Showing posts with label αφιέρωμα. Show all posts
Showing posts with label αφιέρωμα. Show all posts

Tuesday, June 12, 2012

Τα πιο σημαντικά βιβλία του μέλλοντος...


τουλάχιστον σύμφωνα με τους αμερικανούς, που μου έχουν αποστείλει ένα ebook με τίτλο BEA BUZZ BOOKS (το BEA σημαίνει Book Expo America, που είναι η μεγαλύτερη έκθεση βιβλίου στη χώρα), με αποσπάσματα από 33 βιβλία που θα κυκλοφορήσουν στις ΗΠΑ από τις 31 Ιουλίου μέχρι τις 8 Ιανουαρίου. Σαν μανούλες που είναι στο μάρκετινγκ μού δίνουν επίσης την ευκαιρία να διαβάσω τουλάχιστον δυο μήνες πριν από την κυκλοφορία τους τους περισσότερους από τους τίτλους που ακολουθούν:

Peter Heller - THE DOG STARS. 7 Αυγούστου.
Matthew Dicks - MEMOIRS OF AN IMAGINARY FRIEND. 21 Αυγούστου.
Hanna Pylvainen - WE SINNERS. 21 Αυγούστου.
M.L. Stedman - THE LIGHT BETWEEN OCEANS. 31 Ιουλίου.
Sarah Maas - THRONE OF GLASS. 7 Αυγούστου.
David Levithan - EVERY DAY. 28 Αυγούστου
Junot Díaz - THIS IS HOW YOU LOSE HER. 11 Σεπτεμβρίου.
Shani Boianjiu - THE PEOPLE OF FOREVER ARE NOT AFRAID. 11 Σεπτεμβρίου.
Amanda Coplin - THE ORCHARDIST. 1 Σεπτεμβρίου.
Jasper Fforde - THE LAST DRAGONSLAYER. 4 Σεπτεμβρίου.
Jessica Khoury - ORIGIN. 4 Σεπτεμβρίου.
Kevin Powers - THE YELLOW BIRDS. 11 Σεπτεμβρίου.
Lawrence Norfolk - JOHN SATURNALL'S FEAST. 4 Σεπτεμβρίου.
Lance Weller - WILDERNESS. 4 Σεπτεμβρίου.
J.R. Moehringer - SUTTON. 25 Σεπτεμβρίου.
Dennis Lehane - LIVE BY NIGHT. 2 Οκτωβρίου.
Eric Devine - TAP OUT. 11 Σεπτεμβρίου.
Jenny Han and Siobhan Vivian - BURN FOR BURN. 12 Σεπτεμβρίου.
Libba Bray - THE DIVINERS. 18 Σεπτεμβρίου.
Ned Vizzini - THE OTHER NORMALS. 25 Σεπτεμβρίου.
James Meek - THE HEART BROKE IN. 2 Οκτωβρίου.
Mark Helprin - IN SUNLIGHT AND IN SHADOW. 2 Οκτωβρίου.
Scott Hutchins - A WORKING THEORY OF LOVE. 2 Οκτωβρίου.
Rhoda Janzen - DOES THIS CHURCH MAKE ME LOOK FAT? 2 Οκτωβρίου.
Teresa Rhyne - THE DOG LIVED. 1 Οκτωβρίου.
Bee Wilson - CONSIDER THE FORK. 2 Οκτωβρίου.
Neil Young - WAGING HEAVY PEACE. 2 Οκτωβρίου. Η αυτοβιογραφία του μεγάλου…
Iris Anthony - RUINS OF LACE. 1 Οκτωβρίου.
Diana Athill - MAKE BELIEVE. 5 Οκτωβρίου.
Janet Gurtler - WHO I KISSED. 1 Οκτωβρίου.
Barbara Kingsolver - FLIGHT BEHAVIOR. 1 Νοεμβρίου.
Bill Roorbach - LIFE AMONG GIANTS. 13 Νοεμβρίου.
John Kenney - TRUTH IN ADVERTISING. 8 Ιανουαρίου 2013.

Από το ίδιο ηλεκτρονικό βιβλίο μαθαίνω ότι εντός του φθινοπώρου θα κυκλοφορήσουν και οι ακόλουθοι τίτλοι:

Michael Chabon - Telegraph Avenue. 11 Σεπτεμβρίου.
Zadie Smith - NW. 11 Σεπτεμβρίου.
Tom Wolfe - Back to Blood. 23 Οκτωβρίου.
Ian McEwan - Sweet Tooth. 23 Νοεμβρίου.
T.C. Boyle - San Miguel. Σεπτέμβριο.
Howard Jacobson - Zoo Time. Οκτώβριο.
Alice Munro - Dear Life. Οκτώβριο.
Michael Ennis - The Malice of Fortune. Ένα θρίλερ με πρωταγωνιστές τους Λεονάρντο ντα Βίντσι και Νικόλο Μακιαβέλλι. Οκτώβριο.
James Patterson & Michael Ledwidge - Zoo. 3 Σεπτεμβρίου.
John Grisham - The Racketeer. 23 Οκτωβρίου.
Lee Child - A Wanted Man. 25 Σεπτεμβρίου.
Michael Connelly - The Black Box. 25 Νοεμβρίου. Για να διαβάσετε ένα εκτενές απόσπασμα, στα αγγλικά φυσικά, πατείστε εδώ...
Jo Nesbo - Phantom. Σεπτέμβριο. Μπορείτε αν θέλετε να προμηθευτείτε τη βρετανική έκδοση από τώρα, πατώντας εδώ.
Lene Kaaberbol & Agnete Friis - Invisible Murder. Οκτώβριο.
James M. Cain - The Cocktail Waitress. Σεπτέμβριο. Ένα "χαμένο" χειρόγραφο του κλασικού συγγραφέα χαρντ μπόιλντ αναγνωσμάτων.
J.K. Rowling - The Casual Vacancy. 27 Σεπτεμβρίου. Η επιστροφή της μαμάς του Χάρι Πότερ μ' ένα διαφορετικό ανάγνωσμα.
D.T. Max - Every Love Story Is a Ghost Story. 30 Οκτωβρίου. Μια βιογραφία του συγγραφέα David Foster Wallace.

Τα ακόλουθα τρία βιβλία είναι αυτοβιογραφίες:

Salman Rushdie - Joseph Anton. Σεπτέμβριο.
Chinua Achebe - There Was a Country. Οκτώβριο.
Arnold Schwarzenegger - Total Recall. Οκτώβριο.

Τέλος, τον Οκτώβριο κυκλοφορεί ο πρώτος τόμος μιας τετραλογίας από το γνωστό συγγραφέα Lemony Snicket με τίτλο Who Could That Be At This Hour.

Wednesday, March 28, 2012

Λιλή Ζωγράφου - Αφιέρωμα


Το κείμενο που ακολουθεί δεν θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κανείς εύκολα αφιέρωμα, αλλά να που το κάνω. Βασικά τούτο το γραπτό αποτελεί την εισαγωγή για την ιστοσελίδα που έφτιαξα για την καλή συγγραφέα πριν δέκα χρόνια και την οποία μπορείτε να επισκεφθείτε εδώ. Όπως θα δείτε στο συγκεκριμένο χώρο μπορεί να βρει κανείς πολλά και διάφορα για την Λιλή: Παρουσιάσεις βιβλίων, γράμματα, συνεντεύξεις κτλ. Όταν τη δημιούργησα σκεφτόμουνα ότι θα συνέχιζα να την εμπλουτίζω συνεχώς με υλικό, αλλά σιγά σιγά τα χρόνια πέρασαν, παρασύρθηκα σε άλλα μονοπάτια, οι δυνάμεις μου λίγο ή πολύ εξαντλήθηκαν, ή μάλλον δεν είναι πια αρκετές ώστε να μπορώ να χειριστώ τόσα διαφορετικά πράγματα ή έργα όσο παλιά. Όπως και νάχει, ελπίζω να επισκεφθείτε τη σελίδα και να μου πείτε τα σχόλιά σας, αλλά και να απολαύσετε το πιο κάτω κείμενο.

«Αχ, μωρέ Λιλή, που πήγες και μας πέθανες...». Και τώρα, τι κάνουμε; Ποιος θα τους τα λέει χύμα; Ποιος θ’ αναστατώνει τις κυράτσες και τους βολεμένους; Μεγάλη ζημιά μας έκανες μωρέ Λιλή... Αρχόντισσα κυρά... Μάνα... Αδελφή... και Φως!
Τι πρόλογο να γράψω; Τι να πω; Το ξέρω! κάπου θα ’σαι τώρα, θα με βλέπεις και θα γελάς, θα με κοροϊδεύεις: «Τι κάθεσαι κι ασχολείσαι μαζί μου ρε κουτό!» θα σκέφτεσαι... «και χάνεις και τον ύπνο σου για μένα. Εγώ καλά πέρασα, εσύ δες τι θα κάνεις...»
Καλά πέρασες μωρέ Λιλή. Ήρθες, μας είδες, χαιρέτησες, έφυγες. Και τώρα, σαν κι εκείνη την Ισαβέλα θαρρώ, θα μας παρακολουθάς από κάπου αόρατη όλους εμάς που σ’ αγαπήσαμε και θα διασκεδάζεις: «Ωχού, τους την έφερα πάλι».
Λοιπόν, κυρά, αυτό το τελευταίο κόλπο, το μεγάλο σου, δε θα περάσει έτσι! Τι πα να πει, έφυγες; Για που; Αφού εσύ, εδώ ανήκεις, σε μας. Κι ας φωνάζεις πως είσαι λεύτερη. Ε, όχι, δεν είσαι. Υπάρχουν ακόμη τόσοι κανόνες να σπάσεις, τόσοι θεσμοί να γκρεμίσεις, τόσες αλήθειες να πεις, τόσες ψευτιές να ισοπεδώσεις.
Ακούς, Λιλή, δεν ξόφλησες ακόμη το χρέος. Έχεις να ρίξεις ακόμη πολλές γροθιές με την κοινωνία, πολλά βασιλόπουλα να σκοτώσεις, πολλές γυναίκες ν’ αναστήσεις, πολλές σταχτοπούτες να θάψεις.
Είναι και τα ορφανά που άφησες πίσω σου. Τον γάτο σου τον Πόπη –ζει ακόμη αυτή η ψυχή;-, χιλιάδες άντρες-γυναίκες-παιδιά, τη δικιά σου Μήδεια, εκείνη την αγαπημένη σου Ελένη, την Ερατώ, το καημένο εκείνο πλάσμα τον Αρίστο, τον... την... Ω! Αμέτρητα είναι τα παιδιά σου...
Δεν ξέρω τι άλλο να σου πω, τα λόγια δε βγαίνουν. Έτσι, θα πάρω απόψε, φίλη μου, το καράβι για το Ηράκλειο, την πόλη την αγαπημένη. Θα βρω κάποιους φίλους γκαρδιακούς, για λίγο να τα πούμε, να πιούμε στην υγειά σου μια ρακή, τα ωραία που περάσαμε μαζί να θυμηθούμε.
Και καθόλου να μην ανησυχείς. παλαιοπώλες αναμνήσεων δε θα γενούμε. Γιατί, κυρά καλή, μες στην ψυχή μας είσαι ζωντανή κι όσα ήσουνα εσύ και κείνα ζούνε!
Αλήθεια, Λιλή, τραγουδάτε τα ρεμπέτικά σας ακόμη πέρα κει, με τον Τσιτσάνη;

Wednesday, February 22, 2012

Τα βιβλία των Όσκαρ

Φέτος (ή μάλλον πέρσι), θα μπορούσε να πει κανείς, ότι είναι (ήταν) η καλύτερη χρονιά σε ό,τι αφορά (αφορούσε) τη σχέση βιβλίου και μεγάλης οθόνης. Περισσότερα από ποτέ βιβλία διασκευάστηκαν για τον κινηματογράφο, τα οποία όχι μόνο σημείωσαν εμπορική επιτυχία, αλλά μάζεψαν και τις υποψηφιότητες για Όσκαρ τη μια μετά από την άλλη.
     Για πρώτη φορά στην ιστορία του θεσμού, αν δεν κάνω λάθος, η μεγάλη πλειοψηφία των υποψήφιων για το βραβείο -καλύτερης ταινίας- τίτλων βασίζεται σε λογοτεχνικά και μη έργα: πιο συγκεκριμένα οι έξη από αυτές. Πιο κάτω σας δίνω την περίληψη του κάθε βιβλίου με τους αναγκαίους συνδέσμους τόσο γι’ αυτά όσο και για τις ταινίες. Να σημειώσω ότι η τελετή της απονομής θα πραγματοποιηθεί τα ξημερώματα Δευτέρας, 27 Φεβρουαρίου.


The Help – Βασισμένη στο βιβλίο της Kathryn Stockett. Η ιστορία καταπιάνεται με την καθημερινότητα κάποιων αφροαμερικανών καμαριέρων, που εργάζονταν στα σπίτια πλούσιων λευκών στο Τζάκσον του Μισσισσιππή, στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1960. Απέσπασε διθυραμβικές κριτικές όταν πρωτοκυκλοφόρησε, οι οποίες εστίασαν τόσο στην ανθρώπινη ματιά της συγγραφέως, όσο στο πώς χειρίστηκε μια τόσο ευαίσθητη πτυχή της αμερικανικής ιστορίας. Σημείωσε και σημειώνει ακόμη, λόγω της ταινίας φυσικά, μεγάλη εμπορική επιτυχία. 



War Horse – Βασισμένη στο παιδικό βιβλίο του Michael Morpurgo. Υποθέτω ότι ο τίτλος λέει πολλά, αλλά δεν τα λέει όλα. Ο Τζόι είναι το αγαπημένο άλογο του νεαρού Άλμπερτ, το οποίο πωλείται στο ιππικό για να χρησιμοποιηθεί στα πεδία των μαχών του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. Ο καβαλάρης του, ο λοχαγός Νίκολς, σκοτώνεται στη διάρκεια μιας αιματηρής σύγκρουσης και το άλογο ξεμένει μόνο στη νεκρή ζώνη. Ο Άλμπερτ, αποφασισμένος να φέρει τον Τζόι και πάλι κοντά του, βάζει πλώρη για τη Γαλλία σε μια επικίνδυνη αποστολή αναζήτησης και σωτηρίας.

Moneyball – Βασισμένη στο βιβλίο του Michael Lewis. Με ένα από τα πλέον αγαπημένα σπορ των αμερικανών, το μπέιζμπολ, καταπιάνεται αυτή η ιστορία. Μιλά για την ομάδα των Oakland Athletics και πιο συγκεκριμένα για τον προπονητή της Billy Beane, που χρησιμοποιώντας επιστημονικές σχεδόν μεθόδους ανάλυσης του παιχνιδιού, κατάφερε να δημιουργήσει ένα αξιόμαχο σύνολο, παρά τον περιορισμένο προϋπολογισμό, που υπό κανονικές περιστάσεις θα στέκονταν εμπόδιο στα σχέδιά του. Όταν ο αθλητισμός μπαίνει σε ξένα χωράφια για να δικαιώσει την ύπαρξή του και τα καταφέρνει.



The Descedants – Βασισμένη στο πρώτο βιβλίο της Kaui Hart Hemmings. Η Τζοάνι Κινγκ πεθαίνει στη διάρκεια ενός ατυχήματος στη θάλασσα και τα εναπομείναντα μέλη της οικογένειας, απόγονοι μιας αριστοκρατικής οικογένειας από τη Χαβάη, μαζεύονται για να θρηνήσουν το θάνατό της. Αφήνει πίσω τον άντρα της, Μάθιου, την ατίθαση δεκάχρονη κόρη της, Σκότι και την εθισμένη στα ναρκωτικά, αλλά σε περίοδο αποτοξίνωσης μεγάλη της κόρη, Άλεξ. Και έναν εραστή. Αυτόν ακριβώς τον άντρα είναι που θα αναζητήσει η οικογένεια των Κινγκ, όχι για να ζητήσει εξηγήσεις ή για να τον εκδικηθεί, αλλά απλά και μόνο για να του μεταφέρει τα κακά μαντάτα. Στη διάρκεια του ταξιδιού θα συμβούν πολλά και διάφορα που θα φέρουν πατέρα και κόρες πιο κοντά.


Hugo – Βασισμένη στο βιβλίο του Brian Selznick “The Invention of Hugo Cabret”. Ο ορφανός, ωρολογοποιός και κλεφτάκος, Ουγκώ, έχει σαν σπίτι του τους τοίχους ενός πολυάσχολου σιδηροδρομικού σταθμού στο Παρίσι. Ο κίνδυνος δεν λείπει ποτέ από την καθημερινότητά του και για να επιβιώσει το ξέρει πολύ καλά ότι πρέπει να κρατήσει τα προσωπικά του μυστικά κρυμμένα. Το μόνο που κάποια μέρα θα συναντήσει ένα εκκεντρικό και βιβλιοφάγο κορίτσι και τον ιδιόρρυθμο ιδιοκτήτη ενός μαγαζιού με παιχνίδια και όλες οι σταθερές του θα ανατραπούν. Και τότε η μεγαλύτερη της ζωής του περιπέτεια θα αρχίσει.


Extremely Loud and Incredibly Close – Βασισμένη στο γνωστό βιβλίο του Jonathan Safran Foer. Ο εννιάχρονος Όσκαρ Σιελ δεν είναι ένα συνηθισμένο παιδί. Βασικά, αν δεν ήξερε κανείς την ηλικία του ή αν δεν τον έβλεπε, θα μπορούσε να τον πάρει για ενήλικα. Κι αυτό επειδή έχει τουλάχιστον παράξενα χόμπι ή συνήθειες: είναι εφευρέτης, εντομολόγος, εξερευνητής, ντετέκτιβ, χορτοφάγος, φιλειρηνικός, ρομαντικός και άλλα πολλά. Όταν ο πατέρας του σκοτώνεται στη διάρκεια των επιθέσεων στους δίδυμους πύργους της Νέας Υόρκης, ο Όσκαρ ξεκινά ένα ταξίδι αναζήτησης προσπαθώντας να λύσει ένα γρίφο που άφησε πίσω του ο πρώτος. Ένα ταξίδι που θα τον βοηθήσει να συμφιλιωθεί με τη νέα του πραγματικότητα.

Οι υπόλοιπες υποψήφιες ταινίες είναι:

The Artist του Michel Hazanavicious
Midnight in Paris του Woody Allen και
The Tree of Life του Terrence Malick


Wednesday, February 15, 2012

Έντγκαρ Άλαν Πόε - Αφιέρωμα


Η προσωπική τραγωδία ήταν, δυστυχώς, μια επαναλαμβανόμενη κατάσταση σ' ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής του Πόε. Γεννημένος στη Βοστώνη το 1809 από γονείς ηθοποιούς, ποτέ δε γνώρισε τον πατέρα του Ντέιβιντ Πόε, που εγκατέλειψε τη μητέρα του κι εξαφανίστηκε λίγο μετά τη γέννηση του, για να πεθάνει στη Βιρτζίνια το 1810. Η μητέρα του, που υπέφερε από φυματίωση, πέθανε στο Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια τον Δεκέμβρη του 1811, αφήνοντας ορφανούς τον Έντγκαρ, το μεγαλύτερο αδελφό του Ουίλιαμ-Χένρι και την ετεροθαλή αδελφή τους Ροζαλί. Η κυρία Φράνσις Άλαν από το Ρίτσμοντ έπεισε τον πλούσιο έμπορο σύζυγό της Τζον να πάρει στο σπίτι τους τον μικρό. Ήταν στο σπίτι τους που μεγάλωσε, κι εκεί δέχτηκε και τις πρώτες επιρροές του, που ήταν ιστορίες σκλάβων και παραμύθια ειπωμένα από καροτσέρηδες κι έμπορους της θάλασσας. Οι νεκροί κι οι ετοιμοθάνατοι πάντα όριζαν την ψυχοσύνθεση του. Σύμφωνα μάλιστα με μια ιστορία, όταν ήταν έξι χρόνων, κάποια μέρα καθώς περνούσε από το τοπικό νεκροταφείο ένιωσε να «καταλαμβάνεται από τον τρόμο», καθώς ήταν σίγουρος ότι τα πνεύματα των απέθαντων θα τον κυνηγούσαν. Το 1815, η οικογένεια πήγε στη Σκοτία και την Αγγλία, όπου έζησαν για πέντε χρόνια. Οι εμπειρίες από το σχολείο προσέθεσαν ακόμη περισσότερες επιδράσεις στη ζωή του. Επιστρέφοντας στο Ρίτσμοντ κι ενώ βρισκόταν στα πρώτα χρόνια της εφηβείας, άρχισε να γράφει ποίηση σε τακτικά χρονικά διαστήματα. Λίγο μετά συνάντησε και τον έρωτα στο πρόσωπο ενός κοριτσιού που άκουγε στο όνομα Ελμίρα, με την οποία και συνήψε δεσμό. Το 1826 τον έστειλαν στο πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια για να σπουδάσει νομικά. Ο πλούσιος πατριός του, με τον οποίο πάντα είχε μια τρικυμιώδη σχέση, του έδωσε 100 δολάρια για να καλύψει τα χρονιαία του έξοδα, τα οποία ξεπερνούσαν τα 450 δολάρια. Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες ο νεαρός ποιητής σύντομα βρέθηκε χρεωμένος κι άρχισε να παίζει χαρτιά για να καλύψει τις ζημιές του. Και σαν να μην έφταναν αυτά, τα γράμματα της Ελμίρα προς αυτόν υποκλέπτονταν τόσο απ’ τους γονείς της όσο κι από τους δικούς του, με αποτέλεσμα η κοπέλα να μην πάρει ποτέ τις απαντήσεις που περίμενε, με αποτέλεσμα ν' αρραβωνιαστεί κάποιον άλλο τελικά. Μετά απ' αυτό, ο Έντγκαρ το 'ριξε στο ποτό. Οι αντιστάσεις του στο αλκοόλ ωστόσο ήταν αδύνατες και πολύ εύκολα γίνονταν βίαιος και παρανοϊκός όταν έπινε πολύ. Μέχρι το τέλος του χρόνου, ο Άλαν τον έβγαλε από το πανεπιστήμιο. Μετά από φοβερούς καυγάδες με τον πατριό του ο ποιητής εγκατέλειψε το σπίτι και έβαλε πλώρη για τη Βοστώνη. Το 1827 εξέδωσε το πρώτο του βιβλιαράκι με τίτλο, "Ο Ταμερλάνος & Άλλα Ποιήματα". Η φτώχεια, τον ίδιο χρόνο, τον οδηγεί στην απεγνωσμένη λύση της στράτευσης. Κατατάσσεται στα 18 του χρόνια σαν Έντγκαρ Α. Πέρι, αναφέροντας στην αίτησή του πως είναι 22 χρόνων. Το 1829, μετά το θάνατο της αγαπητής του μητριάς, κάνει αίτηση για εγγραφή στην στρατιωτική ακαδημία του West Point, έχοντας την υποστήριξη του πατριού του, αλλά και κάποιου αξιωματικού. Με το που βρέθηκε, όμως, στο West Point το 1830, βούλιαξε πάλι στα χρέη. Έμοιαζε επίσης να μην τον σηκώνει το κλίμα εκεί. Ήταν μεγαλύτερος από τους άλλους φοιτητές, πιο μορφωμένος και σωματικά πιο αδύνατος. Ενώ βρισκόταν στην ακαδημία, μελέτησε τους ρομαντικούς ποιητές: Byron, Shelley, Keats, Wordsworth και Coleridge κι άφησε να διαδοθεί η φήμη ότι ήταν εγγονός του Μπένετικτ 'Αρνολντ. Έχοντας βαρεθεί το West Point ως τις αρχές του 1831, αποφάσισε ν’ αρχίσει να παραμελεί τα καθήκοντά του για να τον διώξουνε. Το Γενάρη πέρασε στρατοδικείο για διάφορα παραπτώματα. Μετά την απόλυσή του, κατέληξε να ζει στη Βαλτιμόρη με την αδελφή του πατέρα του Μαρία Κλεμ (θεία Μάτι) και τη κόρη της Βιργινία. Εκεί, άρχισε να γράφει πεζά κείμενα. Την ίδια περίοδο, στα 1832, ανακάλυψε και το όπιο, ένα συνηθισμένο φάρμακο της εποχής, που ήτανε διεγερτικό κι είχε την ικανότητα να εξουδετερώνει πείνα και κρύο και να επεκτείνει την αίσθηση του χρόνου. Στη διάρκεια εκείνου του καλοκαιριού είχε δεθεί ερωτικά με τη Μαίρη Ντέβερο, αλλά ο δεσμός αυτός δεν κράτησε και πολύ, κυρίως λόγω της τρομακτικής συμπεριφοράς που εμφάνιζε κάθε φορά που βρισκόταν υπό την επιρροή αλκοόλ ή ναρκωτικών. Το 1833 κέρδισε ένα λογοτεχνικό βραβείο αξίας 50 δολαρίων από μιαν εφημερίδα της Βαλτιμόρης για την ιστορία του, "Μήνυμα Στο Μπουκάλι". Αυτό του έφερε πρώτη σημαντική αναγνώριση και φήμη τους τοπικούς λογοτεχνικούς κύκλους. Ο Τζον 'Αλαν πέθανε το 1834, αλλά δεν άφησε κάτι αξίας από την περιουσία του στο θετό του γιο που ποτέ δεν υιοθέτησε, και ο οποίος σύντομα πρόσθεσε και τη λήψη λάβδανου στις κακές του συνήθειες. Το 1835 επέστρεψε στο Ρίτσμοντ για να δουλέψει σαν συντάκτης στη Southern Literary Messenger. Τότε ήταν που παντρεύτηκε και τη 13χρονη ξαδέρφη του Βιργινία, πρώτα σε κρυφή τελετή και μετά σε δημόσια, που στο πιστοποιητικό της αναφερόταν ότι το κορίτσι ήταν 21 χρόνων. Μετά από διάφορες μετακομίσεις και δουλειές η μικρή οικογένεια των Έντγκαρ, Βιργινίας και Μάτι, κατέληξε στη Φιλαδέλφεια, όπου ο ποιητής έπιασε δουλειά στο Burton's Gentleman's Magazine. Ήτανε στη διάρκεια εκείνης της περιόδου που έγραψε μερικές από τις πιο γνωστές του ιστορίες μυστηρίου και φαντασίας. Τότε ήταν που άρχισε κιόλας να εκκολάπτεται μέσα του η ιδέα να ξεκινήσει ένα δικό του περιοδικό, το The Penn Magazine, το οποίο αργότερα μετονομάστηκε σε, The Stylus. Στη διάρκεια ενός δείπνου, το Γενάρη του 1842, ενώ η Βιργινία έπαιζε άρπα και τραγουδούσε, ξαφνικά κόπηκε η ανάσα της κι άρχισε να βήχει δυνατά και να φτύνει αίμα. Αυτό το γεγονός επιβεβαίωσε εκείνο που φοβόταν από καιρό: ότι υπέφερε από τη μυστηριώδη ασθένεια της φυματίωσης που του είχε ήδη στερήσει μητέρα και πατέρα. Η ανακάλυψη αυτή τον έριξε με πάθος στο ποτό. Στη διάρκεια του καλοκαιριού του 1842 κι ενώ η θεία Μάτι κρατούσε το σπιτικό όπως μπορούσε, ακόμη και δεχόμενη ελεημοσύνη, η κατάσταση της Βιργινίας υποτροπίασε. Ο Πόε, χαμένος στον κόσμο του, αναζήτησε τη νιόπαντρη Μαίρη Ντέβερο στη Νέα Υόρκη. Περίμενε έξω από τη πόρτα της μέχρι να γυρίσει σπίτι και με το που την είδε την κατηγόρησε ότι δεν αγαπούσε τον άντρα της. Μετά από λίγες μέρες, τον βρήκαν να περιπλανιέται στο δάσος, βρώμικος κι αναμαλλιασμένος. Λίγο καιρό μετά μπήκε σ' εφαρμογή ένα σχέδιο για να βρεθεί υποστήριξη για το σχεδιαζόμενο περιοδικό του, μέσω πολιτικών επαφών. Οι προσπάθειές του στη Φιλαδέλφεια απέτυχαν, αλλά το 1943 τον προσκάλεσαν για να δώσει μια διάλεξη στην Ουάσιγκτον και να συναντηθεί με τον πρόεδρο στο Λευκό Οίκο. Αυτή ήταν η πιο σημαντική ευκαιρία που 'χε ποτέ για να κάνει καλή εντύπωση και ν' αποκτήσει χρήσιμους συμμάχους. Αλλά, λίγες μόλις μέρες μετά την άφιξή του, πείστηκε να πιει ποτό στη διάρκεια ενός δείπνου. Αυτό οδήγησε σ' ακόμη περισσότερο ποτό. Τελικά, η διάλεξή του ακυρώθηκε κι όταν εμφανίστηκε στο Λευκό Οίκο, ήταν μεθυσμένος και έγινε ρεζίλι. Μ' όλες τις ελπίδες για στήριξη στο περιοδικό του διαλυμένες πια, επέστρεψε στη Φιλαδέλφεια. Παρακολουθώντας τη Βιργινία ν' αργοπεθαίνει αυξήθηκαν οι τάσεις του γι' αυτοκαταστροφή. Στο ποίημά του "Το Σκουλήκι Κατακτητής" (The Conqueror Worm), που γράφτηκε στη διάρκεια αυτής της σκοτεινής περιόδου, προβάλει την εικόνα ενός καταστροφικού σκουληκιού ή κάμπιας και την αποσύνθεση της ανθρωπότητας. Αν και απέκτησε αναγνώριση στους λογοτεχνικούς κύκλους, τίποτα δε θα μπορούσε να συγκριθεί με τη φήμη που απόκτησε με το που έκδωσε το 1845 "Το Κοράκι". Το ποίημα αυτό έγινε κάτι σαν εθνική ψύχωση μέσα σε λίγες βδομάδες κι ανατυπώθηκε σ' εφημερίδες και περιοδικά σ' ολάκερη τη χώρα, αλλά λόγω του ότι τότε δεν υπήρχε προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων, όλες αυτές οι ανατυπώσεις δε του απέφεραν ούτε σεντ. Κι έτσι συνέχισε να ζει στην αιώνια φτώχεια του. Στο μεταξύ η κατάσταση της Βιργινίας συνέχισε να χειροτερεύει και το Γενάρη του 1847, στην ηλικία των 25 υπέκυψε στο μοιραίο. Το 1848, ο Έντγκαρ αρραβωνιάστηκε τη Σάρα-Έλεν Ουίτμαν, αλλά ο γάμος αναβλήθηκε δύο μέρες πριν τη τέλεσή του, καθώς ο Πόε, που 'χε υποσχεθεί να κόψει το ποτό, εντοπίστηκε να πίνει. Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες επέστρεψε στο Ρίτσμοντ όπου συνάντησε τον έρωτα της πρώτης του νιότης την Ελμίρα, την οποία και αρραβωνιάστηκε. Ο γάμος ορίστηκε για τις 17 Οκτώβρη 1849. Τον Σεπτέμβρη αναχώρησε για να συναντήσει κάποιους φίλους και συγγενείς και να φροντίσει κάποιες δουλειές, ταξιδεύοντας προς τη Νέα Υόρκη μέσω Βαλτιμόρης και Φιλαδέλφειας. Δεν τα κατάφερε να πάει πιο μακριά από τη Βαλτιμόρη. Έφτασε εκεί μεθυσμένος και το μόνο που κατάφερε ήταν να χαθεί από προσώπου γης για πέντε μέρες. Όταν, τελικά, τον βρήκανε βρισκόταν σε παραλήρημα. Τον οδήγησαν στο νοσοκομείο όπου κρατήθηκε με το ζόρι στη ζωή για λίγες ακόμη μέρες. Πέθανε τη Κυριακή 7 Οκτωβρίου του 1849, σ' ηλικία 40 μόλις χρόνων. Τα τελευταία του λόγια ήταν: «Κύριε βοήθα τη φτωχή μου την ψυχή». Σαν ένα μυστηριώδες υστερόγραφο στη ζωή του, κάποιος ανώνυμος επισκέπτης πήγαινε τρία κόκκινα τριαντάφυλλα και ένα μπουκάλι κονιάκ στον τάφο του, στη Westminster Church της Βαλτιμόρης, στην επέτειο των γενεθλίων του συγγραφέα κάθε χρονιά, από το 1949. Όχι τώρα πια. Μάλλον αναχώρησε κι αυτός για τη χώρα του ποιητή

Ένα παλιό κείμενο που δημοσιεύθηκε σε διάφορες ιστοσελίδες στο μακρινό παρελθόν. Δυστυχώς, μετά από τόσα χρόνια, δεν μπορώ να βρω τις ξένες πήγες που χρησιμοποίησα για το άρθρο, και γι' αυτό απολογούμαι. Έκανα μερικές αλλαγές...

Monday, February 6, 2012

Κάρολος Ντίκενς - Αφιέρωμα


Ο Κάρολος Ντίκενς χαίρει μεγάλης εκτίμησης κυρίως λόγω της σπουδαίας του συνεισφοράς στην κλασική αγγλική λογοτεχνία. Αποτελούσε την πεμπτουσία του βικτωριανού συγγραφέα. Οι επικές του ιστορίες, οι ολοζώντανοι χαρακτήρες του και η εξουθενωτική απεικόνιση της ζωής της εποχής του παραμένουν χωρίς προηγούμενο.
     Η προσωπική του ιστορία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του γνωστού κλισέ: από τη φτώχεια στα πλούτη, ή από τα κουρέλια στη δόξα. Γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου του 1812 στο Πόρτσμουθ. Οι γονείς του ήταν οι Τζον και Ελίζαμπεθ Ντίκενς. Οι μοίρες του φέρθηκαν σκληρά από την αρχή. Ενώ είχε την καλή τύχη να σταλθεί στο σχολείο στα εννέα του χρόνια από τους γονείς του, δεν μπόρεσε να παραμείνει εκεί για πολύ, αφού ο πατέρας του, ο οποίος ενέπνευσε το χαρακτήρα του Κύριου Μικόμπερ στο «Ντέιβιντ Κόπερφιλντ», φυλακίστηκε για τα χρέη του. Έτσι, ολόκληρη η οικογένεια, εξαιρουμένου του Κάρολου, εκτοπίστηκε στο Marshalsea. Ο τελευταίος έπιασε δουλειά στο εργοστάσιο βαφών του Γουώρρεν, όπου επιβίωσε κάτω από απάνθρωπες συνθήκες, υποφέροντας τρομερά από μοναξιά και ευρισκόμενος στα όρια της απελπισίας. Τρία χρόνια αργότερα επέστρεψε και πάλι στο σχολείο, αλλά η εμπειρία του εργοστασίου παρέμεινε βαθιά χαραγμένη στη μνήμη του και θα έπαιρνε μυθοπλαστική μορφή σε δύο από τα πλέον γνωστά του έργα: το «Ντέιβιντ Κόπερφιλντ» και τις «Μεγάλες Προσδοκίες».
     Όπως πολλοί άλλοι, έτσι κι αυτός, ξεκίνησε τη λογοτεχνική του καριέρα σαν δημοσιογράφος. Ακολουθώντας το παράδειγμα του πατέρα του που επίσης έγινε ρεπόρτερ, έκανε τα πρώτα του βήματα στις περιοδικές εκδόσεις “The Mirror of Parliament” και “The True Sun”. Στη συνέχεια, στα 1833, έγινε ο κοινοβουλευτικός ρεπόρτερ της εφημερίδας “The Morning Chronicle”. Έχοντας πια αποκτήσει επαφές και μια κάποια πρόσβαση στον τύπο άρχισε να δημοσιεύει μια σειρά από δράματα, κάτω από το ψευδώνυμο «Μποζ». Τον Απρίλιο του 1836, παντρεύτηκε την Κάθριν Χόγκαρθ, κόρη του Τζορτζ Χόγκαρθ, που επιμελήθηκε τα «Δράματα του Μποζ». Τον ίδιο μήνα δημοσιεύτηκαν και τα ιδιαίτερα επιτυχημένα «Χαρτιά του Πίκγουικ», και από τότε ο Ντίκενς χάραξε πραγματικά πορεία για τη δόξα.
     Εκτός από ένα μεγάλο αριθμό μυθιστορημάτων δημοσίευσε αυτοβιογραφικά κείμενα, επιμελήθηκε διάφορα εβδομαδιαία περιοδικά, έγραψε μια σειρά από ταξιδιωτικά βιβλία και διεύθυνε κάποιες φιλανθρωπικές οργανώσεις. Ήταν επίσης φανατικός θεατρόφιλος, γι’ αυτό και έγραψε διάφορα έργα, σε ένα από τα οποία πρωταγωνιστούσε ο ίδιος, και το οποίο παρουσιάστηκε ενώπιον της Βασίλισσας Βικτώριας το 1851. Η ενέργειά του ήταν φαινομενικά ανεξάντλητη, έτσι εκτός όλων των πιο πάνω ξόδεψε και αρκετό χρόνο στο εξωτερικό. Στις ΗΠΑ έδωσε διαλέξεις κατά του δουλεμπορίου, ενώ ήταν στη διάρκεια μιας περιοδείας στην Ιταλία, που ο Γουίλκι Κόλλινς, ένας σύγχρονος του συγγραφέας, του ενέπνευσε την ιστορία πίσω από το «Μυστήριο του Έντουιν Ντρουντ», του τελευταίου και μη ολοκληρωμένου μυθιστορήματός του.
     Ο Ντίκενς βρισκόταν σε διάσταση με τη γυναίκα του από το 1858 και αφού είχαν αποκτήσει δέκα παιδιά, ενώ συνέχισε να διατηρεί σχέσεις με την ερωμένη του, ηθοποιό Έλλεν Τέρναν, μέχρι το θάνατό του από καρδιακή προσβολή το 1870.
     Το 2012, με αφορμή τη συμπλήρωση διακόσιων χρόνων από τη γέννηση του, έχει ανακηρυχθεί χρονιά Ντίκενς για τους βρετανούς. Για να διαβάσετε για τις εκδηλώσεις που προγραμματίζονται για αύριο σε ολόκληρο τον κόσμο, κριτικές των τελευταίων βιβλίων που γράφτηκαν γι’ αυτόν, πιο λεπτομερείς βιογραφίες, αλλά και για κατέβασμα των μυθιστορημάτων του που κυκλοφορούν δωρεάν στο διαδίκτυο ακολουθείστε τους συνδέσμους στο τέλος της ανάρτησης.
     Κλείνοντας αυτό το μικρό αφιέρωμα να πούμε ότι το BBC με αφορμή την επέτειο γύρισε δύο μίνι σειρές, βασισμένες σε έργα του, τα «The Mystery of Edwin Drood» και «Great Expectations», τα οποία δίχασαν κοινό και κριτικούς. Πατήστε στους τίτλους για να πάτε στις επίσημες σελίδες, ενώ για τις κριτικές του imdb κάντε κλικ εδώ και εδώ, αντίστοιχα.

Σύνδεσμοι

Βιογραφία από το Victorian Web
Η βιογραφία και όλα τα έργα του εδώ
Η τελευταία βιογραφία από την Κλερ Τομάλιν
Επιλεγμένες Επιστολές από την Τζένι Χάρτλεϊ
Ο δημοφιλής Σκρουτζ
Μαραθώνιος Ανάγνωσης από το Βρετανικό Συμβούλιο

Πηγή γι' αυτό το άρθρο BBC - History

Thursday, January 26, 2012

Μαρία Πολυδούρη - Αφιέρωμα

Με ένα κείμενο παλιό και άλλο ένα είπα να κάνω πρεμιέρα στα αφιερώματα σ' αυτή τη σελίδα. Τα αμέσως επόμενα θα είναι επίσης παλιά, μέχρι να βρω το χρόνο να γράψω κάτι εκτενές και καινούριο. Αρχή λοιπόν κάνω με την Μαρία Πολυδούρη, μια παλιά αγαπημένη μου. Εδώ αναπαράγω δύο κείμενα τα οποία πρωτοεμφανίστηκαν στο βιβλίο Ωδή στο Χάος, το οποίο κυκλοφόρησε το 2000 από τις Εκδόσεις Γη στη Λευκωσία. Το ένα αναφέρεται στη ζωή της ποιήτριας και το άλλο είναι υποτίθεται μια επιστολή που έγραψε, η οποία όμως δεν έφτασε ποτέ στον παραλήπτη της. Μετά το ανεβασμά της στο ίντερνετ πριν δέκα και βάλε χρόνια "κλάπηκε" κατ' επανάληψη από διάφορες ιστοσελίδες και λογοτεχνικά περιοδικά, ανέβηκε σε μπλογκς και σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως, χωρίς να υποψιαστεί σχεδόν κανείς ότι ήταν πλαστή. Λίγα χρόνια μετά έφτασα στο σημείο να λέω ότι εγώ την έγραψα, αλλά να μη με πιστεύει κανένας. Όπως και νάχει, την ιστοσελίδα που έφτιαξα με τα άπαντά της -κι από την οποία ξεκίνησε το κακό- την κατάπιε κάποιος ηλεκτρονικός δαίμονας (όπως κι αυτή για την Μυρτιώτισσα άλλωστε) και δεν έχω το χρόνο να τη φτιάξω από την αρχή, έτσι όποιος ενδιαφέρεται ας επισκεφθεί τον... κλώνο της. Καλή ανάγνωση.


“...Η ψυχή μου και η αγάπη γεννήθηκαν την ίδια μέρα. Αυτό το νιώθω μέσα μου, κι όμως δεν πιστεύω ότι θα υπάρξει μέρα που θα μου αποδείξει ότι αγαπώ αληθινά...”.
    Μαρία Πολυδούρη, η πιο αληθινή ίσως γυναικεία φωνή που ακούστηκε ποτέ στην ελληνική ποίηση. Μια ποιήτρια που έγραφε αισθανόμενη και όχι σκεφτόμενη, που ήταν αρκετά ειλικρινής ώστε να ακουμπήσει τα όρια της απόγνωσης.
    Ό,τι και να γράψουμε, ό,τι και να πούμε για τη Μαρία Πολυδούρη θα ’ναι λίγο. Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί μια γυναίκα πιο ελεύθερη στην Αθήνα του ’20, απ’ ό,τι είναι οι περισσότερες γυναίκες σήμερα; Μια γυναίκα που τόλμησε να εκπορθήσει ανδρικά κάστρα, να προκαλέσει με την ελευθεριότητά της, να κάνει τους άλλους να νιώθουν μικροί κι ασήμαντοι κάτω από το βλέμμα της!
    Η Πολυδούρη είναι κραυγή, θρήνος, ξέσπασμα χαράς, δάκρυ, πτήση, χάος κι αιωνιότητα, γυναίκα και ζωή.
    Τον καιρό που άλλοι σώπαιναν αυτή μιλούσε, κι όταν οι άλλοι άρχισαν να μιλούν αυτή σώπασε για πάντα “...μιαν αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη”. Ο Απρίλης είναι ο μήνας της. Ο μήνας που γεννήθηκε, ο μήνας που πέθανε. Τον συναντάμε συχνά πυκνά τόσο στα ποιήματα όσο και στο ημερολόγιό της: “...Ο Απρίλης πεθαίνει μα μέσα μου δεν εννοεί να πεθάνει τίποτε!...”, και αλλού: “Ο μήνας που μου έδωκε τη ζωή κι ο μήνας που  όταν  μπη μου  παίρνει  κάθε  ίχνος ζωής! Μια μελαγχολία χωρίς όρια με πνίγει, μια πλήξη τρομερή με παραλύει, μια νευρικότης με πεθαίνει. Απρίλιε... Απρίλιε πόσο ευχάριστα μου ψάλλεις τη δυστυχία μου, μου θυμίζεις ό,τι μου λείπει... με απελπίζεις”.
    Η Μαρία ήταν μια τραγική φιγούρα της εποχής της, γιομάτη ζωή και θάνατο. Θα λέγαμε ότι γεννήθηκε πρόωρα. Προηγήθηκε της εποχής της. Τον καιρό που όλοι κοιτούσαν το δάκτυλο εκείνη κοιτούσε το φεγγάρι, κι έβγαζε από μέσα της κραυγές, άλλοτε σπαρακτικές, άλλοτε κραυγές χαράς. Ένιωθε έντονα την ανάγκη της φυγής. Ήθελε να αλλάζει συνέχεια κι αυτό φόβιζε τους ανθρώπους. Κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει μια γυναίκα που ήταν σαν αερικό, που περίμενες ότι απ’ τη μια στιγμή στην άλλη θα ανοίξει φτερούγες και θα χαθεί στου ουρανού τα πλάτη: “...Έφυγα από τον τόπο που κάθε του γωνιά - κάθε του δέντρο, κάθε αυγή, κάθε δείλι στον κοκκινωπό ουρανό, μου έφερνε μια θλιβερή ανάμνηση! Είπα: γιατί να ζω μια ζωή δηλητηριασμένη; Κι’ έφυγα - έφυγα μακρυά!...”.
    Διαβάζοντας το ημερολόγιό της, διαβάζουμε τα θραύσματα μιας ευαίσθητης ψυχής. Μιας ψυχής που ζήταγε πολύ να αγαπηθεί, αλλά και που η ίδια ήξερε ότι δε θα έφθανε ποτέ στην Ιθάκη του έρωτα: “... Μπορεί ποτέ κανείς να φαντασθή ότι λυπάμαι βαθειά όταν καταλάβω ότι με αγαπούν;...”, διερωτάται σε κάποια ημερολογιακή της σημείωση, για να δηλώσει κάπου αλλού: “... Ας φανερωθεί μπρος μου ο άνθρωπος που θα μπορέσω να  τον αγαπήσω αληθινά, με τρέλλα κι ας μη με αγαπήση, δε με μέλλει. Θα ζω με την ευτυχία του να αγαπώ και θα πεθάνω έτσι...”.
    Κάθε μια σελίδα του ημερολογίου της είναι και μια αποκάλυψη. Εκεί μέσα ανακαλύπτουμε θησαυρούς από μια μαχόμενη καρδιά, από μιαν αληθινή γυναίκα που δίνει τον προσωπικό της αγώνα, από μια ψυχή που είναι έτοιμη να ριχτεί στη φωτιά κι ας καεί, που μπορεί να γίνει παρανάλωμα στη φωτιά του έρωτα, αλλά και που πάντα θα βρίσκεται σε σύγκρουση με τον εαυτό της. Η Πολυδούρη μοιάζει να είναι η πιο αληθινή απ’ τις αληθινές γυναίκες: παραδέχεται τις αδυναμίες της, αλλά δεν υποδουλώνεται σ’ αυτές. Ζει για τον έρωτα, για την αγάπη: “Εζήτησα ν’ αγαπήσω κι’ αγάπησα, τι άλλο θέλω πλέον; όλα όσα κάνω είναι αγιασμένα από την αγάπη μου, δεν είμαι καθόλου το αδύνατο πλάσμα που ζητά στήριγμα στην αγάπη σου, είμαι η ψυχή που υπομένει ανίκητη ένα μαρτύριο”.
    Η ψυχή που υπομένει ανίκητη ένα μαρτύριο. Μόνο μια στ’ αλήθεια ελεύθερη ψυχή θα τολμούσε να ομολογήσει το πιο πάνω. Και μόνο μια αληθινή ψυχή θα μπορούσε να αγαπά και να οργίζεται με την ίδια ένταση: “Πόσο αστεία είνε η ζωή και πόσο αστειότεροι είμαστε εμείς που την ανεχόμαστε τέτοια”.
    Σε μια εποχή που επικρατούν οι μετριότητες η Πολυδούρη βγαίνει από τις σκιές κι έρχεται να μας μιλήσει για την - με κεφαλαίο α - Αγάπη. Η ποπ κορν γυναικεία λογοτεχνία που επικρατεί στις μέρες μας δεν αξίζει μία μπροστά στα “άτεχνα” κείμενα της ποιήτριάς μας. Η Μαρία δεν έγραφε ποίηση για να πουλήσει, έγραφε για να εκφραστεί, για να μην πλημμυρίσει με χίλιες μύριες σκέψεις και ρωτήματα η ψυχή της και να εκραγεί. Ποίηση και λογοτεχνία δεν είναι μόνο περίτεχνες λέξεις και ατάκες, αλλά και τρόπος ζωής. Πρέπει να έχεις τα κότσια να τα βάλεις με όλους και όλα, να διεκδικήσεις το δικαίωμα στην οργή και την ουτοπία, στο όνειρο και την αλήθεια, να ξεπεζέψεις από τα άρματα του χθες και να ακολουθήσεις το δικό σου προσωπικό δρόμο. Στον καιρό μας ευδοκιμούν τα μεγάλα λόγια, αλλά από όλους εκείνους τους παντογνώστες που μας περιτριγυρίζουν ποιος θα τολμούσε να πει, αυτά που έλεγε η Πολυδούρη;...: “... Το δωμάτιό μου είνε μικρό σαν μια σπηλιά, οι εικόνες των δικών μου που κρέμονται έχουν ένα ύφος δυσαρεστημένο εναντίον μου, αλλά γι’ αυτούς προσπαθώ να δίνω κάποια σημασία στη ζωή μου. Κάνουν το παν για μένα, αλλά η αγάπη τους είναι μια θυσία που δεν δέχτηκα ποτέ με ευμένεια και η ανησυχία τους χειροπέδες για μένα”. Αυτά έλεγε η ποιήτρια πριν ενενήντα σχεδόν χρόνια. Υπάρχει σήμερα κανείς πιο ελεύθερος από αυτή; ή μήπως όλοι μόλις βρουν λίγη ελευθερία ψάχνουν και πάλι για ένα κλουβί να κουρνιάξουν μέσα;
    “... Είμαι ένα παιδί άμυαλο, μπορώ να το παραδέχωμαι αλλά και ποιο παιδί δεν είνε άμυαλο; Ορμητική, απερίσκεπτη κάνω πάντα κάτι τι για το οποίον  θα παραπονείται  η Λογική αλλά θα συγχωρεί η ψυχολογία...”. Το πιο πάνω απόσπασμα μιλά για την ανακάλυψη της αυταπάτης της, ενώ κάπου αλλού βγάζει μια κραυγή απελπισίας: “... Τι ειρωνεία! να μιλούν για την αγάπη άνθρωποι που δεν την γνωρίζουν και να σιωπούν εντελώς κείνοι που νιώθουν την ψυχή τους να πνίγεται στον πόνο της...”. Τέλος, εκφράζει ένα παράπονο πικρό: “... Αλλοίμονο! άδικη μοίρα γιατί να τον αγαπήσω; Γιατί ο άνθρωπος που θ’ αγαπούσα να μην είνε όπως τον ωνειρεύτηκα, ένα χαμίνι του Δρόμου! θάταν δικός μου έτσι. Θα ερχόταν με την ανατολή του φεγγαριού κάτω στην πόρτα μου και θα σφύραε ένα τραγουδάκι της αγάπης...”.
    Πολύ καλή για να είναι αληθινή! Έτσι φαντάζει στα μάτια όλων εμάς, που ξεχάσαμε τα πράγματα που έχουν στ’ αλήθεια σημασία στη ζωή, η Μαρία Πολυδούρη. Σε μια εποχή που η αγάπη υπολογίζεται με τα κυβικά ενός αυτοκινήτου, τις καταθέσεις στην τράπεζα και το θεαθήναι, φωνές σαν κι αυτή ακούγονται τελείως παράταιρες, αναχρονιστικές. Όλοι έχουν μάθει πια να ζουν και να πεθαίνουν με το ψέμα στα χείλη. Αν ζούσε σήμερα η Πολυδούρη δε θα έβγαζε ποιητικές κραυγές, θα κρυβόταν. Δε θα άντεχε την απανθρωπιά. Θα αποσυρόταν σε κάποια ερημική παραλία και θα έπιανε κουβέντα με τα πουλιά, τα ξωτικά και τα κύματα, τα ζωντανά που ξέρουν πως να ζήσουν.
    Όπως γράφει η Έλλη Αλεξίου για την Πολυδούρη: “... Είναι μια μορφή πολύ δύσκολης αντιμετώπισης. Γιατί ενώ έλκει ισχυρά το μελετητή να την πλησιάσει και να εμβαθύνει στην προσωπικότητά   της, την  ίδια   στιγμή  δεν  τον  βοηθάει, καθώς ήρθε κι έφυγε από τη ζωή σαν αστραπή, χωρίς να προσγειωθεί και να ζήσει σαν συνηθισμένος άνθρωπος...”. Η ίδια σημειώνει: “... Ποιος μπόρεσε ποτέ να δώσει τη βιογραφία ενός αηδονιού, ενός χελιδονιού;...”.
    Η ζωή και το έργο της Πολυδούρη συνδέθηκε είτε το ήθελε είτε όχι με κείνο του μεγάλου τραγικού, του Κώστα Καρυωτάκη. Κάποιοι μάλιστα, για πολύ καιρό την έβλεπαν σαν μια προέκταση του Κ. και τίποτα περισσότερο. Ελάχιστοι ήταν εκείνοι που αντιληφθήκαν όσο ζούσε πόσο σημαντική ήταν. Ο δεσμός της με τον ποιητή της “Πρέβεζας” -ο έρωτας και οι συγκρούσεις τους- τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη χρονική του διάρκεια, απλά ήταν μια παρένθεση στη ζωή της, αλλά μια παρένθεση καθοριστική. Σαν ποιήτρια υστερούσε απέναντί του, αλλά σαν άτομο μάλλον τον υποσκέλιζε. Είχε μια ακόρεστη δίψα για περιπέτεια, αγαπούσε τη ζωή σε όλες της τις εκφράσεις, βίωνε τον πόνο αισιοδοξώντας, έπεφτε με το χαμόγελο στα χείλη. Ο Καρυωτάκης δεν μπορούσε να την ακολουθήσει στην τρελή της πορεία, κι ας έμελλε οι σκιές τους να συναντιούνται ξανά και ξανά στο πέρασμα του χρόνου.
    Ας καταφύγουμε στη Λιλή Ζωγράφου -άλλη μια μεγάλη απούσα- η οποία όχι απλά μελέτησε, αλλά ένιωσε την ποιήτρια: “Πολλές φορές αναρωτήθηκα κι ανησύχησα, μπορώ να πω, για την τόση αγάπη μου στη Μαρία Πολυδούρη. Μια αγάπη που μ’ έσπρωχνε σ’ έρευνες, τρεξίματα, αναζητήσεις προσώπων και πραγμάτων, που θα με βοηθούσαν να την εξηγήσω, να την αναγνωρίσω ολότελα και να την κατακτήσω... Έβλεπα τα ελαττώματά της, τις ελλείψεις της, τη μη αισθητική τελείωση κάποτε  στην  ποίησή  της.  Αλλ’  αυτό  δεν  εμείωσε ποτέ τη συγκίνηση που μου δίνανε τα τραγούδια της. Κι όσο περνούσε ο καιρός τόσο και παθαινόμουνα. Ώσπου βρέθηκα το ίδιο δεμένη κι ανήσυχη γι’ αυτήν, όσο και με τον Καρυωτάκη...”.
    Η Πολυδούρη, όπως κι ο Καρυωτάκης, πέθανε πολύ νέα, αλλά ήταν μια από τις ελάχιστες περιπτώσεις ανθρώπων που έζησαν την κάθε στιγμή της ζωής τους. Έπαιξε με την αυτοκαταστροφή της κι έχασε, γιατί θέλησε να χάσει. Ήταν μια ντεσπεράντο, μια φευγάτη αερινή ύπαρξη, που δοκίμαζε τα όριά της και πολλές φορές τα ξεπερνούσε.
    “... Είναι το πιο λεπτό άνθος με το πιο δυνατό άρωμα μέσα σε όλη τη νεοελληνική ποίηση”, λέει ο Γιάννης Χονδρογιάννης, ενώ ο Κώστας Ουράνης κάνοντας κριτική για τις ποιητικές της συλλογές επισημαίνει: “... Δύο βιβλία που περιέχουν περισσότερο θάνατο από σελίδες... Έτσι καθώς μας έρχονται από την ολοκληρωτική της νύχτα, έχουν την υποβλητικότητα ενός μεγάλου θρήνου... κι είναι αυτό ακριβώς που κάνει τα ποιήματα αυτά να είναι η ίδια η ποίηση σ’ ό,τι πλατύ και ανθρώπινο κι αιώνιο...”.
    “Η Μαρία δε ζητά ούτε να παντρευτεί, ούτε καν ν’ αγαπηθεί. Να πιστέψει σ’ έναν άνθρωπο που θα ’χει το μέγεθος και την ακεραιότητα του συμβόλου, να ποια είναι η βαθύτερη ανάγκη της. Τόσα πολλά και τόσο λίγα ζητά. Ν’ αγαπήσει χωρίς όρια μα και χωρίς έλεος για τον εαυτό της, να καεί από την ίδια της τη φλόγα”, γράφει η Λιλή Ζωγράφου.
    Το κεφάλαιο της ζωής και του έργου της Μαρίας Πολυδούρη είναι πολύ μεγάλο για να χωρέσει σε λίγες αράδες. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι μελετώντας τη ζωή και το έργο της ανακαλύπτουμε ξανά τη χαμένη μας αθωότητά, θυμόμαστε τις μέρες της οργής μας που πέρασαν και δε θα γυρίσουν πια, νιώθουμε και πάλι για λίγο άνθρωποι. Η ποιήτρια δεν ήταν κανένα μεγάλο μυστήριο, το αντίθετο μάλιστα - ήταν ένα ανοικτό βιβλίο. Τόσο ανοικτό, τόσο αληθινό, που φάνταζε εξωπραγματικό.
    Με το πέρασμα του χρόνου όλο και περισσότεροι αναγνώστες ανακαλύπτουν τη μαγεία της, γοητεύονται από τη χάρη της. Το ότι άντεξε στο χρόνο αναδεικνύει την αξία της. Η μεγάλη αυτή άγνωστη εξακολουθεί να αγκαλιάζεται από τους νέους, όπως άλλωστε κι ο Καρυωτάκης. Και μαζί ή και χώρια εξακολουθούν να διασχίζουν τους καιρούς, τους παλιούς και τους μοντέρνους.
    Οι αληθινές φωνές λοιπόν ποτέ δεν πεθαίνουν, παρά επιμένουν να λένε τα τραγούδια τους.


                                                            Ανεπίδοτη επιστολή

Αυτό είναι το γράμμα μου στον κόσμο,
που ποτέ δεν έγραψε σε μένα
Έμιλι Ντίκινσον


Αγαπητοί φίλοι!
Ίσως το γράμμα αυτό να μην διαβαστεί ποτέ, από κανέναν, αλλά στ’ αλήθεια δε με νοιάζει. Ίσως μέχρι να φτάσει στα χέρια σας νάχω πεια ολότελα ξεχαστή απ’ όλους. Αλλά, ούτε δα κι’ αυτό το τελευταίο με νοιάζει. Εξάλλου, δεν έχω και πολλά να σας πω, θέλω μόνο να σας θυμίσω ότι κάποτε υπήρξα. Κάποτε υπήρξα κι’ ήμουν και ζωή και θάνατος μαζί. Και ζωή και Χάρος ήμουν!
    Έζησα, τομολογώ, μια ζωή δηλητηριασμένη, γι’ αυτό θαρρώ αποφάσισα να την εγκαταλείψω. Εκείνο που για τους άλλους ήτανε ζωή, για μένα θάνατος ήταν. Γεννιόμουνα και πέθαινα κάθε μέρα, ώρα και στιγμή. Ζούσα με το θάνατο, ζούσα για να πεθάνω, μα τουλάχιστον δε ζούσα νεκρή όπως οι γύρω μου, τα μικρά αστεία ανθρωπάκια που λέγαν πως μ’ αγάπησαν, κι’ ας μην μπόρεσαν ποτέ, κι’ ας μην τόλμησαν ποτέ να διαβάσουν την ψυχή πούκρυβε περίσσιο φως και σκοτάδι μέσα της. Κατά βάθος με φοβόντουσαν και δεν αργούσαν να τραπούν εις άτακτον φυγήν. Δεν άντεχαν να με κοιτούν κατάμματα, μην τύχει και τους κλέψω την ψυχή τους.
    Αγαπήθηκα, αγαπήθηκα πολύ, μα μπορεί ποτέ κανείς να φαντασθή ότι λυπόμουνα βαθειά όταν καταλάβαινα ότι μ’ αγαπούσαν; Εγώ, ίσως να μην αγάπησα αρκετά, όχι όσο έπρεπε. Τον ιδανικό μου έρωτα θαρρώ τον έζησα στη φαντασία μου. Η ψυχή μου και η αγάπη γεννήθηκαν την ίδια μέρα. Αυτό το ένιωθα μέσα μου, κι’ όμως δεν πίστευα ότι θα υπήρχε μέρα που θα μου αποδείκνυε ότι αγαπούσα αληθινά. Δεν είνε στ’ αλήθεια τραγικό, μια μεγάλη ειρωνεία, να μιλούν για την αγάπη άνθρωποι που δεν την γνωρίζουν και να σιωπούν εντελώς κείνοι που νοιώθουν την ψυχή τους να πνίγεται στο πόνο της;
    Πολλοί λέγαν ότι ζούσα μεσ’ στο κεφάλι μου. Κάτι έπρεπε να πουν κι’ αυτοί… Πως άλλως θα με κατέτασσαν σε συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων; Άνθρωποι, ανθρωπάκια! Η ζωή ένα τεράστιο ψέμα που άλλοι το αγαπάνε κι’ άλλοι - οι λίγοι - προσπαθούν να το κάνουν αληθινή ζωή. Εσείς, αγαπητοί άγνωστοί μου φίλοι, πως ζείτε; Ζείτε; Μια φάρσα, αυτό ήταν η δικιά μου ζωή. Κανείς δεν την κατάλαβε. Γεννήθηκα χωρίς να το θέλω, έζησα στο περίπου, και σκηνοθέτησα το θάνατό μου. Κι’ όμως αγαπούσα τη ζωή, αλλά πάντα αυτή μούπαιρνε ό,τι άλλο αγαπούσα. Μου έλειπε πάντα μια καρδιά που να πονή για μένα. Κι ήταν δύσκολο, δύσκολο πολύ να ζω μονάχη μου μεσ’ σένα κόσμο τόσο παράλογα προσκολλημένο στα μικρά της ζωής και στο τίποτα. Ήμουνα σαν παράσιτο, σαν μαύρο ξωτικό που έχασε το δρόμο κι’ αντί να ταξιδέψει στον ονειροκόσμο του, ξέπεσε σε τούτη δω τη γη. Μάλιστα, κάποια φορά, κάποιος με ρώτησε κρυφά αν είμαι χήρα σαν φορούσα μαύρα βαρειά. Εγέλασα. Αλήθεια ήταν! αν μάντεψε την ψυχή μου, καλά την ωνόμασε χήρα…
    Είνε που θα παρακαλούσαν να είχαν ζήσει στην εποχή μου. Εγώ, θάθελα να ζήσω σε κάποιαν άλλην εποχή. Έζησα ανάμεσα σε μια γενειά ηττημένη. Κάποιοι από μας κάναν τον πόνο στίχο, την οργή τραγούδι, αλλά κανείς δεν τόλμησε… - ούτ’ από μας ούτ’ απ’ τους άλλους - δεν τόλμησε να να ξεφύγει απ’ το χαραγμένο μονοπάτι, δεν τόλμησε να πει ό,τι στ’ αλήθεια σκεφτότανε, δεν τόλμησε να κάνει ό,τι στ’ αλήθεια ήθελε να κάνει. Οι περισσότεροι ήταν - είμασταν - δειλοί που ’ψαχναν απλά ναύρουν την αυτοεπιβεβαίωσή τους. Κάτι νέοι σκυθρωποί κι’ ανάπηροι. Ολίγοι γέροι με κακόβουλο ύφος. Κάτι δεσποινίδες σαλατολόγοι και υπερφίαλοι… Απόκληροι της αντίληψης… Κι’ όμως ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και ο Κ., ο μόνος που θα μπορούσε ποτέ να με καταλάβει, αλλά ούτε και κείνος τόλμησε… Μούπε μάλιστα, πως με λυπόταν γιατί τον αγαπούσα, ότι ήμουνα γι’ αυτόν μια παρηγοριά. Τόχε η εποχή, κανείς δεν ήταν ο εαυτός του! Γι’ αυτό θαρρώ και έζησα τόσο μόνη, κι’ ας είχα πάντοτε κάποιους να με συντροφεύουν, αδέλφια μου σένα πόνο που δε θα μπορούσαν ποτέ να συλλάβουν. Έκαναν τα πάντα για με, αλλά η αγάπη τους ήταν μια θυσία που ποτέ δεν δέχτηκα με ευμένεια κι’ οι ανησυχίες τους χειροπέδες για μένα. “Πόσο είνε αστεία η ζωή μα και πόσο αστειότεροι είμαστε μεις που την ανεχόμαστε τέτοια”, έγραψα, θυμάμαι, κάποτε στο ημερολόγιό μου…
    Μα, από τότε έχουν πεια περάσει χρόνια. Πόσα, δεν ξεύρω, αφού ο χρόνος δεν έχει πεια για με καμμία σημασία. Τώρα, είμαι κάπου αλλού και ζω -αν τούτη δω η κατάσταση θεωρείται ζωή- μέσ’ απ’ τις αναμνήσεις μου. Ξεφυλλίζω τα τετραδία του μυαλού και κυττάζω πίσω. Όλα ζητάω τα χαμένα, τις μικρές στιγμές, τον αγαπημένο… Γυρνώ το βλέμμα και τον κυττάζω πάντα το δρόμο που αφήσαμε. Είνε μακρύς, σκοτεινός, γεμάτος δυσκολίες και φρίκη… είνε τόσο μακρύς, τόσο δύσκολος… κι’ όμως - θεέ συγχώρεσέ με - θα τον έπερνα με την καρδιά γεμάτη δάκρυα και μεταμέλεια… Με την καρδιά δεμένη με τα σίδερα της αμαρτίας θα ξεκινούσα να σ’ εύρω μοναδική κι’ αξέχαστή μου αγάπη… Δε θέλω τίποτε άλλο, μόνο να φτάσω, να σταθώ κοντά σου τόσο που φτάνει για να ιδώ… να ιδώ το πρώτο βλέμμα σου εκείνο που μου ’ριχνες σαν έφτανα… τις μικρούλες όλες εκείνες ρυτίδες στο πρόσωπό σου… να ιδώ τα χέρια σου ν’ απλώνονται σε μένανε να με αγκαλιάσουν… να ιδώ… να νοιώσω το φίλημά σου… Είνε τόσο μεγάλος ο καϋμός και είμεθα τόσο μικροί ένας-ένας εμείς οι άνθρωποι που τον αποτελούμεν…
    Τα λόγια αυτά ίσως νακούγονται σαν παραλήρημα ενός ετοιμοθανάτου, μα, αλοί, δεν μπορώ να πεθάνω αφού είμαι από χρόνια πεια νεκρή. Όσο ζούσα, όσο έζησα, ήμουνα παιδί. Ήμουνα ένα παιδί άμυαλο, μπορώ να το παραδέχωμαι αλλά και ποιο παιδί δεν είνε άμυαλο; Ένα παιδί είμαι ακόμη… Ένα παιδί που γράφει σε σας, τους άγνωστούς του φίλους, για να τους πει: να μείνετε πάντα παιδιά, κι’ αν είνε δυνατόν άμυαλα παιδιά. Να ζήσετε τη ζωή σας με τρέλλα, να ζήσετε παράλογα, να σκοτώσετε τη λογική πούνε ο φονιάς της χαράς και της ζωής, να τολμήσετε να κάνετε τα δύσκολα, τα μεγάλα, τα σημαντικά, ν’ ακολουθήσετε τα δύσβατα μονοπάτια, ν’ αφήσετε να θρονιαστεί στην καρδιά σας για πάντα η άνοιξη και το χαμόγελο στα χείλη, ν’ αγαπήσετε με πάθος και να καείτε απ’ τη φλόγα της αγάπης σας, να κάνετε τον πόνο, τη χαρά, την κάθε σας στιγμή τραγούδι, κι’ όταν έρθ’ η ώρα η στερνή να πεθάνετε όχι από πλήξι, αλλά από ειλικρίνεια όπως ο φίλος τζίτζικας, που τόσο ωραία τα έλεγε μα μεις τα παίρναμε για γκρίνια…
    Τώρα, καθώς γράφω τις τελευταίες τούτες γραμμές, κυττώ πίσω και αντιλαμβάνομαι πόσο στάθηκα τυχερή: έζησα ελεύθερη όσο καμμιά άλλη γυναίκα της εποχής μου, έκανα πράγματα που δεν έκανε καμμιά άλλη, κι’ αγαπήθηκα όσο λίγες. Και, δεν το ξεχνώ, καθώς το βλέμμα μου έσβηνε, εκείνη τη μελαγχολική αυγούλα τ’ Απρίλη, δεν ήμουν πεια μόνη. Νέοι που μ’ αγάπησαν ήρθαν να μ’ αποχαιρετήσουν και φίλες γκαρδιακές στο προσκεφάλι μου ένα τελευταίο τραγούδι να μου χαρίσουν…
    Αυτό είναι το γράμμα μου στον κόσμο, που ποτέ δεν έγραψε σε μένα, όπως λέει κι’ η καλή μου φίλη.

Με αγάπη,

Μαρίκα Πολυδούρη.

Για την αντιγραφή Λ.Φ.