Friday, January 2, 2009

Λιλή Ζωγράφου - Η γυναίκα σου η αλήτισσα


“Γη, πουτάνα, γη τι τους θες τόσους ανθρώπους και τους γεννάς σαν δεν μπορείς να τους θρέψεις, σαν δεν μπορείς να τους βοηθήσεις να συναντηθούνε και να μη γυρνούνε έρημοι στον κόσμο;”.

Η Λιλή Ζωγράφου θα διασκέδασε με την ψυχή της γράφοντας αυτό το βιβλίο, αλλά θα έχυσε και πικρό δάκρυ. Τα ευτράπελα που μας διηγείται αγγίζουν τα όρια του σουρεαλισμού, ενώ αν και ο ήρωάς της φαντάζει στα μάτια μας σχεδόν τραγικός δεν μπορούμε παρά, μερικές φορές, να γελάσουμε μαζί του.

Αυτή είναι η ιστορία του Αρίστου, ενός όχι τόσο φτωχού πλην τίμιου άντρα, που έπειτα από χρόνια και χρόνια στα εργοστάσια της Γερμανίας, επιστρέφει στην Ελλάδα φορτωμένος με δώρα για την οικογένειά του. Καθώς όμως φτάνει στο χωριό του το Παπαδερό, νιώθει τον κόσμο να γκρεμίζεται κάτω από τα πόδια του, καθώς εκεί που περίμενε γλέντια και χαρές, η μάνα του κατεβάζει τα μούτρα της επειδή ο Αρίστος δεν πήρε μαζί του την “απαραίτητη” γερμανιά γυναίκα. Έλα, που το παιδί δεν έχει παντρευτεί. Αλλά, για να μην στεναχωρεί τη μάνα του, της λέει ότι άφησε τη γυναίκα του, την Ίγκε, στην Αθήνα, επειδή λέει, ζαλίστηκε από το ταξίδι. Και δώστου χαρές η μάνα. Τι να κάνει κι ο Αρίστος; την επομένη κατεβαίνει στην Αθήνα αποφασισμένος να βρει μιαν Ίγκε για τη μάνα του. Αλλά, γερμανιά στην Αθήνα, πουθενά. Αφού, είδε κι αποείδε, κι έφαγε και την κοροϊδία της ζωής του από ένα δήθεν γραφείο συνοικεσίων, ο Αρίστος επιστρέφει στη Γερμανία, όπου βρίσκει στ’ αλήθεια την… Ίγκε του. Και τότε αρχίζουν τα ευτράπελα.

Η Λ. Ζ. με αφορμή την ιστορία του Αρίστου χτυπά τα ρέστα της στην ειρωνεία. Τόσο για τη ζωή των ελλήνων στη διάρκεια της χούντας, όσο και για τις απόψεις τους. “Η ταβέρνα γεμάτη, τα τραπέζια φορτωμένα, τα ποτήρια γεμάτα κι όλοι θέλανε πολύ να ’ναι χαρούμενοι. Δεν έχεις κάθε μέρα χούντα στη ζωή σου!”. “…Γνωστό, εξάλλου, είναι ότι κράτος και πολίτες έχουμε αυστηρές ηθικές αρχές και ότι δεν επάψαμε ούτε στιγμή της νεότερης ιστορίας μας να είμαστε ιδιαίτερα ευαίσθητοι… σε άσεμνα θέματα, μένοντας σταθεροί στην εκδοχή της επίσημης παιδείας μας, ότι όλοι σε τούτο τον τόπο τεκνοποιούν μυρίζοντας έναν κρίνο, αν και το άνθος αυτό δε φύεται τόσο άφθονο στην Ελλάδα ώστε να δικαιολογείται η χρήση του σε τέτοια έκταση. Λέγεται όμως ότι το κράτος, για να καλύψει τη μεγάλη ζήτηση κρίνων και για να εξυπηρετήσει τα πολιτισμικά μας, προγραμματίζει έργα κατασκευής μεγάλων εκτάσεων θερμοκηπίων, οπότε θα έχομε επάρκεια”.

Αλλά, επειδή η συγγραφέας έχει μεγάλα κέφια μη νομίσει κανείς ότι τα παίρνει όλα στην πλάκα, αφού μιλά με ιδιαίτερα ωμή γλώσσα, τόσο για τα βασανιστήρια στα οποία υποβάλλονταν οι κρατούμενοι στη διάρκεια της χούντας, όσο και για τα περιβόητα λευκά κελιά της Γερμανίας, τα οποία είχαν την ικανότητα να αφαιρούν από τον άνθρωπο την… ψυχή του, αφού η κράτησή του εκεί τον μετέβαλλαν σ’ ένα άψυχο αντικείμενο.

Μια σκληρή κι ανάλαφρη ιστορία, που προκαλεί οργή και γέλιο, πόνο και χαρά. Και που μιλά για τη λευτεριά. Τη λευτεριά που “…καταχτιέται σιγά σιγά από το νου μας, αλλά δε χάνεται ποτέ, έτσι και την κερδίσομε…”.

No comments: