Monday, February 4, 2013
Σώτη Τριανταφύλλου – Μιλώντας με την Αλίκη για τη φιλοσοφία και το νόημα της ζωής
Αν είναι κάτι που αρέσει πολύ στην Σώτη Τριανταφύλλου είναι το να πειραματίζεται. Έχει γράψει βιβλία για τον κινηματογράφο, δοκίμια, διηγήματα, νουβέλες για τα ταξίδια και το ροκ ν’ ρολ, ιστορικά μυθιστορήματα και παραμύθια. Το να αλλάζει είδη και τρόπο γραφής μοιάζει να της έρχεται εύκολα, γι’ αυτό και οι πιο πιστοί από τους φίλους της διαβάζουν ό,τι γράφει. Το «Μιλώντας με την Αλίκη για τη φιλοσοφία και το νόημα της ζωής» ωστόσο ίσως να ξενίσει κι αυτούς.
Ο ανά χείρας τόμος κάπου θυμίζει μια εκτεταμένη συζήτηση, η οποία πού και πού παίρνει τη μορφή συνέντευξης. Η Αλίκη ρωτά και η Σώτη απαντά. Η Σώτη σχολιάζει και η Αλίκη αναρωτιέται. Η Αλίκη πεινά και η Σώτη της δίνει τροφή για τη σκέψη.
Από την πρώτη κιόλας σελίδα του βιβλίου η συγγραφέας εξηγεί ότι αυτό που διαβάζουμε δεν είναι ένα συνηθισμένο εγχειρίδιο για τη φιλοσοφία, αλλά κατά κάποιο τρόπο, ένα οδοιπορικό στα μονοπάτια της ζωής και της σκέψης. «Τι μας χρειάζεται η φιλοσοφία;» αναρωτιέται κάποιος. «Σαν μια απάντηση στη βλακεία», αποκρίνεται κάποιος άλλος.
Τι έχει να πει ένα νέο κορίτσι με μια γυναίκα που είναι σαράντα χρόνια μεγαλύτερη από αυτό; Προφανώς πολλά. Πολλά που ήδη υπάρχουν στα σχολικά εγχειρίδια, τα οποία όμως είναι γραμμένα με ακατανόητο τρόπο για παιδιά της Β’ Λυκείου, και που μάλλον απευθύνονται σε φοιτητές της φιλοσοφικής, και ακόμη περισσότερα που δεν αναφέρονται καν μέσα σ’ αυτά.
Όπως διαβάζουμε: «Αυτό το βιβλίο απευθύνεται στους πολύ νέους και, γιατί όχι, σ’ εμάς τους όχι-και-τόσο νέους που νομίζουμε ότι τα ξέρουμε όλα ενώ δεν ξέρουμε τίποτα». Τι έσπρωξε τη συγγραφέα σ’ αυτό το μονοπάτι; «…Ίσως επικράτησε, πρόσκαιρα, ένα παλιό γονίδιο που περιπλανιέται μέσα μου εδώ και δεκαετίες: κατάγομαι από μια μακρά σειρά δασκάλων, καθηγητών και ιερωμένων. Ίσως έτσι εξηγούνται όλα».
Η αλήθεια είναι ότι οι τελευταίοι δεν θα ήταν και πολύ χαρούμενοι αν διάβαζαν ετούτο τον τόμο, αφού στα μάτια τους ίσως να φάνταζε αιρετικός. Ναι, η θρησκεία καταλαμβάνει πολλές σελίδες σ’ αυτές τις συζητήσεις, και φυσικά αυτό είναι κάτι το αναμενόμενο. Η συγγραφέας αναφέρεται σε διάφορες θρησκείες, μιλά για τον θεό και το χριστιανισμό στη δική μας παράδοση, δίνει τα εύσημα στον Δαρβίνο και τους διαφωτιστές και ταξιδεύει μπρος πίσω στο χρόνο σε μια προσπάθεια να εξηγήσει στην Αλίκη γιατί η θρησκεία διαδραματίζει τόσο σημαντικό ρόλο στη ζωή των ανθρώπων.
Το ταξίδι που κάνουν οι δύο φίλες είναι μακρύ, αλλά ωφέλιμο. Οι φωνές τους, και οι γενιές τους εδώ που τα λέμε, διαφέρουν πολύ, ωστόσο φαίνονται να καταλαβαίνουν απόλυτα η μια την άλλη, με την Αλίκη να προσφέρει πού και πού κάποιες πινελιές χιούμορ που κάνουν το βιβλίο πιο ανάλαφρο, πιο ευανάγνωστο. «Πεινάω άρα υπάρχω», λέει κάπου, παραφράζοντας το γνωστό ρητό, ενώ κάπου άλλου μοιάζει να ειρωνεύεται την Σώτη, όταν η τελευταία της ζητά να κάνει κάτι: «Έχω γίνει νυχτερίδα, τώρα θα γίνω και δέντρο».
Είναι στιγμές σαν και τις πιο πάνω που κάνουν όχι μονάχα το δικό τους ταξίδι απολαυστικό, αλλά και αυτό του αναγνώστη. Οι ερωταπαντήσεις, τα καυστικά σχόλια, και τα πειράματα της φαντασίας δίνουν και παίρνουν.
Αν ξέρετε το όνομα ενός ή και πολλών φιλοσόφων, να είστε σίγουροι ότι θα το ή θα τα συναντήσετε εδώ: από τους αρχαίους έλληνες, μέχρι τους χριστιανούς λόγιους, από τους διαφωτιστές μέχρι τους σύγχρονους οικονομολόγους, από τον Μαρξ μέχρι… την Αλίκη.
«Γιατί χρειάζεται να μάθουμε τι είναι η φιλοσοφία;» ρωτά η Αλίκη.
«Για να μάθουμε να σκεφτόμαστε ώστε να αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα της ζωής», απαντά η Σώτη, και προσθέτει: «Η σοφία είναι μια από τις προϋποθέσεις της ευτυχίας. Όλοι θέλουμε να είμαστε ευτυχισμένοι… κι όλοι προσπαθούμε… συχνά όμως μας λείπουν τα εργαλεία».
Πες και μάθαμε τι είναι η φιλοσοφία: Τι κάνουμε μετά; Πώς τη χρησιμοποιούμε ο καθένας μας ξεχωριστά; Είναι η αλήθεια του ενός η ίδια με την αλήθεια του άλλου; Μάς δίνει η φιλοσοφία τις απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματά μας;
«Ο στόχος της φιλοσοφίας δεν είναι να δώσει οριστικές απαντήσεις τις οποίες θα δεχτούν όλοι αλλά να ερευνήσει διαφορετικές απαντήσεις. Είναι τελείως απίθανο να είσαι εσύ, ή να είμαι εγώ ο μοναδικός άνθρωπος που δίνει τις “σωστές” απαντήσεις: γι’ αυτό είναι καλό να κρατάμε κριτική στάση σε όλες τις φιλοσοφικές θέσεις. Στους περισσότερους επιστημονικούς κλάδους –στα μαθηματικά, στην ιστορία, στη φυσική, στη χημεία, υπάρχουν σωστές και λανθασμένες απαντήσεις. Η φιλοσοφία δεν είναι ακριβώς έτσι… Μπορούμε να διαφωνούμε με όλους αρκεί να τεκμηριώνουμε την άποψή μας με βάση τη λογική…»
Η λογική μοιάζει να είναι η αρχή και το τέλος της φιλοσοφίας. Χρησιμοποιώντας αυτή και μόνο, και με βάση τις γνώσεις μας φυσικά, φαίνεται να λέει η συγγραφέας, θα μπορέσουμε να κάνουμε τη ζωή μας καλύτερη. Κι εδώ που τα λέμε, αυτή ακριβώς είναι που μοιάζει να λείπει από το σύγχρονο διαδικτυακό μας κόσμο. Οι άνθρωποι σήμερα μοιάζουν μονάχα να ξέρουν πώς να μιλάνε, αλλά όχι πώς να ακούν. Έχουν απόψεις, αλλά δεν έχουν επιχειρήματα. Έχουν ιδέες, τους λείπουν όμως οι γερές βάσεις πάνω στις οποίες θα μπορούσαν να τις στηρίξουν.
«Μπορώ να θέλω αυτό που θέλω;» αναρωτιέται ο Σοπενχάουερ. «Θέλω πράγματι αυτό που θέλω;» θα έπρεπε να αναρωτιόμαστε εμείς.
Στην κριτική που έγραψα πριν πολλά χρόνια για το εξαιρετικό μυθιστόρημα της Σώτης Τριανταφύλλου «Το εργοστάσιο των μολυβιών», το είχα περιγράψει σαν ένα «ταξίδι δρόμου στην ιστορία». Ε, ετούτο το βιβλίο θα το περιέγραφα σαν ένα «ταξίδι δρόμου στη φιλοσοφία». Σε ποιον θα το σύστηνα; Σε γονείς και μαθητές, σε εκπαιδευτικούς και στον κάθε αναγνώστη. Σε όλους έχει κάτι να δώσει, χωρίς να γίνεται ούτε και για μια στιγμή βαρετό.
Δημοσιεύθηκε στη χθεσινή έκδοση της Καθημερινής της Κύπρου.
Παρουσιάσεις άλλων βιβλίων της συγγραφέως:
Για την αγάπη της γεωμετρίας
Ο χρόνος πάλι
Για τη σημαία και το έθνος
Αφρικανικό Ημερολόγιο
Λίγο από το αίμα σου
Ιστορίες του σώματος
Κινέζικα κουτιά
Γράμμα από ένα δράκο
Πιτσιμπούργκο
Ιστορίες απόγνωσης
Συγχώρεση
Η φυγή
Άλμπατρος
Το εργοστάσιο των μολυβιών
Η Μάριον στ' ασημένια νησιά και στα κόκκινα δάση
Ο υπόγειος ουρανός
Αύριο, μια άλλη χώρα
Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης
Το εναέριο τρένο στο Στίλγουελ
Άλφαμπετ Σίτυ
Θάνατος το ξημέρωμα
Φτωχή Μάργκο
Γράμμα από την Αλάσκα
Thursday, November 24, 2011
Σώτη Τριανταφύλλου – Για την αγάπη της γεωμετρίας
Αυτή είναι η ιστορία της Ανατολής, ενός κοριτσιού, μιας γυναίκας που δεν μοιάζει και πολύ ή ίσως και καθόλου με τις άλλες. Αυτή δεν κάνει όνειρα για να φτιάξει σπίτι, δεν ψάχνει τον τέλειο άντρα και δεν θέλει να σπουδάσει δικηγόρος για να έχει δουλειά στρωμένη, όπως ονειρεύεται ο μπαμπάς της.
Η Ανατολή βλέπει τον κόσμο με το δικό της ξεχωριστό βλέμμα, τον αντιμετωπίζει με το δικό της τρόπο, κι είναι αυτά ακριβώς τα στοιχεία εκείνα που τη βάζουν σε μπελάδες, αφού οι περισσότεροι απ’ αυτούς που τη γνωρίζουν πιστεύουν ότι είναι τρελή για δέσιμο. Δύο μοναχά άνθρωποι την καταλαβαίνουν: ο καθηγητής της των μαθηματικών και ο γείτονας και καλύτερός της φίλος Παύλος. Τον Παύλο τον γνωρίζει από μικρή και ίσως να είναι το μοναδικό πλάσμα το οποίο θα μπορούσε να πει ότι είχε αγαπήσει. Μαζί έπαιξαν, μαζί έκλεψαν -το αυτοκίνητο του μπαμπά της-, μαζί ανακάλυψαν τις πρώτες ερωτικές συγκινήσεις και πολλές πολλές μουσικές. Εξάλλου, όπως σκεφτόταν εκείνος: «Για την Ανατολή, σε κάθε περίσταση, υπάρχει ένα τραγούδι. Ένα τουλάχιστον».
Η Ανατολή ωστόσο δεν ήταν μόνο ερωτευμένη με τη μουσική, αλλά και με τη γεωμετρία – σε πολλές μάλιστα περιστάσεις μπορούσε να περιγράψει τις σκέψεις της χρησιμοποιώντας γεωμετρικά σχήματα. Κι αυτό την έσπαγε σε πολλούς, μα πάνω απ’ όλα στον μπαμπά της. Ο μπαμπάς! Ο επαναστάτης του γλυκού νερού. Ο κομμουνιστής. Αυτός που έκανε δήλωση μετανοίας την εποχή της δικτατορίας και παρά το ότι πίστευε στα δίκια των λαών, στα δικαιώματα των φτωχών και στα λοιπά τραγικά, διέθετε ένα τεράστιο διαμέρισμα, εγγλέζα γκουβερνάντα για τα παιδιά και ακόμη κι ένα δουλικό, ένα νιο κορίτσι από κάποιο χωριό. Επαναστάτης με τα όλα του δηλαδή.
Ο μπαμπάς ήταν ο μεγάλος εχθρός της Ανατολής, αλλά είχε κι άλλους. Πολλούς. Οι εχθροί της δεν ήταν όσοι δεν την καταλάβαιναν, αλλά όσοι δεν την αποδέχονταν. Κι αν ο ένας τη χτυπούσε πού και πού, οι άλλοι τη μαστίγωναν με τη γλώσσα. Αλλά αυτή δεν μάσαγε. Τους έφτυνε την περιφρόνησή της, κλείνονταν στο δωμάτιό της, άκουγε μουσική και έλυνε ασκήσεις γεωμετρίας, όταν φυσικά δεν έκανε παρέα με τον Παύλο.
Για τον Παύλο, όταν ήταν μικρή, έκανε μεγάλα όνειρα, ή μάλλον είχε γι’ αυτόν ένα μεγάλο όνειρο: ότι δεν θα άλλαζε ποτέ και πώς κάποια μέρα θ’ άνοιγε ένα δισκάδικο, όπου θα χρησιμοποιούσε τις γνώσεις του για καλό σκοπό. Το μόνο που κάποτε ο Παύλος θα έφευγε στο εξωτερικό για σπουδές, αφήνοντάς τη μόνη. Το μόνο που κάποτε ο Παύλος θα συμβιβαζόταν, αναγνωρίζοντας μια αλήθεια που δεν ήταν η δική του. «Κάποτε είχα αισθήματα: ήταν μια αρρώστια που κόλλησα στην εφηβεία μου», σκέφτεται τώρα. Αλλά η Ανατολή έχει τις δικές της απόψεις: «Όσοι είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν την ελευθερία για χάρη της ασφάλειας θα χάσουν και τις δύο» και «Οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι να κάνουν ό,τι δεν θέλουν να κάνουν».
Ο Παύλος ωστόσο δεν υπήρξε ο μοναδικός άντρας στη ζωή της Ανατολής. Ήταν και ο Μιχάλης. Ο Μιχάλης, τον οποίο παντρεύτηκε σχεδόν για πλάκα. Ένας νεαρός ιδεαλιστής, Κνίτης με τα όλα του. Κάποιος που πίστευε τυφλά στις αλήθειες του κόμματος και όχι σ’ αυτές της ζωής και ο οποίος ενδιαφερόταν περισσότερο για συνελεύσεις, συγκεντρώσεις, αφισοκολλήσεις και να πηδάει τις συντρόφισσες από το να ξοδεύει χρόνο μαζί της. Είχαν επικούς καυγάδες, γλυκές συμφιλιώσεις, αλλά στο τέλος της ημέρας κατάλαβαν ότι δεν μπορούσαν να είναι μαζί. Εκείνη ήθελε να ζήσει τη ζωή της, εκείνος τη ζωή των άλλων.
Το Για την αγάπη της γεωμετρίας είναι μια ιστορία για την αγάπη, για τις μουσικές, για τις πατριωτικές εμμονές και τις κομματικές παρωπίδες, για τα όνειρα που τις περισσότερες φορές δεν γίνονται ποτέ πραγματικότητα, αφού οι άνθρωποι δεν τολμούν στ’ αλήθεια να τα κυνηγήσουν, αλλά και για την τρέλα – πραγματική ή μη. Η Ανατολή είναι ένας χαρακτήρας αντισυμβατικός, που δεν χωράει σε κουτιά και κατηγοριοποιήσεις, που κάνει ό,τι κάνει επειδή το θέλει ή γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, αλλά ποτέ για τα μάτια των άλλων, που αρνείται ίσως να μεγαλώσει μέσα σ’ ένα κόσμο που δεν της αρέσει, ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν αναγνωρίζουν της ζωής την ουσία. Μια γυναίκα φευγάτη, που αιωρείται ανάμεσα στα σχήματα και τις μουσικές και χαράζει πορείες στα μονοπάτια των ονείρων της.
Το βιβλίο αυτό θυμίζει κάποια από τα παλαιότερα της συγγραφέως, ίσως περισσότερο το Αύριο, μια άλλη χώρα, αλλά είναι πολύ καλύτερο από αυτά. Πιο ώριμο. Πιο μεστό. Και πιο ταξιδιάρικο – όχι τόσο στο χώρο όσο στο χρόνο, και στις ψυχές.
Άλλα βιβλία της που παρουσιάσαμε:
Ο χρόνος πάλι
Για τη σημαία και το έθνος
Αφρικανικό ημερολόγιο
Λίγο από το αίμα σου
Λος Άντζελες
Ιστορίες του σώματος
Κινέζικα Κουτιά
Γράμμα από ένα δράκο
Πιτσιμπούργκο
Ιστορίες Απόγνωσης
Συγχώρεση
Η φυγή
Άλμπατρος
Το εργοστάσιο των μολυβιών
Η Μαριόν στ' ασημένια νησιά και στα κόκκινα δάση
Ο υπόγειος ουρανός
Αύριο, μια άλλη χώρα
Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης
Το εναέριο τρένο στο Στίλγουελ
Άλφαμπετ Σίτυ
Θάνατος το ξημέρωμα
Φτωχή Μάργκο
Γράμμα από την Αλάσκα
Sunday, March 28, 2010
Σώτη Τριανταφύλλου: «Έχω συνηθίσει τα αυγά και τις πολιτικές αντιπαραθέσεις»
Τη Σώτη Τριανταφύλλου τη διαβάζω εδώ και χρόνια και μπορώ να μου πω ότι μου αρέσει για διάφορους λόγους: τα βιβλία της αποπνέουν ελευθερία, οι ήρωές της είναι ανθρώπινοι με όλα τα λάθη και τα πάθη τους και ταξιδεύουν πολύ, και η ίδια δε διστάζει ποτέ να πει τη γνώμη της, προκαλώντας πολλές φορές αναταραχές στα λιμνάζοντα νερά των λογοτεχνικών κύκλων, στους οποίους άλλωστε δεν ανήκει.Αφορμή γι’ αυτή τη συνέντευξη στάθηκε η μυθιστορηματική της αυτοβιογραφία με τίτλο «Ο χρόνος πάλι» που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Σ’ αυτή μας μιλά για κάποια πράγματα που γνωρίζαμε ήδη από τα προηγούμενα γραπτά της, σχολιάζει ανθρώπους και καταστάσεις, μιλά για τους ήρωες και το Παρισάκι της, για την πολιτική, και για την πατρίδα, τη θρησκεία και την οικογένεια, το ανόσιο τρίπτυχό της. Θέλοντας να δώσουμε στη συζήτηση που ακολουθεί ένα αλλιώτικο χρώμα αποφασίσαμε να στηρίξουμε τις ερωτήσεις μας, κατά κύριο λόγο, σε κάποιες από τις ατάκες αυτού του βιβλίου, που κάπου μοιάζει σαν το δικό της προσωπικό μανιφέστο.
Κάτι μου λέει ότι ζητούσες πώς και πώς να γράψεις ένα βιβλίο σαν κι αυτό. Ή όχι;
Nαι, μάλλον. Λόγω της ηλικίας μου...Στα πενήντα οι άνθρωποι κάνουν απολογισμούς, κοντοστέκονται λιγάκι... Επίσης, μιας και οι πρεσβύτεροι έχουν φύγει από τη ζωή μπορούν να είναι απολύτως ειλικρινείς χωρίς να κινδυνεύουν να πληγώσουν ανθρώπους.
Το «εκστατικά ευτυχισμένη» είναι η αγαπημένη σου έκφραση; Τη συναντάμε και σε άλλα βιβλία σου.
Είναι μια από τις αγαπημένες μου εκφράσεις: έχω κι άλλες... (“Τέλεια, όλα τέλεια!” “Σε πλήρη άνθηση!” κτλ). Πιστεύω πολύ στην ανθρώπινη ευτυχία. Στο ότι, δηλαδή, είναι εφικτή και μάλιστα όχι με πολύ δύσκολο τρόπο.
Τι σου έφταιξε το ΚΚΕ και το βαράς συνέχεια;
Ξέρω πολύ καλά τους κύκλους του ΚΚΕ από παιδί: γεννήθηκα και μεγάλωσα σ' αυτό το περιβάλλον. Πέρασα λίγο καιρό στην ΚΝΕ όταν ήμουν πολύ νέα, στη διάρκεια της μεταπολίτευσης: βρισκόμουν σε διαρκή σύγκρουση μ' αυτούς τους ανθρώπους...'Ήταν η χειρότερη περίοδος της ζωής μου... Θεωρώ το ΚΚΕ αντιδημοκρατικό κόμμα, τρομακτικά συντηρητικό και στενοκέφαλο, οπισθοδρομικό και ψευδολόγο σχετικά με την ίδια του την ιστορία, το παρόν του και το μέλλον.
Αν λάβεις υπόψη αυτά που γράφεις εδώ για την επίσημη αριστερά σε ξένισαν οι αντιδράσεις με τ’ αυγά;
Όχι, δεν με ξενίζουν τέτοιες εκδηλώσεις. Έχω συνηθίσει και είμαι πολύ σκληραγωγημένη. Μέσα στο βιβλίο “Ο χρόνος πάλι” υπάρχει ένα “αντικομουνιστικό” άρθρο που έγραψα για το περιοδικό “Αντί” στα τέλη του 1989. Θέλω να πω, δεν είμαι καινούργια σ' αυτή την πολιτική αντιπαράθεση.
Αν δεν υπήρχαν τα βιβλία όντως θα είχες πεθάνει; Ποια είναι η σχέση σου μαζί τους σήμερα;
Διαβάζω διαρκώς και βλέπω πολλές ταινίες. Τα βιβλία, ο κινηματογράφος και το ροκ εντ ρολ συνιστούν μεγάλο μέρος της ζωής μου. Τα βιβλία με βοήθησαν να γίνω ελεύθερος άνθρωπος. Υπό αυτή την έννοια μου έσωσαν τη ζωή. Επίσης μου τη σώζουν καθημερινά γιατί με κάνουν να σχεδιάζω μακροπρόθεσμα: έχω βάλει στοίχημα με τον εαυτό μου να διαβάσω μια ολόκληρη βιβλιοθήκη προτού πεθάνω. Και να μάθω κάμποσα πράγματα που δεν ξέρω.
Πρέπει οπωσδήποτε να αποφεύγουμε να γίνουμε σαν τη μαμά; Να επαναλαμβάνουμε όλοι σα μάντρα μέσα μας: Δε θέλω να γίνω σαν εσένα;
Δεν ήθελα να γίνω σαν τη δική μου μαμά, δεν ξέρω για τις μαμάδες των άλλων...Προφανώς υπάρχουν μαμάδες-πρότυπα, αλλά δεν αισθανόμουν τόσο τυχερή. Τουλάχιστον έτσι σημειώνω στο “Ο χρόνος πάλι” καθώς περιγράφω την οικογένειά μου και τα εφηβικά μου χρόνια. Ήθελα να γίνω, όπως είπα πριν, ελεύθερος άνθρωπος. Η μητέρα μου δεν ήταν ελεύθερος άνθρωπος. Κανείς απ' όσους με περιέβαλλαν δεν ήταν ελεύθερος άνθρωπος. Ήταν απαραίτητο να αναζητήσω αλλού πρότυπα σκέψης και συμπεριφοράς.
Τα δεσμά της οικογένειας είναι τα χειρότερα και οι χειρότεροι εχθροί μας είναι η οικογένειά μας, όπως λέει και ο Μπλέικ;
Ο χειρότερος εχθρός μας είναι ο εαυτός μας: ακούγεται σαν τη χονδροειδέστερη κοινοτοπία, αλλά, πράγματι, δεν μας φταίει κανείς για τίποτα. Οι άνθρωποι διαθέτουν ευκαιρίες επιλογής, αυτό που ονομάζουμε ελεύθερη βούληση. Ό,τι κι αν έχει συμβεί στην οικογένεια διορθώνεται. Ό,τι κι αν έχει συμβεί γενικά διορθώνεται.
Η Ελλάδα είναι ένα νεκροταφείο ιδεών, ένα σκουληκιασμένο κεράσι; Δεν έχει σωτηρία;
Προσπαθώ να βλέπω τη θετική πλευρά και τις ρωγμές της πραγματικότητας... Είμαστε μια κοινωνία χωρίς ήθος, οι αξίες είναι είτε ανύπαρκτες, είτε αντεστραμμένες.
Εξακολουθείς να χορεύεις το κροκοδειλορόκ;
Α ναι, βέβαια. Μεγαλώνω μαζί με τον Έλτον Τζον και τον Μικ Τζάγκερ: τους αναφέρω επειδή χορεύουν κι αυτοί το κροκοδειλορόκ.
Οι περισσότερες γυναίκες, φεμινίστριες και μη, μεταμορφώθηκαν όντως στη μάνα τους; Γιατί πιστεύεις ότι έγινε αυτό;
Ο κόσμος είναι γεμάτος από δυσαρεστημένους ανθρώπους -γυναίκες και άντρες- που θα ήθελαν να έχουν ζήσει αλλιώς τη ζωή τους. Κι από μερικούς που βυθίζονται στην αυταρέσκεια. Έτσι είναι φτιαγμένος ο κόσμος...
Η γλυκιά πλήξη εσένα δε σου πάει; Πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι είναι αντεπαναστατική; Αυτή είναι άραγε που ορίζει τις ζωές μας σήμερα;
Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι δεν πλήττω εύκολα. Όταν πλήττω, αλλάζω αυτό που κάνω, δοκιμάζω κάτι καινούργιο.
Εξακολουθούμε να επαναστατούμε υπό όρους. Γιατί συμβαίνει αυτό;
Φόβος, επιρρέπεια στην ασφάλεια, έλλειψη περιπετειώδους πνεύματος...Δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία, δεβαριεσισμός, ηττοπάθεια...
Ο αδελφός σου έγινε κομφορμιστής κι εσύ έγινες εσύ. Δε συλλαμβάνεις τον εαυτό σου πού και πού να σκέφτεται ότι θα ήθελε να ακολουθήσει το δρόμο του αδελφού; Γιατί όχι;
Α, όχι, με τίποτα! Δεν θα μπορούσα να είμαι στέλεχος του ΚΚΕ, επιχειρηματίας και οικογενειάρχης! Δεν θα ήμουν εγώ, θα ήταν κάποιος άλλος. Ο κάθε άνθρωπος κάνει τις δικές του επιλογές: δεν μπορούμε να εξελισσόμαστε όλοι με τον ίδιο τρόπο...Κι αυτό φαίνεται, νομίζω, από νωρίς στη ζωή.
Ο έρωτας και η αρρώστια σε κάνουν ενήλικο άνθρωπο. Εσύ τα κατάφερες ή έμεινες μια αιώνια έφηβη;
Είμαι ενήλικη υπό την έννοια ότι μπορεί κανείς να μου έχει απόλυτη εμπιστοσύνη. Επίσης, είμαι ενήλικη διότι δεν είμαι παιδί κανενός: κανείς δεν με προστατεύει, κανείς δεν με καθοδηγεί, είμαι, όπως είπα, ανεξάρτητη και έχω την ευθύνη του εαυτού μου από 18 ετών.
Οι άντρες θέλουν να πέσουν στην αγκαλιά των γυναικών αλλά όχι στα χέρια τους. Οικουμενική αυτή η αλήθεια;
Και το αντίστροφο... Τα φύλα κακομεταχειρίζονται το ένα το άλλο.
Εξακολουθείς να πιστεύεις ότι οι μπήτνικς ήταν μέτριοι συγγραφείς; Το ρωτώ αυτό επειδή κάποιοι συνεχίζουν να σε ταυτίζουν μ’ εκείνους.
Οι ποιητές και όσοι βρίσκονται στις παρυφές -ο Ορλόφσκι, ο Ρέξροθ- ήταν μεγάλοι ανανεωτές της αμερικανικής λογοτεχνίας. Ο Γκίνσμπεργκ επίσης... Αλλά, για παράδειγμα, ο Κέρουακ δεν έφτασε ποτέ ξανά στο επίπεδο του “Στον δρόμο”... Το “Στον δρόμο” είναι κλασικό μυθιστόρημα που καθρεφτίζει τον εικοστό αιώνα.
Η ζωή είναι όντως ένα αστείο σε μεγέθυνση και όχι μια τραγωδία, όπως υποστηρίζουν οι περισσότεροι;
Δεν καταφέρνω να δω τη ζωή σαν τραγωδία. Καμιά φορά, πράγματι με πιάνει κλαυσίγελος...
Τα ψέματα είναι μια μορφή καλοσύνης. Τα ψέματα μας προστατεύουν από αβάσταχτα γεγονότα. Μήπως όμως μας εμποδίζουν να δούμε και την πραγματικότητα όπως ακριβώς είναι;
Μέρος της ευγενικής συμπεριφοράς είναι η αποφυγή οδυνηρών θεμάτων, κρίσεων και επικρίσεων. Για να ζούμε σε σύνολο με σχετική αρμονία πρέπει να μάθουμε να είμαστε ειλικρινείς και να εκφράζουμε τα αισθήματά μας βάση κάποιου πρωτοκόλλου. Η χωρίς πρωτόκολλο συμπεριφορά είναι ηθικά απαράδεκτη.
Το καλό με το γράψιμο: όταν γράφεις, κανείς δεν σε διακόπτει αλλάζοντας ξαφνικά θέμα. Τελικά γι’ αυτό γράφεις; Και μήπως, ρωτώ, οι άνθρωποι τώρα πια ξέρουν μόνο να μιλούν και όχι να συζητάνε;
Ποτέ δεν ήξεραν να συζητούν. Γύρω μας ακούγονται φωνασκίες...όχι συνομιλίες.
Πρέπει στ’ αλήθεια η λογοτεχνία να ανασκευάσει τη μη ικανοποιητική πραγματικότητα;
Δεν προκύπτουν μυθιστορήματα από την εξιστόρηση της απλής καθημερινότητας...Η καθημερινότητα είναι κατώτερη της λογοτεχνίας. Εμείς είμαστε φτωχότεροι από τους ήρωες που δημιουργούμε.
Το μειονέκτημα της αθεΐας είναι ότι ξέρεις πως οι κακοί δεν θα τιμωρηθούν στον άλλο κόσμο. Σε πληγώνει αυτό;
Τι να κάνουμε... Η αθεΐα έχει κάμποσα μειονεκτήματα: ξέρεις ότι θα επιστρέψεις στην ανυπαρξία...Δεν είναι εύκολο να αποδεχτείς το απόλυτο τίποτα. Όσο για τους “κακούς” τρώγονται από την ίδια τους την κακία. Δεν υπάρχουν ευτυχισμένοι “κακοί”. Εξάλλου, το μίσος, όπως λέει ο Κινέζος σοφός στα “Κινέζικα κουτιά” είναι δαπάνη ενέργειας.
Έγραψες ξανά και ξανά ιστορίες που λαμβάνουν χώρα στις ΗΠΑ, την Αγγλία, την Αφρική. Πώς έτυχε και δεν ασχολήθηκες ποτέ στο παρελθόν εκτεταμένα με το Παρισάκι, όπου πέρασες και περνάς ένα μεγάλο μέρος της ζωής σου;
Έχω γράψει κάμποσα διηγήματα, όπως αυτό που περιλαμβάνεται στο “Ο χρόνος πάλι”, με τίτλο “Μικόλ”. Παρά τα τριάντα χρόνια πέρα-δώθε στο Παρίσι δεν έχω καταφέρει να ενσωματωθώ στη γαλλική κοινωνία. Δεν συμπαθώ τους Γάλλους, παρότι με φιλοξενούν στη χώρα τους. Συμβαίνουν αυτά...Κι εμείς στην Ελλάδα φιλοξενούμε ανθρώπους που δεν μας συμπαθούν: πρέπει να αναρωτιόμαστε γιατί...
Κάπου διάβασα ότι: «Μ’ αυτό το βιβλίο η Σώτη επέστρεψε…» Χαμογέλασα. Απέκτησες κι εσύ τους purists σου;
Ο καθένας λέει τα δικά του. Κι εγώ λέω τα δικά μου.
Λάκης Φουρουκλάς
Δημοσιεύθηκε στην κυπριακή εφημερίδα "Αλήθεια"
Monday, February 22, 2010
Σώτη Τριανταφύλλου – Ο χρόνος πάλι
Επινοημένη αυτοβιογραφία; Ίσως, ίσως και όχι. Ωστόσο κάτι μού λέει ότι η Σώτη Τριανταφύλλου άδραξε με χαρά την ευκαιρία να γράψει αυτό το βιβλίο, το κείμενο του οποίου άλλοτε κυλά σα ρυάκι και άλλοτε σαν ποτάμι ορμητικό, που σε πολλά σημεία μοιάζει εξομολογητικό και σε άλλα κρυπτικό. Κάποτε είχα γράψει ότι το «Εργοστάσιο των μολυβιών» μοιάζει σαν «βιβλίο δρόμου στην ιστορία». Το «Ο χρόνος πάλι» μοιάζει ακριβώς το ίδιο, αν εξαιρέσουμε τα ένθετα διηγήματα και κάποιες αναλύσεις, το μόνο που εδώ μιλάμε για μια ιστορία βιωμένη προσωπικά από τη συγγραφέα. Μια μέρα χρειάστηκα όλη κι όλη για να το διαβάσω, μία ακόμη θα χρειαστώ για να το διαβάσω ξανά. Γιατί ναι, θα το ξαναδιαβάσω στα σίγουρα, αφού περισσότερο με μυθιστόρημα μοιάζει παρά με βιογραφία, μ’ ένα μυθιστόρημα γραμμένο άμεσα, στο πρώτο πρόσωπο, το οποίο δεν ακολουθεί μια γραμμική πορεία αλλά «σκορπίζεται» σε διαφορετικά μονοπάτια, που μας ταξιδεύει στους τόπους και τους ανθρώπους, που μας μιλά για μια ζωή που κτίστηκε με βάση τα δικά της θέλω και πρέπει, για μια ψυχή που ακολούθησε τη δική της ξεχωριστή διαδρομή.Διασχίζοντας τις σελίδες αυτού του τόμου συναντούμε και πάλι κάποια πρόσωπα που πρωτογνωρίσαμε στα μυθιστορήματα και τα διηγήματα της συγγραφέως, μαθαίνουμε για τις πηγές της έμπνευσής της, παρατηρούμε όλα εκείνα τα μικρά και μεγάλα, σημαντικά και ασήμαντα γεγονότα που διαμόρφωσαν τη γραφή και τον χαρακτήρα της. Και διαπιστώνουμε ότι ναι, όπως και στις μυθοπλασίες, έτσι και στη ζωή, το όνειρό της ήταν να γίνει κάποτε «εκστατικά ευτυχισμένη», μια φράση που επανέρχεται ξανά και ξανά στα κείμενά της.
Οι μουσικές, τα βιβλία, οι φίλοι οι αγαπημένοι, τα ταξίδια και λιγότερο οι σπουδές της, ήταν αυτά που τη διαμόρφωσαν, μοιάζει να μας λέει. Και δε χάνει και πάλι την ευκαιρία να τα χώσει στους «ιερούς και όσιους» θεσμούς της ελληνικής κοινωνίας, την πατρίδα δηλαδή, τη θρησκεία και την οικογένεια. Αλλά τα χώνει και στους πολιτικούς, ακόμη και στην καθαγιασμένη αριστερά, και στους κάθε λογής υποκριτές, που ξέχασαν το ποιοι ήτανε και ποιοι ήθελαν να γίνουν, που θυσίασαν τα πάντα στο βωμό μιας «θεσούλας» στο δημόσιο ή όπου αλλού.
Οι λέξεις της μοιάζουν να στάζουν οργή και θλίψη, τρυφερότητα και χαρά, αλλά και να μας περιγράφουν κατά κάποιο τρόπο τον ψυχισμό της. Τον ψυχισμό μιας συγγραφέως που μάλλον αν δεν έγραφε θ’ αρρωστούσε βαριά, που αν δεν ταξίδευε θα τρελαινόταν, που αν δεν είχε τους καλούς της φίλους θα χανόταν.
Οι λέξεις της. Οι πόλεις της. Η Αθήνα τότε και τώρα, το Παρισάκι, η Νέα Υόρκη και το Λος Άντζελες. Ένα παιδί των πόλεων, μια συγγραφέας των πλατιών οριζόντων.
Σ’ αυτό το βιβλίο έχουμε για πρώτη φορά μια ιστορία που διαδραματίζεται αποκλειστικά στο Παρίσι, σε μια από τις αγαπημένες της πόλεις, με τους μουντούς, τους άχρωμους πλην κουλτουριάδες κατοίκους της, αλλά και (όχι για πρώτη φορά φυσικά) μια μεγάλη αναφορά στην Αφρική, όπου μας ταξίδεψε πρόσφατα με ένα «ημερολόγιο», αλλά και το «Λίγο από το αίμα σου». Την Αφρική που τη σημάδεψε ψυχικά και σωματικά, που την ταλαιπώρησε και την ενέπνευσε.
Οι τόποι της. Οι άνθρωποί της.
«Ο χρόνος πάλι», θα μπορούσα να πω ότι για μένα είναι το βιβλίο με τις τσακισμένες σελίδες -σε τόσα πολλά σημεία στάθηκα, τόσα πολλά σημεία μουντζούρωσα- και θα μπορούσα να συνεχίσω να γράφω γι’ αυτό για πολύ ακόμη. Ωστόσο δε θα το κάνω. Θα βάλω μια τελεία εδώ, με την ελπίδα ότι τα ερωτήματα που γέννησε στο μυαλό μου θα απαντηθούν σε μια μελλοντική συνέντευξη. Έως τότε… enjoy!
Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη
Monday, July 27, 2009
Σώτη Τριανταφύλλου – Ηλίας Ιωακείμογλου: Για τη σημαία και το έθνος
Το βιβλίο αυτό περιλαμβάνει δύο ανεξάρτητα κείμενα που ασχολούνται με το ίδιο θέμα. Οι συγγραφείς μας μιλούν για τους σύγχρονους εθνικισμούς και τις ρίζες τους και σχολιάζουν το ρόλο που διεκδικεί η σημαία στις μοντέρνες πολυεθνικές, αλλά ουσιαστικά βαθιά ρατσιστικές, κοινωνίες.Ο Ηλίας Ιωακείμογλου επικεντρώνεται στα της Ελλάδας, τα στερεότυπα και τις βγαλμένες λες από καλούπι απόψεις που επικρατούν, εξηγεί γιατί λέμε «μαμά – πατρίδα» και όχι «πατέρας – πατρίδα» και στο γνωστό τρίπτυχο «Πατρίς-θρησκεία-οικογένεια» προσθέτει και την Αγορά, αυτή που στο τέλος της ημέρας ορίζει τα πάντα. Μελετώντας τα γεγονότα των πρόσφατων χρόνων και την πατριωτική ή εθνικιστική έξαρση που παρατηρείται παντού, μελετά τα τι και τα γιατί και φτάνει σε μερικά χρήσιμα συμπεράσματα, με τα οποία κάποιοι θα συμφωνήσουν και κάποιοι άλλοι όχι. Η διαφωνία εξάλλου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κάθε πραγματικής δημοκρατίας. Σύμφωνα με τον συγγραφέα καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και γενικότερα της κοινωνικής πραγματικότητας παίζει η Οικογένεια, αφού: «Αυτή είναι ο ιδεολογικός μηχανισμός που εκπαιδεύει τα άτομα να ζουν σε έναν κόσμο χωρίς χρόνο». Καθώς μας ταξιδεύει από παράδειγμα σε παράδειγμα, από παραπομπή σε παραπομπή, κάπου παρατηρεί ότι είναι μεγάλες οι ομοιότητες του πατριώτη με τον πρωτόγονο άνθρωπο.
Απ’ τη δική της πλευρά η Σώτη Τριανταφύλλου ασχολείται κατά κύριο λόγο με τα της Αμερικής. Μιλά για τις εκεί εθνικιστικές εξάρσεις, για την πατριδολατρεία και την πατριδολαγνεία, για την εμπορευματοποίηση των πάντων, της σημαίας περιλαμβανομένης. Ταξιδεύοντάς μας στο χρόνο μας μιλά για τις ρίζες αυτού που αποκαλούμε «σημαία» και για το ρόλο που έπαιζε ανέκαθεν στην ιστορία, για το συνασπισμό των ανθρώπων κάτω ή γύρω από ένα κομμάτι πανί. Κάνει επίσης μια σύνδεση της σημαίας με τη θρησκεία, αφού όπως η τελευταία έτσι και η πρώτη, επιβάλλουν σε κάποιους ανθρώπους αρχές, πιστεύω και ιδέες αόριστες, που στο τέλος της ημέρας δεν εξυπηρετούν κανένα άλλο πέρα από τους κάθε λογής κυβερνώντες. Είτε σε δύση, είτε σε ανατολή, είτε σε χώρα κομμουνιστική είτε σε καπιταλιστική, είτε σε κοσμικό είτε σε θεοκρατικό κράτος, η σημαία χρησιμοποιείται κατά κόρον σαν όργανο των ισχυρών. Όσο για τις διαφορές ανάμεσα στην αριστερά και τη δεξιά στο συγκεκριμένο θέμα -όπως και σ’ αυτό του εθνικισμού άλλωστε- είναι πια δυσδιάκριτες, αν όχι ανύπαρκτες.
Τις απόψεις που εκφράζουν εδώ οι δύο συγγραφείς δε θα τις αποκαλούσα αιρετικές, αφού στηρίζονται σε ιστορικά γεγονότα. Το θετικό στοιχείο είναι ότι τις εκφράζουν ανοικτά, ελεύθερα, συμβάλλοντας έτσι με το δικό τους τρόπο στη δημιουργία ενός εποικοδομητικού διαλόγου, από τον οποίο σίγουρα κανείς δεν έχει να χάσει τίποτα. Θα έλεγα μάλιστα ότι ο αναγνώστης, ακόμη κι αν διαφωνεί, στο τέλος δεν μπορεί παρά να βγει κερδισμένος, αφού μέσα απ’ αυτό το βιβλίο θα αποκτήσει μια πληρέστερη εικόνα και καλύτερη κατανόηση για όλ’ αυτά που συμβαίνουν γύρω μας.
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι.
Wednesday, March 11, 2009
Σώτη Τριανταφύλλου - Αφρικανικό ημερολόγιο
Το «Αφρικανικό ημερολόγιο» είναι το μικρό αδελφάκι του «Λίγο από το αίμα σου» - ένα μεγάλο μέρος του εξάλλου περιλαμβάνεται στο εν λόγω μυθιστόρημα.Στην ανά χείρας νουβέλα για παιδιά και έφηβους κάθε ηλικίας διαβάζουμε για τα έργα και τις ημέρες της Μπέθανυ Σταμπς, μια μικρής αγγλίδας που έζησε μια σύντομη, αλλά περιπετειώδη και ευτυχισμένη ζωή. Η Μπέθανυ είναι αγριοκόριτσο ή... αγριοκάτσικο. Μια μικρή δεσποινίδα που με τη μετακόμιση της οικογένειάς της στην Κένυα μεταμορφώνεται σ’ ένα αθώο άγριο θηλυκό, που μαθαίνει να ζει τη ζωή όπως της έρχεται και ν’ απολαμβάνει την κάθε μέρα σαν μία και μοναδική.
Όλοι οι συμπατριώτες της μοιάζουν να πεθυμούν την Αγγλία, τα σπίτια τους με ονοματεπώνυμο και τις λέσχες τους, αλλά όχι αυτή. Από την πρώτη στιγμή γίνεται ένα με την αφρικανική γη, πιάνει φιλίες με τους ντόπιους, υιοθετεί μια τσίτα και γίνεται πολύ-πολύ ευτυχισμένη.
Οι καλύτεροί της φίλοι σ’ αυτό το ταξίδι είναι ο Ιερώνυμος ντε Μπιουτ -ένας αριστοκράτης που μεταμορφώνεται σ’ εθελοντή μεγαλόψυχο γιατρό- ο πρώτος και μοναδικός έρωτας της ζωής της- ο ιθαγενής Καγκέμα και ο κύριος Φίλιπς, ο κομμουνιστής μπάτλερ των ντε Μπιουτ. Μ’ αυτούς θα μεγαλώσει η Μπέθανυ, μ’ αυτούς θα μάθει ό,τι θα μάθει για τον κόσμο, μ’ αυτούς θα μοιραστεί τα οδυνηρά κι ανώδυνα μυστικά της.
Καθώς ακολουθούμε ένα-ένα τα βήματά της, σε μια αφήγηση που θυμίζει πολύ το «Αύριο μια άλλη χώρα», μας γίνεται όλο και πιο συμπαθής, έτσι όπως μοιάζει μ’ ένα άγριο, αδάμαστο πνεύμα, που ζει στο πετσί του αυτό που ονομάζουμε ελευθερία. Αν και οι υπόλοιποι χαρακτήρες του βιβλίου είναι επίσης ξεχωριστοί και ενδιαφέροντες, κανείς δεν μπορεί να κλέψει την παράσταση απ’ αυτή, κανείς δεν μπορεί να επιβληθεί στο δικό της κόσμο. Εξάλλου, όπως λέει κι η ίδια: «Η Αφρική ήταν για μένα σαν ένα θέατρο που ηχούσε από χειροκροτήματα.» Αυτό σε αντίθεση με τους άλλους, τους νοσταλγούς του τίποτα, στους οποίους ήθελε να πει: «Θέλω να ζήσω τη ζωή μου ξυπόλητη και να μη μάθω ποτέ πώς να συμπεριφέρομαι στο δείπνο ενός δούκα». Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που τις αδελφές ψυχές της τις συναντά στον «τρελό» Ιερώνυμο και τον εκκεντρικό Φίλιπς, που δεν διστάζει να της γράψει: «Φανταστείτε να μην είχαν σταυρώσει τον Χριστό: φανταστείτε να τον είχαν παλουκώσει! Οι εκκλησίες θα ήταν τίγκα στα παλούκια! Αντί να σταυροκοπιούνται οι χριστιανοί -η λαίδη ντε Μπιουτ, η μις Λύντια και τα λοιπά- θα έκαναν το σημάδι του παλουκιού! Και θα φορούσαν αλυσιδίτσες με χρυσά παλούκια. Φαιδρό, όχι;» Και λίγο παρακάτω: «Βάρβαροι, μις, είναι όσοι θεωρούν βάρβαρους όσους δεν τους μοιάζουν».
Το «Αφρικανικό ημερολόγιο» είναι ένα βιβλίο γραμμένο με τρυφερότητα και χιούμορ, που μιλά για την ελευθερία, τη φύση, τα πρώτα ξυπνήματα του έρωτα και τα μεγάλα πάθη των ανθρώπων και διαβάζεται γρήγορα κι ευχάριστα, όπως όλα άλλωστε τα βιβλία της Τριανταφύλλου. Κι η Μπέθανυ είναι ένας αξιαγάπητος χαρακτήρας, ένας θηλυκός Μόγλης που ζει με ένταση την κάθε στιγμή, αλλά ταυτόχρονα σκέφτεται ποιητικά, κι αγκαλιάζει τη ζωή με όλες της τις αισθήσεις: «Από τότε που έγινα εφτά ή οχτώ χρονών αργούσα πολύ να κοιμηθώ. Μ’ άρεσε να κάθομαι στη βεράντα και να ακούω την αφρικανική νύχτα: τους ήχους των άγριων ζώων και το αεράκι που φυσούσε στα φλογόδεντρα και στις αδανσωνίες. Παρατηρούσα τον ουρανό και τη λίμνη που καθρεφτιζόταν στο στερέωμα.»
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.
Sunday, January 4, 2009
Σώτη Τριανταφύλλου – Λίγο από το αίμα σου
Αύριο μια άλλη χώρα... η Κένυα. Ναι, το ξέρω ότι αυτός είναι ένας κάπως παράδοξος τρόπος για να αρχίσει κανείς την παρουσίαση ενός βιβλίου, αλλά να, το «Λίγο από το αίμα σου» μου θυμίζει σε αρκετά σημεία το «Αύριο μια άλλη χώρα», τουλάχιστον σε ό,τι έχει να κάνει με μια απ’ τις βασικές ηρωίδες του, τη μικρή Μπέθανυ. Κι αυτό επειδή η Μπεθ μοιάζει πολύ με τη Λιλή, εκείνο το φοβερό κορίτσι στο «Αύριο...».Όπως και νάχει, στο ανά χείρας μυθιστόρημα διαβάζουμε την ιστορία δύο οικογενειών, των Σταμπς και των ντε Μπιουτ, που αφήνουν την Αγγλία του μεσοπολέμου για την Κένυα, ψάχνοντας για κάποιες νέες μεγάλες ευκαιρίες, ή απλά ξοδεύοντας τα πλούτη που έχουν συσσωρεύσει. Η χώρα στα αμάθητα μάτια τους φαντάζει στην αρχή σαν ένας παράδεισος, ένας κόσμος που ποτέ δε θ’ αλλάξει, ένα μέρος υποταγμένο απόλυτα στη θέλησή τους.
Τα πράγματα, ωστόσο, δεν είναι ακριβώς όπως φαίνονται και όλοι οι ήρωές μας θα το ανακαλύψουν αυτό ο ένας μετά τον άλλο, με τη σειρά, με τρόπο σκληρό, τόσο στη διάρκειά της ιστορίας, όσο και λίγο πριν το τέλος της.
Το «Λίγο από το αίμα σου» δεν είναι τόσο ένα μυθιστόρημα που στηρίζεται στη μυθοπλασία, όσο στους χαρακτήρες του. Ο εκκεντρικός Ιερώνυμος, που ξαφνικά τη βλέπει ιεραπόστολος και περιθάλπει αρρώστους στα νοσοκομεία. ο άβουλος Ευγένιος -που είναι κι ο αφηγητής της ιστορίας- που φαινομενικά δεν έχει κανένα σκοπό στη ζωή. ο Ρόναλντ Σταμπς, πατέρας του τελευταίου, ένας ερασιτέχνης εφευρέτης, που κατασκευάζει τα πιο «κουφά» αντικείμενα κι είναι καλλιεργητής χρυσανθέμων. η Λύντια, αδελφή του Ιερώνυμου, μια κοπέλα με σκόρπια μυαλά. ο Φίλιπς, ο κομμουνιστής μπάτλερ των ντε Μπιουτ. κι η υπέροχη Μπέθανυ – αυτοί είναι οι ήρωες μας, οι χαρακτήρες, που χαίρονται, λυπούνται, πέφτουν, δυστυχούν και πού και πού γίνονται ευτυχισμένοι, καθώς παρελαύνουν μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Χαρακτήρες ανθρώπινοι, με πολλά πάθη και περίσσια λάθη, με πίστη στη ζωή και παραιτημένοι απ’ αυτή.
Η Σώτη Τριανταφύλλου μ’ αυτό το βιβλίο μοιάζει να επιστρέφει με χιούμορ πολλή και τρυφερότητα στ’ αχνάρια που χάραξε με το «Εργοστάσιο των μολυβιών», αφού μας δίνει ένα ιστορικό μυθιστόρημα που δεν είναι ακριβώς τέτοιο, ταξιδεύοντάς μας με τον ιδιαίτερο δικό της τρόπο στο χώρο και στο χρόνο. Το κείμενο κυλάει γρήγορα και απολαυστικά, με κινηματογραφικούς ρυθμούς, και οι ατάκες περισσεύουν. Αντιγράφουμε:
«...αν ο Ευγένιος προσευχόταν για κάτι, θα ζητούσε να μη γίνει ποτέ άνθρωπος χωρίς ερωτηματικά...»
«Φανταστείτε να μην είχαν σταυρώσει τον Ιησού. Φανταστείτε να τον είχαν παλουκώσει! Οι εκκλησίες θα ήταν τίγκα στα παλούκια! Αντί να σταυροκοπιούνται οι χριστιανοί, η λαίδη ντε Μπιουτ, η μις Λύντια και τα λοιπά – θα έκαναν το σημάδι του παλουκιού! Και θα φορούσαν αλυσιδίτσες από τις οποίες θα κρέμονταν μικροσκοπικά χρυσά παλούκια...»
«Βάρβαροι, μις, είναι όσοι θεωρούν βάρβαρους όσους δεν τους μοιάζουν.»
«... η νεανική ηλικία είναι η εποχή των μεγάλων ναυαγίων...»
«...έρωτας είναι ό,τι μπορεί να προδοθεί...»
«Στήνοντας πολέμους, Σταμπς, η μετριότητα αποκτά κύρος...»
«...φαίνεται πως ό,τι μου αρέσει είναι είτε ανήθικο, ή παράνομο, είτε παχαίνει κι αρρωσταίνει... όταν δεν σκοτώνει.» (Αυτό κάπου μου θυμίζει Όσκαρ Ουάιλντ)
«Η χριστιανική κόλαση είναι φωτιά, η ειδωλολατρική είναι φωτιά, η μουσουλμανική φωτιά, η ινδουιστική επίσης! Αν πιστέψουμε στις θρησκείες, Γιουτζήν, ο Μεγαλοδύναμος είναι ψήστης!»
«...ο κόσμος είναι όπως είσαι εσύ ο ίδιος.»
Θα μπορούσα να συνεχίσω για πολύ ακόμη αραδιάζοντας μικρά αποσπάσματα, αλλά δε θα το κάνω. Θα πω μονάχα ότι το «Λίγο από το αίμα σου» είναι κάτι σαν ένα ταξίδι, το οποίο πολύ απόλαυσα.
Κλείνω αυτή την παρουσίαση με μια μικρή, αναγκαία κατ’ εμένα, διόρθωση: Ο έλληνας του βιβλίου, ο Παπαδούλης, δε θα μπορούσε να πει στα 1970 ότι «η περήφανη Ροδεσία έγινε Ζιμπάμπουε», αφού η χώρα άλλαξε το όνομά της δέκα χρόνια μετά.
Σώτη Τριανταφύλλου - Λος Άντζελες
Πήρα, επιτέλους, στα χέρια μου το Λος Άντζελες της Σώτης Τριανταφύλλου και του Πέτρου Νικόλτσου. Το διάβασα αμέσως, με μια ανάσα, και η πρώτη ιδέα που σχηματίστηκε στο μυαλό μου ήταν πως έπρεπε να τιτλοφορείται «Νέα Υόρκη». Βλέπετε, είμαι από τους τυχερούς που έχουν στην κατοχή τους τα βιβλία «Το εναέριο τρένο στο Στίλγουελ» και «Άλφαμπετ Σίτυ», πάνω στα οποία βασίστηκε η συλλογή, κι έτσι τα κείμενα μου ήταν γνωστά. Και τα περισσότερα από αυτά μιλούσαν για τη Νέα Υόρκη και όχι για το Λος Άντζελες.Ύστερα, ωστόσο, το ξανασκέφτηκα το θέμα και κατέληξα ότι ο τίτλος είναι άσχετος. Τα κείμενα και οι φωτογραφίες είναι που έχουν σημασία. Τα κείμενα που μιλούν για μια Αμερική που γνώρισε πολύ καλά η Σώτη και για τη μικρογραφία της, το Λος Άντζελες, που φωτογράφισε όμορφα ο Νικόλτσος.
Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο δεν μπορεί παρά να προσέξει κανείς ότι πολλές φορές οι εικόνες και τα λόγια δε «συμβαδίζουν», κι αυτό είναι αναπόφευκτο αφού τα κείμενα προηγήθηκαν των φωτογραφιών. Είναι κάτι όμως που τα δένει: μια υπόγεια αίσθηση νοσταλγίας. Τα ασπρόμαυρα πλάνα του ενός καλλιτέχνη μοιάζουν πολλές φορές να κάνουν μακροβούτι στις αναμνήσεις του άλλου. Λες και προβαίνουν σε κάποια αλληλο-εξομολόγηση, που βγαίνει αβίαστα στο βιβλίο.
Όπως ανέφερα και πιο πριν, τα κείμενα τα έχω διαβάσει εδώ και καιρό, πολλές φορές μάλιστα, και τα έχω απολαύσει όσο λίγα από τα γραφτά της συγγραφέως, έτσι δεν μπορώ να προσφέρω κάποια αντικειμενική κρίση γι’ αυτά. Ωστόσο, με το κρύο μάτι του φωτογράφου, οφείλω να ομολογήσω ότι κάποιες από τις φωτογραφίες δε μου άρεσαν τόσο (αν και κάποιες άλλες με ενθουσίασαν). Μιλώ για λίγα ουσιαστικά πλάνα όπου βλέπει κανείς «κομμένα» κεφάλια ή όπου ο φωτισμός είναι πολύ άνισος ή που ολόκληρη η σκηνή είναι υπερφωτισμένη. Αν δεν επρόκειτο για βιβλίο που στηρίζεται τόσο στο λόγο όσο και στην εικόνα, ίσως να μην κάναμε αυτές τις επισημάνσεις.
Όπως και νάχει, με τα μικρά του ελαττώματα ή χωρίς, το Λος Άντζελες είναι μια όμορφη συλλογή, που θα δώσει την ευκαιρία στους φίλους της συγγραφέως να ανακαλύψουν -για πρώτη, ίσως, φορά- κάποια από τα παλιά της κείμενα, αλλά και να γνωρίσουν, μέσα από τις εικόνες, μια άλλη όψη της αμερικανικής μεγαλούπολης.
Κλείνουμε αυτή την αναφορά μ’ ένα απόσπασμα:
«Αναρωτιόμουν – αναρωτιόμουν πώς θα ήταν αν είχαμε παντρευτεί εκείνον που μας άρεσε στο λύκειο, αν είχαμε ζήσει με τη χάρη του 19ου αιώνα, αν είχαμε δεχτεί τον κόσμο. Πώς θα ήταν χωρίς ταξίδια ασθμαίνοντα, χωρίς αστέρια αφρίζοντα – πώς θα ήταν αν ζούσαμε με τους κανόνες των άλλων, αν τις νύχτες κοιμόμασταν μέσα σε υδάτινα τοπία και νούφαρα. Αναρωτιόμουν – πώς θα ήταν χωρίς αυτά τα αρχαϊκά ζώα, τα δηλητηριώδη φυτά, χωρίς αυτά τα παράκαιρα όντα, τα εκπεσόντα. Κάθε βράδυ, όταν συναντιόμασταν στους μεγάλους λιμενοβραχίονες, μέσα στις αμφίβολες συγχρωμίες, θυμόμουν εσένα, εσένα και τη φωτιά που σε χαράζει – κι αναρωτιόμουν πώς θα ήταν.»
Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μελάνι
Thursday, January 1, 2009
Σώτη Τριανταφύλλου - Ιστορίες του σώματος

«Ο πατέρας διέθετε μια σπάνια ικανότητα: είχε αδιαλείπτως, ανεξαιρέτως, σταθερά, άδικο».
«Δεν αρκεί να ονειρεύεσαι, πρέπει να αξίζεις τα όνειρά σου».
Ατάκες από ένα βιβλίο που μπορεί να διαβαστεί άνετα πολλές φορές, αν και δεν είναι όλες του οι ιστορίες... ιστορίες. Κάποιες απ’ αυτές θυμίζουν σκέψεις αποσπασματικές, και κάποιες άλλες, θραύσματα ζωής. Η Σώτη Τριανταφύλλου γράφει για το σώμα και την ψυχή του σώματος, η Έφη Χαλυβοπούλου δίνει μορφή στο σώμα και στο πνεύμα του σώματος. Μια ευτυχής συνεργασία και ένα όμορφο, εικαστικά και πνευματικά, αποτέλεσμα.
Όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο, η Σώτη και η Έφη, «διασταυρώθηκαν πολλές φορές στη ζωή και στην τέχνη. Πέρασαν από τα ίδια μέρη – τις φτωχογειτονιές του Μπρούκλυν – περπάτησαν στους ίδιους δρόμους και έκαναν συχνά παρόμοιες σκέψεις για το σώμα, τον έρωτα, το σεξ, την αρρώστια, το σωματικό πόνο, το θάνατο: σκέψεις για την ύλη μέσα στην οποία ζούμε. ερωτήσεις, καμιά φορά αναπάντητες. σχόλια για την πολύπλοκη χημεία μας, τους φυσικούς νόμους που διέπουν το σώμα μας, για την εξέλιξη, τα μυστήρια και τη μοίρα του...».
Οι ιστορίες, άλλοτε με χιούμορ, άλλοτε με νοσταλγία και τρυφερότητα, κι άλλοτε με σαρκασμό και σκληρό ρεαλισμό, μας μιλούν για εκείνο το κάτι που είναι πιο κοντά μας από καθετί άλλο: της ψυχής μας το καβούκι.
Το μικρό αυτό σε μέγεθος, αλλά μεγάλο σε περιεχόμενο, βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Athens Voice Books.
Σώτη Τριανταφύλλου - Κινέζικα Κουτιά

Το βιβλίο αυτό εξέπληξε πολλούς, αφού ξεφεύγει κατά πολύ από τα μυθιστορήματα με τα οποία μας είχε «συνηθίσει» η Σώτη. Τώρα, αυτό το «συνηθίσει» είναι πολύ σχετικό. Όπως και νάχει, η συγγραφέας μας μιλά για μια ακόμη φορά για την πόλη που ξέρει όσο λίγες στον κόσμο, τη Νέα Υόρκη. Ακολουθώντας τα βήματα του Ιδιωτικού Ντετέκτιβ Στούαρτ Μαλόουν, μας βγάζει βόλτα στις γειτονιές της πόλης, μας συστήνει τους κατοίκους της, κρίνει και επικρίνει τον τρόπο ζωής τους, με πικρό χιούμορ μιλά για τις πραγματικότητές τους: «Στις παρυφές της γειτονιάς βρισκόταν το αναμορφωτήριο Σπόφφορντ ή ‘Γέφυρες’. εκεί όπου έμπαινες ανήλικος παραβάτης και έβγαινες ενήλικος σήριαλ κίλερ», «Φεύγοντας από το Τμήμα, κρεμασμένος σχεδόν απ’ τη χειρολαβή του υπόγειου τρένου, σκεφτόταν με κατήφεια: ‘Δεν κερδίζουμε επειδή αξίζουμε, αξίζουμε επειδή κερδίζουμε’. αναρωτιόταν αν αυτό συνέβαινε σ’ όλη την οικουμένη ή ήταν ακόμα μια αμερικανική σπεσιαλιτέ».
Κάποιοι κριτικοί βιάστηκαν να «βαφτίσουν» αυτό το μυθιστόρημα Αστυνομικό. Καμία σχέση. Απλά οι φόνοι που γίνονται και τους οποίους προσπαθεί, όχι ιδιαίτερα είν’ η αλήθεια, να εξιχνιάσει ο Μαλόουν, δεν αποτελούν παρά την αφορμή για την περιπλάνηση του ήρωα σε τόπους και σε ανθρώπους, σε μια πόλη γεμάτη ζωή, πόνο, θάνατο, όπου όλοι είναι τόσο διαφορετικοί, αλλά οδυνηρά ίδιοι. Εξάλλου όπως λέει και ο κινέζος φιλόσοφος της γειτονιάς, ο Κι Γιανγκ: «Όταν βρέχει, όλοι βρέχονται».
Ο Μαλόουν, θα μπορούσε κι αυτός να είναι κάποιου είδους φιλόσοφος, φιλόσοφος του δρόμου, που μπορεί ανά πάσα στιγμή να ρίξει μια ατάκα και να καθαρίσει, ή ίσως έναν αφορισμό. Οι αφορισμοί εξάλλου είναι η ειδικότητά του: «Ο χρόνος τα γιατρεύει όλα, κι έπειτα σε σκοτώνει», «Αστυνομικός δεν γίνεσαι, αστυνομικός καταντάς. Όπως ο κλέφτης, ο ληστής, ο φονιάς και η πουτάνα», «Δεν είμαι πια τόσο νέος για να υποφέρω…»
Ο ιδιόρρυθμος αυτός ντετέκτιβ είναι ένας από τους πιο συμπαθείς ήρωες που δημιούργησε με τη φαντασία και τη γραφίδα της η Σώτη. Ένας ήρωας γήινος, ανθρώπινος, με πολλά ελαττώματα, νοσταλγός ενός έρωτα που έσβησε στο χθες, αρωγός μιας αγάπης τρυφερής για τον κόσμο, που αυτόν τον ίδιο φαίνεται να τον έχει προσπεράσει. Όσο για το όνομά του, κάπου διάβασα ότι μάλλον αποτελεί λογοπαίγνιο –M-alone– αλλά προσωπικά θα διαφωνήσω, χωρίς βέβαια να μπορώ να μπω και στο μυαλό της συγγραφέως. Κατά τη δική μου ταπεινή άποψη, πρόκειται απλά για ένα συνηθισμένο ιρλανδικό όνομα.
Όπως και νάχει, τα «Κινέζικα κουτιά» είναι ένα πλούσιο σε εικόνες μυθιστόρημα που σηκώνει περισσότερες από μία αναγνώσεις.
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.
Σώτη Τριανταφύλλου - Γράμμα από ένα δράκο

Το «Γράμμα από ένα δράκο» είναι ένα μικρό απολαυστικό παραμύθι, που μιλά σε πρώτο πρόσωπο για το γνωστό ετούτο ήρωα της μυθολογίας.
Αλλά, πως γράφει γράμμα ένα πλάσμα που δεν υπάρχει; Να, παίρνει το μολύβι και γράφει. Γράφει για να παραπονεθεί. Γράφει για να πει μερικές πικρές αλήθειες. Γράφει, γιατί, άμα δε γράψει, θα σκάσει. Κι αφού γράψει, επιστρέφει ήσυχα ήσυχα στην ανυπαρξία, ενώ εμείς πανηγυρίζουμε γιατί είμαστε ζωντανοί. Και γιατί δεν έχουμε τη φριχτή μούρη ενός δράκου.
Με πολλή χιούμορ και τρυφερότητα προσεγγίζει η Σώτη Τριανταφύλλου το θέμα της, χαρίζοντας στους μικρούς της φίλους κάποιες γενικές γνώσεις για τη μυθολογία των δράκων χωρίς να γίνεται ούτε στιγμή «βαρετή».
Την εξαιρετική εικονογράφηση υπογράφει η Κωνσταντίνα Καπανίδου.
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.
Σώτη Τριανταφύλλου - Πιτσιμπούργκο

Το «Πιτσιμπούργκο» είναι ένα από εκείνα τα μικρά διαμαντάκια γραφής που μας χαρίζει συχνά-πυκνά η Σώτη, όπου με χιούμορ και τρυφερότητα μας ζωγραφίζει με έντονα χρώματα μια εποχή, που έχει πια για τα καλά παρέλθει.
Όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο:
«Αυτό το σύντομο αφήγημα –γραμμένο σε μορφή επιστολών- είναι ένα μικρό δώρο της Σώτης Τριανταφύλλου στο νησί της Χίου. Επίσης, είναι μια έμμεση αναφορά στις περιπλανήσεις της στις κάποτε βιομηχανικές πόλεις – όπως το Πίτσμπουργκ της Πενσυλβάνια – στις εμπειρίες της ανάμεσα στους μετανάστες και στα ‘ψηλα χτίρια’, που, όπως γράφει εδώ ο κεντρικός ήρωας, ‘τα κοιτάς από κάτω και σου ’ρχεται ζαλάδα’.
Μέσα από την αλληλογραφία του Δημοσθένη και της Ελέγκως – που χρονολογείται από τις μέρες του πρώτου παγκοσμίου πολέμου – καταγράφονται θραύσματα αναμνήσεων από ανθρώπους που συνάντησε και λόγια που άκουσε διασχίζοντας τα τοπία του χάλυβα και του κάρβουνου. Κυρίως όμως πρόκειται για ένα κομμάτι της ιστορίας του νησιού, για μια λεπτομέρεια της μεγάλης περιπέτειας της μετανάστευσης.»
Μια ιστορία της μετανάστευσης, λοιπόν, στο νέο κόσμο, όπου άλλοι προκόβουν και άλλοι μένουν στάσιμοι, όπου άλλοι δουλεύουν σκληρά και άλλοι έχουν όλη την τύχη με το μέρος τους, όπου η αθωότητα του βλέμματος και της ψυχής υπάρχουν ακόμη σε πείσμα των καιρών.
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αιγέας.
Σώτη Τριανταφύλλου - Ιστορίες Απόγνωσης

Οι «Ιστορίες απόγνωσης» δεν είναι ιστορίες, μάλλον αποκόμματα είναι. Αποκόμματα ζωής. Όχι πως σ’ αυτό το βιβλίο δεν περιλαμβάνονται ΚΑΙ ιστορίες, απλά είναι μόλις δύο, η 12 και η 29, που πιότερο θυμίζουν παραμύθι.
Αν θα έπρεπε να συγκρίνουμε αυτό το βιβλίο με κάποια άλλα της Σώτης – που δεν πρέπει, αλλά το κάνουμε έτσι κι αλλιώς – θα λέγαμε ότι κάπου μας θυμίζει το «Άλφαμπετ Σίτυ» και το «Εναέριο τρένο στο Στίλγουελ».
Θραυσματικές σκέψεις, σκόρπιες αναμνήσεις και μια κάποια ελεγειακή ατμόσφαιρα αποτελούν τα κυρίαρχα στοιχεία εδώ, όπως και στα πιο πάνω βιβλία.
Η Σώτη, με αφορμή τα σχέδια του Χρίστου Βουγιουκλή, κάνει μια βουτιά στο παρελθόν και στη φαντασία της, ανασύροντας από εκεί διάφορα μικρά διαμαντάκια, που μπορούν να διαβαστούν ξανά και ξανά, αφήνοντας στα χείλη του μυαλού μια γλυκόπικρη γεύση.
Αντιγράφουμε από το 28:
Ο Χρήστος είπε: «Η αρρώστια είναι ένα φυτό. Είναι ένα φυτό». Έπειτα, αρρώστησε βαριά και πέθανε. Από τότε διασχίζω μόνη μου άγνωστες πόλεις με ατσάλινες σωληνώσεις, με αινιγματικά οδόσημα. με ρολόγια από καιρό σταματημένα. Είμαι πάντα περαστική, κανείς δεν με περιμένει. κανείς δεν με τυλίγει με μια κουβέρτα όταν τουρτουρίζω. κανείς δεν διαμαρτύρεται όταν, οδηγώντας, παίρνω τις στροφές με πέμπτη ταχύτητα. Από τότε που πήγαμε στη Χαϊδελβέργη, στο κάστρο -«στο Schloss», έλεγε ο Χρίστος, «στο Schloss»- δεν άκουσα κανένα να απαγγέλλει στίχους του Χάινε. Η αρρώστια είναι ένα φυτό. Ένα φυτό.
Στις «Ιστορίες Απόγνωσης» συναντώνται επιτυχώς δύο διαφορετικοί καλλιτέχνες και ενώνοντας τις δυνάμεις τους χαρίζουν στο φιλότεχνο αναγνώστη μερικές όμορφες στιγμές νοσταλγίας και ζωής.
Το βιβλίο κυκλοφορεί από την Athens Voice Books.
Σώτη Τριανταφύλλου - Συγχώρεση

«Αν πεθάνει το κτήνος, θα πεθάνει κι ο άνθρωπος». Αυτό θα μπορούσε να είναι το μότο της «Συγχώρεσης», του νέου αφηγήματος της Σώτης Τριανταφύλλου. Πιστεύω ότι μ’ αυτό το βιβλίο η Σώτη κάνει μια στροφή στη συγγραφική της πορεία. Το κείμενο σου δίνει την αίσθηση ότι κάτι αλλάζει στην οπτική, αλλά και τη θεματολογία της. Και αν και όπως υποστηρίζει η ίδια όλα τα βιβλία της έχουν ένα ανθρωπιστικό βλέμμα, η «Συγχώρεση» πάει ένα βήμα πάρα κάτω. Είναι ένα σχεδόν «τρυφερό» αφήγημα, «απάνθρωπα» ανθρώπινο. Προσπαθεί να μιλήσει για το καλό που κρύβουμε μέσα μας και για το κακό που προβάλλουμε. Η ηρωίδα της η Αντονία έχει κάθε λόγο να μισεί, κι όμως αγαπά. Έχει κάθε λόγο να κάνει το κακό, κι όμως κάνει το καλό. Έχει το δικαίωμα στο μίσος και το μετατρέπει σε συγχώρεση, ακόμη και σε συμπάθεια.
Δεν ξέρω γιατί, αλλά πιστεύω ότι αυτό το βιβλίο προκάλεσε κάποιου είδους «σύγχυση» ανάμεσα στους πιστούς φίλους της συγγραφέως, αλλά και τους κριτικούς. Ίσως να μην περίμεναν και πολλοί ότι θα καταπιανόταν μ’ ένα θέμα όπως η θανατική ποινή, αν και τα κοινωνικά ζητήματα δεν έπαψαν ποτέ να απασχολούν το έργο της. Ίσως να οφείλεται και στο ότι αυτή εδώ δεν είναι μια «ροκ» ιστορία (ακόμη και τα ιστορικά της μυθιστορήματα με τον τρόπο τους «ροκ» ήταν). Όπως και να ’χει, η «Συγχώρεση» είναι ένα καλογραμμένο βιβλίο, που μιλά για τον άνθρωπο. Για τον άνθρωπο που φτάνει στα όρια της απόγνωσης και γυρίζει πίσω πιο δυνατός, για τον άνθρωπο που θέλει να κάνει το καλό και κάνει το κακό ή και αντίστροφα.
Ένα κορίτσι εξαφανίζεται στο Νάσβιλλ του Τεννεσσή. Μια μητέρα νιώθει ως τα βάθη της ψυχής της τον πόνο της απώλειας. Νιώθει τον κόσμο να γκρεμίζεται γύρω της. Η χαρά πεθαίνει, το ίδιο κι η ελπίδα. Βαθιά μέσα της γνωρίζει ότι η κόρη της είναι νεκρή. Κι όταν ο εγκληματίας συλλαμβάνεται κι ομολογεί, το μόνο που επιθυμεί είναι να τον δει να τιμωρείται. Ο Λούκας καταδικάζεται σε θάνατο, αλλά και πάλι η Αντονία δεν βρίσκει τη λύτρωση που απεγνωσμένα ζητά. Μέχρι που αντιλαμβάνεται ότι «η συγχώρεση είναι ο μοναδικός τρόπος για να επιζήσει». «…Δεν θα ’ταν ωραίο αν φυλακίζονταν οι κακές πλευρές των ανθρώπων κι αφήνονταν ελεύθερες οι αθώες;», αναρωτιέται κάπου. Κάτι τέτοιο όμως, ξέρει ότι, θα συνέβαινε μόνο μέσα σ’ ένα ιδανικό κόσμο, κι ο δικός μας κάθε άλλο παρά τέτοιος είναι. Γι’ αυτό αδύνατη να κάνει τίποτ’ άλλο θα συγχωρέσει. Θα συγχωρέσει το δολοφόνο του παιδιού της. Θα νιώσει γι’ αυτόν και κάποια συμπόνια. Και θα θελήσει να τον βοηθήσει. Και θ’ απελευθερωθεί από τα δεσμά της θλίψης της. Και θα νιώσει μια γαλήνη να γεμίζει το είναι της.
Η Σώτη Τριανταφύλλου εισβάλλει στα άδυτα μιας πονεμένης ψυχής και παρακολουθεί τις διεργασίες της. Παρατηρεί πως αλλάζει. Πως χρόνο με το χρόνο αφομοιώνει το δηλητήριο που την έχουν ποτίσει και το μετατρέπει σε άρωμα. Σ’ ένα άρωμα γλυκό, της συγχώρεσης.
Το βιβλίο αυτό θα το χαρακτηρίζαμε σαν σταυροδρόμι στην πορεία της συγγραφέως. Ποιους δρόμους θ’ ακολουθήσει στη συνέχεια ο χρόνος μόνο θα το δείξει.
Σώτη Τριανταφύλλου - Η φυγή

Με τη «Φυγή» η Σώτη Τριανταφύλλου ρίχνει μια σύντομη ματιά στα χρόνια τα παλιά, τα εμφυλιοπολεμικά. Μια ματιά υπογείως αλλά αρκούντως ειρωνική.
Το βιβλίο αυτό μιλά για έναν έρωτα. Ένα παράνομο έρωτα, ανάμεσα σ’ ένα ταχυδρομικό υπάλληλο, που φτάνει στην Άμφισσα μετά από δυσμενή μετάθεση, λόγω ανέκφραστων φρονημάτων, και μιας όμορφης κοπέλας, που έχοντας πατήσει τα δεκαεννιά θεωρείται ήδη γεροντοκόρη, και «ποιος θα το πάρει το κορίτσι;»
Ο Αποστολής και η Άννα είναι φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο. Ο έρωτάς τους γεννήθηκε αστραπιαία, είναι κεραυνοβόλος, ωστόσο, δε φαίνεται να έχει πολύ μέλλον μπροστά του, καθώς ο πρώτος είναι παντρεμένος. Εντάξει, είναι ωραίο που περνούν καλά μαζί, αλλά για πόσο θα αντέξουν να ζούνε χώρια; Πρέπει να πάρουν τις αποφάσεις τους. Κάποιες οδυνηρές αποφάσεις. Μπροστά τους βρίσκεται ο δρόμος προς τον παράδεισο ή την καταστροφή.
Η φαντασία της συγγραφέως δημιούργησε δύο ήρωες που αγωνίζονται να ξεφύγουν απ’ τις συμβάσεις και τα καθιερωμένα. Αποφασισμένους να ζήσουν μαζί κι ευτυχισμένοι. Ο ένας, όμως, απ’ αυτούς έχει περισσότερο κουράγιο απ’ τον άλλο. Κι αυτός είναι ο Αποστόλης. Αυτός είναι που κινεί τα νήματα, που είναι αποφασισμένος να θυσιάσει τα πάντα για τον έρωτά. Θα σταθεί η Άννα αντάξιά του;
Ένα από τα κυρίαρχα στοιχεία αυτού του βιβλίου είναι η ειρωνεία. Μια ειρωνεία ελαφριά, που δε γίνεται σαρκασμός, αλλά που ωστόσο καταφέρνει να ισοπεδώσει τα πάντα, ή σχεδόν τα πάντα. Η Τριανταφύλλου ειρωνεύεται αυτά που ειρωνευόταν πάντα: τη ξεροκεφαλιά, το κόλλημα στο χθες και το... τι θα πουν οι γείτονες. Μέσα από τα λόγια και τις πράξεις του Αποστόλη φαίνεται να θέλει να μας δείξει πως, κατά τη γνώμη της, είναι οι αληθινοί ήρωες και επαναστάτες: «Μπορεί να ’τανε δειλός, αλλά όχι, γενναίοι δεν ήτανε ούτε όσοι είχανε λυμένο το ζωνάρι τους για καβγά. Η γενναιότητα ήτανε ένα άλλο πράμα, ένα πράμα ήσυχο...». Και η επανάσταση κάτι που συμβαίνει μέσα σου, κάτι σαν έκρηξη που σου ανοίγει τα μάτια, κάτι που σου δίνει τη δύναμη ν’ αλλάξεις και να προχωρήσεις με γενναία βήματα προς τη νέα ζωή. Ο Αποστόλης: «...Ίσως να ’κανε κάτι καλό για τον κόσμο, μιας και δεν είχε κάνει τίποτα ως τα τώρα, εκτός από το να πάρει δυσμενή μετάθεση, να διαλύσει την οικογένειά του και να ερωτευτεί. Χαμογέλασε με την τελευταία σκέψη: ξαφνικά, ένιωθε ευτυχισμένος. Θα ’κανε κάτι καλό για τον κόσμο και την Άννα.»
Οι ήρωες σ’ αυτό το βιβλίο είναι σαν ήρωες της Τριανταφύλλου. Αγαπούν τη φυγή. Αγαπούν την ελευθερία. Αλλά, κάποιοι όταν την αποκτούν δεν ξέρουν τι να την κάνουν, ενώ κάποιοι άλλοι νιώθουν ότι τώρα πια όλος ο κόσμος τους ανήκει. Ένα μικρό διαμάντι που διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα, όπως όλα εξάλλου τα βιβλία της Σώτης.
Σώτη Τριανταφύλλου - Άλμπατρος

Εδώ και λίγο καιρό παρακολουθώ με ενδιαφέρον την πολεμική που αναπτύσσεται εναντίον της Σώτης Τριανταφύλλου, από μερίδα συγγραφέων και κριτικών (ο θεός να τους κάνει) βιβλίων. Και τι δεν ακούστηκε (ή μάλλον γράφτηκε) αυτές τις μέρες για το νέο της βιβλίο ή και για την ίδια! Κάποιοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να αποδείξουν ότι η Σώτη δεν είναι καλή συγγραφέας. Την αποκαλούν «ρηχή», «επιφανειακή» ή δεν ξέρω τι άλλο. Ακόμη και δημοσιογράφοι που χαίρουν «σεβασμού» δεν παραλείπουν συχνά πυκνά να τα βάλουν μαζί της. Γιατί; Μα για τον πολύ απλό λόγο ότι η Σώτη (έτσι απλά, όπως την αποκαλούν οι χιλιάδες αναγνώστες της) είναι τόσο μεγάλο λογοτεχνικό κεφάλαιο, που τους τρομάζει, που τους κάνει να μην ξέρουν πώς να αντιδράσουν. Είναι μορφωμένη, έχει άποψη, έχει ρουφήξει τη ζωή με πάθος, ενώ οι περισσότεροι απ’ αυτούς πέρασαν τη δική τους, κλεισμένοι μέσα σε τέσσερις τοίχους, αυτοθαυμαζόμενοι. Ενοχλητική πολύ, έχει καταντήσει για τους καρεκλοκένταυρους συνδικαλιστές «συναδέλφους» της. Τους χαλάει τη ζαχαρένια τους. Μετά από κάθε νέο βιβλίο που βγάζει, προβλέπουν την πτώση της, οι βαθιά νυχτωμένοι. Απλά αναρωτιέμαι σε ποια χώρα ζούνε. Οι κριτικοί γράφουν εναντίον της, κι οι αναγνώστες σταματούν να διαβάζουν τους κριτικούς (ναι, εκείνους τους ίδιους που εξυμνούν τις μαλακίες τύπου «Διορθώσεις», και βρίσκουν αρετές σε ό,τι γράφουν οι φίλοι τους). Οι δημοσιογράφοι της επιτίθενται και χάνουν την «υπόληψή» τους. Η ίδια, απλά δεν ασχολείται μαζί τους. Έχει τους αναγνώστες της που πιστεύουν σ’ αυτή και τις δυνατότητές της.
Αλλά, αρκετά, ας μη δίνω περισσότερη σημασία στους μικρόψυχους επικριτές της. Το Άλμπατρος! Το καλύτερο ελληνικό μυθιστόρημα της τελευταίας …ετίας και βάλε. Καλύτερο και από το Εργοστάσιο των Μολυβιών! Διαβάζοντάς το κανείς νιώθει να δανείζεται τα φτερά του μυθικού πουλιού και να ταξιδεύει σε άλλους κόσμους, άλλες εποχές. Οι ήρωες αυτού του μυθιστορήματος είναι οι πιο μεγάλοι, οι πιο αξέχαστοι που έχει δημιουργήσει ποτέ η πένα της Σώτης. Ο Έντμουντ και η Μόλλυ, είναι χαρακτήρες πανανθρώπινοι, μαγικοί με το δικό τους τρόπο. Δυο άνθρωποι που πιστεύουν σε κάποια υψηλά ιδανικά και είναι έτοιμοι να κάνουν κάθε θυσία ώστε να επικρατήσουν.
Ο Έντμουντ ένας πλούσιος απόγονος που αρνείται τιμές, χρήμα και τίτλους για να αγωνιστεί για ένα καλύτερο κόσμο. Η Μόλλυ ένα φτωχό κορίτσι από μια από τις χειρότερες γειτονιές του Λονδίνου, που κόντρα στις συνθήκες, κόντρα στους καιρούς, κόντρα σε όλους και σε όλα, καταφέρνει όχι μόνο να τελειώσει το σχολείο, όχι μόνο να σπουδάσει, όχι μόνο να γίνει δασκάλα, αλλά και πρωτοπόρος στον αγώνα του γυναικείου κινήματος για ισότητα μεταξύ των δύο φύλων. Ο Έντμουντ και η Μόλλυ είναι ένα αταίριαστο, αλλά αφάνταστα ταιριαστό ζευγάρι. Ο πρώτος, όταν ξεκινά τον αγώνα του, έχει πολλά να χάσει, η δεύτερη πολλά να κερδίσει. Η γνωριμία τους γίνεται στο μεταίχμιο μιας εποχής, και βάζει ένα πολύτιμο λιθαράκι στην προσπάθεια για την οικοδόμηση ενός καλύτερου κόσμου.
Ο Έντμουντ πεθαίνει νέος. Η Μόλλυ σε βαθιά γεράματα (… αιτία θανάτου της η ανάδειξη της Μάργκαρετ Θάτσερ στην πρωθυπουργία!). Στο σύντομο διάστημα που έζησαν μαζί, διέσχισαν σαν Άλμπατρος τους ωκεανούς της ανθρωπότητας. Η πτήση τους, η αυριανή ζωή!
Η πολιτική, η ποίηση, η ιστορία και τα λάθη της διατρέχουν απ’ την αρχή μέχρι το τέλος αυτό το μεγάλο στ’ αλήθεια μυθιστόρημα. Η συγγραφέας, βλέπει την ιστορία με το δικό της φακό. Όχι με εκείνον της προπαγάνδας, αλλά με εκείνο των αδιαμφισβήτητων γεγονότων. Απομυθοποιεί τον Τσόρτσιλ, κάπου καταφέρεται κατά του Πλάτωνα, ενώ και τον Μπάιρον δεν τον αφήνει στο απυρόβλητο, αν και οι ήρωές της τον αγαπούν. Αυτά μάλλον δεν της συγχωρούν και οι διάφοροι «κριτικοί», που θεωρούν τις απόψεις της αιρετικές ή δεν ξέρω τι άλλο. Συνήθισαν στο ψέμα το γλυκό, κι όχι στην αλήθεια που πληγώνει. Ας είναι!
Κάπου διάβασα ότι το Άλμπατρος είναι ένα Ντικενσιανό μυθιστόρημα. Από πλευράς εποχής, ναι, είναι. Αλλά από πλευράς γραφής, όχι. Ο Ντίκενς που και που γίνεται βαρετός, πλατειάζει, η Σώτη όχι.
Θα μπορούσα να παραθέσω πολλά μικρά αποσπάσματα απ’ το βιβλίο αλλά δε θα το κάνω. Απλά θα πω, κι ας ακουστώ βλάσφημος, ότι στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή υπάρχουν δύο πραγματικά μεγάλοι συγγραφείς, εκ των οποίων η Σώτη είναι η μία. Ο άλλος είναι ο ιρλανδός Ρόντι Ντόιλ. Υπερβολές; Ο χρόνος θα δείξει. Μια απορία έχω μόνο: Πόσο θα ανεβάσει ακόμη τον πήχη; (Το ίδιο αναρωτιούνται, είμαι σίγουρος, και οι δαφνοστεφείς επικριτές.) Πάντως, αν το βιβλίο αυτό κυκλοφορούσε αρχικά στην Αγγλία, και το επίθετο της Σώτης δεν ήταν Τριανταφύλλου, δεν υπήρχε περίπτωση να χάσει το Μπούκερ (αν και όπως λέει η ίδια δεν την ενδιαφέρουν τα βραβεία).
Σώτη Τριανταφύλλου - Το εργοστάσιο των μολυβιών

Χωρίς υπερβολή, το “Εργοστάσιο των μολυβιών” είναι το καλύτερο ελληνικό μυθιστόρημα που διαβάσαμε φέτος. Ένα εκπληκτικό αφήγημα που με αφετηρία την ιστορία μιας οικογένειας αναλαμβάνει να μας “ξεναγήσει” στα μεγάλα γεγονότα του τέλους του 19ου αιώνα και των πρώτων δεκαετιών του 20ου.
Η Σώτη Τριανταφύλλου, που πάντα ξεχώριζε από τους ομοτέχνους της για τον τρόπο που έγραφε, μας παρουσιάζει εδώ την πιο άρτια και ώριμη δουλειά της καταφέρνοντας με ένα κατά τα άλλα μη εμπορικό μυθιστόρημα, να κατακτήσει τόσο το κοινό όσο και τους κριτικούς.
Όπως αναφέρεται στο οπισθόφυλλο το “Εργοστάσιο των μολυβιών” είναι ένα μυθιστόρημα για την επανάσταση και τους επαναστάτες, αλλά, οπωσδήποτε δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και ένα οδοιπορικό στην Αίγυπτο, το Τσιμπουτί, την Ελλάδα, τη Γερμανία, την Ελβετία. Αλλά και ένα βιβλίο για τον κομμουνισμό, το φασισμό, το χριστιανισμό, το ρατσισμό και τους διάφορους άλλους -ισμούς. Ακόμη μας μιλά για τα μεγάλα ανθρώπινα πάθη, τα λάθη, τα όνειρα, τις απογοητεύσεις. Είναι όμως και ένα ιστορικό βιβλίο. Κι όλα αυτά μέσα σε 400 σελίδες! Μιλάμε για λογοτεχνία υψηλών προδιαγραφών…
Ολόκληρο το κείμενο διατρέχει μια επαναστατική διάθεση: όλοι θέλουν να κάνουν τις μικρές ή μεγάλες επαναστάσεις τους, αλλά λίγοι το τολμούν. Άλλοι αφήνονται να καούν από τη φλόγα τους, κι άλλοι αράζουν στα καλά και συμφέροντα στα οποία έχουν συνηθίσει.
Η συγγραφέας μέσα από τους ήρωές της και τις σκέψεις τους φαίνεται να θέλει να ρίξει μια δεύτερη ματιά στην ιστορία, να ανακαλύψει τι πήγε στραβά και τα όνειρα έμειναν όνειρα, και οι επαναστάτες έγιναν καθεστώς. Μέσα από τις σελίδες της παρελαύνουν ο Λένιν, ο Στάλιν, ο Τρότσκι και η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ο Μαγιακόφσκι, ο Ρεμπώ και άλλοι πολλοί. Ποιητική αδεία φτιάχνει μια δική της ιστορία που ίσως να είναι πιο σωστή από εκείνη που μας δίδαξαν, αλλά και ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα από εκείνα που λίγοι θα τολμούσαν να γράψουν. Και μας ταξιδεύει, και μας παρασύρει, και μας ενθουσιάζει, και μας εκπλήσσει…
Όσο βγαίνουν τέτοια βιβλία μπορούμε να ατενίζουμε το μέλλον της ελληνικής λογοτεχνίας με αισιοδοξία.
Σώτη Τριανταφύλλου - Η Μαριόν στ' ασημένια νησιά και στα κόκκινα δάση

Το βιβλίο αυτό δε γνώρισε την επιτυχία που θα του αναλογούσε και κακώς, αφού πρόκειται για ένα από τα καλύτερα βιβλία της Σώτης Τριανταφύλλου. Πολλοί από τους αναγνώστες θα σκέφτηκαν: «Καλή είναι η Σώτη, αλλά όχι και να αρχίσουμε να διαβάζουμε παιδικά βιβλία για χάρη της.»
Μα η «Μαριόν…» δεν είναι ένα παιδικό βιβλίο. δεν είναι ένα συνηθισμένο παιδικό βιβλίο, δηλαδή, αφού και εδώ η συγγραφέας καταπιάνεται με τα αγαπημένα της θέματα: τα ταξίδια, την ελευθερία και τη μουσική. Αυτή η ιστορία αν δεν έβγαινε σε βιβλίο θα μπορούσε να βγει σε ταινία ή και σε δίσκο, μια και το «συνοδεύει» απ’ την αρχή μέχρι το τέλος η μουσική των Μπιτλς. Στα πιο πάνω να προσθέσουμε και το ότι δεν πρόκειται για ένα «πολιτικώς ορθό» παραμύθι, αφού μιλά στα παιδιά για εκείνα που κάποτε ονειρεύονταν οι μεγάλοι, προτού τα αφήσουν να πάνε χαμένα, κατακρίνει τα πρέπει που κρατούν τους ανθρώπους –και όχι μόνο-, δέσμιούς τους.
«…Γίνονταν κάθε μέρα και πιο ανυπόφορα –γίνονταν γεροπαράξενα- κι ήταν όλο Μη, και Δεν Πρέπει,, κι όλο Πρέπει το ένα, Πρέπει το άλλο…», λέει για τα άλλα… ξωτικά, ο Φλουπ, το ξωτικό του ρολογιού της Μαριόν, που είχε την ικανότητα να σταματάει το χρόνο. Γι’ αυτό τα εγκατέλειψε, «για να γλιτώσει απ’ τη γκρίνια κι απ’ τη κακοριζικιά τους.» Σας θυμίζει κάτι αυτό;
Αλλά, ας πάρουμε την ιστορία από την αρχή. Η Μαριόν ζει ευτυχισμένη με την οικογένειά της σε μια πόλη του βορρά, όπου το καλοκαίρι σχεδόν ποτέ δε φθάνει, και όταν φθάσει είναι μόνο για πολύ λίγο. Ο μπαμπάς της είναι ένας καλός άνθρωπος που αγαπά πολύ τη μαγειρική, ενώ η μαμά της λατρεύει τα ταξίδια. Η Μαριόν ακούει συχνά πυκνά ιστορίες για κάποια μέρη μακρινά, σχεδόν παραμυθένια, όπου το καλοκαίρι κρατάει πολύ, όπου υπάρχουν ασημένια νησιά και κόκκινα δάση, και θέλει τόσο μα τόσο πολύ να πάει εκεί. Αλλά, πώς να τα καταφέρει;
Η τύχη ωστόσο είναι με το μέρος της και σιγά σιγά θα βρει το δρόμο της προς τον έξω κόσμο, τον άγνωστο και μαγευτικό. Κάποια μέρα η μαμά της της αποκαλύπτει ότι ταξιδεύει ακούγοντας τα τραγούδια των Μπιτλς. Στην αρχή της φαίνεται παράξενο, αλλά αναλογιζόμενη ότι μια φίλη της ταξιδεύει μέσα από τις ζωγραφιές τελικά σκέφτεται πως ναι, αυτό είναι δυνατόν. Έτσι, κάθεται και ακούει με προσοχή τα τραγούδια των Μπιτλς το ένα μετά το άλλο, προετοιμαζόμενη για το μεγάλο ταξίδι των ονείρων της. Σ’ αυτή της την προσπάθεια θα τη βοηθήσει πολύ και ο Φλουπ, ο οποίος θα αναλάβει να κρατήσει ακίνητο το χρόνο καθ’ όλη τη διάρκεια της απουσίας της. Και το ταξίδι αρχίζει.
Η Μαριόν ταξιδεύει πολύ, διασχίζει βουνά και θάλασσες και δάση. Πιάνει φιλίες με τα πιο παράξενα και φανταστικά ζώα, ζώα βγαλμένα μέσα από τα παραμύθια και τα τραγούδια των Μπιτλς. Φθάνει στις ζεστές χώρες, εκεί όπου το καλοκαίρι κρατάει πολύ. Στη διάρκεια του ταξιδιού της μαθαίνει διάφορα πράγματα, όπως το ότι για πολλά από τα στραβά αυτού του κόσμου «…φταίει το σύστημα», αλλά ευτυχώς «…Τα τραγούδια ξεκλειδώνουν τα παραμύθια! Και ζωντανεύουν τις ζωγραφιές!» Αλλά ακούει και μερικές ανατρεπτικές κουβέντες: «…Μόλις έφτασαν, άρχισαν να κάνουν το δάσκαλο: Εγκράτεια, Υπακοή! Βρε, δε μας παρατάνε!...», «…Μην παραβιάζεται τους ηθικούς νόμους, διότι θα επέλθει ηθικόν χάος! ΜΗ! Βρε, άντε χάσου κι εσύ και το χάος σου.»
Τι άλλο ακούει η Μαριόν; Επικρίσεις για τους παπάδες, αλλά και για ένα νέο είδος μουσικής, τα «βουβαλοβατραχομπλουζ»…
Η Σώτη Τριανταφύλλου έχει γράψει ένα ανατρεπτικό ροκ παραμύθι, πλούσιο σε χιούμορ και φαντασία, που καθηλώνει τον αναγνώστη, παρασύροντάς τον την ίδια ώρα σε πολύχρωμα νοητικά ταξίδια.
Σώτη Τριανταφύλλου - Ο υπόγειος ουρανός

Το βιβλίο αυτό θα έπρεπε να γίνει ταινία. Με πρωταγωνιστές τον Τζόνι Ντεπ και τη Τζουλιέτ Λιούις. Γιατί μ’ αυτούς τους δυο; Γιατί πιστεύω ότι οι βασικοί ρόλοι του Μπίλλυ και της Λουτσία θα τους ταίριαζαν γάντι.
«Ο Μπίλλυ, που οι φίλοι τον λένε «Ντουντς», μεγαλώνει σε μια πόλη της Ιντιάνα που ήταν κάποτε γεμάτη εργοστάσια. Η ιστορία του αρχίζει από τότε που οι γονείς του ήρθαν στην Αμερική για να δουλέψουν στην αυτοκινητοβιομηχανία της Στουντεμπέικερ και συνεχίζεται με κομμάτια της Τζαζ, παλιά τρελά αυτοκίνητα και βιβλία για τους Ινδιάνους, τους χρυσοθήρες και τον απέραντο ουρανό της Δύσης…».
Ο «Υπόγειος ουρανός» είναι μια ιστορία δρόμου, αλλά και ενηλικίωσης. Μια ιστορία έρωτα και αποτυχίας. Μια ιστορία για το πώς είναι να είσαι νέος σε μια μικρή πόλη στην Αμερική και να θέλεις να κατακτήσεις τον κόσμο, όπως εσύ το φαντάζεσαι. Μια ιστορία που λυτρώνει και πληγώνει.
Ο Μπίλλυ είναι ένας νέος που έχει τρεις μεγάλες αγάπες στη ζωή του: τα αυτοκίνητα, τη τζαζ και τα βιβλία που μιλάνε για τη Άγρια Δύση και τους μεγάλους παρανόμους. Τα μεγάλα του όνειρα; Να πάει εκεί που έδρασαν οι τελευταίοι, αλλά και στην Πομόνα, την πόλη παράδεισο για τους φίλους των «φτιαγμένων» αυτοκινήτων.
Αλλά, προς το παρόν τα όνειρά του πρέπει να περιμένουν. Η οικογένειά του είναι φτωχή, κι εκείνος δεν έχει καν αυτοκίνητο. Έτσι, τη βγάζει με βόλτες στη γύρω περιοχή, το πολύ μέχρι το Σικάγο, μαζί με το μοναδικό του φίλο, τον Τόνυ και τον ξάδελφό του τον Τέλη. Κορίτσια, γνωρίζει πολλά, μια και είναι ομορφόπαιδο, αλλά ποτέ «εκείνην», τη μία και μοναδική που θα τον έκανε να παρατήσει τα πάντα και να πάει ως την άκρη του κόσμου για χάρη της.
Τα χρόνια περνούν. Ο Ντουντς πιάνει δουλειά σ’ ένα συνεργείο αυτοκινήτων και από ένα γύρισμα της τύχης αποκτά και το δικό του «φτιαγμένο» το οποίο ονομάζει «Σέιν». Την ίδια εποχή ο Τόνυ μπλέκεται βαθιά στα πλοκάμια του υποκόσμου, ενώ ο Τέλης ετοιμάζεται για το κολέγιο. Τότε μπαίνει στη ζωή του Ντουντς η Λουτσία. Ένα παράξενο κορίτσι, σχεδόν αέρινο, που μοιάζει να έρχεται από κάποιο άλλο κόσμο. Κι αυτός την ερωτεύεται τρελά. Την αγαπά όσο δεν αγάπησε κανένα άλλο στη ζωή του. Μαζί της έρχεται και το κάλεσμα του δρόμου, των ανοικτών οριζόντων, που θα του χαρίσει μερικές από τις πιο όμορφες, δύσκολες και συγκλονιστικές στιγμές της ύπαρξής του. Ο Μπίλλυ θα διασχίσει με τη Λουτσία μερικούς από τους δρόμους των ονείρων του, θα νιώσει τι πάει να πει αγάπη ως τα βάθη της ψυχής του, θα ανέβει στους ουρανούς προτού συνθλιβεί στην κόλαση. Το ταξίδι! Έκανε το ταξίδι και παρόλο τον πόνο που το ακολούθησε, νιώθει χαρούμενος γι’ αυτό.
Ίσως εκείνο που θέλει να μας πει η συγγραφέας είναι: «Τουλάχιστον κάντε μια προσπάθεια να πραγματοποιήσετε τα όνειρά σας!» Ο Ντουντς προσπάθησε. Πέτυχε κι απέτυχε. Αλλά, έζησε!
Σώτη Τριανταφύλλου - Αύριο, μια άλλη χώρα

Αυτό είναι το μοναδικό βιβλίο της Σώτης Τριανταφύλλου που διαδραματίζεται στην Ελλάδα. Όχι η μοναδική ιστορία, το μοναδικό βιβλίο*.
Πρόκειται για την ιστορία του Κάρολου και της Λίλης, της μαμάς τους και του μπαμπά τους, αλλά και κάποιων άλλων λίγο ιδιόρρυθμων χαρακτήρων. Οι βασικοί ήρωες ωστόσο είναι τα δύο παιδιά.
Τα γεγονότα της ιστορίας διαδραματίζονται λίγο πριν από την επιβολή της χούντας στην Ελλάδα. Τότε: «Ο Κάρολος πάει στην τρίτη δημοτικού κι η Λίλη στην πρώτη. ο μπαμπάς τους δουλεύει στη σωληνουργία. είναι καλός κι αστείος. η μαμά τους μοιάζει με τη Μαίρη Πόππινς αλλά πίνει πολύ ουίσκι… Ο μπαμπάς κοιτάζει τη μαμά, η μαμά κοιτάζει έναν άλλο κύριο, κι αυτός ο άλλος κύριος κοιτάζει μια άλλη κυρία και μερικά άλλα πράγματα που τον κάνουν ευτυχισμένο και μαζί πολύ δυστυχισμένο. Είναι μια γλυκιά οικογένεια που διαλύεται…».
Μια οικογένεια που διαλύεται, έτσι ακριβώς είναι η οικογένεια του Κάρολου και της Λίλης. Μια οικογένεια που μέρα με τη μέρα οδεύει προς την καταστροφή. Ο μόνος συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους γονείς είναι τα παιδιά. Τα παιδιά –και ειδικά ο Κάρολος-, που υποφέρουν σιωπηλά.
Το «Αύριο, μια άλλη χώρα» είναι γραμμένο μ’ ένα γλυκόπικρο χιούμορ και πολύ ευαισθησία. Η συγγραφέας μπαίνει στις ψυχές των παιδιών ηρώων της, νιώθει τον πόνο τους και τον περιγράφει λες κι ήταν δικός της. Όσο για τους γονείς, φαίνεται να τους λέει: «Καλά να πάθετε, σας αξίζει η δυστυχία!» Αν και ο Σπύρος, ο πατέρας, σ’ ένα μόνο έφταιξε, που παντρεύτηκε την Έφη, κάποια που όταν της έκανε πρόταση γάμου του αποκρίθηκε: «Εντάξει!»
Η Έφη ποτέ δεν αγάπησε στ’ αλήθεια τον Σπύρο. Απλά κοντά του βρήκε την ασφάλεια που αναζητούσε. Και χωρίς καλά καλά να το καταλάβει βρέθηκε μαζί του παντρεμένη και γρήγορα απόκτησε και δυο παιδιά. Αλήθεια, πότε γεννήθηκαν; Πότε μεγάλωσαν; Η Έφη λες και δεν ήταν εκεί. Αν και ήταν. Σωματικά, δηλαδή. Γιατί ψυχικά, κλάφτα Χαράλαμπε! Ψυχικά ήταν αλλού, στην αγκαλιά της πρώτης και αληθινής της αγάπης, στην αγκαλιά του Ευτύχη του κομμουνιστή, που από εξορία σε εξορία πήγαινε. Σ’ εκείνον ανήκε, κι ας δεν ταίριαζαν, κι ας το γνώριζε ότι μαζί δε θα μπορούσαν να βρουν την ευτυχία: η κοκότα μεγαλοαστή με το λιτό ονειροπόλο! Κι αφού δεν μπορούσε να έχει εκείνον το έριχνε στο ποτό. Όταν όλα της λείπουν και το ουίσκι καλό είναι!
Τη νύφη, φυσικά, την πλήρωναν τα παιδιά (φράση που δεν έχει κανένα απολύτως νόημα, όπως διαβάζουμε). Τα παιδιά που ήταν αθώα και πονηρά μαζί, που τίποτα δεν ήξεραν και όλα τα καταλάβαιναν.
Οι ήρωες αυτού του βιβλίου γίνονται συμπαθείς μέσα από τα πάθη τους. Ακόμη και η Έφη που ωθεί αργά αλλά σταθερά την οικογένεια προς την καταστροφή καταφέρνει να κερδίσει την αγάπη του αναγνώστη. Αλλά, εκείνοι που στ’ αλήθεια κλέβουν την παράσταση είναι τα παιδιά: η σπιρτόζα Λίλη και ο έξυπνος και καλόψυχος Κάρολος. Δεν ξέρουμε κατά πόσο η Τριανταφύλλου χρησιμοποιεί βιογραφικά στοιχεία σ’ αυτό το βιβλίο, αλλά μέσα από τις περιπέτειες των δύο παιδιών, βλέπουμε κάπου να ξεπροβάλλει η δική της εικόνα: της ατίθασης της ελληνικής πεζογραφίας.
Το «Αύριο, μια άλλη χώρα» επιχειρεί να κάνει και μια κριτική στα στεγανά και τις προκαταλήψεις της ελληνικής κοινωνίας, χωρίς να γίνεται βαρετό, αλλά σπρώχνοντας κάποτε το μαχαίρι έως το κόκαλο: «Κυρίως δεν είχε συνηθίσει πως έτσι ήταν τα πράγματα στην Ελλάδα, διαδηλώσεις κι απεργίες και γκλομπς και χαφιέδες και φόνοι.»
* Η «Φυγή» κυκλοφόρησε χρόνια μετά

