Showing posts with label μελέτη. Show all posts
Showing posts with label μελέτη. Show all posts

Monday, July 27, 2009

Σώτη Τριανταφύλλου – Ηλίας Ιωακείμογλου: Για τη σημαία και το έθνος

Το βιβλίο αυτό περιλαμβάνει δύο ανεξάρτητα κείμενα που ασχολούνται με το ίδιο θέμα. Οι συγγραφείς μας μιλούν για τους σύγχρονους εθνικισμούς και τις ρίζες τους και σχολιάζουν το ρόλο που διεκδικεί η σημαία στις μοντέρνες πολυεθνικές, αλλά ουσιαστικά βαθιά ρατσιστικές, κοινωνίες.
Ο Ηλίας Ιωακείμογλου επικεντρώνεται στα της Ελλάδας, τα στερεότυπα και τις βγαλμένες λες από καλούπι απόψεις που επικρατούν, εξηγεί γιατί λέμε «μαμά – πατρίδα» και όχι «πατέρας – πατρίδα» και στο γνωστό τρίπτυχο «Πατρίς-θρησκεία-οικογένεια» προσθέτει και την Αγορά, αυτή που στο τέλος της ημέρας ορίζει τα πάντα. Μελετώντας τα γεγονότα των πρόσφατων χρόνων και την πατριωτική ή εθνικιστική έξαρση που παρατηρείται παντού, μελετά τα τι και τα γιατί και φτάνει σε μερικά χρήσιμα συμπεράσματα, με τα οποία κάποιοι θα συμφωνήσουν και κάποιοι άλλοι όχι. Η διαφωνία εξάλλου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κάθε πραγματικής δημοκρατίας. Σύμφωνα με τον συγγραφέα καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και γενικότερα της κοινωνικής πραγματικότητας παίζει η Οικογένεια, αφού: «Αυτή είναι ο ιδεολογικός μηχανισμός που εκπαιδεύει τα άτομα να ζουν σε έναν κόσμο χωρίς χρόνο». Καθώς μας ταξιδεύει από παράδειγμα σε παράδειγμα, από παραπομπή σε παραπομπή, κάπου παρατηρεί ότι είναι μεγάλες οι ομοιότητες του πατριώτη με τον πρωτόγονο άνθρωπο.
Απ’ τη δική της πλευρά η Σώτη Τριανταφύλλου ασχολείται κατά κύριο λόγο με τα της Αμερικής. Μιλά για τις εκεί εθνικιστικές εξάρσεις, για την πατριδολατρεία και την πατριδολαγνεία, για την εμπορευματοποίηση των πάντων, της σημαίας περιλαμβανομένης. Ταξιδεύοντάς μας στο χρόνο μας μιλά για τις ρίζες αυτού που αποκαλούμε «σημαία» και για το ρόλο που έπαιζε ανέκαθεν στην ιστορία, για το συνασπισμό των ανθρώπων κάτω ή γύρω από ένα κομμάτι πανί. Κάνει επίσης μια σύνδεση της σημαίας με τη θρησκεία, αφού όπως η τελευταία έτσι και η πρώτη, επιβάλλουν σε κάποιους ανθρώπους αρχές, πιστεύω και ιδέες αόριστες, που στο τέλος της ημέρας δεν εξυπηρετούν κανένα άλλο πέρα από τους κάθε λογής κυβερνώντες. Είτε σε δύση, είτε σε ανατολή, είτε σε χώρα κομμουνιστική είτε σε καπιταλιστική, είτε σε κοσμικό είτε σε θεοκρατικό κράτος, η σημαία χρησιμοποιείται κατά κόρον σαν όργανο των ισχυρών. Όσο για τις διαφορές ανάμεσα στην αριστερά και τη δεξιά στο συγκεκριμένο θέμα -όπως και σ’ αυτό του εθνικισμού άλλωστε- είναι πια δυσδιάκριτες, αν όχι ανύπαρκτες.
Τις απόψεις που εκφράζουν εδώ οι δύο συγγραφείς δε θα τις αποκαλούσα αιρετικές, αφού στηρίζονται σε ιστορικά γεγονότα. Το θετικό στοιχείο είναι ότι τις εκφράζουν ανοικτά, ελεύθερα, συμβάλλοντας έτσι με το δικό τους τρόπο στη δημιουργία ενός εποικοδομητικού διαλόγου, από τον οποίο σίγουρα κανείς δεν έχει να χάσει τίποτα. Θα έλεγα μάλιστα ότι ο αναγνώστης, ακόμη κι αν διαφωνεί, στο τέλος δεν μπορεί παρά να βγει κερδισμένος, αφού μέσα απ’ αυτό το βιβλίο θα αποκτήσει μια πληρέστερη εικόνα και καλύτερη κατανόηση για όλ’ αυτά που συμβαίνουν γύρω μας.
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι.

Friday, January 2, 2009

Λιλή Ζωγράφου - Οι Εβραίοι κάποτε. Μικαέλ


Με την ιστορία των εβραίων της Ελλάδας, τους διωγμούς που υπέστησαν στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και το Γολγοθά του Άουσβιτς, καταπιάνεται στο βιβλίο αυτό η Λ. Ζωγράφου.

Σ’ αυτό το δημοσιογραφικής υφής κείμενο, από το οποίο δε λείπουν βέβαια και οι λογοτεχνικές εξάρσεις, η συγγραφέας παρακολουθεί βήμα βήμα την πορεία των ελλήνων εβραίων στη διάρκεια του πολέμου: Τις μετακινήσεις τους, τις αλλαγές ταυτοτήτων, την αποφασιστικότητά τους να επιβιώσουν με κάθε μέσο, αλλά και τις προδοσίες που τους οδήγησαν στη σκλαβιά, κι ακόμη στο θάνατο.

Μιλά ακόμη για την παλληκαριά: “Αν είμαι μεγάλος για να με σκοτώσουν, γιατί είμαι μικρός για να τους πολεμήσω… και να σωθώ ίσως”, για την Ελπίδα: “Κάθε αυγή ο ουρανός είναι μια αιώνια καινούρια υπόσχεση” και για: “…την ανθρώπινη ουσία (που) δεν την καταργεί αμετάκλητα παρά μόνον ο θάνατος”.

Με πάθος πολύ η συγγραφέας ακολουθεί την πορεία των εβραίων προς το θάνατο, τον αγώνα τους για επιβίωση, τη χτηνωδία των θυτών τους και τις μικρές αναλαμπές ανθρωπίνου φωτός, που τους κρατούσαν αναμμένη τη φλόγα ενός καλύτερου αύριο.

Σ’ ένα κόσμο, μια εποχή, που: “…δεν υπάρχουν πια παιδιά, (επειδή), αυτό είναι μια πολυτέλεια που δεν ταιριάζει στον πόλεμο”, πως να επιζήσει κανείς; από που να αντλήσει δυνάμεις για να αντέξει τον καθημερινό πόνο, τους δίχως τέλος εξευτελισμούς;

Η συγγραφέας θρηνεί για τη μοίρα των εβραίων, αλλά κραυγάζει επίσης σπαραχτικά για την ανημποριά των ανθρώπων να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους: “Γεννηθήκαμε φορτωμένοι τη μωρία αιώνων αμορφωσιάς και καταστάσεων ολότελα άσχετων και την κουβαλάμε αδιαμαρτύρητα. Γεννιέσαι και βρίσκεις σερβιρισμένα, έτοιμα, γονείς, νόμους, θρησκεία, κανόνες τιμής, μια μοίρα που σχεδόν σου προδιαγράψανε άλλοι. μια κοινωνική οργάνωση που δε θ’ αξίωνες ούτε να φτύσεις και συμμορφώνεσαι με τους θεσμούς της! Μου πασάρανε ένα όνομα τυπωμένο σ’ ένα κωλόχαρτο, που με βασανίζει και το βασανίζω…”.

Ούτε και σ’ αυτό το βιβλίο η Λ.Ζ. χαρίζεται στους ήρωές της, πόσο μάλλον όταν αυτό στηρίζεται σε ζωντανές μαρτυρίες και ντοκουμέντα. Εδώ συναντάμε βαθιά ανθρώπινους χαρακτήρες, με πολλά πάθη, που σφύζουν από ζωή περιμένοντας το θάνατο ή που σιγοπεθαίνουν προτού φανεί στη γωνιά η ζωή. “Το θάνατο ακολουθεί πάντα η ανάσταση” φαίνεται να θέλει να μας πει η συγγραφέας.

Το “Οι Εβραίοι κάποτε” είναι ένα συνταραχτικό ντοκουμέντο για την ανθρώπινη πτώση, ένας πικρός ύμνος για τη ζωή. Η Λιλή παθιάζεται με το θέμα της, και μεις δεν έχουμε παρά να ακολουθήσουμε τους δρόμους της γραφής της. Ας μην αδιαφορήσουμε γι’ αυτά που θέλει να μας πει, γιατί πολλές φορές: “…η αδιαφορία είναι προδοσία”… προς την ανθρώπινη υπόστασή μας.

Λιλή Ζωγράφου - Από τη Μήδεια στη Σταχτοπούτα


Αντιγράφουμε από την Εισαγωγή: “Γιατί από τη Μήδεια στη Σταχτοπούτα; Μα η Μήδεια διέθετε την επίγνωση του σώματός της και το πάθος του, σε αντίθεση με τη Σταχτοπούτα που καθόταν άβουλη δίπλα στο τζάκι μη περιμένοντας και μη διεκδικώντας τίποτα. Τα παραμύθια είναι οι καθρέφτες κάθε εποχής. Το τέλος της μητριαρχικής εποχής έφτιαξε το μύθο της Μήδειας, στον σφύζοντα από ανδρική ισχύ πατριαρχικό κόσμο των δύο τελευταίων αιώνων ξεπήδησε η αθλιότης της Σταχτοπούτας που δεν περίμενε ούτε κατά διάνοιαν το βασιλόπουλο, να όμως που της προέκυψε”.

Η συγγραφέας ταξιδεύει στα βάθη των αιώνων προσπαθώντας να απαντήσει στα μύρια ερωτήματα που την απασχολούν, όπως: “Πότε η μητριαρχική κοινωνία, άρχισε να μετατρέπεται σε πατριαρχική; και τα συνεπακόλουθα της μετατροπής αυτής”.

Η ίδια, όσο ζούσε, δήλωνε φανατική αντιφεμινίστρια. Τα ’βαζε με τις γυναίκες, τις έβριζε γιατί διεκδικούσαν από τους άντρες “συνδικαλιστικά” αυτά που τους ανήκαν. Λες και δεν μπορούσαν να είναι αυτεξούσιες, λες και χρειάζονταν άδεια για να ζήσουν. Ποιες; Οι γυναίκες! Που είναι βασίλισσες! “Γιατί όλες οι γυναίκες βασίλισσες είναι, αφού αξιώθηκαν τη γενναιοδωρία του ‘δημιουργού’ που τους ανέθεσε την ανανέωση του ανθρώπινου γένους. Και μην ακούτε τον μισογύνη Εβραίο μυθοπλάστη που πήρε ένα κοψίδι από το πλευρό του άνδρα για να φτιάξει τη γυναίκα, γιατί μένει αναπάντητο το ερώτημα: Και κείνον, τον πρώτο άνδρα ποιος τον γέννησε;”

Έλα ντε! Όμως, ως γνωστόν, η συγγραφέας όταν παίρνει φόρα κανένας δεν τη σταματά κι έτσι στη σελ. 20 μας μιλά για τον “παράδεισο των Πρωτόπλαστων κι ενός πανάγαθου χιλιετούς θεού που απαγόρευε το σμίξιμο μια και κείνος δεν πηδούσε”.

Η Λ.Ζ. μελέτησε πολύ γι’ αυτό το βιβλίο. Όπως ομολογεί σε μια συνέντευξή της την απασχόλησε για χρόνια, αλλά ταυτόχρονα δηλώνει την αδυναμία της να πάει όσο βαθιά θα ήθελε τη μελέτη της: “Για το βιβλίο τούτο δεν διαθέτω τίτλους. Γνώριζα ότι η κατάθεσή μου αυτή ξεπερνούσε τα όρια των δυνατοτήτων μου όχι όμως και της πεποίθησής μου, παρ’ όλο που με τα θέματα της προϊστορίας και της πρωτοϊστορίας έχουν ασχοληθεί γίγαντες της σκέψης και της επιστήμης. Αυτός ο τρόμος, και τώρα που το βιβλίο ολοκληρώθηκε, παραμένει εκεί, μέσα στο στήθος και το μυαλό μου μια γροθιά σφιγμένη όσο κι αν γνωρίζω ποια μονοπάτια χρειάστηκε να χαράξω στον ανύπαρκτο δρόμο που μ’ έσπρωχνε η σκέψη μου”.

Το βιβλίο αυτό δίνει την αίσθηση ντοκουμέντου, καθώς η συγγραφέας ανατρέχει σε πολλές πηγές, αναφέρει πολλά γραπτά παραδείγματα, μιλά με στοιχεία κι όχι με την καρδιά. Ακόμη και ο πιο δύσπιστος αναγνώστης δεν μπορεί παρά να παραδεχτεί ότι σ’ όλα αυτά που λέει, ίσως κάπου να έχει δίκιο. Δεν πρόκειται για διακηρύξεις ισότητας και τα ρέστα, πρόκειται για κραυγές αληθείας, διαποτισμένες με την πίκρα πολλών αιώνων.

Όσο κι αν δεν αρέσουν σε κάποιον αυτά που γράφει, οφείλει να ομολογήσει, έστω και σιωπηλά, ότι: “Τις μετοχές των ανδρών τις μεγάλωνε ο θαυμασμός των γυναικών. Οι οποίες έχουν διαπιστώσει πια στις μέρες μας ότι καλύτερη η μοναχική ζωή από τη συμβίωση με έναν σερνικό καθυστερημένων αντιλήψεων για την ελευθερία”.

Στο τελευταίο της αυτό βιβλίο η Λιλή φαίνεται να μας αφήνει μια διαθήκη σχετικά με τις σχέσεις των δύο φύλων και την ελευθερία.

Λιλή Ζωγράφου - Κώστας Καρυωτάκης Μαρία Πολυδούρη. Και η αρχή της αμφιβήτησης


Αυτό το βιβλίο δεν είναι μελέτη είναι ψυχογράφημα. Η Ζωγράφου κολυμπά στα βαθιά νερά των ψυχών των δύο ποιητών και προσπαθεί να τους εξηγήσει. Πολλοί θα σκεφτούν ότι το παρακάνει με τις εκτιμήσεις της, ότι φτάνει σε ακραία συμπεράσματα. Ας μην ξεχνούν, όμως, ότι το να παίρνει να πράγματα στα άκρα ήταν ένα από τα αγαπημένα παιχνίδια της συγγραφέως.

Πάθος, πολύ πάθος διακρίνει κανείς σ’ αυτή τη δουλειά. Η Ζωγράφου παθιάζεται με την ποίηση του Καρυωτάκη, με την ποιητική ζωή της Πολυδούρη. Την τελευταία μάλιστα τη θαυμάζει για τη στάση ζωής της, για το πως ξεγέλασε το θάνατο και πήγε εκείνη να τον συναντήσει, προτού καν σκεφτεί ο τελευταίος να την επισκεφτεί. Θα λέγαμε, ότι τις δύο γυναίκες έδεναν κάποιες εκλεχτικές συγγένειες. Ας μην ξεχνάμε ότι και η Ζωγράφου είχε ζητήσει από κάποια φίλη της να τη βοηθήσει ν’ αυτοχτονήσει όταν ο θάνατος θα βρίσκοταν κόντα, μια και δε θα άντεχε να ζει παρέα με ορούς και σωληνάκια (βλέπε “Το ταξίδι της Λιλής στην Κρήτη της”).

Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο κάποιοι θα σκεφτούν ότι η συγγραφέας υποτιμούσε τον Καρυωτάκη. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Η αλήθεια είναι ότι τον θαύμαζε για το ταλέντο του, αλλά και ότι στεναχωριόταν για τη… δειλία του. Εξάλλου, όπως γράφει στην πρώτη σελίδα της μελέτης γι’ αυτόν: “Οι άνθρωποι πεθαίνουν αμετάκλητα. Οι ποιητές σκοτώνονται μόνο. Οι νεκροψίες δεν ωφελούν. Τα σώματα των ποιητών είναι διάτρητα από την ευαισθησία τους και από τον πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων. Τα σώματα των ποιητών είναι σημαίες ήττας. Όμως δεν υπάρχουν ποιητές νικημένοι, όπως δεν υπάρχουν ποιητές νικητές. Υπάρχουν ποιητές”.

Πολύς πόνος, πολύ δάκρυ πλημμυρίζει την ψυχή του ποιητή μας, που δε ζητά τίποτ’ άλλο παρά να: “…γίνω μια χρυσή σκόνη μες στον αιθέρα/ απλό στοιχείο, ελεύθερο, γενναίο.”

Τι τον ενώνει με την Πολυδούρη; Η ποίηση! Τι τον χωρίζει; “Η Μαρία γεννήθηκε και διατηρήθηκε ολοκαίνουργια, όσο ο Καρυωτάκης παλιός”. Η Πολυδούρη ξεχειλίζει από ενέργεια, ενώ εκείνος βουλιάζει στην αδράνεια. Και το πιο τραγικό: “Έχει απόλυτη επίγνωση της αδράνειας που τον κρατά καθηλωμένο, ανδρείκελο στη μοιρολατρική του παθητικότητα κι ανίκανο ν’ αντιδράσει σαν άτομο και σα λαός στην περιφρόνηση και την ταπείνωση: να νιώθουν (οι άλλοι) πως υπάρχομε, μόνο καθώς μας ποδοπατούν”.

Το τελευταίο του “γράμμα στον κόσμο” μοιάζει προφητικό: “Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους κι εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται όλο και περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι…”. Όπως υποστηρίζει η Ζ. ο “…Καρυωτάκης με το θάνατο ζητά μια απελευθέρωση. Ανίκανος να παλέψει με τα δεσμά που του χάλκεψαν, με την αγάπη των δικών που τον φυλάκισε και τον εξουδετέρωσε, με τη φύση που τον αδίκησε, για να τον εξουδετερώσει και κείνη με τη σειρά της”.

Αλλά και η Πολυδούρη δε στάθηκε αρκετά δυνατή, όχι όσο θα έπρεπε: “…Η Πολυδούρη διαγράφει μια πορεία λάθος. Ένας άνθρωπος τόσο προικισμένος αρρωσταίνει αρχικά, γιατί ο άντρας που αγαπά και πιστεύει, την απογοήτεψε. Και πεθαίνει αργότερα, γιατί αυτός ο άντρας πέθανε. Αυτή η γυναίκα είναι απαράδεκτη. Αναμφισβήτητα ο έρωτας είναι ό,τι ωραιότερο μπορεί να χαρεί ο άνθρωπος, αλλά ποτέ με αντάλλαγμα τη ζωή του, που είναι ανεπανάληπτη και γι’ αυτό υπερπολύτιμη. Και δεν αξίζει κανένας τόσο, για να του τη θυσιάσουμε”.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η Ζ. αν και αγαπάει τόσο την Πολυδούρη δεν της χαρίζεται. Δεν της συγχωρεί την αδυναμία της, κι ας ήταν “…ένας ακέραιος άνθρωπος με σάρκα, οστά και πνεύμα” ή ακόμη, ένας “παναισθησιακός τύπος (που) αγαπούσε όλα τα στοιχεία, όλες τις εκδηλώσεις της ζωής”, κι έπαιζε “γροθιές με την κοινωνία”.

Τι την έκανε ν’ αγαπήσει την Πολυδούρη; Μα το γεγονός ότι: “…η Μαρία πέθανε ζώντας. Πολύ λίγοι άνθρωποι πεθαίνουν από ζωή. Συνήθως φοβούνται το θάνατο και ζούνε νεκρά…”. Η Μαρία δε φοβόταν το θάνατο, του ’βγαζε τη γλώσσα, τον προκαλούσε, και μάλλον όταν πήγε επιτέλους να τον βρει θα του χαμογέλασε τρυφερά και με λίγη ειρωνεία, αφού δεν την πρόλαβε εκείνος, του την έσκασε!

Το βιβλίο αυτό είναι ένα από τα πιο τρυφερά και ανθρώπινα, που έχει γράψει η Λ.Ζ. Οργίζεται, παθιάζεται, αναλύει, φιλοσοφεί, αλλά στο τέλος τέλος δεν ξεφεύγει απ’ την ουσία της (συν)ύπαρξης των δύο ποιητών. Τους αγαπά σαν παιδιά της, τους κατανοεί, τους μαλώνει, τους δικαιώνει, αφού: “Ήταν και οι δυο, ο καθένας με τον τρόπο του, εξόριστοι από την εποχή τους και συναντήθηκαν στο σύνορο δυο διαφορετικών κόσμων: ενός καταλυμένου κι ενός αγέννητου. Ενός νεκρού ρομαντισμού κι ενός καινούργιου, που ’θελε τους ανθρώπους με λιγότερες ψευδαισθήσεις και πιο καθαρούς και γι’ αυτό δίκαιους, πιο ελευθερωμένους και γι’ αυτό τίμιους”.

Ένας φόρος τιμής στην ποίηση, τον ανθρωπισμό, την αθωότητα και τα αιώνια νιάτα.