Wednesday, March 28, 2012
Λιλή Ζωγράφου - Αφιέρωμα
Το κείμενο που ακολουθεί δεν θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κανείς εύκολα αφιέρωμα, αλλά να που το κάνω. Βασικά τούτο το γραπτό αποτελεί την εισαγωγή για την ιστοσελίδα που έφτιαξα για την καλή συγγραφέα πριν δέκα χρόνια και την οποία μπορείτε να επισκεφθείτε εδώ. Όπως θα δείτε στο συγκεκριμένο χώρο μπορεί να βρει κανείς πολλά και διάφορα για την Λιλή: Παρουσιάσεις βιβλίων, γράμματα, συνεντεύξεις κτλ. Όταν τη δημιούργησα σκεφτόμουνα ότι θα συνέχιζα να την εμπλουτίζω συνεχώς με υλικό, αλλά σιγά σιγά τα χρόνια πέρασαν, παρασύρθηκα σε άλλα μονοπάτια, οι δυνάμεις μου λίγο ή πολύ εξαντλήθηκαν, ή μάλλον δεν είναι πια αρκετές ώστε να μπορώ να χειριστώ τόσα διαφορετικά πράγματα ή έργα όσο παλιά. Όπως και νάχει, ελπίζω να επισκεφθείτε τη σελίδα και να μου πείτε τα σχόλιά σας, αλλά και να απολαύσετε το πιο κάτω κείμενο.
«Αχ, μωρέ Λιλή, που πήγες και μας πέθανες...». Και τώρα, τι κάνουμε; Ποιος θα τους τα λέει χύμα; Ποιος θ’ αναστατώνει τις κυράτσες και τους βολεμένους; Μεγάλη ζημιά μας έκανες μωρέ Λιλή... Αρχόντισσα κυρά... Μάνα... Αδελφή... και Φως!
Τι πρόλογο να γράψω; Τι να πω; Το ξέρω! κάπου θα ’σαι τώρα, θα με βλέπεις και θα γελάς, θα με κοροϊδεύεις: «Τι κάθεσαι κι ασχολείσαι μαζί μου ρε κουτό!» θα σκέφτεσαι... «και χάνεις και τον ύπνο σου για μένα. Εγώ καλά πέρασα, εσύ δες τι θα κάνεις...»
Καλά πέρασες μωρέ Λιλή. Ήρθες, μας είδες, χαιρέτησες, έφυγες. Και τώρα, σαν κι εκείνη την Ισαβέλα θαρρώ, θα μας παρακολουθάς από κάπου αόρατη όλους εμάς που σ’ αγαπήσαμε και θα διασκεδάζεις: «Ωχού, τους την έφερα πάλι».
Λοιπόν, κυρά, αυτό το τελευταίο κόλπο, το μεγάλο σου, δε θα περάσει έτσι! Τι πα να πει, έφυγες; Για που; Αφού εσύ, εδώ ανήκεις, σε μας. Κι ας φωνάζεις πως είσαι λεύτερη. Ε, όχι, δεν είσαι. Υπάρχουν ακόμη τόσοι κανόνες να σπάσεις, τόσοι θεσμοί να γκρεμίσεις, τόσες αλήθειες να πεις, τόσες ψευτιές να ισοπεδώσεις.
Ακούς, Λιλή, δεν ξόφλησες ακόμη το χρέος. Έχεις να ρίξεις ακόμη πολλές γροθιές με την κοινωνία, πολλά βασιλόπουλα να σκοτώσεις, πολλές γυναίκες ν’ αναστήσεις, πολλές σταχτοπούτες να θάψεις.
Είναι και τα ορφανά που άφησες πίσω σου. Τον γάτο σου τον Πόπη –ζει ακόμη αυτή η ψυχή;-, χιλιάδες άντρες-γυναίκες-παιδιά, τη δικιά σου Μήδεια, εκείνη την αγαπημένη σου Ελένη, την Ερατώ, το καημένο εκείνο πλάσμα τον Αρίστο, τον... την... Ω! Αμέτρητα είναι τα παιδιά σου...
Δεν ξέρω τι άλλο να σου πω, τα λόγια δε βγαίνουν. Έτσι, θα πάρω απόψε, φίλη μου, το καράβι για το Ηράκλειο, την πόλη την αγαπημένη. Θα βρω κάποιους φίλους γκαρδιακούς, για λίγο να τα πούμε, να πιούμε στην υγειά σου μια ρακή, τα ωραία που περάσαμε μαζί να θυμηθούμε.
Και καθόλου να μην ανησυχείς. παλαιοπώλες αναμνήσεων δε θα γενούμε. Γιατί, κυρά καλή, μες στην ψυχή μας είσαι ζωντανή κι όσα ήσουνα εσύ και κείνα ζούνε!
Αλήθεια, Λιλή, τραγουδάτε τα ρεμπέτικά σας ακόμη πέρα κει, με τον Τσιτσάνη;
Friday, January 2, 2009
Λιλή Ζωγράφου - Μου σερβίρετε ένα βασιλόπουλο παρακαλώ

Σ’ αυτό το βιβλίο περιλαμβάνονται τρεις νουβέλες, στις οποίες η συγγραφέας… σπάει πλάκα! Φαίνεται να έχει γράψει αυτές τις ιστορίες μόνο και μόνο για να διασκεδάσει η ίδια, αλλά και για να χαρίσει λίγα χαμόγελα στον αναγνώστη.
“Γυναίκες, μιλώ ακούστε. Να σας σερβίρω ένα βασιλόπουλο είναι αδύνατο φυσικά. Εκείνο που μπορώ να κάνω για σας είναι να σκοτώσω το βασιλόπουλο. Και τη Σταχτοπούτα. Αυτή η ξευτελισμένη, αυτή η δούλα που δεν έχει ίχνος περηφάνιας και ρεαλισμού, αα, δε μου ξεφεύγει”. Μ’ αυτά τα λόγια ξεκινά τον πρόλογό της η συγγραφέας για να τονίσει αργότερα ότι: “Οι μύθοι είναι τα κάστρα του συστήματος”, τα κάστρα που θέλει η ίδια να γκρεμίσει, γιατί στο κάτω κάτω της γραφής “το μόνο που σε σώζει είναι η πίστη στον εαυτό σου”.
Το να πιστεύεις όμως στον εαυτό σου δε σημαίνει κι ότι πρέπει να είσαι μόνος: “Κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς συντροφιά. Κι όταν αυτή η συντροφιά διαμορφωθεί σε οικογένεια, η κατάσταση είναι θεία. Ο γάμος είναι απαράδεχτος. Η συμβίωση λύνει ελάχιστα προβλήματα και μόνο τότε, όταν το παραδεχτούμε, είναι επιτυχημένη. Είναι τελείως παρανοϊκό να πιστεύει και να απαιτεί η γυναίκα να ’ναι ο άντρας ο φορέας της ευτυχίας της. Η ευτυχία δεν είναι φασολάκια να τα κουβαλάει κανείς στο ζεμπίλι…”.
Στην πρώτη νουβέλα με τίτλο “Σταχτοπούτα ετών πενήντα” μαθαίνουμε την ιστορία της Χαρίκλειας που γεννήθηκε “…πες κατά λάθος, πες κακή ώρα, αφού ο πατέρας μας ήταν κιόλας πεθαμένος πριν τρία χρόνια…”. Υπέφερε πολύ στα παιδικά της χρόνια η Χαρίκλεια μια και ήταν μπάσταρδη και τ’ άλλα τα παιδιά δεν την ήθελαν κοντά τους. Αλλά κι όταν μεγάλωσε το χείλι της δε χαμογέλασε ποτέ. Δούλεψε, έζησε μια ζωή στερεμένη, μάζεψε λεφτά, αλλά έμεινε ανέραστη και με προίκα ένα τεράστιο άψυχο σπίτι για να την υποδέχεται κάθε Σάββατο.
Στη δεύτερη νουβέλα πέφτει άγριο γέλιο. Ακόμη και ο τίτλος προδιαθέτει γι’ αυτό: “Θρόνος-αντίκα χαρίζεται εις ρέκτην…”. Είναι η ιστορία κάποιου φτωχού πλην τίμιου νέου, τον οποίο διαλέγει μια γόνος αριστοκρατικής οικογένειας ως σύζυγο της. Έλα όμως που η κυρία είναι σωστή μέγαιρα και κάνει ό,τι θέλει το φτωχό και άβουλο ανθρωπάκι. Μάλιστα είναι τόσο μεγάλος ο έλεγχος και η επιρροή που ασκεί στη ζωή του, που όταν πεθαίνει είναι σίγουρος ότι εκείνος τη σκότωσε, αφού η μεγαλοκυρά του είχε προαναγγείλει ότι, έτσι και τολμούσε να την εγκαταλείψει, θα αυτοκτονούσε και θα φροντίζε να φανεί ότι την σκότωσε εκείνος…
Οι πιο ωραίες στιγμές της νουβέλας είναι όταν η κυράτσα τσακώνεται με την αδελφή της την… κομμουνίστρια, κι η τελευταία της τα λέει χύμα, ειδικά όταν μαθαίνει ότι κοτζάμ αρχόντισσα δεν μπορεί να τεκνοποιήσει: “Μα, μπορεί να μην πεισμώσει ένα κορμί που τ’ άφησες σαράντα χρόνια αλειτούργητο; Το σώμα μας, βρε, είναι εκκλησία. Θέλει και τα καντήλια του αναμμένα και τα θυμιάματά του να καίνε και τους βρωμοπαπάδες του!”.
Και φτάνουμε στην τρίτη νουβέλα με το χαρακτηριστικό τίτλο: “Εδώ σερβίρεται μόνο αχνιστό πάθος και ανόθευτη ηθική”. Είναι η ιστορία μιας γυναίκας-φωτιά με το όνομα Αργυρώ που αναστατώνει ένα ολόκληρο χωριό με την ομορφιά της, αλλά και τη φλόγα του πάθους της. Όλοι οι άντρες την ποθούν, όλες οι γυναίκες τη ζηλεύουν, και δεν υπάρχει πρόβλημα κανένα. Μέχρι που αποφασίζει ένας παπάς να ξεριζώσει την αμαρτία από το χωριό, και τότε γίνεται το σώσε. Πέφτει ξύλο, ο τόπος γίνεται άνω κάτω, τρώει λίγες κι ο παπάς να μην παραπονιέται. Αλλά, η Αργυρώ όσα κι αν τράβηξε είναι από γερό σκαρί και… ξανά προς τη δόξα τραβά.
Ηθικό δίδαγμα: Δεν είναι καιρός για Σταχτοπούτες!
Λιλή Ζωγράφου - Η Συβαρίτισσα

Στη “Συβαρίτισσα” η Λιλή Ζωγράφου βγάζει τον καλύτερό της εαυτό. Χωρίς να ξεφεύγει από την προσφιλή της θεματολογία, εδώ κατορθώνει να μας χαρίσει ένα πραγματικά μεγάλο έργο. Για μας ένα από τα καλύτερα ελληνικά μυθιστορήματα του εικοστού αιώνα.
Πρόκειται για ένα πλήρες μυθιστόρημα. Διαβάζοντάς το κάποιος, θα αντιληφθεί ότι δεν μπορεί να προσθέσει ή να αφαιρέσει λέξη από αυτό. Και διαθέτει τα πάντα: τραγικότητα, κοινωνικό σχόλιο, χιούμορ, ιστορικές αναφορές και ολίγον έρωτα.
Ως συνήθως η συγγραφέας δε χαρίζεται στους ήρωές της. Τους βάζει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να υποφέρουν: άλλος από πάθος, άλλος από έρωτα, άλλος από μοναξιά, άλλος απ’ τη ζωή, κι άλλος απ’ τους εσωτερικούς του δαίμονες. Είναι άνθρωποι απλοί, που δε ζητούν παρά μόνο να υπάρχουν. άλλοι υποταγμένοι στη μοίρα τους κι άλλοι αποφασισμένοι να την αλλάξουν.
Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας είναι η Ελένη Κούρκαπα, κόρη του τρομερού Μιχαήλ, τουλάχιστον όπως θέλει να τον παρουσιάζει η μάνα της, η Ισμήνη, μια γυναίκα που κάνει τον όρο μέγαιρα να φαντάζει μικρός, ασήμαντος. Η Ελένη, λοιπόν, είναι το δέκα το καλό. Ένας από τους πιο ολοκληρωμένους χαρακτήρες που δημιούργησε - ή μήπως απλά περίεγραψε; - ποτέ η Λ. Ζ. Τη βλέπουμε να γεννιέται, να μεγαλώνει, να ζει τον πόνο, να επαναστατεί, να ακουμπά το θάνατο και να βρίσκει τη ζωή. Η ζωή της ένα μικρό έπος, με τα τραγικά και τα ωραία της, με τον πόνο και τις χαρές της, παρασύρει τον αναγνώστη. Άλλοτε έχοντας το ρόλο της αφηγήτριας κι άλλοτε της πρωταγωνίστριας κινεί με μαεστρία τα νήματα, δίνοντας αέρα στα πανιά του μύθου. Κι η συγγραφέας, νιώθοντας πολύ αγάπη γι’ αυτή την ηρωίδα της, της χαρίζει χωρίς φειδώ τις σκέψεις της, καθώς και μερικές ατάκες πρώτης τάξης.
Ν’ αρχίσουμε ν’ αντιγράφουμε; - Ν’ αρχίσουμε. “Ως πότε ο κόσμος θα είναι μόνο ήχος ή μόνο σιωπή, χωρίς πρόσωπα και σώματα”, “Κουβαλώ μέσα μου ένα Μουσείο φωνές, ήχους, ωραίες γυναίκες, παιδικά σκοτάδια και αρώματα, ελπίδες, πόσες ελπίδες, μουσικά αποσπάσματα, όλα σπάνια διατηρημένα”, “Όχι όχι, εγώ δεν θέλω ν’ αλλάξει ο κόσμος αυτός. Να χαλάσει θέλω, να τον χαλάσω, να τον γκρεμίσω, αυτό θέλω, να τον δω σωριασμένο, να δρασκελίσω τα χαλάσματα τρέχοντας με τα χέρια ανοιχτά στον άνεμο, στη λευτεριά, ν’ αγκαλιάσω τους ανθρώπους, πόσοι ωραίοι άνθρωποι θα υπάρχουν στον κόσμο, όλοι θα ’ναι ωραίοι και αληθινοί, και θα γελούν, θα μιλούν καλοσυνάτα χωρίς να ταπεινώνουν ο ένας τον άλλον…”, “Τίποτα πια δεν μπορεί να με φοβίσει. Ό,τι είναι λευτεριά είναι και ζωή… τίποτα, όχι, θέλω να τα γευτώ όλα, να επιβεβαιωθώ ότι υπάρχω”, “Δημιουργός είναι όποιος γεννά ανθρώπους, ποίηση, μουσική. Όλοι από τα σπλάχνα μου πρέπει να βγουν, για να γράψουν, να συνθέσουν, να ζωγραφίσουν. Μάθε ν’ ακούς. Το τραγούδι του ανθρώπου ακούεται χιλιάδες, χιλιάδες χρόνους πίσω μας, μα πρέπει πρώτα ν’ ακούσεις το κλάμα του παιδιού. Μάθε ν’ ακούς τα μηνύματα, όλα από μέσα σου έρχονται”, “Έτσι κι αλλιώς, η Εκκλησία ‘παίζει’ σε όλα τα έργα του μεταπολέμου τον Δράκουλα ρουφώντας το αίμα της πολιτείας και την ανεξαρτησία των κυβερνήσεων”, “Όλοι οι Έλληνες σώζετε την Ελλάδα μ’ έναν φαλλό στο χέρι”, “Γιατί πρέπει να ζω σύμφωνα με τους μύθους που φτιάξατε; Έναν μύθο πανομοιότυπο, σαν κατάδικος στη στολή του, τον ονομάσατε γάμο και τέρμα”, “Ό,τι δεν είσαι, δε θα μπορέσω ποτέ να σ’ το χαρίσω. Είμαι άφθονη λες! Γιατί σπαταλιέμαι. Είναι ο νόμος της γης. Δώσ’ τα όλα για να ξαναγίνεις”, “…Όποιος ψάχνει για θεούς ψοφάει για αφεντικά”, “Ο κάθε λεύτερος είναι μόνος. Όσο περισσότερο μεθάς από τη δύναμή σου και προεκτείνεις την ελευθερία σου, τόσο μεγαλώνεις και την έκταση της μοναξιάς σου”, “Κάθε μέρα γίνεται ο άνθρωπος, κάθε καινούρια μέρα μας γκρεμίζει, μας ανοικοδομεί, μας ισοπεδώνει… Μόνο η βλακεία μένει αμετακίνητη -αν δεν πρόκειται για σταθερότητα σκοπιμότητας-, μόνο η βλακεία κρατά τους ανθρώπους αμετάλλαγους σαν αμεταχείριστα τσουκάλια, που δε χρησιμοποιήθηκαν ούτε γι’ αυτό που φτιάχτηκαν, που δεν κάθισαν τον πήλινο πισινό τους στη φωτιά να εκτελέσουν τον προορισμό τους, γιατί τρέμουνε μην καούν και καμαρώνουν πως διαφύλαξαν την ακεραιότητά τους και δε βλέπουν πως ξεφλουδάνε και μαδούν όσο γερνούνε και πως φυτρώνουν τσουκνίδες στην αμεταχείριστη τρύπα τους”.
Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε για πολύ μ’ αυτό τον τρόπο, αλλά δε θα ήταν σωστό, αφού όλη η χαρά στην ανάγνωση ενός μυθιστορήματος κρύβεται στην ανακάλυψη των κρυφών του χάρων. Δεν αντέχουμε όμως στον πειρασμό να σας μεταφέρουμε ένα από τα “τοπία” του βιβλίου:
“Οι στενοί δρόμοι άδειοι από γυναίκες και οι αυλές γεμάτες παρθένες που κεντούσαν την προσδοκία ναρκωμένες από το νοτιά να μοσκοβολά ολοχρονίς νεραντζάνθους και λεμονιάς λουλούδια ολόγυρα στο λιβάδι με τις ασβεστωμένες πεζούλες
Οι θηλυκές περιποιούνται με πάθος όλο το χρόνο τις βιόλες και τα κρίνα στους κήπους ή σε ντενεκέδες που τους εξασφάλιζαν το νόμιμο πρόσχημα να βγουν στους δρόμους τη Μεγάλη Πέμπτη φορτωμένες τ’ άνθη τους για να στολίσουν τους επιτάφιους
Και ξαναγυρίζαν στα κεντήματα και τη βελόνα που τρυπούσε κοντά κοντά το ατλάζι ή το βελούδο σκορπώντας σε κάθε της βουτιά μια ανεπαίσθητη ανατριχίλα στο δέρμα
Οι κεντητές προσδοκίες χώριζαν πάντα μ’ ένα θαλασσί ποτάμι κάποιον ροδομάγουλο νεαρό από μια χλωμή κοπέλα
Το κεντητό ποτάμι μόνο ένα περιστέρι χωρούσε να το διασχίσει, κρατώντας στο ράμφος του ένα άσπρο ραβασάκι, συνήθως πιο μεγάλο απ’ το κορμάκι του, να χωράει την κεντητή επίκληση, “Σε αναμένω”
Όσο περνούν τα χρόνια, οι μπάντες γίνονται μεγαλύτερες, πολύπλοκες και μακροπρόθεσμες σε προσδοκίες, με φράσεις πεισματικής αισιοδοξίας, “Έχει ο θεός”, στη διάψευση κάποιας χαμένης ελπίδας, ή “Κι αυτό θα περάσει”
Αλλά μόνο τα χρόνια περνούσαν
Οι κοπέλες μεστώνανε με αρρωστημένα όνειρα που τυραννούσαν τον ύπνο τους ανάκατα με μυρωδιές βασιλικού και την μπόχα των βρακιών τους
Βρακιά πάνινα δεμένα ψηλά στους γοφούς ανέβαζαν τις αναθυμιάσεις τους στους σπασμούς των ονειρώξεων και σκλήραιναν οι τρυφερές γραμμές των νεανικών προσώπων
Οι νέες ωρίμαζαν γρήγορα και τα χαρακτηριστικά τους αγρίευαν όμοια με των μανάδων τους, καθώς άκουαν απελπισμένες τη ζωή να παρελαύνει χωρίς να τη βιώνουν.
Ααχ, τα παλιά καλά χρόνια!”
Είπατε τίποτα; Όχι, ε; Πάντως, αν το πάρετε απόφαση να ασχοληθείτε κάπως με τη Λ. Ζ., η “Συβαρίτισσα” είναι το βιβλίο της που πρέπει ν’ αφήσετε για το τέλος. Αν θέλετε απλά να τη γνωρίσετε, τότε, διαβάστε την όταν σας “καπνίσει”. Εμείς, απλά, επιμένουμε ότι είναι ένα από τα καλύτερα ελληνικά μυθιστόρηματα…
Λιλή Ζωγράφου - Παραλήρημα σε ντο μείζονα

Το “Παραλήρημα σε Ντο Μείζονα” είναι ένας σπαραχτικός μονόλογος. Μια γυναίκα εξομολογείται στη νεκρή καλύτερή της φίλη, κλαίει, οδύρεται, χαμογελά και θριαμβεύει, αναγνωρίζει τα λάθη της, μιλά για τα πάθη της, απολογείται, οργίζεται και με τις τύψεις της παλεύει.
“Ποιος θάνατος/ ποιος σκαρφίστηκε τούτο το έγκλημα;/ να βουβαθείς εσύ/ με τη ζωντάνια του άγριου ανέμου-/ της καταιγίδας το φλύαρο κροτάλισμα/ εσύ σώπασες;”.
Σώπασε! Μια νέα γυναίκα που ξεχείλιζε από ζωή, που ζούσε ένα παράνομο έρωτα για να αντέχει την αθλιότητα του νόμιμου, που προδόθηκε απ’ την καλύτερή της φίλη, χωρίς να μπορέσει ποτέ να καταλάβει το γιατί. Τη φίλη που τώρα της μιλά για τα περασμένα, λες και είναι ζωντανή, λες και δεν έχει φύγει για την άλλη όχθη, κι ας έχει πλήρη απόγνωση της απωλειας: “Και τι θα γίνω εγώ που ζω ζω και θυμάμαι/ Δε θα ξομολογηθώ πια τη σκυλίσια μου/ συμπεριφορά πασπαλισμένη με στάχτες”.
Η φίλη της τής λείπει τόσο πολύ που οργίζεται, ματώνει. Φτάνει να φαντάζει στο μέσα της βλέμμα σα μια θεϊκή ύπαρξη: “…Νεκρή αγαπητερή μου/ μητρότητα απέραντη ως γαία/ γαλανή μου θεά…”. Κι όσο προχωρά με την εξομολόγησή της τόσο περισσότερο πείθεται ότι αυτή είναι μάταιη: “…Ποιον ν’ ανακουφίσω με την αλήθεια/ αφού εσύ/ δεν είσαι πουθενά/ ούτε πάνω ούτε κάτω από τη γη/ θεέ πως νιώθω την ανυπαρξία σου.”
Ο σπαραγμός δεν έχει τελειωμό, νιώθει την αδικία να της σκίζει την καρδιά, να της χαράζει την ψυχή και κραυγάζει: “Θεέ που είσαι/ ποιοι σκατάδες σε εφεύραν”.
“Πως είναι δυνατόν να πεθαίνει μια γυναίκα που αγαπιέται;” αναρωτήθηκε κάποτε ο Κώστας Καρυωτάκης. Το πιο πάνω θα μπορούσε να είναι το μότο ή το επιμύθιο του όμορφου αυτού μονολόγου.
Λιλή Ζωγράφου - Που έδυ μου το κάλλος

Μια γυναίκα θυμάται το παρελθόν της και κλαίει για το παρόν της. Το παρελθόν της χάρισε το μεγάλο έρωτα της ζωής της. Το παρόν της δεν είναι παρά μία σύμβαση αορίστου χρόνου. Κι όμως όταν ο άντρας της ζωής της έρχεται να τη συναντήσει και πάλι, αυτή δεν τολμά να τον αντικρύσει. Απαρνιέται τον άνθρωπο που μέσα από τις μνήμες της την κρατούσε ζωντανή.
Ίσως το χθες και το σήμερα να είναι το ίδιο. Ίσως το σήμερα να μην αξίζει χωρίς το χθες, έτσι όταν το τελευταίο έρχεται να συναντήσει το πρώτο όλα να ανατρέπονται.
Η ιστορία της Μαρίας και του Φραντς. Γνωρίστηκαν στον πόλεμο, αγαπήθηκαν στον πόλεμο, χώρισαν στον πόλεμο. Το μόνο που επιβιώνει από τη μοιραία συνάντηση αυτή είναι οι αναμνήσεις, και οι αναμνήσεις αναμνήσεις πρέπει να μείνουν, ειδικά όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με μια κοινωνία που καταδικάζει καθετί που ξεφεύγει απ’ το συνηθισμένο, που χαλάει τη βολή της.
Αντιγράφουμε από τη σελ. 30: “Οι μέρες περνούσαν γρήγορα σαν λαχανιασμένες πιέζοντάς την να πάρει μια απόφαση. Καθόταν ώρες μπροστά στον καθρέφτη. Σήκωσε τα νύχια της να γρατσουνίσει τα μάγουλά της, δυο εχθρούς προδότες κι ούτε μια ρυτίδα χαμόγελου. Όλες είχαν την υπογραφή του χαμένου παράδεισου, του συμβιβασμού για το τι θα πει ο κόσμος, του θλιβερού δυαριού με τις μουσελινένιες κουρτίνες”.
Δεν είναι εύκολο να κατατάξει κανείς το βιβλιαράκι αυτό σε κάποια συγκεκριμένη κατηγορία: δεν είναι ούτε αφήγημα, ούτε μονόλογος, ούτε ποίημα. Δεν είναι τίποτα απ’ τα πιο πάνω, μα και όλα τα πιο πάνω. Αν πρέπει ντε και καλά να το ονομάσουμε κάτι, ας το αποκαλέσουμε: ένα κομψό λογοτέχνημα!
Το βιβλίο αυτό κυκλοφόρησε σε δύο διαφορετικές εκδόσεις, μια συλλεκτική σε χίλια αριθμημένα αντίτυπα από 1 εώς χίλια και πενήντα αντίτυπα σε χαρτί STATESMAN SCRIPT 105 γραμμαρίων εκτός εμπορίου, αριθμημένα από Α΄ εώς Ν΄ και τέσσερεις χιλιάδες αντίτυπα σε φωτολιθογραφική αναπαραγωγή.
Λιλή Ζωγράφου - Παλαιοπώλης Αναμνήσεων

Ο Χρήστος είναι όντως ένας Παλαιοπώλης Αναμνήσεων, ένας κατά τύχην κομμουνιστής που πέρασε τη μισή του ζωή σε φυλακίσεις και εξορίες, με αποτέλεσμα να έχει μόνο του εφόδιο στη ζωή τις αναμνήσεις του. Αυτές είναι που τον κρατούν ζωντανό, αυτές που του δίνουν επιπλέον ζωή, αυτές που ρίχνουν γυναίκες στα πόδια του, αφού οι νέες συντρόφισσες των θεωρούν ινδαλμά τους.
Πως θα χαρακτηρίζαμε το Χρήστο; Ένα θλιβερό άνθρωπο! Στην ουσία τίποτα δεν έκανε στη ζωή του, όλα του συνέβηκαν. Ο κομμουνισμός ήρθε και τον βρήκε, οι γυναίκες το ίδιο, η δόξα το ίδιο. Εκείνος το μόνο που είχε να κάνει ήταν να παπαγαλίζει ξανά και ξανά τα ίδια πράγματα για το ένδοξο παρελθόν, που ποτέ δεν ήταν δικό του. Όπως ομολογεί εξάλλου: “Κατάλαβες; Είχα γραπωθεί σ’ ένα όχι, που δεν ήξερα καλά καλά τι ή ποιον αρνιότανε. Σκέψου πως όταν με τα απανωτά όχι με καταδίκασαν ξανά σε θάνατο, δις εις θάνατο, όπως το λένε αυτοί, εγώ έσπαγα το κεφάλι μου να καταλάβω πως θα μ’ εκτελούσανε για δεύτερη φορά αφού θα ’μουνα κιόλας νεκρός από την πρώτη. Αυτοί πάλι επιμένανε, ‘εμείς, ρε, τα τουφεκάμε τα κομμούνια, μη θαρρείς πως θα γλυτώσεις’. Εκεί πια πάθαινα την πλάκα μου. Άρα είμαι κομμουνιστής, αφού το λένε και τούτα τα καθίκια, οι μπάτσοι, το παραδέχονται και οι σύντροφοι”.
Η Λ. Ζ. Εδώ βρίσκεται στο “στοιχείο” της. Κυνική όσο ποτέ άλλοτε δε χάνει την ευκαιρία να κατακεραυνώσει τόσο το Κόμμα όσο και τη μπατσαρία που ανακάλυπταν ήρωες και επαναστάτες μέσα στην άγνοια. Κόμμα και μπάτσοι είναι ένα φαίνεται να λέει ο Χρήστος, το μόνο που το πρώτο το φοβάται περισσότερο: “Αν ήξεραν πόσο φοβόμουν θα ’χα ζήσει πολύ χειρότερα από τα χειρότερα που πέρασα. Το ευκολότερο θα ’ταν να αυτοκτονήσω. Αλλ’ αυτό απαγορεύεται από το Κόμμα… Ο φόβος κάνει μικρό τον άνθρωπο”.
Οι αυταπάτες, οι μεγάλες επώδυνες αυταπάτες είναι το βασικό θέμα αυτού του βιβλίου. Μιλάει επίσης για τις ψευδαισθήσεις σχετικά με το απόλυτο δίκιο των καθοδηγητών της ζωής, για τη διάνοια των εγκεφάλων του Κόμματος που έπαιρναν άβουλα, αμόρφωτα άτομα και τα μεταμόρφωναν σε μια νύχτα σε κομμουνιστές, για την ελευθερία που κλείνοταν στις φυλακές, που έχτιζαν εκείνοι, που διαλαλούσαν την ανάγκη της. Ξύνει πληγές αυτό το κείμενο και δημιουργεί και πάλι εχθρούς στη συγγραφέα..
“Οι άνθρωποι δεν είναι μεγάλοι όταν πλουτίζουν ή κατακτούν αξιώματα. Οι άνθρωποι είναι μεγάλοι γιατί μπορούν να πιστεύουν και μπορούν να καταθέτουν στην πίστη τους αυτή άφοβα, ακόμα και τη ζωή τους. Κι αυτό το ξέρουνε, το ξέρανε οι μακελλάρηδες στους αιώνες και το εκμεταλλευτήκανε για πολιτικές σκοπιμότητες. Έτσι φτιάξανε ολόκληρο στρατό φυλακισμένων που αρνιόντουσαν ν’ απαρνηθούν την ιδεολογία τους με αντίτιμο ακόμη και το θάνατο. Γιατί ο φόβος του να σε δαχτυλοδειχτούν σαν προδότη ήταν μεγαλύτερος…”, αλλά “Θεέ, έπρεπε να υπάρχεις τώρα, τώρα εδώ, γαμώ την Ελλάδα μου, σε ποιον να προδώσω, τι, και για ποιον σοσιαλισμό ένανα δεκάξι χρόνια φυλακή;”.
Τώρα, τι είναι αυτό μυθιστόρημα, κείμενο καταγγελίας ή δοκίμιο; θ’ αναρωτηθεί κάποιος. Απάντηση; Όλα τα πιο πάνω, κι ακόμη ένα κειμένο με ερωτικές εξάρσεις και χιουμοριστικά ένθετα, και ένα κοινωνικό σχόλιο. Τελικά, οι αναμνήσεις πωλούνται ακριβά!
Λιλή Ζωγράφου - Οι καταραμένες

Το βιβλίο αυτό είναι η πρώτη συλλογή διηγημάτων που κυκλοφόρησε η Λ.Ζ. Πρωτοεκδόθηκε στα 1962 και απ’ ό,τι γνωρίζουμε από τότε δεν έχει βγει σε νέα έκδοση. Ο τίτλος είναι ενδεικτικός για το θέμα των ιστοριών αυτής της συλλογής. Η συγγραφέας μάς μιλά για γυναίκες που δεν τους ήτανε γραφτό ποτέ να ευτυχήσουν, ή κι αν ακόμη τους άγγιξε η ευτυχία ήταν για πολύ λίγο. Γι’ αυτό υπήρξαν και “Οι καταραμένες”.
Οι ιστορίες
Γιάννης ο 2ος
Συνέχεια εκ του προηγουμένου
Η ιστορία μιας γυναίκας που δηλώνει αποφασιστικά ότι θέλει να πεθάνει. Αλλά: “Υπάρχουν τόσα ωραία προσχήματα για να ζεις. Θέλει πολλή δύναμη για να πεθάνεις”.
Ένας άντρας, δυο γυναίκες και ο θάνατος να παραμονεύει. Ο θάνατος! Με πόση ηδονή αντικρύζει την εικόνα του η μια γυναίκα: “- Θα σκοτωθεί, ε; τι ωραία! Το ’πε όλη έκσταση. Τι θαύμα, να μπορείς να πεθαίνεις. Να μην υποψιάζεσαι την ομορφιά και να θες να πεθάνεις. Να μην έχεις αγαπηθεί και να μην περιμένεις κι άλλο, πιο πολύ, κι άλλο. Να μην χτυπά το κορμί σου ζεστά, ρυθμικά σαν ρολόι τη νύχτα που σε βασανίζει, δεν σ’ αφήνει να κοιμηθείς, μα ξέρεις πως ο κάθε χτύπος του εγκυμονεί. κι ύστερα μπραφ, σου πετά, να, έναν ήλιο απ’ τα σκοτάδια της. Το καινούριο πάθος για φως”.
Θα πεθάνει η άλλη γυναίκα ή όχι;
Γιάννης ο 3ος
Να τραγουδήσω για το Σέμμεριγκ;
Μια γυναίκα προδίδει την καλύτερή της φίλη, κάνοντας μια βραδιά έρωτα με το φίλο της τελευταίας. Μετά απ’ αυτό το γεγονός, πέφτει άρρωστη στο κρεβάτι με βαρύ πυρετό και παραληρεί: “Πρόδωσα τη Μαρία, πρόδωσα τη Μαρία, τη μόνη πίστωση αγάπης που είχα ανάμεσα στους ανθρώπους”.
Τι την οδήγησε όμως στην προδοσία; Δίχως άλλο, η απώλεια, μια οδυνηρή απώλεια: “Ο πόλεμος μπορεί να σκοτώσει και τη λευτεριά σαν σου πάρει τον άνθρωπό σου. Δεν είχε άλλον να χάσει, ούτε και κανέναν που να περίμενε πια το γυρισμό του. Από πολύ καιρόν ήταν ελεύθερη με τη μοναξιά της”. Μα η πολύ μοναξιά σκοτώνει τον άνθρωπο…
Γιάννης ο 4ος
Πως θα γυρίσουμε από το Ρήνο;
Μια παρέα κάνει όνειρα φυγής από τη μιζέρια για ένα μεγάλο ταξίδι. Εκείνο που δε φαίνονται να καταλαβαίνουν είναι ότι παρόλα τα μεγάλα λόγια είναι απόλυτα σκλαβωμένοι, στα επιβαλλόμενα “πρέπει”. Έτσι τα όνειρα δεν μπορούν παρά να μείνουν όνειρα.
Λόγια, λόγια, λόγια: “Είμαι ένα σωρό πράματα. Αλλά πιο πολύ απ’ όλα μαζί, είμαι λεύτερος. Και το ταξίδι αυτό είναι μια έκφραση αυτής μου της λευτεριάς. Θα το κάνω για τη δίψα μου, για τις αισθήσεις μου… Τα δάση, οι όχθες, οι καλαμιές, οι σκιές των δέντρων πάνω από τον ξεσκέπαστο ύπνο μου, το χαμόγελο μιας κοπέλας που θα συναντήσω διασχίζοντας τα χωράφια, ο ήλιος που θα πιάσω στα μαλλιά της, όλα θα μπορώ να τα γευτώ αν τα θέλω. Γι’ αυτό δε θα κάνω στο ταξίδι με τη γυναίκα μου. Θέλω, πως να σου το πω; Θέλω να μπορώ να μείνω σ’ όποιον θα μπορεί να με κρατήσει.”
Ωραία δεν τα λέει;
Γιάννης ο 5ος
Οι κλειστές πόρτες
Κάποια νεαρή ερωτεύεται ένα πολύ μεγαλύτερό της γιατρό, τον οποίο βλέπει σαν τον άντρα των ονείρων της. Αλλά, ο τελευταίος κρύβει ένα μυστικό που στο τέλος θα ανατρέψει τα πάντα.
Ένα απόσπασμα: “Στην αρχή γεννήθηκε. Έτσι κατά τύχη. Κι αυτό το κατάλαβε όσο μεγάλωνε γιατί κανείς δεν προσπάθησε να την πείσει πως άξιζε τον κόπο να γεννηθεί. Κι όταν μεγάλωσε πια προσπάθησε να πειστεί πως ήταν πολύ ενδιαφέρον ότι της συνέβη να ’ρθει σ’ αυτό τον κόσμο. Έτσι λαμπαδιαστή με καταρράχτες φως να κυλούν από τα μάτια της. Ύστερα… Στην αρχή αγάπησε. Και μετά, τη δεύτερη φορά, ήτανε πάλι αρχή κι αγάπησε. Μα την τρίτη, τρόμαξε, γιατί ήταν ανεξάντλητη κι άναρχη σαν τη δημιουργία. Απέραντη σαν την έρημο, και καθαρή σαν κι αυτήν…”.
Γιάννης ο 6ος
Ένας κύριος που ξέχασε να μεγαλώσει
Η ιστορία μιας γυναίκας που είναι ερωτευμένη μ’ ένα παντρεμένο που στο τέλος τέλος αποδεικνύεται ένα δειλό ανθρωπάκι, που σαν τα βρει σκούρα περιμένει από εκείνη να καθαρίσει.
Ένα από τα πιο ωραία, και ίσως το πιο ευχάριστο, διηγήματα της συλλογής, όπου διακρίνουμε περισσότερο έντονα το ειρωνικό ύφος που θα γινόταν στο μέλλον το σήμα κατατεθέν της Λ.Ζ. Ένα μικρό παράδειγμα: “Κι ήταν πολύ καλό δείγμα - ο σύζυγος - και σε τιμή ευκαιρίας”.
Η συγγραφέας δε χάνει όμως την ευκαιρία να υμνήσει και τη ζωή, με το δικό της, ξεχωριστό τρόπο: “Πως γίνεται να υπάρχει τόση ευτυχία σε τούτο τον κόσμο, ανάμεσα σε ανθρώπους που τσιγγουνεύουνται την ευτυχία τους και την αγάπη τους; Και μένουνε κλειστοί κι απόρθητοι. Όμως οι δυο τους κείνη τη βραδιά σμίξανε σαν τα κλαδιά των δέντρων που τρελλαμένα από τον άνεμο χτυπιούνται και αγκαλιάζουνται μανιασμένα”.
Γιάννης ο 7ος
Εμείς οι άγνωστοι
Μια ζωντανή νεκρή γνωρίζει μια νεαρή που της ανάβει μέσα της τη φλόγα της ζωής. Ένα κορίτσι που παρασύρει τους πάντες και τα πάντα στο πέρασμά της, διώχνοντας με τον τρόπο της μακριά τη θλίψη, κατακτώντας τη στιγμή. Μια ιστορία που βγάζει γέλιο και δάκρυ.
Πως τα καταφέρνει τόσο εύκολα στη ζωή; “Επιθυμώ, κι έτσι υπάρχω στα μάτια των άλλων. Την ύπαρξή μας την επιβεβαιώνει η εκδήλωση των επιθυμιών μας”, υποστηρίζει.
Όσο για τα ιδανικά μέσα στα οποία επιλέγουμε να πνίγουμε τις επιθυμίες μας, η όλο ζωή Καλή είναι κατηγορηματική: “Τα ιδανικά δεν είναι πατέντες, γιατί τότε θα πέθαινε η ανθρωπότητα από μονοτονία. Τα δημιουργούν οι ανάγκες μας, οι οργανισμοί μας, η βλακεία ή η εξυπνάδα μας, όλες οι δυνάμεις, αν θες, που κρατούμε μέσα μας και που πρέπει να καταναλωθούν”.
Γιάννης ο 8ος
Γιάννης αυτό το φαινόμενο
Η ιστορία της Μαρτίνας, μιας γυναίκας που δε θα μείνει ποτέ μόνη της. Της το είπε άλλωστε κι ένας ιερομάντης. Αλλά, θα καταφέρει ποτέ τάχατες να βρει τον άντρα της ζωής της και την ευτυχία; Κομμάτι δύσκολο, αφού κανένας άντρας δεν αντέχει μαζί της για πολύ, κι έτσι “χρειάστηκε να ξεκινήσει καμπόσες φορές για μια καινούρια αιωνιότητα”.
Γιάννης ο 9ος
Να την λεγανε… Προσδοκία;
Μια νέα χήρα γυναίκα, ακούει μια εκπομπή στο ραδιόφωνο που νομίζει ότι απευθύνεται αποκλειστικά σε κείνην. Έχει τον τίτλο “Ένας ψυχίατρος σας βοηθά”, και είναι σίγουρη ότι ο αόρατος εκείνος άνθρωπος διαβάζει την ψυχή της. Κάθε του λέξη χαράζεται βαθιά μέσα της και την κατακαίει. Κι όσο περνά ο καιρός, τόσο πιο κοντά της τον νιώθει. Μέχρι που κάποια μέρα θα πάρει τη μεγάλη απόφαση και θα πάει να τον συναντήσει. Έλα όμως που η φωνή που ερωτεύτηκε δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το πρόσωπο που της μιλά!
Γιάννης ο 10ος
Κλεπταποδόχος ονείρων
Σπάει πλάκα σ’ αυτή την ιστορία η Ζωγράφου. Τα βάζει με τις αιωνιότητες και ειδικά μ’ αυτές που έχουν να κάνουν με τον έρωτα: “Μ’ αγαπάς, σ’ αγαπώ, είναι λίγο, φτωχό, -θα πεθάνεις αν με χάσεις; Πεθαίνω κάθε στιγμή που φεύγεις από κοντά μου… Και πολλά τέτοια τρομερά, σοβαρά, σπαραχτικά κι αιώνια”.
Φυσικά δεν παραλείπει να ρίξει και τον απαραίτητο αφορισμό: “Πόσο βασανιστικά άγνωστος είναι ο άντρας μετά τον έρωτα! Με τόσα πεθαμένα επιχειρήματα γύρω του κι απάνω του!”
Η ιστορία του εκείνου, της εκείνης και των άλλων.
Γιάννης ο προτελευταίος
Μάικ, αγόρι μου
Η ιστορία μιας γυναίκας που βάφτισε Μάικ τη μοναξιά. Ο Μάικ, λοιπόν, παρόλους τους έρωτές της δε λέει ποτέ να την αφήσει. Ο Μάικ είναι μέσα της και τη δυναστεύει. Και το τραγικό είναι ότι δεν υπάρχουν ελπίδες σωτηρίας, γιατί ακόμη κι αν καταφέρει να του ξεφύγει, τότε θα βρει τα χειρότερα. Δηλαδή; “Μια μοναξιά με δυο ανθρώπους δεν έχει πια καμιά ελπίδα”. Καταλάβατε;
Λιλή Ζωγράφου - Οι Εβραίοι κάποτε. Μικαέλ

Με την ιστορία των εβραίων της Ελλάδας, τους διωγμούς που υπέστησαν στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και το Γολγοθά του Άουσβιτς, καταπιάνεται στο βιβλίο αυτό η Λ. Ζωγράφου.
Σ’ αυτό το δημοσιογραφικής υφής κείμενο, από το οποίο δε λείπουν βέβαια και οι λογοτεχνικές εξάρσεις, η συγγραφέας παρακολουθεί βήμα βήμα την πορεία των ελλήνων εβραίων στη διάρκεια του πολέμου: Τις μετακινήσεις τους, τις αλλαγές ταυτοτήτων, την αποφασιστικότητά τους να επιβιώσουν με κάθε μέσο, αλλά και τις προδοσίες που τους οδήγησαν στη σκλαβιά, κι ακόμη στο θάνατο.
Μιλά ακόμη για την παλληκαριά: “Αν είμαι μεγάλος για να με σκοτώσουν, γιατί είμαι μικρός για να τους πολεμήσω… και να σωθώ ίσως”, για την Ελπίδα: “Κάθε αυγή ο ουρανός είναι μια αιώνια καινούρια υπόσχεση” και για: “…την ανθρώπινη ουσία (που) δεν την καταργεί αμετάκλητα παρά μόνον ο θάνατος”.
Με πάθος πολύ η συγγραφέας ακολουθεί την πορεία των εβραίων προς το θάνατο, τον αγώνα τους για επιβίωση, τη χτηνωδία των θυτών τους και τις μικρές αναλαμπές ανθρωπίνου φωτός, που τους κρατούσαν αναμμένη τη φλόγα ενός καλύτερου αύριο.
Σ’ ένα κόσμο, μια εποχή, που: “…δεν υπάρχουν πια παιδιά, (επειδή), αυτό είναι μια πολυτέλεια που δεν ταιριάζει στον πόλεμο”, πως να επιζήσει κανείς; από που να αντλήσει δυνάμεις για να αντέξει τον καθημερινό πόνο, τους δίχως τέλος εξευτελισμούς;
Η συγγραφέας θρηνεί για τη μοίρα των εβραίων, αλλά κραυγάζει επίσης σπαραχτικά για την ανημποριά των ανθρώπων να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους: “Γεννηθήκαμε φορτωμένοι τη μωρία αιώνων αμορφωσιάς και καταστάσεων ολότελα άσχετων και την κουβαλάμε αδιαμαρτύρητα. Γεννιέσαι και βρίσκεις σερβιρισμένα, έτοιμα, γονείς, νόμους, θρησκεία, κανόνες τιμής, μια μοίρα που σχεδόν σου προδιαγράψανε άλλοι. μια κοινωνική οργάνωση που δε θ’ αξίωνες ούτε να φτύσεις και συμμορφώνεσαι με τους θεσμούς της! Μου πασάρανε ένα όνομα τυπωμένο σ’ ένα κωλόχαρτο, που με βασανίζει και το βασανίζω…”.
Ούτε και σ’ αυτό το βιβλίο η Λ.Ζ. χαρίζεται στους ήρωές της, πόσο μάλλον όταν αυτό στηρίζεται σε ζωντανές μαρτυρίες και ντοκουμέντα. Εδώ συναντάμε βαθιά ανθρώπινους χαρακτήρες, με πολλά πάθη, που σφύζουν από ζωή περιμένοντας το θάνατο ή που σιγοπεθαίνουν προτού φανεί στη γωνιά η ζωή. “Το θάνατο ακολουθεί πάντα η ανάσταση” φαίνεται να θέλει να μας πει η συγγραφέας.
Το “Οι Εβραίοι κάποτε” είναι ένα συνταραχτικό ντοκουμέντο για την ανθρώπινη πτώση, ένας πικρός ύμνος για τη ζωή. Η Λιλή παθιάζεται με το θέμα της, και μεις δεν έχουμε παρά να ακολουθήσουμε τους δρόμους της γραφής της. Ας μην αδιαφορήσουμε γι’ αυτά που θέλει να μας πει, γιατί πολλές φορές: “…η αδιαφορία είναι προδοσία”… προς την ανθρώπινη υπόστασή μας.
Λιλή Ζωγράφου - Νύχτωσε αγάπη μου είναι χθες

Εδώ μαθαίνουμε για τη συναρπαστική ιστορία μιας γυναίκας, αλλά και όλων όσοι την περιτριγυρίζουν. Είναι η ιστορία μιας γοητευτικής ηθοποιού του θεάτρου, που όσο κι αν περνούν τα χρόνια εξακολουθεί να ελκύει τους πάντες, άντρες και γυναίκες.
Η Ελισάβετ είναι μια από εκείνες τις γυναίκες που δε γερνάνε ποτέ. Που ξεχελίζουν από ζωή σε κάθε τους εκδήλωση. Που θεωρούν τα πάντα - ακόμη και τον έρωτα-, σαν πράγματα περαστικά, που δεν έρχονται για να μείνουν, αλλά που μας προσφέρουν ηδονές και ευτυχία που οφείλουμε να ρουφήξουμε. Η Ελισάβετ είναι μια γηραιά κυρία κι ένα τρελό κοριτσάκι, μια φιλόσοφος της ζωής και μια γυναίκα αλανιάρα. Οργίζεται, χαίρεται και λυπάται με το ίδιο πάθος. Είναι γυναίκα με τα όλα της, δεν έχει τίποτα να κρύψει, κι έτσι δε φοβάται μήπως και εκτεθεί. Κάποιοι θα έλεγαν ότι η Ελισάβετ είναι η συνείδησή μας.
Και φυσικά είναι μια γυναίκα γεμάτη πάθη και αδυναμίες που δεν προσπαθεί να συγκαλύψει. Αντίθετα τα αποκαλύπτει η ίδια και χαίρεται γι’ αυτό: “…Τα πάθη μας μάς καίνε μέχρι στάχτη, αλλά ξαναγεννιόμαστε κι αγαπούμε ξανά και ξανά παντοτινά, παντοτινά πάλι και πάλι”. Να, αυτά υποστηρίζει, κι ας τολμήσει κανείς να την αμφισβητήσει! “Ό,τι είμαστε κι ό,τι μας περιβάλλει είναι ζωή, άρα δεν υπάρχει τίποτα αφύσικο ή μυστικό”.
Όπως είναι λογικό γυναίκες σαν την Ισαβέλλα, προκαλούν στους άλλους το φόβο. Γιατί ο άνθρωπος φοβάται εκείνους που δε φοβούνται, πόσο μάλλον εκείνους που τον αγνοούν και του το λένε κατάμουτρα. Αλλά η Ισαβέλλα δεν είναι μόνο άφοβη αλλά και προκλητική: “…Σκέψου να τη γνώριζα και να τη ρωτούσα. Δε νομίζετε, κυρία μου, πως μια από τις κατάφορες κοινωνικές αδικίες σε βάρος των γυναικών είναι πως δεν υπάρχουν μπορντέλα με άντρες για να εξυπηρετούμαστε και μεις τέλος πάντων;”
Και σ’ αυτή τη νουβέλα, όπως και σε όλα σχεδόν τα βιβλία της η συγγραφέας ασχολείται με τρία από τα αγαπημένα της θέματα: Τη γυναικεία χειραφέτηση, τη ζωή, την ελευθερία. Στεκόμαστε στα δύο τελευταία μέσα απο τα δικά της λόγια: “Η ιδιοφυϊα του ζην… είναι ταλέντο σαν τη μουσική. Το παν είναι να την προλάβεις…”, “Αφροδίτη. Θεά του έρωτα; Λάθος. Η ελευθερία!”.
Το βιβλίο αυτό διαβάζεται εύκολα και γρήγορα, κάνει τον αναγνώστη να σκεφτεί και να χαμογελάσει. Όσο για την Ισαβέλλα, αυτή μάλλον θα γελά ειρωνικά που διαβάζουμε για τη ζωή αντί να τη ζούμε!
Λιλή Ζωγράφου - Από τη Μήδεια στη Σταχτοπούτα

Αντιγράφουμε από την Εισαγωγή: “Γιατί από τη Μήδεια στη Σταχτοπούτα; Μα η Μήδεια διέθετε την επίγνωση του σώματός της και το πάθος του, σε αντίθεση με τη Σταχτοπούτα που καθόταν άβουλη δίπλα στο τζάκι μη περιμένοντας και μη διεκδικώντας τίποτα. Τα παραμύθια είναι οι καθρέφτες κάθε εποχής. Το τέλος της μητριαρχικής εποχής έφτιαξε το μύθο της Μήδειας, στον σφύζοντα από ανδρική ισχύ πατριαρχικό κόσμο των δύο τελευταίων αιώνων ξεπήδησε η αθλιότης της Σταχτοπούτας που δεν περίμενε ούτε κατά διάνοιαν το βασιλόπουλο, να όμως που της προέκυψε”.
Η συγγραφέας ταξιδεύει στα βάθη των αιώνων προσπαθώντας να απαντήσει στα μύρια ερωτήματα που την απασχολούν, όπως: “Πότε η μητριαρχική κοινωνία, άρχισε να μετατρέπεται σε πατριαρχική; και τα συνεπακόλουθα της μετατροπής αυτής”.
Η ίδια, όσο ζούσε, δήλωνε φανατική αντιφεμινίστρια. Τα ’βαζε με τις γυναίκες, τις έβριζε γιατί διεκδικούσαν από τους άντρες “συνδικαλιστικά” αυτά που τους ανήκαν. Λες και δεν μπορούσαν να είναι αυτεξούσιες, λες και χρειάζονταν άδεια για να ζήσουν. Ποιες; Οι γυναίκες! Που είναι βασίλισσες! “Γιατί όλες οι γυναίκες βασίλισσες είναι, αφού αξιώθηκαν τη γενναιοδωρία του ‘δημιουργού’ που τους ανέθεσε την ανανέωση του ανθρώπινου γένους. Και μην ακούτε τον μισογύνη Εβραίο μυθοπλάστη που πήρε ένα κοψίδι από το πλευρό του άνδρα για να φτιάξει τη γυναίκα, γιατί μένει αναπάντητο το ερώτημα: Και κείνον, τον πρώτο άνδρα ποιος τον γέννησε;”
Έλα ντε! Όμως, ως γνωστόν, η συγγραφέας όταν παίρνει φόρα κανένας δεν τη σταματά κι έτσι στη σελ. 20 μας μιλά για τον “παράδεισο των Πρωτόπλαστων κι ενός πανάγαθου χιλιετούς θεού που απαγόρευε το σμίξιμο μια και κείνος δεν πηδούσε”.
Η Λ.Ζ. μελέτησε πολύ γι’ αυτό το βιβλίο. Όπως ομολογεί σε μια συνέντευξή της την απασχόλησε για χρόνια, αλλά ταυτόχρονα δηλώνει την αδυναμία της να πάει όσο βαθιά θα ήθελε τη μελέτη της: “Για το βιβλίο τούτο δεν διαθέτω τίτλους. Γνώριζα ότι η κατάθεσή μου αυτή ξεπερνούσε τα όρια των δυνατοτήτων μου όχι όμως και της πεποίθησής μου, παρ’ όλο που με τα θέματα της προϊστορίας και της πρωτοϊστορίας έχουν ασχοληθεί γίγαντες της σκέψης και της επιστήμης. Αυτός ο τρόμος, και τώρα που το βιβλίο ολοκληρώθηκε, παραμένει εκεί, μέσα στο στήθος και το μυαλό μου μια γροθιά σφιγμένη όσο κι αν γνωρίζω ποια μονοπάτια χρειάστηκε να χαράξω στον ανύπαρκτο δρόμο που μ’ έσπρωχνε η σκέψη μου”.
Το βιβλίο αυτό δίνει την αίσθηση ντοκουμέντου, καθώς η συγγραφέας ανατρέχει σε πολλές πηγές, αναφέρει πολλά γραπτά παραδείγματα, μιλά με στοιχεία κι όχι με την καρδιά. Ακόμη και ο πιο δύσπιστος αναγνώστης δεν μπορεί παρά να παραδεχτεί ότι σ’ όλα αυτά που λέει, ίσως κάπου να έχει δίκιο. Δεν πρόκειται για διακηρύξεις ισότητας και τα ρέστα, πρόκειται για κραυγές αληθείας, διαποτισμένες με την πίκρα πολλών αιώνων.
Όσο κι αν δεν αρέσουν σε κάποιον αυτά που γράφει, οφείλει να ομολογήσει, έστω και σιωπηλά, ότι: “Τις μετοχές των ανδρών τις μεγάλωνε ο θαυμασμός των γυναικών. Οι οποίες έχουν διαπιστώσει πια στις μέρες μας ότι καλύτερη η μοναχική ζωή από τη συμβίωση με έναν σερνικό καθυστερημένων αντιλήψεων για την ελευθερία”.
Στο τελευταίο της αυτό βιβλίο η Λιλή φαίνεται να μας αφήνει μια διαθήκη σχετικά με τις σχέσεις των δύο φύλων και την ελευθερία.
Λιλή Ζωγράφου - Νίκος Καζαντζάκης. Ένας τραγικός

Η Λ.Ζ. γνώρισε περισσότερες επικρίσεις παρά επαίνους γι’ αυτό το βιβλίο, που παρ’ όλα αυτά καταφέρνει να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη.
Δεν είναι απλό πράγμα να τα βάζεις με τους μύθους στη σύγχρονη Ελλάδα, αλλά η Λιλή το τολμά, και τα γεγονότα τη δικαιώνουν, αφού σ’ αυτή τη σχεδόν πλήρη απομυθοποίηση του Καζαντζάκη που επιχειρεί, βρίσκει το δίκιο της από ανθρώπους που τον έζησαν από κοντά, κι ας μην τον έχει γνωρίσει ποτέ η ίδια. Ένας απ’ αυτούς ήταν ο λεγόμενος “γέρος της Δημοκρατίας” Γεώργιος Παπανδρέου που ομολόγησε στον πατέρα της συγγραφέως: “Έγραψε ένα βιβλίο για τον Καζαντζάκη, μπράβο της. Όπως ξέρεις τον γνώριζα καλά και συνεργάστηκα ένα φεγγάρι μαζί του. Σε βεβαιώνω, Αντρέα, δεν θα ’σβηνα ούτε θα πρόσθετα λέξη στο βιβλίο της κόρης σου αν το ’γραφα ο ίδιος”. Πολύ σημαντική και η μαρτυρία της ξεχωριστής εκείνης γυναίκας που υπήρξε η πρώτη του σύζυγος, της Γαλάτειας Αλεξίου Καζαντζάκη. Όταν τη ρώτησε η Λ.Ζ. : “Είχα δίκιο; Ο Καζαντζάκης ήταν αυτό που είδα;” - “Πέρα για πέρα” της απάντησ’ εκείνη. Εξάλλου ο κριτικός λογοτεχνίας Δημοσθένης Κούρτοβικ, σε άρθρο του στην εφημερία “Τα Νέα” τοποθετούσε το βιβλίο αυτό στην κορυφή των έργων της συγγραφέως.
Για να πω την αλήθεια, την πρώτη φορά που διάβασα αυτό το βιβλίο μου προκάλεσε θλίψη. Η Ζωγράφου γκρέμιζε ένα από τα είδωλά μου. Αλλά στη δεύτερη και την τρίτη ανάγνωση το αποφάσισα: “Καλά έκανε!” Με έπεισε με την αλήθεια των λόγων της, με τα επιχειρήματά της. Κι όχι, δεν ένιωσα να μειώνεται μέσα μου η αξία του Κ. σα συγγραφέα, αλλά να μεγαλώνει η συμπάθειά μου γι’ αυτόν σαν άνθρωπο. Γιατί υπήρξε ένας δυστυχής. Κάποιος που έζησε πολύ μες τον ψυχικό πόνο. Κάποιος που δεν μπόρεσε να ζήσει όπως θα ήθελε και δημιούργησε υπερανθρώπους και θεούς για να ζήσουν τη φανταστική ζωή του. Ένας άνθρωπος που ζούσε σε συνεχή σύγκρουση με τον εαυτό του και τους γύρω του. Ένας δολοπλόκος της ζωής που ότι δεν μπορούσε να αγγίξει, το δημιουργούσε καταπώς τ’ άρεσε στα γραφτά του.
“Ενας τραγικός -να τι ήταν ο Καζαντζάκης-, ‘ένας ακροβάτης πάνω απ’ το χάος’, όπως αυτοχαραχτηρίζεται, άσπλαχνος για την ανθρωπότητα, άσπλαχνος για τον εαυτό του, που ’χε όμως φυλάξει μπόλικη ασπλαχνιά και για τον μελετητή του”.
Ο “τραγικός” δεν είναι ο μόνος τίτλος που δίνει στον Κ. η Ζ., αφού τον χαραχτηρίζει και αλύτρωτο, κάποιο που ζητούσε σωτηρία μέσα από τα γραφτά του για να σωθεί από τις γνώμες των άλλων, αλλά “πολύ λίγα απ’ τα πολλά που… έγραψε τον λύτρωσαν πραγματικά”. Μοναδική παρηγοριά στο μοναχικό αγώνα που έδινε ήταν η δεύτερή του γυναίκα, η πιστή Ελένη. Αλλά όταν η Ζ. συγκρίνει τη Γαλάτεια με την Ελένη, η τελευταία φαντάζει ασήμαντη, σα φάντασμα ζωής: “Στην πραγματικότητα, η Γαλάτεια έχει δυνατή προσωπικότητα, αμείλιχτη ειλικρίνεια και πολλή εξυπνάδα, για να την ανεχτεί εύκολα ένας άντρας. Μόνον ένας άνθρωπος με πολλή σιγουριά κι υγιή αυτοπεποίθηση χαίρεται να ’χει τέτοιο τύπο γυναίκας κοντά του. Αντίθετα, η Ελένη… είναι σαν το σύννεφο που τον κρατάει στις μετεωρίσεις του. Κι ακόμα έχει κάτι απ’ τη δική του διάθεση του πλάνητα. Κι είναι τόσο ερωτευμένη, που δεν το ’χει σε τίποτα να τον ακολουθήσει και στην κόλαση…”.
Η Ζωγράφου, όμως, είναι το ίδιο αμείλικτη όσο και το αντικείμενο της μελέτης της, έτσι οι χαραχτηρισμοί που του αποδίδει δεν έχουν τελειωμό: “Ήταν λοιπόν ουτοπιστής και δονκιχωτικός, ακριβώς γιατί ήταν και δειλός και μανιακός φιλόδοξος. Και όλ’ αυτά πάλι ξεκινούσαν από ένα μικρό παράπονο, καθώς ένιωθε τον εαυτό του πεταγμένο έξω από τις τάξεις της ζωής… Αυτός ήταν ο Καζαντζάκης: ένας εγωκεντρικός”.
Όσο κι αν τονίζει τις αδυναμίες του, δεν παραλείπει να μιλήσει για τα προτερήματά του, αφού “…ο Καζαντζάκης είναι μια εξαιρετική περίπτωση ανθρώπου που κατάφερε, με τη σπάνια εργατικότητά του, να αποδώσει εκατό τα εκατό παραπάνω απ’ όσο ήταν προικισμένος. Πολύ λίγοι πέτυχαν να αξιοποιήσουν τον εαυτό τους περισσότερο απ’ όσο αυτός…”.
“Τραγικοί είναι όσοι στέκουνε τόσο παραπονεμένοι έξω απ’ τη ζωή, τόσο μακριά απ’ τον άνθρωπο, σαν καταραμένοι”. Τέτοιος υπήρξε και ο Καζαντζάκης, αυτός ο “τρυφερός μα και πολύ δυστυχισμένος ποιητής…”.
Το βιβλίο αυτό διαβάζεται σα μελέτη, αλλά και σαν (ψυχολογικό) μυθιστόρημα.
Λιλή Ζωγράφου - Κώστας Καρυωτάκης Μαρία Πολυδούρη. Και η αρχή της αμφιβήτησης

Αυτό το βιβλίο δεν είναι μελέτη είναι ψυχογράφημα. Η Ζωγράφου κολυμπά στα βαθιά νερά των ψυχών των δύο ποιητών και προσπαθεί να τους εξηγήσει. Πολλοί θα σκεφτούν ότι το παρακάνει με τις εκτιμήσεις της, ότι φτάνει σε ακραία συμπεράσματα. Ας μην ξεχνούν, όμως, ότι το να παίρνει να πράγματα στα άκρα ήταν ένα από τα αγαπημένα παιχνίδια της συγγραφέως.
Πάθος, πολύ πάθος διακρίνει κανείς σ’ αυτή τη δουλειά. Η Ζωγράφου παθιάζεται με την ποίηση του Καρυωτάκη, με την ποιητική ζωή της Πολυδούρη. Την τελευταία μάλιστα τη θαυμάζει για τη στάση ζωής της, για το πως ξεγέλασε το θάνατο και πήγε εκείνη να τον συναντήσει, προτού καν σκεφτεί ο τελευταίος να την επισκεφτεί. Θα λέγαμε, ότι τις δύο γυναίκες έδεναν κάποιες εκλεχτικές συγγένειες. Ας μην ξεχνάμε ότι και η Ζωγράφου είχε ζητήσει από κάποια φίλη της να τη βοηθήσει ν’ αυτοχτονήσει όταν ο θάνατος θα βρίσκοταν κόντα, μια και δε θα άντεχε να ζει παρέα με ορούς και σωληνάκια (βλέπε “Το ταξίδι της Λιλής στην Κρήτη της”).
Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο κάποιοι θα σκεφτούν ότι η συγγραφέας υποτιμούσε τον Καρυωτάκη. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Η αλήθεια είναι ότι τον θαύμαζε για το ταλέντο του, αλλά και ότι στεναχωριόταν για τη… δειλία του. Εξάλλου, όπως γράφει στην πρώτη σελίδα της μελέτης γι’ αυτόν: “Οι άνθρωποι πεθαίνουν αμετάκλητα. Οι ποιητές σκοτώνονται μόνο. Οι νεκροψίες δεν ωφελούν. Τα σώματα των ποιητών είναι διάτρητα από την ευαισθησία τους και από τον πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων. Τα σώματα των ποιητών είναι σημαίες ήττας. Όμως δεν υπάρχουν ποιητές νικημένοι, όπως δεν υπάρχουν ποιητές νικητές. Υπάρχουν ποιητές”.
Πολύς πόνος, πολύ δάκρυ πλημμυρίζει την ψυχή του ποιητή μας, που δε ζητά τίποτ’ άλλο παρά να: “…γίνω μια χρυσή σκόνη μες στον αιθέρα/ απλό στοιχείο, ελεύθερο, γενναίο.”
Τι τον ενώνει με την Πολυδούρη; Η ποίηση! Τι τον χωρίζει; “Η Μαρία γεννήθηκε και διατηρήθηκε ολοκαίνουργια, όσο ο Καρυωτάκης παλιός”. Η Πολυδούρη ξεχειλίζει από ενέργεια, ενώ εκείνος βουλιάζει στην αδράνεια. Και το πιο τραγικό: “Έχει απόλυτη επίγνωση της αδράνειας που τον κρατά καθηλωμένο, ανδρείκελο στη μοιρολατρική του παθητικότητα κι ανίκανο ν’ αντιδράσει σαν άτομο και σα λαός στην περιφρόνηση και την ταπείνωση: να νιώθουν (οι άλλοι) πως υπάρχομε, μόνο καθώς μας ποδοπατούν”.
Το τελευταίο του “γράμμα στον κόσμο” μοιάζει προφητικό: “Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους κι εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται όλο και περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι…”. Όπως υποστηρίζει η Ζ. ο “…Καρυωτάκης με το θάνατο ζητά μια απελευθέρωση. Ανίκανος να παλέψει με τα δεσμά που του χάλκεψαν, με την αγάπη των δικών που τον φυλάκισε και τον εξουδετέρωσε, με τη φύση που τον αδίκησε, για να τον εξουδετερώσει και κείνη με τη σειρά της”.
Αλλά και η Πολυδούρη δε στάθηκε αρκετά δυνατή, όχι όσο θα έπρεπε: “…Η Πολυδούρη διαγράφει μια πορεία λάθος. Ένας άνθρωπος τόσο προικισμένος αρρωσταίνει αρχικά, γιατί ο άντρας που αγαπά και πιστεύει, την απογοήτεψε. Και πεθαίνει αργότερα, γιατί αυτός ο άντρας πέθανε. Αυτή η γυναίκα είναι απαράδεκτη. Αναμφισβήτητα ο έρωτας είναι ό,τι ωραιότερο μπορεί να χαρεί ο άνθρωπος, αλλά ποτέ με αντάλλαγμα τη ζωή του, που είναι ανεπανάληπτη και γι’ αυτό υπερπολύτιμη. Και δεν αξίζει κανένας τόσο, για να του τη θυσιάσουμε”.
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η Ζ. αν και αγαπάει τόσο την Πολυδούρη δεν της χαρίζεται. Δεν της συγχωρεί την αδυναμία της, κι ας ήταν “…ένας ακέραιος άνθρωπος με σάρκα, οστά και πνεύμα” ή ακόμη, ένας “παναισθησιακός τύπος (που) αγαπούσε όλα τα στοιχεία, όλες τις εκδηλώσεις της ζωής”, κι έπαιζε “γροθιές με την κοινωνία”.
Τι την έκανε ν’ αγαπήσει την Πολυδούρη; Μα το γεγονός ότι: “…η Μαρία πέθανε ζώντας. Πολύ λίγοι άνθρωποι πεθαίνουν από ζωή. Συνήθως φοβούνται το θάνατο και ζούνε νεκρά…”. Η Μαρία δε φοβόταν το θάνατο, του ’βγαζε τη γλώσσα, τον προκαλούσε, και μάλλον όταν πήγε επιτέλους να τον βρει θα του χαμογέλασε τρυφερά και με λίγη ειρωνεία, αφού δεν την πρόλαβε εκείνος, του την έσκασε!
Το βιβλίο αυτό είναι ένα από τα πιο τρυφερά και ανθρώπινα, που έχει γράψει η Λ.Ζ. Οργίζεται, παθιάζεται, αναλύει, φιλοσοφεί, αλλά στο τέλος τέλος δεν ξεφεύγει απ’ την ουσία της (συν)ύπαρξης των δύο ποιητών. Τους αγαπά σαν παιδιά της, τους κατανοεί, τους μαλώνει, τους δικαιώνει, αφού: “Ήταν και οι δυο, ο καθένας με τον τρόπο του, εξόριστοι από την εποχή τους και συναντήθηκαν στο σύνορο δυο διαφορετικών κόσμων: ενός καταλυμένου κι ενός αγέννητου. Ενός νεκρού ρομαντισμού κι ενός καινούργιου, που ’θελε τους ανθρώπους με λιγότερες ψευδαισθήσεις και πιο καθαρούς και γι’ αυτό δίκαιους, πιο ελευθερωμένους και γι’ αυτό τίμιους”.
Ένας φόρος τιμής στην ποίηση, τον ανθρωπισμό, την αθωότητα και τα αιώνια νιάτα.
Λιλή Ζωγράφου - Και το χρυσάφι των κορμιών τους

Με λίγα λόγια: ένα όμορφο ποιητικό, ερωτικό πεζογράφημα. Εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1961 και μάλλον θα τάραξε λίγο τα νερά της ελληνικής πεζογραφίας.
Το βιβλίο αυτό είναι ένας ύμνος στον έρωτα. Ένας ύμνος τον οποίο ο αναγνώστης ρουφά άπληστα, απ’ την πρώτη ως την τελευταία σελίδα. Ένα ποίημα για το θάνατο των πρέπει, για την εκτέλεσή τους με τη φωτιά του έρωτα.
Η Λιλή Ζωγράφου έγραψε ένα τραγούδι για το κορμί και τις αισθήσεις, για την απογείωση στη στρατόσφαιρα του αληθινού είναι. Η ιστορία της μιλά για τρεις απλούς ανθρώπους: τον Παναγιώτη, τη Γαλανή και το Γρηγόρη. Η Γαλανή, μια απελπισμένη ύπαρξη, καταφθάνει στο μικρό τους χωριό, στις όχθες μιας λίμνης, για να ξεχαστεί και να ξεχάσει. Εκεί όμως, με τη βοήθεια του απεγνωσμένου στην προσπάθειά του για να την κατακτήσει Παναγιώτη, και του σιωπηλού Γρηγόρη, όχι μόνο θα ξανανιώσει, αλλά και θα γνωρίσει στο πρόσωπο του τελευταίου τον έρωτα όπως δεν το συνάντησε ξανά ποτέ. “Η ζωή της είχε γίνει όραση, φως, γεύση και αφή”.
Η Γαλανή ανακαλύπτει μέσα στην ταπεινή καλύβα του ψαρά Γρηγόρη, στα πρόσωπα των απλοϊκών βοηθών, στο κέφι του απογοητευμένου Παναγιώτη, την ουσία της ζωής, αντιλαμβάνεται τη ματαιότητα της μέχρι τότε ύπαρξής της. Της άρεσε πάντοτε να φιλοσοφεί για τη ζωή, τώρα μαθαίνει και πως να τη ζει.
Ο Γρηγόρης θα γίνει ο φάρος που θα την οδηγήσει με ασφάλεια -όση ασφάλεια μπορεί, δηλαδή, να υπάρξει στον έρωτα- έξω από τις φουρτουνιασμένες θάλασσες της άχαρης πραγματικότητάς της, θα την οδηγήσει στη γη των ονείρων της. Κι όταν θα ενώσει το κορμί του με το δικό της, εκείνη είναι σίγουρη πως: “Τούτη η ώρα δε θα πέθαινε ποτέ στη μνήμη της γης”, κι ότι ακόμη: “Απόψε, όσοι κοιμούνται θα νειρευτούν την τέλεια ευτυχία. Οι χωρισμένοι θα συμφιλιωθούν και οι ερωτευμένοι θα πιάσουνε όμορφα σαν ήλιους παιδιά, γιατί πλαγιάσανε όλοι τους πάνω στην αγάπη μας που σκέπασε τη γη”.
Κάποτε όμως θα φθάσει αναπόφευκτα η ώρα του χωρισμού. Για ένα ζευγάρι σαν κι αυτό δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Τα δάκρυα της ερημιάς του αύριο τους φέρνουν πιο κοντά. Της ομολογεί: “Πριν έρθεις… δεν ήξερα. Νόμιζα πως όλοι οι άντρες γεννιούνται έρημοι, παντρεύονται έρημοι, κάνουνε παιδιά έρημοι, παλεύουνε μοναχοί και μοναχοί πεθαίνουνε. Κι ύστερα ήρθες… Κι ύστερα ήρθες λιγνή σαν καλαμιά. Και σαν έφυγες έχασα και την ερημιά και σένα…”.
Τρέχει το δάκρυ για να ξεπλύνει τον πόνο: “Με κοροϊδεύεις που κλαίω;” την ρώτησε. - “Μόνο οι αληθινοί άντρες έχουνε καρδιά. Κι όσοι έχουνε καρδιά κλαίνε, γιε μου… άντρα μου”.
Η συγγραφέας μας μιλά για την πεμπτουσία του έρωτα, για την κατάργηση των πρέπει, για τις χαμένες αγάπες που υπήρξαν ίσως και οι πιο αληθινές, και αναρωτιέται: “Ποιος θα μας σώσει από την έσχατη προδοσία κατά του εαυτού μας;” Την απάντηση ας την ψάξει ο καθένας μέσα του.
Λιλή Ζωγράφου - Σύγχρονός μας ο Κάφκα

Ο Κάφκα φαίνεται να είναι ένας από εκείνους τους συγγραφείς που προκαλούν την περιέργεια της κ. Ζωγράφου όχι τόσο για τα βιβλία τους όσο για τη ζωή τους. Όπως τα δύο μεγάλα Κ. της Ελλάδας, τον Καζαντζάκη και τον Καρυωτάκη, ο Κάφκα νιώθει πάντα να τον καλύπτει η βαριά σκιά ενός τυραννικού πατέρα. Κι αυτό είναι το θέμα με το οποίο καταπιάνεται κυρίως στη μελέτη της αυτή η συγγραφέας.
Όπως αντιλαμβάνεται ο κάθε πιστός αναγνώστης του μεγάλου συγγραφέα, ο τελευταίος δεν μπόρεσε ποτέ να δαμάσει τους φόβους του, να λυτρωθεί απ’ τη θλίψη του. Γι’ αυτό έγραφε. για να λυτρωθεί, αλλά όπως ο ίδιος ομολογεί: “Δεν μπορείς να γράψεις τη λύτρωση. Δεν μπορείς παρά να τη ζήσεις”. Ο Κάφκα είναι σκλάβος μιας πραγματικότητας που δεν του αρέσει, αλλά και από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει: “Η ευτυχία με βγάζει από την πραγματικότητα που αρνούμαι να λησμονήσω”.
Ο άνθρωπος αυτός ζούσε χωρίς καμιά ελπίδα, φαίνεται να μας λέει η Λιλή Ζωγράφου. Ζούσε τη θλίψη σαν ζωή, και τη ζωή σαν τέλος. “Για τον Κάφκα ο άνθρωπος γεννήθηκε ακυβέρνητος στο χάος και εκμεταλλεύσιμος από τσαρλατάνους, συχνά αθέατους, που το παίζουν θεοί”, διαβάζουμε κάπου, ενώ αλλού η συγγραφέας τονίζει ότι ο Κ. αισθάνεται: “…υπεύθυνος για την ασκήμια του κόσμου που τον περιβάλλει και βρώμικος”.
Όλα φαίνονται να τον πληγώνουν, να τον λυπούν, να τον οργίζουν, αλλά ακόμη κι όταν είναι οργισμένος δεν αντιδρά. Προτιμά να αγνοεί παρά να ενεργεί: “Ο Κάφκα… δεν καταγγέλλει συγκεκριμένα καθεστώτα, γιατί δεν πιστεύει ότι διαφέρουν όποια ταμπέλα κι αν έχουν. Είναι αυτό ακριβώς, φαντάζομαι, που δεν συγχώρεσαν ποτέ τα κομμουνιστικά καθεστώτα στον Κάφκα, ότι αναίρεσε τον υποσχεμένο τους παράδεισο, χωρίς να τον αμφισβητήσει καν, αλλά απλώς αγνοώντας τον. Τελικά δίνει την εντύπωση ενός υπερφυσικού όντος που διέσχισε τον αιώνα μας τσαλαπατώντας με τεράστιες πατούσες την κοινωνική και πολιτική εγκληματικότητα της Ιστορίας, κονιορτοποιώντας τα προσχήματά της. Ο άνθρωπος μένει πάντα ανίσχυρος απέναντι στην πραγματικότητα που συντρίβει συλλήβδην αθώους και ένοχους”.
Ένα ακόμη εξαιρετικό ψυχογράφημα από τη Λ. Ζωγράφου.
Λιλή Ζωγράφου - Η γυναίκα σου η αλήτισσα

“Γη, πουτάνα, γη τι τους θες τόσους ανθρώπους και τους γεννάς σαν δεν μπορείς να τους θρέψεις, σαν δεν μπορείς να τους βοηθήσεις να συναντηθούνε και να μη γυρνούνε έρημοι στον κόσμο;”.
Η Λιλή Ζωγράφου θα διασκέδασε με την ψυχή της γράφοντας αυτό το βιβλίο, αλλά θα έχυσε και πικρό δάκρυ. Τα ευτράπελα που μας διηγείται αγγίζουν τα όρια του σουρεαλισμού, ενώ αν και ο ήρωάς της φαντάζει στα μάτια μας σχεδόν τραγικός δεν μπορούμε παρά, μερικές φορές, να γελάσουμε μαζί του.
Αυτή είναι η ιστορία του Αρίστου, ενός όχι τόσο φτωχού πλην τίμιου άντρα, που έπειτα από χρόνια και χρόνια στα εργοστάσια της Γερμανίας, επιστρέφει στην Ελλάδα φορτωμένος με δώρα για την οικογένειά του. Καθώς όμως φτάνει στο χωριό του το Παπαδερό, νιώθει τον κόσμο να γκρεμίζεται κάτω από τα πόδια του, καθώς εκεί που περίμενε γλέντια και χαρές, η μάνα του κατεβάζει τα μούτρα της επειδή ο Αρίστος δεν πήρε μαζί του την “απαραίτητη” γερμανιά γυναίκα. Έλα, που το παιδί δεν έχει παντρευτεί. Αλλά, για να μην στεναχωρεί τη μάνα του, της λέει ότι άφησε τη γυναίκα του, την Ίγκε, στην Αθήνα, επειδή λέει, ζαλίστηκε από το ταξίδι. Και δώστου χαρές η μάνα. Τι να κάνει κι ο Αρίστος; την επομένη κατεβαίνει στην Αθήνα αποφασισμένος να βρει μιαν Ίγκε για τη μάνα του. Αλλά, γερμανιά στην Αθήνα, πουθενά. Αφού, είδε κι αποείδε, κι έφαγε και την κοροϊδία της ζωής του από ένα δήθεν γραφείο συνοικεσίων, ο Αρίστος επιστρέφει στη Γερμανία, όπου βρίσκει στ’ αλήθεια την… Ίγκε του. Και τότε αρχίζουν τα ευτράπελα.
Η Λ. Ζ. με αφορμή την ιστορία του Αρίστου χτυπά τα ρέστα της στην ειρωνεία. Τόσο για τη ζωή των ελλήνων στη διάρκεια της χούντας, όσο και για τις απόψεις τους. “Η ταβέρνα γεμάτη, τα τραπέζια φορτωμένα, τα ποτήρια γεμάτα κι όλοι θέλανε πολύ να ’ναι χαρούμενοι. Δεν έχεις κάθε μέρα χούντα στη ζωή σου!”. “…Γνωστό, εξάλλου, είναι ότι κράτος και πολίτες έχουμε αυστηρές ηθικές αρχές και ότι δεν επάψαμε ούτε στιγμή της νεότερης ιστορίας μας να είμαστε ιδιαίτερα ευαίσθητοι… σε άσεμνα θέματα, μένοντας σταθεροί στην εκδοχή της επίσημης παιδείας μας, ότι όλοι σε τούτο τον τόπο τεκνοποιούν μυρίζοντας έναν κρίνο, αν και το άνθος αυτό δε φύεται τόσο άφθονο στην Ελλάδα ώστε να δικαιολογείται η χρήση του σε τέτοια έκταση. Λέγεται όμως ότι το κράτος, για να καλύψει τη μεγάλη ζήτηση κρίνων και για να εξυπηρετήσει τα πολιτισμικά μας, προγραμματίζει έργα κατασκευής μεγάλων εκτάσεων θερμοκηπίων, οπότε θα έχομε επάρκεια”.
Αλλά, επειδή η συγγραφέας έχει μεγάλα κέφια μη νομίσει κανείς ότι τα παίρνει όλα στην πλάκα, αφού μιλά με ιδιαίτερα ωμή γλώσσα, τόσο για τα βασανιστήρια στα οποία υποβάλλονταν οι κρατούμενοι στη διάρκεια της χούντας, όσο και για τα περιβόητα λευκά κελιά της Γερμανίας, τα οποία είχαν την ικανότητα να αφαιρούν από τον άνθρωπο την… ψυχή του, αφού η κράτησή του εκεί τον μετέβαλλαν σ’ ένα άψυχο αντικείμενο.
Μια σκληρή κι ανάλαφρη ιστορία, που προκαλεί οργή και γέλιο, πόνο και χαρά. Και που μιλά για τη λευτεριά. Τη λευτεριά που “…καταχτιέται σιγά σιγά από το νου μας, αλλά δε χάνεται ποτέ, έτσι και την κερδίσομε…”.
Λιλή Ζωγράφου - Η αγάπη άργησε μια μέρα

Αυτό είναι το πλέον γνωστό και ευπώλητο βιβλίο της συγγραφέως. Στην επιτυχία του αυτή συνέβαλε μάλλον πολλά και η μεταφορά του στη μικρή οθόνη πριν μερικά χρόνια.
Και σ’ αυτό το μυθιστόρημα η συγγραφέας καταπιάνεται με ένα από τα πλέον αγαπητά της θέματα: τις εμμονές των ανθρώπων στα περί του σωστού, στις μικρές κλειστές κοινωνίες.
Είναι η ιστορία της Ερατώς. Μιας έφηβης που γνωρίζει κάποιον ιταλό στη διάρκεια της κατοχής, τον οποίο ερωτεύεται, χωρίς καλά καλά να καταλαβαίνει τι πάει να πει έρωτας. Ο ιταλός θα γίνει και ο πατέρας του παιδιού της, μιας κόρης που δε θα μάθει την αλήθεια για το ποια είναι η μάνα της, παρά στο τέλος της ιστορίας.
Όλοι οι ήρωες του βιβλίου είναι υπόδουλοι στα πάθη τους. Όλοι είναι βαθιά ανθρώπινοι χαρακτήρες, που αγνοώντας τι πάει να πει ζωή, νομίζουν πως ζούνε, ή ακόμη χειρότερα, επιλέγουν συνειδητά να επιβιώνουν μέσα στις ψευδαισθήσεις τους. Η Ζωγράφου δε χαρίζεται καθόλου στους ήρωές της. Επιφυλάσσει σε όλους, ακόμη και στους πλέον αγαπητούς, μια σκληρή μοίρα. Βάζει όλη την οργή της μέσα στην Ερατώ και την οδηγεί στο να κατακεραυνώσει την κοινωνία. Την χτυπάει αλύπητα και τη λυτρώνει κάθε στιγμή, τη λυπάται και τη δικαιώνει. Η Ερατώ λειτουργεί κάπως σα μια συλλογική συνείδηση: λέει όσα σκέφτονται αλλά δε λένε οι άλλοι, είναι το μαύρο πρόβατο και ταυτόχρονα ο φάρος της ελπίδας, τρυφερή ως τα άκρα και κυνική ως ακόμη πιο πέρα, αφού δε θα διστάσει να φτύσει κατάμουτρα την ίδια της την κόρη. Μέσα από τον πόνο γίνεται μια ασυμβίβαστη που δε θα μπορέσει ποτέ να αντικρύσει τη χαρά.
Η ιστορία της Ερατώς είναι η ιστορία της καταπίεσης των γυναικών μέσα από μυθιστορηματική φόρμα. Είναι η ιστορία της δουλείας που πολλές γυναίκες, ακόμη και σήμερα θεωρούν καθήκον. Είναι η ιστορία της ανόδου και της πτώσης πολλών δήθεν κοινωνικών ψευδαισθήσεων.
Οι αφορισμοί δίνουν και παίρνουν σ’ αυτό το βιβλίο: “Η τιμή; Λειτουργεί σαν φονικό όπλο για το θύμα και σαν ελαφρυντικό για το φονιά…”, “…Δεν είχε ποτέ ηλικία, όπως όλοι που δεν αγαπήθηκαν…”, “…Οι τίτλοι δικά μας κατασκευάσματα είναι, εμείς τα αποδίδουμε σε κάποιους είτε από δουλοπρέπεια ή κι από άγνοια…”, “… Η γυναίκα είναι ένα φυσικό αγαθό όπως κι η γη και το ποτάμι…”, “…Ο καθένας μας είναι αθώος ώσπου να γνωρίσει τη χυδαιότητα, τη βαναυσότητα των απάνθρωπων, ώσπου να βουτήξει ως το λαιμό στη λάσπη που εκκρίνει ο άλλος”, “Τι θα πει ελευθερία; Μα η αθωότητα να μη γνωρίζεις την ασκήμια των ανθρώπων. Μόνο ως τότε είσαι λεύτερος”, “…Ο θάνατος δεν είναι το χειρότερο. Το χειρότερο είναι ο άνθρωπος”, “…Πρέπει να ’χεις μέσα σου την ελευθερία για να την αναγνωρίσεις όταν τη συναντήσεις”, “…Πεθαίνω από τη χαρά μου πως ο τύραννος πέθανε”.
Όταν η κουβέντα φτάνει στο πρόσωπο της μάνας, τότε οι λέξεις γίνονται ποίηση: “Η μάνα μας ήταν γλυκοφιλούσα ζωοδότρα, ζέσταινε τις βαρυχειμωνιές και ξαναστέριωνε την ομορφιά του κόσμου. Όχι δεν ήταν Θεός, είναι αδιάφορος αυτός, η μάνα μας αγαπούσε, Θεέ πόσο αγαπούσε… αν μου σκίσεις με μια μαχαιριά το δέρμα δεν θα τρέξει αίμα μα η αγάπη της, τέτοια αγάπη βύζαξα…”, “Και το πιστεύω όταν την αποκαλώ αντιαγία γιατί οι άγιοι κι ο Θεός έχουν απάνθρωπες απαιτήσεις από τους θνητούς, ενώ η μάνα μας, τόσο ενάρετη η ίδια, ήξερε πόσο αντιανθρώπινο είναι το να είσαι αλάθητος”, “Οχτώ φορές πλάστηκε μέσα της ο κόσμος κι έσκισε τα τοιχώματα ανυπόμονα να βγει στο φως πασπατεύοντας για αγάπη”.
Η Λιλή Ζωγράφου μ’ αυτό το μεγαλοπρεπές λιτό κείμενο καταφέρνει να παρασύρει τον αναγνώστη σε σκέψεις, να τον κάνει να δει τη ζωή με άλλο μάτι, να ανοίξει την καρδιά του σε ανυποψίαστες αλήθειες. Πρόκειται για ένα από τα πιο όμορφα μικρά διαμάντια της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.
