος πληροφοριοδότης του Άλισταιρ. Αυτός είναι που θα του δείξει το δρόμο και προς το επόμενο τοπίο-στοιχείο: τη φυλακή Βέλαμπανσελ, όπου οι ορκισμένοι εχθροί του, τα κοράκια, φυλακίζουν κάποιους ανθρώπους απλά και μόνο για δική τους ψυχαγωγία ή και για να τους βασανίζουν.

Οι τρεις συνοδοιπόροι λοιπόν κατευθύνονται προς τα εκεί, όπου περιμένουν να βρουν τον βασιλιά ή έστω κάποιον που να ξέρει κάτι γι’ αυτόν. Το ταξίδι τους όμως δεν θα τελειώσει τόσο νωρίς, κι αυτό επειδή, όπως θα μάθουν, μια ισχυρή μάγισσα είχε απελευθερώσει τον βασιλιά χρόνια πριν, μια μάγισσα την οποία τώρα πρέπει να συναντήσουν.

Καθόλη τη διάρκεια του ταξιδιού ο Άλισταιρ νιώθει λυπημένος καθώς, θέλει να ξεφορτωθεί το συντομότερο δυνατόν αυτό τον μπελά, τη βασιλεία: «Ποτέ μου δεν ζήτησα μια εύκολη ζωή – φρέσκα φρούτα κάθε πρωί, υπηρέτες να μού πλένουν τα πόδια, σεντόνια όπου δεν σέρνονται ζωύφια. Και σίγουρα δεν ανατράφηκα με τρόπο που να με προϊδεάζει για όλ’ αυτά».

Η διαδρομή δεν θα αποδειχτεί εύκολη, ο τόπος που τους περιμένει, ένας τόπος που γέννησε πολλούς θρύλους και προκαταλήψεις, κάθε άλλο παρά φιλόξενος είναι. Και οι δύο συνοδοιπόροι του Άλισταιρ, οι μισθοφόροι θα αποδειχτούν τελικά γι’ αυτόν, οι καλύτεροι φίλοι που θα μπορούσε να ζητήσει κανείς: η δυναμική και σέξι Ιζαμπέλα και ο πονηρός και ατσούμπαλος Βάρικ, θα καταφέρουν μ’ ένα τρόπο σχεδόν υπόγειο να του ανοίξουν τα μάτια στην πραγματικότητα όπου ζει, και στο πιο καίριο σημείο της ιστορίας, θα του δείξουν ότι ίσως υπάρχει κι άλλος δρόμος απ’ αυτόν που έχει ο ίδιος διαλέξει.

Σε τελική ανάλυση ο ανά χείρας τόμος προσφέρει στον αναγνώστη μια εξαιρετική περιπέτεια, με πλούσιους χαρακτήρες και μια άρτια εικονογράφηση, που τονίζει τα πιο πάνω. Σίγουρα θα υπάρξει συνέχεια, την οποία και αναμένω αν όχι με αγωνία, σίγουρα μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη.


Wednesday, August 1, 2012

J.I. Baker – The Empty Glass


Το The Empty Glass καταπιάνεται με μια από τις πλέον γνωστές θεωρίες συνομωσίας της αμερικανικής ιστορίας: το θάνατο της Μέριλιν Μονρόε.

Βασικός πρωταγωνιστής σ’ αυτή την ιστορία είναι ο αναπληρωτής ιατροδικαστής στην κομητεία του Λος Άντζελες, Μπεν Φιτζέραλντ. Ο Μπεν είναι ένας φιλόδοξος άντρας που κάνει μεγάλα όνειρα, αλλά που στην ουσία ζει μια κάπως πληκτική και πολύ περιορισμένη ζωή. Η ζωή του όλη είναι η δουλειά του. Άλλοτε ήταν και η οικογένειά του, αλλά η γυναίκα του, Ρόουζ , τον εγκατέλειψε, παίρνοντας μαζί της και το γιο τους, Μαξ, τον οποίο τώρα συναντά κάθε τόσο, οπότε και τον φιλοξενεί στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου μένει.

Ο Μπεν θέλει να φτάσει ψηλά, αλλά για να το κάνει αυτό πού και πού πρέπει να κλείνει τα μάτια. Τα έκλεισε σε κάποιες ασήμαντες υποθέσεις, ψευδομαρτύρησε σε μια άλλη, αλλά όταν η υπόθεση που φτάνει στα χέρια του έχει να κάνει με το θάνατο της Μέριλιν Μονρόε, δεν μπορεί να κάνει πίσω.

Όλα πάνε στραβά απ’ την αρχή σ’ αυτή την ιστορία και όλοι μοιάζουν να κρύβουν κάτι. Το πτώμα της σταρ το είχε ανακαλύψει λίγο μετά τα μεσάνυχτα η οικονόμος της, αλλά αντί να ειδοποιήσει την αστυνομία, τηλεφώνησε στον ψυχίατρο της Μέριλιν. Όταν έφτασε εκείνος και εξακρίβωσε προσωπικά ότι ήταν όντως νεκρή, επικοινώνησε με τον προσωπικό της γιατρό. Μέχρι να καταφθάσει κι εκείνος για να επιβεβαιώσει το γεγονός είχαν περάσει πια ώρες. Και τότε ακριβώς, λίγο πριν το χάραμα, ειδοποιήθηκε η αστυνομία.

Όταν ο Μπεν φθάνει στη σκηνή, δεν μπορεί να πιστέψει στα μάτια του, αλλά ούτε και στ’ αυτιά του. Μέσα εκεί είναι κάθε σχετικός και άσχετος, ακόμη και μια δημοσιογράφος που βγάζει φωτογραφίες, και στο χώρο επικρατεί το χάος. Όταν βλέπει το πτώμα, η πρώτη του σκέψη είναι ότι κάποιος τη σκότωσε, αφού είναι φανερό ότι αυτή, για κάποιο λόγο, τοποθετήθηκε σε μια συγκεκριμένη στάση, λες και προσπαθούσε να τηλεφωνήσει σε κάποιον. Ωστόσο οι υπόλοιποι πιστεύουν ότι πρόκειται για αυτοκτονία.

Όπως και νάχει, ο Μπεν τους αφήνει να κάνουν –ή, μη- τη δουλειά τους κι αρχίζει να τριγυρνά στο σπίτι. Κάποια στιγμή λοιπόν ανακαλύπτει το ημερολόγιο της Μέριλιν, μέσα στο οποίο πιστεύει ότι ίσως κρύβεται κάποιο στοιχείο που να εξηγεί αυτό που συνέβηκε. Διαβάζει μερικά αποσπάσματα, αλλά μετά φεύγει αφήνοντάς το εκεί που το βρήκε. Η ιδέα του και μόνο όμως δεν τον αφήνει να ησυχάσει, έτσι επιστρέφει σαν τον κλέφτη μες στη νύχτα και το παίρνει.

Τις επόμενες ημέρες διαβάζοντας τις καταγραφές μέσα εκεί και διερευνώντας πεισματικά την υπόθεση, καταφέρνει και στρέφει την οργή των ανωτέρων του εναντίον του: Πρόκειται για αυτοκτονία, τελεία και παύλα, μοιάζουν να του λένε, αλλά αυτός δεν μασά. Το μόνο που κανείς δεν συμμερίζεται τις υποψίες του.

Τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα όταν όλοι όσοι είχαν να κάνουν με τη διερεύνηση της υπόθεσης, αρχίζουν ο ένας μετά τον άλλο ν’ αναχωρούν για διακοπές. «Συγκάλυψη», σκέφτεται. Αλλά ποιον προσπαθούν να καλύψουν και γιατί; Μήπως έχει ανάμιξη η μαφία στην υπόθεση, ή, όπως φημολογείται, ένας ανερχόμενος πολιτικός;

Ο Μπεν δίνει ένα μοναχικό αγώνα, έχοντας στο πλευρό του, πού και πού, τη δημοσιογράφο Τζο -αυτήν που εισέβαλε στη σκηνή του εγκλήματος- έναν αγώνα που όσο κι αν προσπαθεί σίγουρα δεν μπορεί να κερδίσει.

Το ότι απέτυχε το μαθαίνουμε απ’ τις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου, οπότε ο συγγραφέας δεν στηρίζει το μύθο του στη λύση του μυστηρίου, αλλά στο πώς ο ήρωάς του έφτασε εδώ που έφτασε.

Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, με νουάρ αποχρώσεις, που θα ικανοποιήσει τους φίλους του αστυνομικού βιβλίου, αλλά και όλους αυτούς που ασχολούνται με θεωρίες συνομωσίας, αφού τουλάχιστον σε ότι αφορά το τελευταίο στοιχείο, ο συγγραφέας κτυπά τα ρέστα του.

Tuesday, July 31, 2012

Stephen King, Joe Hill, Chris Ryall and Nelson Daniel – Road Rage


Για να πω το κρίμα μου δεν διάβασα ολόκληρο αυτό το κόμικς, που κυκλοφορεί σήμερα στο εξωτερικό, μια και το ebook που μου έστειλαν για παρουσίαση περιελάμβανε το πρώτο μόνο μέρος του Road Rage. Εκείνο που μπορώ να σας πω με σιγουριά όμως είναι ότι αυτά που διάβασα και είδα μού άρεσαν.

Σ’ αυτό τον τόμο, που είναι βασισμένος στο μυθιστόρημα του Richard Matheson Duel, που έχει γίνει και ταινία, συνεργάστηκαν κάποιοι πρωτομάστορες τόσο του συγκεκριμένου είδους, όσο και των ιστοριών τρόμου και φαντασίας.

Ο πατέρας Στίβεν Κινγκ και ο γιος Τζόε Χιλ έγραψαν την ιστορία, ο Κρις Ράιαλ έκανε τη διασκευή και ο Νέλσον Ντάνιελ της έδωσε ζωή με τις ζωγραφιές του.

Όλα αρχίζουν με μια περιγραφή και κάποιες εικόνες που τα λένε όλα: «Η Φυλή κατευθυνόταν δυτικά από το σημείο του μακελειού, διασχίζοντας τη ζωγραφιά της ερήμου».

Η Φυλή είναι μια συμμορία με μοτοσικλετιστές, που με επικεφαλής τον Ρέις Άνταμσον και με την υποστήριξη του υπαρχηγού του, Βινς, είχε κλείσει συμφωνία μ’ ένα απατεωνίσκο ονόματι Ντιν Κλαρκ, για την δημιουργία ενός εργαστηρίου που θα κατασκεύαζε ναρκωτικά στην περιοχή της λίμνης Σμιθ. Τα πράγματα όμως δεν πήγαν σύμφωνα με τα σχέδια, αφού το εν λόγω εργαστήριο τινάχθηκε στον αέρα, και οι δύο φίλοι, παρέα με τη συμμορία τους, αποφάσισαν να επισκεφθούν τον Κλαρκ και να απαιτήσουν τα λεφτά που επένδυσαν. Εκείνος φυσικά δεν τα έχει και τα αίματα ανάβουν. Όταν κάνει την εμφάνισή της και μια νεαρή που προσπαθεί να σκοτώσει κάποιον απ’ αυτούς, τότε το μακελειό είναι αναπόφευκτο. Τους σκοτώνουν λοιπόν και τους δύο και στη συνέχεια καβαλούν τις μοτοσικλέτες τους και βάζουν πλώρη για το Σόου Λόου, εκεί που βρίσκεται η αδελφή του Κλαρκ, από την οποία σκοπεύουν να αποσπάσουν τα λεφτά.

Στη διάρκεια της διαδρομής οι σχέσεις των μελών της Φυλής μοιάζουν να πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο. Κάποιοι δεν θέλουν να ακολουθήσουν τον Ρέις και κάποιοι άλλοι κατηγορούν τον Βινς, επειδή δεν μπορεί να του πει όχι: «Ο Βινς ποτέ δεν ήξερε πώς να μιλήσει στον Ρέις», διαβάζουμε.

Ωστόσο αυτό είναι το μικρότερο από τα προβλήματά τους καθώς σε κάποια στροφή του δρόμου θα συναντήσουν ένα οδηγό φορτηγού, που μάλλον έχει πολλά απωθημένα: Έτσι θ’ αρχίσει να σκοτώνει τον ένα μετά τον άλλο τους μοτοσικλετιστές. Το αίμα λοιπόν θα αρχίσει να ρέει άφθονο, κι εδώ ακριβώς είναι που ο Ντάνιελ θα κάνει και την καλύτερη δουλειά του: με ψιλοδουλεμένες ζωγραφιές θα μας δείξει όλη την αγωνία και τον τρόμο των μελών της συμμορίας καθώς το ένα μετά το άλλο θα συναντούν το φοβερό τους πεπρωμένο.

Η συνέχεια επί της (ηλεκτρονικής ή μη) σελίδας.


Monday, July 30, 2012

K.D. Calamur – Murder in Mumbai


Το Murder in Mumbai, που κυκλοφορεί μονάχα σε eBook, είναι ένα από εκείνα τα αστυνομικά βιβλία που δεν προσπαθούν και τόσο να εντυπωσιάσουν με την πλοκή και τις ανατροπές τους, όσο να περιγράψουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράττεται κάποιο έγκλημα.

Όπως υποδηλεί και ο τίτλος αυτό το μυθιστόρημα καταπιάνεται μ’ ένα φονικό στη Βομβάη ή Μουμπάι, της Ινδίας. Ο συγγραφέας εξηγεί από την αρχή ότι θα χρησιμοποιεί κατά τη διάρκεια της αφήγησης πότε το ένα, το αποικιοκρατικό, όνομα της πόλης, και πότε το άλλο, το παραδοσιακό, κι αυτό επειδή θέλει να μιλήσει στον αναγνώστη όχι μόνο για τις μεγάλες αλλαγές που συμβαίνουν εκεί, αλλά και για το διχασμένο χαρακτήρα του τόπου.

«Εδώ ισχύουν δύο μέτρα και δύο σταθμά», αφήνει να εννοηθεί ένας από τους βασικούς ήρωες της ιστορίας, ο επιθεωρητής Βιτζάι Γκαϊγουώτ. «Όταν σκοτώνεται κάποιος πλούσιος στην πόλη ή κάποιος ξένος, δημιουργείται σάλος στα μέσα ενημέρωσης, αλλά όταν πεθαίνει κάποιος φτωχός, μετά βίας του αφιερώνουν, όταν και αν το κάνουν, ένα μονόστηλο».

Η ζωή λοιπόν στην πόλη υπολογίζεται με το μέγεθος της καταγωγής και της τσέπης, κι ας είναι η πλέον φιλελεύθερη στη χώρα.

Το θύμα σ’ αυτή την ιστορία είναι μια αμερικανίδα ονόματι Λιζ Μπέρτον, που μέχρι τη μοιραία ώρα ήταν επικεφαλής μιας μεταλλευτικής εταιρίας. Το πτώμα της το ανακαλύψαν κάτι παιδιά στα σκουπίδια, όπως φαίνεται μια ολόκληρη βδομάδα μετά από το θάνατό της, στη διάρκεια της οποίας έβρεξε τόσο πολύ, που έκανε όλους τους κατοίκους να μιλάνε για τους χειρότερους μουσώνες όλων των εποχών.

Η διερεύνηση του περιστατικού πέφτει στους ώμους του επιθεωρητή Βιτζάι, ο οποίος προτού καλά καλά πατήσει το πόδι του στον τόπο του εγκλήματος έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο μ’ ένα ξεπεσμένο, αλλά συμπαθή δημοσιογράφο, που ακούει στο όνομα Τζέι Γκανές.

Ο Τζέι είχε απολυθεί από την προηγούμενή του δουλειά επειδή είχε τολμήσει να τα βάλει με τους ισχυρούς της πόλης, προσπαθώντας να φέρει στο φως κάποιες περιπτώσεις διαφθοράς, να αναδείξει τα διαπλεκόμενα συμφέροντα και να δείξει με το δάχτυλο διάφορους μεγαλοπαράγοντες που τα είχαν κάνει πλακάκια τόσο με τους ντόπιους βιομήχανους όσο και με τους γκάγκστερ.

Οι δυο τους θα κλείσουν μιαν καταρχήν συμφωνία ώστε να βοηθήσει ο ένας τον άλλο. Θα κάνουν ο καθένας τη δική του έρευνα, αλλά θα μοιράζονται όλες τις πληροφορίες που ανακαλύπτουν. Ο Τζέι ξέρει ότι ο Βιτζάι είναι αδιάφθορος, και ο Βιτζάι γνωρίζει ότι ο Τζέι είναι κάποιος που κρατά το λόγο του, οπότε ουσιαστικά δεν υπάρχει καμιά καχυποψία ανάμεσά τους.

Ωστόσο ο Τζέι δεν είναι ένας απ’ αυτούς τους δημοσιογράφους που τους αρέσει να κάθονται στο γραφείο και να περιμένουν τις ειδήσεις να πάνε να τους βρουν. Έτσι εκτός από το να διερευνά τα έργα και τις ημέρες του θύματος, θ’ αρχίσει να αναζητεί και τους εχθρούς της, εκείνους που θα ήθελαν να τη δουν νεκρή, και όπως θα αποδειχτεί κάθε άλλο παρά λίγοι είναι αυτοί.

Την ίδια ώρα θα συνεχίσει να δουλεύει και μια παλαιότερη υπόθεση που έχει να κάνει με ένα κύμα διαρρήξεων, εφτά τον αριθμό, που απέφεραν αρκετά λάφυρα στους κλέφτες, οι οποίοι όμως παραμένουν μέχρι εκείνη τη στιγμή ασύλληπτοι. Συνήθως όλο και κάτι ακούγεται για τα κλεφτρόνια στα στενά και στις αγορές της πόλης, αυτοί όμως, όποιοι κι αν είναι, πώς κατάφεραν και ξέφυγαν απ’ τις κεραίες των αρχών, αλλά κι από τ’ αυτιά του… δρόμου; Ο Τζέι θα προσπαθήσει να βρει τις δικές του απαντήσεις.

Ο συγγραφέας, με αφορμή ένα έγκλημα, μας ταξιδεύει σε μια πόλη που όλο αλλάζει και που όλο μένει η ίδια. Όπου οι φτωχοί ζουν υπό άθλιες συνθήκες, ενώ οι πλούσιοι, ειδικά οι νεόπλουτοι, μοιάζουν να έχουν χάσει κάθε αίσθηση του μέτρου. Σε ό,τι αφορά τους τελευταίους, όπως φαίνεται, όλοι κοιμούνται με όλους, όλοι σχολιάζουν όλους και τίποτα δεν μοιάζει να σοκάρει τους σοκάρει. Τρώνε και πίνουν σχεδόν δίχως αναπαμό, και οργανώνουν πάρτι, και χτίζουν όλο και μεγαλύτερους ουρανοξύστες προσπαθώντας ο ένας να ξεπεράσει τον άλλο.

Οι δυο βασικοί του ήρωες είναι δύο άνθρωποι με αξιοπρέπεια, που τρέφουν σεβασμό στους πιο φτωχούς απ’ αυτούς και οι οποίοι όπου και όποτε μπορούν τους προσφέρουν ένα χέρι βοήθειας.

Το φονικό στη Βομβάη είναι ένα μυθιστόρημα με συνείδηση, που θα μπορούσε να διδάξει πολλά στον δυτικό αναγνώστη που όλο ακούει για τη μαγεία της Ανατολής, αλλά αρνιέται πεισματικά να αντικρίσει τις σκληρές πραγματικότητές της. Εξαιρετικό.