Showing posts with label ελληνίδες συγγραφείς. Show all posts
Showing posts with label ελληνίδες συγγραφείς. Show all posts

Saturday, July 21, 2012

Σοφία Γκιούσου – Τα μεταμεσονύχτια


Εδώ, σύμφωνα με τη συγγραφέα, έχουμε, μικρές ιστορίες, ψηφιακής ιδιοσυγκρασίας. Τα μεταμεσονύχτια είναι μια συλλογή διηγημάτων, ποιημάτων και flash fiction, που προσωπικά θα χαρακτήριζα σαν ψηφίδες ζωής.

Αυτό που κάνει η συγγραφέας είναι να παίρνει μικρές στιγμές της καθημερινότητας και να τους χαρίζει την αιωνιότητα στην οθόνη ή και στο χαρτί. Στιγμές έρωτα, μυστηρίου, περιπλάνησης, αποπλάνησης, μουσικές στιγμές.

Αν το ήθελε κανείς θα μπορούσε να παρουσιάσει αυτό το βιβλίο αναφέροντας μονάχα τις ατάκες, εκείνες τις γραμμές που κρύβουν μέσα τους όλη την ουσία μιας στιγμής-ιστορίας: «Η ζωή σου κρίθηκε στα ημίμετρα», διαβάζουμε Στο ξενοδοχείο των φαντασμάτων, όπου κόβει βόλτες ο Τζιμ Μόρισον. «Γι’ αυτό αγαπάμε τις γυναίκες σου λέω. Γι’ αυτή τη μία φωτεινή στιγμή», πληροφορούμαστε στο Σάρκινο ταξίμι. «Στα λόγια, τους καφέδες και τις μπύρες ξεχυνόταν όλη η ζωή της και λίγη από τη δική του», μας εξηγούν Αι συνθήκαι. «Με έπαιξε ο διάολος κι έχασε γιατί το κορμί που ζήτησε δεν ήταν δικό μου», μαθαίνουμε σε μια ιστορία όπου Τα μάτια του λάμπουν πορφύρα.

Θα μπορούσα να συνεχίσω μ’ αυτό τον τρόπο, αλλά δεν θα το κάνω, αφού δεν θέλω να σας στερήσω την ευκαιρία ν’ ανακαλύψετε από μόνοι κι από πρώτο χέρι τα αμέτρητα μικρά διαμαντάκια, που κρύβονται διακριτικά και μη σ’ αυτή τη συλλογή. Σε μια συλλογή που είναι ερωτευμένη με τις θάλασσες και τα καλοκαίρια, με τους τόπους και με τους ανθρώπους.

Η συγγραφέας μοιάζει να διαθέτει μια μοναδική ικανότητα στο να περιγράφει ιδανικά της ζωής τα φανερά τα μυστικά, εκείνα που τις περισσότερες φορές οι άνθρωποι είναι πολύ βιαστικοί για να σταθούν μια στιγμή και να προσέξουν. Όχι, δεν μας λέει ότι όλα είναι μέσα μας ή ότι τα πάντα βρίσκονται εκεί έξω. Απλά τονίζει, δίχως καν να προσπαθεί, ότι το μέσα και το έξω μας, τις πλείστες φορές είναι ένα και το αυτό.

Βρίσκει την ομορφιά στη μουσική, σε μια αγκαλιά, σε μια αυθόρμητη έξοδο για ποτό, στο πρόσωπο ενός άντρα που ξέρει αυτή ή την πρωταγωνίστριά της, πιο καλά απ’ αυτούς που τη γνωρίζουν χρόνια.

Σκέφτεται για τη ζωή, αλλά δεν την αναλύει πολύ. Την παίρνει στιγμή τη στιγμή, κομμάτι το κομμάτι, και τη χαίρεται. Και πού και πού λυπάται. Ποιος δεν λυπάται ποτέ άλλωστε; «Ζηλεύω τις διακοπές του Πάσχα που τις ζούνε άλλοι πια», «Είναι τρομακτικό πράγμα το σώμα μου. Σε Θυμάται», «Πουτάνα νοσταλγία. Δώσε ακόμη μια κλοτσιά στο κουβάρι της μνήμης. Μπορεί να ξετυλιχτεί».

Διαβάζοντας κανείς αυτά τα κείμενα, τα ποιήματα και τις μικρομέγαλες ιστορίες, νιώθει, θέλοντας και μη, μια ψυχική συγγένεια με τη συγγραφέα. Κι αυτό επειδή, εκτός κι αν είναι πολύ Εκτός, μέσα εδώ βρίσκει κάποιες δικές του σκέψεις, αναγνωρίζει κάποιες ολόδικές του μοναδικές στιγμές. Αυτές που δεν μπόρεσε ποτέ να αντικρίσει όπως ακριβώς ήταν ή, ίσως, και να περιγράψει μ’ αυτό τον τρόπο.

Ένα βιβλίο εξαιρετικό, που μπορεί να διαβαστεί ξανά και ξανά απ’ τον καθένα, αφήνοντας μια γλυκόπικρη γεύση στα χείλη, αλλά κι ένα πλατύ χαμόγελο, νοσταλγικό ή μη, στην ψυχή.

Μπορείτε να το κατεβάσετε στη ψηφιακή του μορφή ή να αγοράσετε την έντυπη έκδοση (συστήνεται) πατώντας εδώ.

Wednesday, March 28, 2012

Λιλή Ζωγράφου - Αφιέρωμα


Το κείμενο που ακολουθεί δεν θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κανείς εύκολα αφιέρωμα, αλλά να που το κάνω. Βασικά τούτο το γραπτό αποτελεί την εισαγωγή για την ιστοσελίδα που έφτιαξα για την καλή συγγραφέα πριν δέκα χρόνια και την οποία μπορείτε να επισκεφθείτε εδώ. Όπως θα δείτε στο συγκεκριμένο χώρο μπορεί να βρει κανείς πολλά και διάφορα για την Λιλή: Παρουσιάσεις βιβλίων, γράμματα, συνεντεύξεις κτλ. Όταν τη δημιούργησα σκεφτόμουνα ότι θα συνέχιζα να την εμπλουτίζω συνεχώς με υλικό, αλλά σιγά σιγά τα χρόνια πέρασαν, παρασύρθηκα σε άλλα μονοπάτια, οι δυνάμεις μου λίγο ή πολύ εξαντλήθηκαν, ή μάλλον δεν είναι πια αρκετές ώστε να μπορώ να χειριστώ τόσα διαφορετικά πράγματα ή έργα όσο παλιά. Όπως και νάχει, ελπίζω να επισκεφθείτε τη σελίδα και να μου πείτε τα σχόλιά σας, αλλά και να απολαύσετε το πιο κάτω κείμενο.

«Αχ, μωρέ Λιλή, που πήγες και μας πέθανες...». Και τώρα, τι κάνουμε; Ποιος θα τους τα λέει χύμα; Ποιος θ’ αναστατώνει τις κυράτσες και τους βολεμένους; Μεγάλη ζημιά μας έκανες μωρέ Λιλή... Αρχόντισσα κυρά... Μάνα... Αδελφή... και Φως!
Τι πρόλογο να γράψω; Τι να πω; Το ξέρω! κάπου θα ’σαι τώρα, θα με βλέπεις και θα γελάς, θα με κοροϊδεύεις: «Τι κάθεσαι κι ασχολείσαι μαζί μου ρε κουτό!» θα σκέφτεσαι... «και χάνεις και τον ύπνο σου για μένα. Εγώ καλά πέρασα, εσύ δες τι θα κάνεις...»
Καλά πέρασες μωρέ Λιλή. Ήρθες, μας είδες, χαιρέτησες, έφυγες. Και τώρα, σαν κι εκείνη την Ισαβέλα θαρρώ, θα μας παρακολουθάς από κάπου αόρατη όλους εμάς που σ’ αγαπήσαμε και θα διασκεδάζεις: «Ωχού, τους την έφερα πάλι».
Λοιπόν, κυρά, αυτό το τελευταίο κόλπο, το μεγάλο σου, δε θα περάσει έτσι! Τι πα να πει, έφυγες; Για που; Αφού εσύ, εδώ ανήκεις, σε μας. Κι ας φωνάζεις πως είσαι λεύτερη. Ε, όχι, δεν είσαι. Υπάρχουν ακόμη τόσοι κανόνες να σπάσεις, τόσοι θεσμοί να γκρεμίσεις, τόσες αλήθειες να πεις, τόσες ψευτιές να ισοπεδώσεις.
Ακούς, Λιλή, δεν ξόφλησες ακόμη το χρέος. Έχεις να ρίξεις ακόμη πολλές γροθιές με την κοινωνία, πολλά βασιλόπουλα να σκοτώσεις, πολλές γυναίκες ν’ αναστήσεις, πολλές σταχτοπούτες να θάψεις.
Είναι και τα ορφανά που άφησες πίσω σου. Τον γάτο σου τον Πόπη –ζει ακόμη αυτή η ψυχή;-, χιλιάδες άντρες-γυναίκες-παιδιά, τη δικιά σου Μήδεια, εκείνη την αγαπημένη σου Ελένη, την Ερατώ, το καημένο εκείνο πλάσμα τον Αρίστο, τον... την... Ω! Αμέτρητα είναι τα παιδιά σου...
Δεν ξέρω τι άλλο να σου πω, τα λόγια δε βγαίνουν. Έτσι, θα πάρω απόψε, φίλη μου, το καράβι για το Ηράκλειο, την πόλη την αγαπημένη. Θα βρω κάποιους φίλους γκαρδιακούς, για λίγο να τα πούμε, να πιούμε στην υγειά σου μια ρακή, τα ωραία που περάσαμε μαζί να θυμηθούμε.
Και καθόλου να μην ανησυχείς. παλαιοπώλες αναμνήσεων δε θα γενούμε. Γιατί, κυρά καλή, μες στην ψυχή μας είσαι ζωντανή κι όσα ήσουνα εσύ και κείνα ζούνε!
Αλήθεια, Λιλή, τραγουδάτε τα ρεμπέτικά σας ακόμη πέρα κει, με τον Τσιτσάνη;

Thursday, April 14, 2011

Σταυρούλα Σκαλίδη – Προδοσία και εγκατάλειψη

Αυτή είναι μια ιστορία που διαβάζεται μέσα σε λιγότερο από μιάμιση ώρα, κι όμως μετά σου είναι δύσκολο να την ξεχάσεις. Είναι μια ιστορία για τη σύγχρονη πόλη και τη μοναξιά των ανθρώπων, για τον κόσμο που γίνεται όλο και πιο σκληρός, και για τα φαντάσματα που κουβαλούμε όλοι μέσα μας.
     Βασικός πρωταγωνιστής σ’ ετούτη τη νουβέλα είναι ένας νέος άνθρωπος, ιδιοκτήτης ψιλικατζίδικου, ο οποίος είναι αφόρητα μόνος, κι έτσι μη έχοντας άλλη επιλογή -ή και έχοντας αλλά όντας ανίκανος να τη δει- γίνεται η φανταστική σκιά των άλλων ανθρώπων. Των ανθρώπων που σιχαίνεται, αλλά και που ίσως κρυφά αγαπά αφού: «Ας είναι καλά. Οι άνθρωποι. Σπάνε τη σιωπή και τη μονοτονία μου».
     Οι μέρες του είναι σχεδόν όλες ίδιες -μετράει αυτούς που περνάνε έξω από το μαγαζί και τους πελάτες του-, οι νύχτες απαράλλακτες, μοναχικές και άδειες, ξοδεμένες σ’ ένα κρύο σπίτι ή στους δρόμους της πόλης, μιας πόλης άγριας μα και αγαθής την ίδια ώρα: «Τι αγαθή πόλη! Και την έχω πάθει τη ζημιά στο στήθος μου χρόνια τώρα. Μου την ξερίζωσε την καρδιά μου αυτή η πόλη και οι άνθρωποί της με τα αγαθά συναισθήματα». Αυτός ψάχνει, «μια ζωή που δεν θα ζέχνει αποφάγια τύψεων. Για όσα ήρθαν και όσα δεν ήρθαν».
     Η μοναδική του φίλη, ή μάλλον η μοναδική ψυχή που του δίνει κάποια σημασία είναι μια ηλικιωμένη συγγραφέας. Περνά συχνά πυκνά απ’ το μαγαζάκι του, ψωνίζει κάτι, του μιλά για το βαρετό παρόν της και τα περασμένα μεγαλεία. Τη συμπαθεί σχεδόν χωρίς να το θέλει. Μέχρι που κάποια μέρα εξαφανίζεται μυστηριωδώς κι αυτή και τότε μοιάζει να τα χάνει για τα καλά. Για πρώτη φορά στη ζωή του νιώθει τόσο έντονα την ανάγκη για επαφή με κάποιον άλλο άνθρωπο, έτσι καταπίνοντας τις φοβίες του πηγαίνει και της χτυπάει την πόρτα. Αλλά εκείνη δεν του ανοίγει. Κι από μέσα φτάνει στη μύτη του μια αποκρουστική μυρωδιά. Λες; Λες να συνέβηκε το μοιραίο;
     Αναστατωμένος αρχίζει να χτυπά τις πόρτες των γειτονικών διαμερισμάτων, αλλά κανείς δεν του απαντά -έχουν μάλλον όλοι φύγει για τις διακοπές του Αυγούστου- μέχρι που φτάνει στην πόρτα του Μάνου και της Ζένιας-Ζωής, μιας κοπέλας που ερωτεύεται με την πρώτη ματιά, μιας γυναίκας που γνωρίζει εκ των προτέρων ότι δεν πρόκειται ποτέ να κατακτήσει. Μαζί ειδοποιούν την αστυνομία, μαζί ξεπερνούν το πρώτο σοκ όταν ανακαλύπτουν ότι το πτώμα που κρύβεται στο διαμέρισμα της γηραιάς κυρίας δεν ανήκει σ’ αυτήν αλλά σ’ ένα παπαγάλο. Και το μυστήριο όλο και μεγαλώνει. Και ο μέσα του κόσμος όλο και πιο πολύ αναστατώνεται. «Πόναγα, άρα ήμουν ζωντανός… Ξεχνάω, άρα δεν υπάρχω», αναλογίζεται λίγο καιρό μετά. Η λήθη τον τρομοκρατεί, τη φοβάται όσο τίποτα άλλο, κι ας έχει ήδη πέσει στο ναρκοπέδιό της. Τώρα αγωνίζεται… «κάθε μέρα να βγω αλώβητος στην άλλη πλευρά μετρώντας, όπως μπορώ, τις μέρες και συνεχίζοντας να σκέφτομαι και να θυμάμαι. Αλλιώς χάθηκα!»
     Θα σωθεί λοιπόν ή θα χαθεί; Οι σκέψεις του πάντως κάθε άλλο από φωτεινές είναι: «Όσο ζω, σκοτώνω, με την παρουσία μου», αλλά τουλάχιστον, έστω κι αργά, φτάνει και σε μια χρήσιμη διαπίστωση: «Κάποτε, φαίνεται, πρέπει να σπάσεις χίλια κομμάτια για να ξαναγίνεις ολόκληρος».
     Ένα καλογραμμένο βιβλίο που στο τέλος της ανάγνωσης αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση πίσω του. Διαφορετικό και αξιόλογο.

Sunday, March 28, 2010

Σώτη Τριανταφύλλου: «Έχω συνηθίσει τα αυγά και τις πολιτικές αντιπαραθέσεις»

Τη Σώτη Τριανταφύλλου τη διαβάζω εδώ και χρόνια και μπορώ να μου πω ότι μου αρέσει για διάφορους λόγους: τα βιβλία της αποπνέουν ελευθερία, οι ήρωές της είναι ανθρώπινοι με όλα τα λάθη και τα πάθη τους και ταξιδεύουν πολύ, και η ίδια δε διστάζει ποτέ να πει τη γνώμη της, προκαλώντας πολλές φορές αναταραχές στα λιμνάζοντα νερά των λογοτεχνικών κύκλων, στους οποίους άλλωστε δεν ανήκει.
Αφορμή γι’ αυτή τη συνέντευξη στάθηκε η μυθιστορηματική της αυτοβιογραφία με τίτλο «Ο χρόνος πάλι» που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Σ’ αυτή μας μιλά για κάποια πράγματα που γνωρίζαμε ήδη από τα προηγούμενα γραπτά της, σχολιάζει ανθρώπους και καταστάσεις, μιλά για τους ήρωες και το Παρισάκι της, για την πολιτική, και για την πατρίδα, τη θρησκεία και την οικογένεια, το ανόσιο τρίπτυχό της. Θέλοντας να δώσουμε στη συζήτηση που ακολουθεί ένα αλλιώτικο χρώμα αποφασίσαμε να στηρίξουμε τις ερωτήσεις μας, κατά κύριο λόγο, σε κάποιες από τις ατάκες αυτού του βιβλίου, που κάπου μοιάζει σαν το δικό της προσωπικό μανιφέστο.

Κάτι μου λέει ότι ζητούσες πώς και πώς να γράψεις ένα βιβλίο σαν κι αυτό. Ή όχι;

Nαι, μάλλον. Λόγω της ηλικίας μου...Στα πενήντα οι άνθρωποι κάνουν απολογισμούς, κοντοστέκονται λιγάκι... Επίσης, μιας και οι πρεσβύτεροι έχουν φύγει από τη ζωή μπορούν να είναι απολύτως ειλικρινείς χωρίς να κινδυνεύουν να πληγώσουν ανθρώπους.

Το «εκστατικά ευτυχισμένη» είναι η αγαπημένη σου έκφραση; Τη συναντάμε και σε άλλα βιβλία σου.

Είναι μια από τις αγαπημένες μου εκφράσεις: έχω κι άλλες... (“Τέλεια, όλα τέλεια!” “Σε πλήρη άνθηση!” κτλ). Πιστεύω πολύ στην ανθρώπινη ευτυχία. Στο ότι, δηλαδή, είναι εφικτή και μάλιστα όχι με πολύ δύσκολο τρόπο.

Τι σου έφταιξε το ΚΚΕ και το βαράς συνέχεια;

Ξέρω πολύ καλά τους κύκλους του ΚΚΕ από παιδί: γεννήθηκα και μεγάλωσα σ' αυτό το περιβάλλον. Πέρασα λίγο καιρό στην ΚΝΕ όταν ήμουν πολύ νέα, στη διάρκεια της μεταπολίτευσης: βρισκόμουν σε διαρκή σύγκρουση μ' αυτούς τους ανθρώπους...'Ήταν η χειρότερη περίοδος της ζωής μου... Θεωρώ το ΚΚΕ αντιδημοκρατικό κόμμα, τρομακτικά συντηρητικό και στενοκέφαλο, οπισθοδρομικό και ψευδολόγο σχετικά με την ίδια του την ιστορία, το παρόν του και το μέλλον.

Αν λάβεις υπόψη αυτά που γράφεις εδώ για την επίσημη αριστερά σε ξένισαν οι αντιδράσεις με τ’ αυγά;

Όχι, δεν με ξενίζουν τέτοιες εκδηλώσεις. Έχω συνηθίσει και είμαι πολύ σκληραγωγημένη. Μέσα στο βιβλίο “Ο χρόνος πάλι” υπάρχει ένα “αντικομουνιστικό” άρθρο που έγραψα για το περιοδικό “Αντί” στα τέλη του 1989. Θέλω να πω, δεν είμαι καινούργια σ' αυτή την πολιτική αντιπαράθεση.

Αν δεν υπήρχαν τα βιβλία όντως θα είχες πεθάνει; Ποια είναι η σχέση σου μαζί τους σήμερα;

Διαβάζω διαρκώς και βλέπω πολλές ταινίες. Τα βιβλία, ο κινηματογράφος και το ροκ εντ ρολ συνιστούν μεγάλο μέρος της ζωής μου. Τα βιβλία με βοήθησαν να γίνω ελεύθερος άνθρωπος. Υπό αυτή την έννοια μου έσωσαν τη ζωή. Επίσης μου τη σώζουν καθημερινά γιατί με κάνουν να σχεδιάζω μακροπρόθεσμα: έχω βάλει στοίχημα με τον εαυτό μου να διαβάσω μια ολόκληρη βιβλιοθήκη προτού πεθάνω. Και να μάθω κάμποσα πράγματα που δεν ξέρω.

Πρέπει οπωσδήποτε να αποφεύγουμε να γίνουμε σαν τη μαμά; Να επαναλαμβάνουμε όλοι σα μάντρα μέσα μας: Δε θέλω να γίνω σαν εσένα;

Δεν ήθελα να γίνω σαν τη δική μου μαμά, δεν ξέρω για τις μαμάδες των άλλων...Προφανώς υπάρχουν μαμάδες-πρότυπα, αλλά δεν αισθανόμουν τόσο τυχερή. Τουλάχιστον έτσι σημειώνω στο “Ο χρόνος πάλι” καθώς περιγράφω την οικογένειά μου και τα εφηβικά μου χρόνια. Ήθελα να γίνω, όπως είπα πριν, ελεύθερος άνθρωπος. Η μητέρα μου δεν ήταν ελεύθερος άνθρωπος. Κανείς απ' όσους με περιέβαλλαν δεν ήταν ελεύθερος άνθρωπος. Ήταν απαραίτητο να αναζητήσω αλλού πρότυπα σκέψης και συμπεριφοράς.

Τα δεσμά της οικογένειας είναι τα χειρότερα και οι χειρότεροι εχθροί μας είναι η οικογένειά μας, όπως λέει και ο Μπλέικ;

Ο χειρότερος εχθρός μας είναι ο εαυτός μας: ακούγεται σαν τη χονδροειδέστερη κοινοτοπία, αλλά, πράγματι, δεν μας φταίει κανείς για τίποτα. Οι άνθρωποι διαθέτουν ευκαιρίες επιλογής, αυτό που ονομάζουμε ελεύθερη βούληση. Ό,τι κι αν έχει συμβεί στην οικογένεια διορθώνεται. Ό,τι κι αν έχει συμβεί γενικά διορθώνεται.

Η Ελλάδα είναι ένα νεκροταφείο ιδεών, ένα σκουληκιασμένο κεράσι; Δεν έχει σωτηρία;

Προσπαθώ να βλέπω τη θετική πλευρά και τις ρωγμές της πραγματικότητας... Είμαστε μια κοινωνία χωρίς ήθος, οι αξίες είναι είτε ανύπαρκτες, είτε αντεστραμμένες.

Εξακολουθείς να χορεύεις το κροκοδειλορόκ;

Α ναι, βέβαια. Μεγαλώνω μαζί με τον Έλτον Τζον και τον Μικ Τζάγκερ: τους αναφέρω επειδή χορεύουν κι αυτοί το κροκοδειλορόκ.

Οι περισσότερες γυναίκες, φεμινίστριες και μη, μεταμορφώθηκαν όντως στη μάνα τους; Γιατί πιστεύεις ότι έγινε αυτό;

Ο κόσμος είναι γεμάτος από δυσαρεστημένους ανθρώπους -γυναίκες και άντρες- που θα ήθελαν να έχουν ζήσει αλλιώς τη ζωή τους. Κι από μερικούς που βυθίζονται στην αυταρέσκεια. Έτσι είναι φτιαγμένος ο κόσμος...

Η γλυκιά πλήξη εσένα δε σου πάει; Πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι είναι αντεπαναστατική; Αυτή είναι άραγε που ορίζει τις ζωές μας σήμερα;

Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι δεν πλήττω εύκολα. Όταν πλήττω, αλλάζω αυτό που κάνω, δοκιμάζω κάτι καινούργιο.

Εξακολουθούμε να επαναστατούμε υπό όρους. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Φόβος, επιρρέπεια στην ασφάλεια, έλλειψη περιπετειώδους πνεύματος...Δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία, δεβαριεσισμός, ηττοπάθεια...

Ο αδελφός σου έγινε κομφορμιστής κι εσύ έγινες εσύ. Δε συλλαμβάνεις τον εαυτό σου πού και πού να σκέφτεται ότι θα ήθελε να ακολουθήσει το δρόμο του αδελφού; Γιατί όχι;

Α, όχι, με τίποτα! Δεν θα μπορούσα να είμαι στέλεχος του ΚΚΕ, επιχειρηματίας και οικογενειάρχης! Δεν θα ήμουν εγώ, θα ήταν κάποιος άλλος. Ο κάθε άνθρωπος κάνει τις δικές του επιλογές: δεν μπορούμε να εξελισσόμαστε όλοι με τον ίδιο τρόπο...Κι αυτό φαίνεται, νομίζω, από νωρίς στη ζωή.

Ο έρωτας και η αρρώστια σε κάνουν ενήλικο άνθρωπο. Εσύ τα κατάφερες ή έμεινες μια αιώνια έφηβη;

Είμαι ενήλικη υπό την έννοια ότι μπορεί κανείς να μου έχει απόλυτη εμπιστοσύνη. Επίσης, είμαι ενήλικη διότι δεν είμαι παιδί κανενός: κανείς δεν με προστατεύει, κανείς δεν με καθοδηγεί, είμαι, όπως είπα, ανεξάρτητη και έχω την ευθύνη του εαυτού μου από 18 ετών.

Οι άντρες θέλουν να πέσουν στην αγκαλιά των γυναικών αλλά όχι στα χέρια τους. Οικουμενική αυτή η αλήθεια;

Και το αντίστροφο... Τα φύλα κακομεταχειρίζονται το ένα το άλλο.

Εξακολουθείς να πιστεύεις ότι οι μπήτνικς ήταν μέτριοι συγγραφείς; Το ρωτώ αυτό επειδή κάποιοι συνεχίζουν να σε ταυτίζουν μ’ εκείνους.

Οι ποιητές και όσοι βρίσκονται στις παρυφές -ο Ορλόφσκι, ο Ρέξροθ- ήταν μεγάλοι ανανεωτές της αμερικανικής λογοτεχνίας. Ο Γκίνσμπεργκ επίσης... Αλλά, για παράδειγμα, ο Κέρουακ δεν έφτασε ποτέ ξανά στο επίπεδο του “Στον δρόμο”... Το “Στον δρόμο” είναι κλασικό μυθιστόρημα που καθρεφτίζει τον εικοστό αιώνα.

Η ζωή είναι όντως ένα αστείο σε μεγέθυνση και όχι μια τραγωδία, όπως υποστηρίζουν οι περισσότεροι;

Δεν καταφέρνω να δω τη ζωή σαν τραγωδία. Καμιά φορά, πράγματι με πιάνει κλαυσίγελος...

Τα ψέματα είναι μια μορφή καλοσύνης. Τα ψέματα μας προστατεύουν από αβάσταχτα γεγονότα. Μήπως όμως μας εμποδίζουν να δούμε και την πραγματικότητα όπως ακριβώς είναι;

Μέρος της ευγενικής συμπεριφοράς είναι η αποφυγή οδυνηρών θεμάτων, κρίσεων και επικρίσεων. Για να ζούμε σε σύνολο με σχετική αρμονία πρέπει να μάθουμε να είμαστε ειλικρινείς και να εκφράζουμε τα αισθήματά μας βάση κάποιου πρωτοκόλλου. Η χωρίς πρωτόκολλο συμπεριφορά είναι ηθικά απαράδεκτη.

Το καλό με το γράψιμο: όταν γράφεις, κανείς δεν σε διακόπτει αλλάζοντας ξαφνικά θέμα. Τελικά γι’ αυτό γράφεις; Και μήπως, ρωτώ, οι άνθρωποι τώρα πια ξέρουν μόνο να μιλούν και όχι να συζητάνε;

Ποτέ δεν ήξεραν να συζητούν. Γύρω μας ακούγονται φωνασκίες...όχι συνομιλίες.

Πρέπει στ’ αλήθεια η λογοτεχνία να ανασκευάσει τη μη ικανοποιητική πραγματικότητα;

Δεν προκύπτουν μυθιστορήματα από την εξιστόρηση της απλής καθημερινότητας...Η καθημερινότητα είναι κατώτερη της λογοτεχνίας. Εμείς είμαστε φτωχότεροι από τους ήρωες που δημιουργούμε.

Το μειονέκτημα της αθεΐας είναι ότι ξέρεις πως οι κακοί δεν θα τιμωρηθούν στον άλλο κόσμο. Σε πληγώνει αυτό;

Τι να κάνουμε... Η αθεΐα έχει κάμποσα μειονεκτήματα: ξέρεις ότι θα επιστρέψεις στην ανυπαρξία...Δεν είναι εύκολο να αποδεχτείς το απόλυτο τίποτα. Όσο για τους “κακούς” τρώγονται από την ίδια τους την κακία. Δεν υπάρχουν ευτυχισμένοι “κακοί”. Εξάλλου, το μίσος, όπως λέει ο Κινέζος σοφός στα “Κινέζικα κουτιά” είναι δαπάνη ενέργειας.

Έγραψες ξανά και ξανά ιστορίες που λαμβάνουν χώρα στις ΗΠΑ, την Αγγλία, την Αφρική. Πώς έτυχε και δεν ασχολήθηκες ποτέ στο παρελθόν εκτεταμένα με το Παρισάκι, όπου πέρασες και περνάς ένα μεγάλο μέρος της ζωής σου;

Έχω γράψει κάμποσα διηγήματα, όπως αυτό που περιλαμβάνεται στο “Ο χρόνος πάλι”, με τίτλο “Μικόλ”. Παρά τα τριάντα χρόνια πέρα-δώθε στο Παρίσι δεν έχω καταφέρει να ενσωματωθώ στη γαλλική κοινωνία. Δεν συμπαθώ τους Γάλλους, παρότι με φιλοξενούν στη χώρα τους. Συμβαίνουν αυτά...Κι εμείς στην Ελλάδα φιλοξενούμε ανθρώπους που δεν μας συμπαθούν: πρέπει να αναρωτιόμαστε γιατί...

Κάπου διάβασα ότι: «Μ’ αυτό το βιβλίο η Σώτη επέστρεψε…» Χαμογέλασα. Απέκτησες κι εσύ τους purists σου;

Ο καθένας λέει τα δικά του. Κι εγώ λέω τα δικά μου.

Λάκης Φουρουκλάς
Δημοσιεύθηκε στην κυπριακή εφημερίδα "Αλήθεια"

Friday, August 21, 2009

Μαργαρίτα Καραπάνου – Ναι

Το «Ναι» είναι ένα από εκείνα τα κείμενα στα οποία επιστρέφω ξανά και ξανά, αφού με συναρπάζουν όχι μόνο σαν γραφή, αλλά σαν νόημα, σαν ουσία.
Αυτό ήταν το πρώτο βιβλίο της Μαργαρίτας Καραπάνου που έπεσε στα χέρια μου και διαβάζοντάς το, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή μου, ένιωσα μια ελληνίδα συγγραφέα να με συγκλονίζει τόσο, να με ταρακουνά. Έχω μπροστά μου την παρουσίαση που έγραψα πριν δέκα σχεδόν χρόνια στην εφημερίδα με την οποία συνεργαζόμουν από όπου παραθέτω ένα απόσπασμα: «Ένα βιβλίο που κατατάσσεται χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία ανάμεσα στα πιο πρωτοποριακά έργα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Ένα βιβλίο γραμμένο για να διαβαστεί από οποιοδήποτε, οπουδήποτε κι αν βρίσκεται. Ένα βιβλίο εκρηκτικό, τόσο στη σύλληψη όσο και στην εκτέλεσή του. Ένα βιβλίο πρόκληση…»
Υπερβολές; Ίσως ναι, ίσως και όχι. Καθώς το έχω για μια ακόμη φορά μπροστά μου τώρα, μια μικρή ζωή μετά, νιώθω τα ίδια αισθήματα δέους που ένιωσα όταν το πρωτοδιάβασα ή ακόμη και πιο ισχυρά. Κι αυτό επειδή δε διαθέτω πλέον την άγνοια για τη ζωή και το έργο της Καραπάνου που είχα τότε. Κι επειδή αυτό το βιβλίο είναι τόσο σκληρό, τόσο αληθινό και τόσο αυτοβιογραφικό, που δεν μπορώ παρά να υποκλιθώ μπροστά στο θάρρος της συγγραφέως του.
Το να καθίσεις μπροστά από μια γραφομηχανή ή ένα υπολογιστή και να γράψεις μια ιστορία δεν είναι εύκολο πράγμα. Το να καθίσεις όμως και να γράψεις υπό μορφή μυθιστορήματος ξανά και ξανά τη δική σου οδυνηρή ιστορία, με γλώσσα ωμή, δίχως καθόλου φκιασίδια, είναι κάτι πέρα από τα συνηθισμένα.
Το «Ναι» είναι ένα μυθιστόρημα που μοιάζει μέσα από τις λέξεις, τις προτάσεις, να αιμορραγεί. Το θέμα του είναι η κατάθλιψη και που αυτή μπορεί να οδηγήσει τα θύματά της. Βασική πρωταγωνίστρια είναι η Λώρα, μια νέα γυναίκα που όταν δε ζει μόνη με τα σκυλιά της στο σπίτι και δεν τηλεφωνεί στις γραμμές γνωριμιών μπαινοβγαίνει στην Κλινική. Σ’ εκείνη την Κλινική όπου φροντίζουν ανθρώπους σαν κι αυτή: που υποφέρουν, που έχουν τάσεις αυτοκτονίας, που συνηθίζουν -θέλοντας και μη- να φτάνουν στα άκρα, που δεν έχουν μια σταθερά στη ζωή τους: «Αλλάζω διάθεση συνέχεια. Μέσα σ’ ένα λεπτό είμαι πάνω, και μετά κάτω. Αυτό ονομάζεται μικτό. Εγώ το ονόμασα Mixed Grill»… «Σκέφτομαι ν’ αυτοκτονήσω. Αλλά τι θα γίνει με το πρόγραμμα; Αν αυτοκτονήσω ας πούμε επτά με οκτώ, τι θα κάνω οκτώ με εννιά;»
Το να προσεγγίζει κανείς θέματα σαν κι αυτό με χιούμορ δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Ωστόσο το χιούμορ είναι που αναδεικνύει πιότερο την τραγικότητα σ’ αυτή την ιστορία. Αυτό και τα διάφορα ευτράπελα που συμβαίνουν στην πρωταγωνίστριά του, που τυγχάνει συγγραφέας: «Μπερδεύω τις γκόμενες με το γράψιμο, άρχισα να γράφω πάνω στο βυζί μιας γκόμενας, έβαλε τις φωνές κι έφυγε τρέχοντας…»
Μέσα σ’ ένα συνεχές χάος μοιάζει να ζει η Λώρα, όπου το όνειρο και η πραγματικότητα πολλές φορές συγχέονται, όπου τα πιο παράδοξα δείχνουν αληθινά. Σαν σχοινοβάτης είναι, που ακροβατεί πάνω από την άβυσσο, ψάχνοντας κάτι το απροσδιόριστο: τη ψυχική γαλήνη ίσως, τον έρωτα, την απεξάρτηση απ’ το θάνατο; Συνοδοιπόροι της σ’ αυτό το ταξίδι, τα απίθανα σκυλιά της που τρώνε, πίνουν, καπνίζουν, συζητάνε, διαβάζουν φιλοσοφία, και ο Ice, ο μεγάλος της έρωτας, ο πρώην γιατρός της, που θα προσπαθήσει να τη σώσει από τον εαυτό της.
Ένα μικρό ταξίδι στη σκοτεινή πλευρά της σελήνης των ψυχών είναι το «Ναι». Ένα ταξίδι οδυνηρό και ευχάριστο. Μαχαιριά και χάδι μαζί. Και, δέκα χρόνια και έξη αναγνώσεις μετά, επιμένω: ένα από τα καλύτερα βιβλία της σύγχρονης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.
Από τις εκδόσεις Ωκεανίδα

Monday, August 17, 2009

Μαργαρίτα Καραπάνου – Rien ne va plus

…Ή το βιβλίο με τις τσακισμένες σελίδες. Τόσα πολλά κομμάτια μου «μίλησαν» σ’ αυτό το μυθιστόρημα που δεν είχα άλλη επιλογή από το να το πληγώσω, να το χαρακώσω, να το κάνω ολότελα δικό μου.
Για μια σχέση αγάπης και μίσους μας μιλά στο Rien ne va plus η Καραπάνου, μια σχέση εξάρτησης και απέχθειας, σχεδόν αρρωστημένη. Είναι η ιστορία της Λουίζας και του Αλκιβιάδη, δύο ανθρώπων που είναι καταδικασμένοι να τα κάνουν όλα σκόνη και θρύψαλα στη ζωή τους, να τα διαλύσουν όλα (δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι κάποια στιγμή η ηρωίδα-αφηγήτρια ομολογεί: «Μόνο στο γράψιμο έχω ωριμάσει. Στη ζωή, τα κάνω θάλασσα»). Και είναι μια ιστορία για τις απλές αλήθειες του καθενός, γι’ αυτά που τον γεμίζουν και τον πληγώνουν.
Το γάμο των πιο πάνω θα τον περιγράφαμε σαν ένα ατυχές γεγονός, αφού ο καθένας σ’ αυτή τη σχέση θ’ ακολουθούσε τη δική του ατζέντα. Εκείνος θα έκανε ό,τι του άρεσε, θα της επέβαλλε κανόνες, κι εκείνη θα υποχωρούσε και θα επαναστατούσε, θα σιωπούσε και θα βροντούσε. Ήταν ένα κάθαρμα και ίσως τον αγαπούσε ακριβώς γι’ αυτό.
Το πώς θα κατέληγε η σχέση τους φάνηκε απ’ την αρχή, όταν την πρώτη νύχτα του γάμου τους ο Αλκιβιάδης την οδηγεί σ’ ένα γκέι μπαρ, τα ρίχνει σ’ ένα αγόρι, το οποίο στη συνέχεια τους ακολουθεί στο σπίτι και κάνει έρωτα μαζί του μπρος στα μάτια της. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό το μελανό στοιχείο στη σχέση τους, ήταν και το ότι ζούσαν μαζί μονάχα τα σαββατοκύριακα, έπειτα από δική του απαίτηση. Ήταν και η απόλυτη αδυναμία του να αγαπήσει κάποιον ή κάτι:
- Μ’ αγαπάς; Τον ρώτησα.
- Όσο τίποτα άλλο στον κόσμο.
- Μα εσύ δεν αγαπάς τίποτα.
- Γι’ αυτό σε αγαπώ.
Πώς να λειτουργήσει μια τέτοια σχέση λοιπόν; Απλά δεν μπορεί, ωστόσο: «Τον Αλκιβιάδη, δεν τον κατάλαβα ποτέ, μέχρι το τέλος. Ούτε το τέλος κατάλαβα. Αλλά τον λάτρευα. Έμοιαζα με το σκυλί που το πάνε επίσκεψη στον κτηνίατρο, και που λατρεύει και φοβάται συγχρόνως το γιατρό του». Τώρα εξηγούνται όλα.
Η Καραπάνου ταξιδεύοντάς μας μπρος πίσω στο χρόνο με μαεστρία περισσή μας μιλάει για, εκείνο που αποκαλεί ο ποιητής, τον πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων, για την ικανότητά μας να πληγώνουμε τους άλλους. Και μέσω της Λουίζας, όπως θα αποκάλυπτε αργότερα στο «Μήπως;», θέλησε να μοιραστεί μαζί μας ένα ακόμη κομμάτι απ’ τη δική της ιστορία. Μια ιστορία με πολλές πτώσεις, λίγες χαρές, μεγάλες λύπες και το αναπόφευκτο άγγιγμα του θανάτου. Γράφει ακόμη για το πόσο σκληρός μπορεί να είναι ο φτερωτός θεός: «Ο έρωτας είναι σατανικός: αναιρεί συνέχεια ό,τι υπόσχεται, και υπόσχεται συνέχεια ό,τι σκοπεύει να αναιρέσει στο μέλλον».
Η Λουίζα της θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε γυναίκα. Οποιαδήποτε γυναίκα που αγάπησε τυφλά, με πάθος, για να δει μετά τα όνειρά της να γκρεμίζονται με πάταγο. Κι ο Αλκιβιάδης θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε άντρας, κάποιος που ξέρει πάντα να επιβάλλεται, αλλά όταν κάποτε δεν περάσει το δικό του παραιτείται απ’ τη ζωή και φτάνει μέχρι τα άκρα. Η αιώνια πάλη ανάμεσα στα δύο φύλλα καλά κρατεί ακόμη, και όσο διαρκεί, βιβλία σαν κι αυτό θα φαντάζουν πάντα οδυνηρά επίκαιρα, επώδυνα αληθινά.

Thursday, August 13, 2009

Σόνια Μηλιώνη - Δήθεν από έρωτα

Το βιβλίο αυτό με την πρώτη ματιά μου θύμισε ένα παλιό αγαπημένο μου, το “Ανοιχτό παράθυρο” της Ίρμης Μητροπούλου. Όταν το διάβασα αντιλήφθηκα ότι πρόκειται για ένα εντελώς “διαφορετικό”, αλλά και “συγγενικό” με το τελευταίο, βιβλίο.
Η Μηλιώνη είναι 21 μόλις χρόνων και φοιτήτρια της Νομικής στην Αθήνα, οπόταν λίγο πολύ μας μιλά για τη δική της γενιά και τους προβληματισμούς της. Για τη γενιά της δεκαετίας του ’90 που ξεφεύγει πια απ’ τη μιζέρια των παλιών και τολμά να δει τη ζωή με αισιοδοξία. Για τη γενιά που ξέρει να απολαμβάνει την ελευθερία της, αλλά που - όπως και οι παλαιότεροι - δεν ξέρει να αποφεύγει τα λάθη!
“Δήθεν… από έρωτα πετάς στο κενό όλα σου τα όνειρα. Δήθεν… από έρωτα αφήνεσαι κι εσύ στο ίδιο κενό. Δήθεν από την απουσία του έρωτα αλλάζεις τις προτεραιότητές σου, κάνεις μια “αλλαγή πλεύσης”, διεκδικείς την ψυχή σου. Δήθεν… από ανάγκη για έρωτα χαρίζεσαι σε ό,τι μοιάζει να σε ζεσταίνει - έστω και για λίγο - από τα μποφόρ της μοναξιάς σου… Μάλλον θα το πρόσεξες! Όλα τα ‘δήθεν’ είναι φτιαγμένα από έρωτα”.
Η συγγραφέας δε χαρίζεται σε τίποτα και σε κανένα, ούτε και στον εαυτό της, αλλά αν και στο κείμενο υποβόσκει κάποια οργή δε λείπει και η τρυφερότητα. Διαβάζοντας κανείς τους τίτλους των κεφαλαίων του βιβλίου θα καταλάβει τι εννοώ, αφού μέσα από αυτούς παρελαύνουν τα πιο τρυφερά ελληνικά τραγούδια: “Να με προσέ-χεις”, “Το φιλαράκι”, “Πριν το τέλος”, “Γέλα πουλί μου” και άλλα.
“Το να πιστεύεις ότι όλα έχουν πάρει το δρόμο τους, το να επαναπαύεσαι σε μια σιγουριά, το να νιώθεις τη σταθερότητα έστω και για μία μοναδική στιγμή είναι η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση. Η μεγαλύτερη ειρωνεία, η τραγικότερη. Δεν υπάρχει ευτυχία συνεχόμενη. Μόνο μια τάση για ευτυχία που παραμένει ισοβίως τάση”.
Στο βιβλίο της Μηλιώνη συναντάμε μια νεανική ψυχή που φαίνεται να έζησε πολλά, να πληγώθηκε πολύ, αλλά που δεν το έβαλε κάτω. Που αντιλαμβάνεται ότι η ζωή είναι ό,τι την κάνουμε, και που είναι αποφασισμένη να ζήσει αυτή τη ζωή όσο καλύτερα μπορεί. Όπως λέει κι η ίδια: “Ποτέ μη φοβηθείς να νιώσεις! Το αντίθετο της ζωής, να το θυμάσαι, δεν είναι ο θάνατος! Είναι η ερημιά των αισθημάτων”.
Εμείς θα σας λέγαμε: Γνωρίστε αυτή την ψυχή, αφουγκραστείτε τις αγωνίες και τις λαχτάρες της.
Κυκλοφορεί από τα Νέα Σύνορα - Λιβάνη.

Από το Αρχείο

Saturday, July 25, 2009

Μαργαρίτα Καραπάνου – Η ζωή είναι αγρίως απίθανη

Ομολογώ ότι αυτό το βιβλίο με έφερε σε αμηχανία. Και με έκανε να σκεφτώ ξανά εκείνο που σκέφτηκα την πρώτη φορά που διάβασα Καραπάνου: Δεν είναι ελληνίδα συγγραφέας! Όχι, δεν είναι, με τίποτα. Από τις ελληνίδες (αλλά και τους έλληνες) συγγραφείς μόνο η Λιλή Ζωγράφου τόλμησε να μιλήσει με τόσο άμεση γλώσσα για το ποια είναι, ποια ήταν και πού πάει. Αλλά κι εκείνη όχι τόσο τολμηρά, όχι το ίδιο άμεσα.
Τώρα, τι να πω γι’ αυτά τα ημερολόγια και τι ν’ αφήσω πίσω. Ό,τι και να γράψω θα είναι λειψό, θα είναι άδικο για το μεγάλο ετούτο βιβλίο, του οποίου έχω τσαλακώσει περισσότερες από εκατό σελίδες, κι έχω σημαδέψει περισσότερα από διακόσια σημεία.
Η Καραπάνου ήταν από πάντα συγγραφέας, από τη στιγμή που άρχισε να γράφει ή ίσως και πιο πριν, από την ημέρα που γεννήθηκε. Όταν στα δεκατρία της χρόνια έγραφε με μια ωριμότητα εξωπραγματική, θα μπορούσε κανείς να το θεωρήσει δεδομένο ότι εκείνη άλλο δρόμο απ’ αυτό της συγγραφής δε θα μπορούσε ν’ ακολουθήσει. Και τι έγραφε στα δεκατρία της; Για τη ζωή, για τον έρωτα, για τα βιβλία, ακόμη και για τη φιλοσοφία, σα γυναίκα έμπειρη και από το πέρας της ζωής σοφή. Μια μικρή σοφή, με όλα τα κουσούρια και τις αγωνίες της ηλικίας της, αλλά και με πολλές σκέψεις. Σκέψεις βαθιές. Λες κι αναζητούσε από την πρώτη στιγμή ν’ ανακαλύψει το νόημα της ζωής, να το αναλύσει. Με μια ειλικρίνεια που «σπάζει κόκαλα». Όσα πολλοί δεν τολμούν να ομολογήσουν ακόμη και όταν γεράσουν αυτή τα είπε στα δεκατρία, στα δεκατέσσερα, στα δεκαπέντε της χρόνια, πριν το τέλος ακόμη της εφηβείας. Γι’ αυτό και δε με εκπλήσσει το γεγονός ότι οι άλλοι συγγραφείς στέκονται απέναντί της μ’ επιφύλαξη, φανερά αμήχανοι. Ανέβασε πολύ ψηλά τον πήχη η άτιμη, και τώρα καθώς θα κάθεται εκεί πάνω ή εκεί κάτω ή όπου αλλού και θα παίζει με τα σκυλιά της θα ρίχνει ματιές στη γη και θα χαμογελά πλατιά, μ’ ένα ειρωνικό μειδίαμα. Για το μεγάλο κόλπο που ήταν η ζωή της, για την ανθισμένη ματαιότητά της.
Ούτε μια ατάκα δε θα σας χαρίσω απ’ αυτά τα ημερολόγια, ούτε ένα αφορισμό. Θα σας αφήσω να το ανακαλύψετε μοναχοί, έτσι ακριβώς όπως του πρέπει. Και θα σας παροτρύνω να κάνετε ένα μακροβούτι στα βαθιά νερά του κόσμου της Μαργαρίτας Καραπάνου, να μάθετε τις αλήθειες της, να νιώσετε την ίδια έκπληξη που ένιωσα κι εγώ διαβάζοντας τις καταγραφές της εφηβείας της, να μείνετε με το στόμα ανοικτό μπροστά στις έξω από τα δόντια παραδοχές της.
Διάβασα όλα τα βιβλία της μα πιο συνταρακτικό απ’ αυτά τα ημερολόγια δε βρήκα άλλο κανένα (ίσως το «Ναι» να είναι αυτό που το πλησιάζει πιο πολύ). Για τη συγγραφέα φαντασία, γραφή και ζωή ήταν ένα και το αυτό. Δεν μπορούσε να ζει χωρίς να γράφει, κι ας μην άφησε παρά λίγα βιβλία πίσω της. Ωστόσο, ακόμη κι αν αυτό μονάχα άφηνε θα ήταν αρκετό, αφού είναι το πιο άμεσο, το πιο αληθινό και εμπεριέχει με τον τρόπο του όλα τ’ άλλα.
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ωκεανίδα.