Wednesday, February 15, 2012
Έντγκαρ Άλαν Πόε - Αφιέρωμα
Η προσωπική τραγωδία ήταν, δυστυχώς, μια επαναλαμβανόμενη κατάσταση σ' ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής του Πόε. Γεννημένος στη Βοστώνη το 1809 από γονείς ηθοποιούς, ποτέ δε γνώρισε τον πατέρα του Ντέιβιντ Πόε, που εγκατέλειψε τη μητέρα του κι εξαφανίστηκε λίγο μετά τη γέννηση του, για να πεθάνει στη Βιρτζίνια το 1810. Η μητέρα του, που υπέφερε από φυματίωση, πέθανε στο Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια τον Δεκέμβρη του 1811, αφήνοντας ορφανούς τον Έντγκαρ, το μεγαλύτερο αδελφό του Ουίλιαμ-Χένρι και την ετεροθαλή αδελφή τους Ροζαλί. Η κυρία Φράνσις Άλαν από το Ρίτσμοντ έπεισε τον πλούσιο έμπορο σύζυγό της Τζον να πάρει στο σπίτι τους τον μικρό. Ήταν στο σπίτι τους που μεγάλωσε, κι εκεί δέχτηκε και τις πρώτες επιρροές του, που ήταν ιστορίες σκλάβων και παραμύθια ειπωμένα από καροτσέρηδες κι έμπορους της θάλασσας. Οι νεκροί κι οι ετοιμοθάνατοι πάντα όριζαν την ψυχοσύνθεση του. Σύμφωνα μάλιστα με μια ιστορία, όταν ήταν έξι χρόνων, κάποια μέρα καθώς περνούσε από το τοπικό νεκροταφείο ένιωσε να «καταλαμβάνεται από τον τρόμο», καθώς ήταν σίγουρος ότι τα πνεύματα των απέθαντων θα τον κυνηγούσαν. Το 1815, η οικογένεια πήγε στη Σκοτία και την Αγγλία, όπου έζησαν για πέντε χρόνια. Οι εμπειρίες από το σχολείο προσέθεσαν ακόμη περισσότερες επιδράσεις στη ζωή του. Επιστρέφοντας στο Ρίτσμοντ κι ενώ βρισκόταν στα πρώτα χρόνια της εφηβείας, άρχισε να γράφει ποίηση σε τακτικά χρονικά διαστήματα. Λίγο μετά συνάντησε και τον έρωτα στο πρόσωπο ενός κοριτσιού που άκουγε στο όνομα Ελμίρα, με την οποία και συνήψε δεσμό. Το 1826 τον έστειλαν στο πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια για να σπουδάσει νομικά. Ο πλούσιος πατριός του, με τον οποίο πάντα είχε μια τρικυμιώδη σχέση, του έδωσε 100 δολάρια για να καλύψει τα χρονιαία του έξοδα, τα οποία ξεπερνούσαν τα 450 δολάρια. Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες ο νεαρός ποιητής σύντομα βρέθηκε χρεωμένος κι άρχισε να παίζει χαρτιά για να καλύψει τις ζημιές του. Και σαν να μην έφταναν αυτά, τα γράμματα της Ελμίρα προς αυτόν υποκλέπτονταν τόσο απ’ τους γονείς της όσο κι από τους δικούς του, με αποτέλεσμα η κοπέλα να μην πάρει ποτέ τις απαντήσεις που περίμενε, με αποτέλεσμα ν' αρραβωνιαστεί κάποιον άλλο τελικά. Μετά απ' αυτό, ο Έντγκαρ το 'ριξε στο ποτό. Οι αντιστάσεις του στο αλκοόλ ωστόσο ήταν αδύνατες και πολύ εύκολα γίνονταν βίαιος και παρανοϊκός όταν έπινε πολύ. Μέχρι το τέλος του χρόνου, ο Άλαν τον έβγαλε από το πανεπιστήμιο. Μετά από φοβερούς καυγάδες με τον πατριό του ο ποιητής εγκατέλειψε το σπίτι και έβαλε πλώρη για τη Βοστώνη. Το 1827 εξέδωσε το πρώτο του βιβλιαράκι με τίτλο, "Ο Ταμερλάνος & Άλλα Ποιήματα". Η φτώχεια, τον ίδιο χρόνο, τον οδηγεί στην απεγνωσμένη λύση της στράτευσης. Κατατάσσεται στα 18 του χρόνια σαν Έντγκαρ Α. Πέρι, αναφέροντας στην αίτησή του πως είναι 22 χρόνων. Το 1829, μετά το θάνατο της αγαπητής του μητριάς, κάνει αίτηση για εγγραφή στην στρατιωτική ακαδημία του West Point, έχοντας την υποστήριξη του πατριού του, αλλά και κάποιου αξιωματικού. Με το που βρέθηκε, όμως, στο West Point το 1830, βούλιαξε πάλι στα χρέη. Έμοιαζε επίσης να μην τον σηκώνει το κλίμα εκεί. Ήταν μεγαλύτερος από τους άλλους φοιτητές, πιο μορφωμένος και σωματικά πιο αδύνατος. Ενώ βρισκόταν στην ακαδημία, μελέτησε τους ρομαντικούς ποιητές: Byron, Shelley, Keats, Wordsworth και Coleridge κι άφησε να διαδοθεί η φήμη ότι ήταν εγγονός του Μπένετικτ 'Αρνολντ. Έχοντας βαρεθεί το West Point ως τις αρχές του 1831, αποφάσισε ν’ αρχίσει να παραμελεί τα καθήκοντά του για να τον διώξουνε. Το Γενάρη πέρασε στρατοδικείο για διάφορα παραπτώματα. Μετά την απόλυσή του, κατέληξε να ζει στη Βαλτιμόρη με την αδελφή του πατέρα του Μαρία Κλεμ (θεία Μάτι) και τη κόρη της Βιργινία. Εκεί, άρχισε να γράφει πεζά κείμενα. Την ίδια περίοδο, στα 1832, ανακάλυψε και το όπιο, ένα συνηθισμένο φάρμακο της εποχής, που ήτανε διεγερτικό κι είχε την ικανότητα να εξουδετερώνει πείνα και κρύο και να επεκτείνει την αίσθηση του χρόνου. Στη διάρκεια εκείνου του καλοκαιριού είχε δεθεί ερωτικά με τη Μαίρη Ντέβερο, αλλά ο δεσμός αυτός δεν κράτησε και πολύ, κυρίως λόγω της τρομακτικής συμπεριφοράς που εμφάνιζε κάθε φορά που βρισκόταν υπό την επιρροή αλκοόλ ή ναρκωτικών. Το 1833 κέρδισε ένα λογοτεχνικό βραβείο αξίας 50 δολαρίων από μιαν εφημερίδα της Βαλτιμόρης για την ιστορία του, "Μήνυμα Στο Μπουκάλι". Αυτό του έφερε πρώτη σημαντική αναγνώριση και φήμη τους τοπικούς λογοτεχνικούς κύκλους. Ο Τζον 'Αλαν πέθανε το 1834, αλλά δεν άφησε κάτι αξίας από την περιουσία του στο θετό του γιο που ποτέ δεν υιοθέτησε, και ο οποίος σύντομα πρόσθεσε και τη λήψη λάβδανου στις κακές του συνήθειες. Το 1835 επέστρεψε στο Ρίτσμοντ για να δουλέψει σαν συντάκτης στη Southern Literary Messenger. Τότε ήταν που παντρεύτηκε και τη 13χρονη ξαδέρφη του Βιργινία, πρώτα σε κρυφή τελετή και μετά σε δημόσια, που στο πιστοποιητικό της αναφερόταν ότι το κορίτσι ήταν 21 χρόνων. Μετά από διάφορες μετακομίσεις και δουλειές η μικρή οικογένεια των Έντγκαρ, Βιργινίας και Μάτι, κατέληξε στη Φιλαδέλφεια, όπου ο ποιητής έπιασε δουλειά στο Burton's Gentleman's Magazine. Ήτανε στη διάρκεια εκείνης της περιόδου που έγραψε μερικές από τις πιο γνωστές του ιστορίες μυστηρίου και φαντασίας. Τότε ήταν που άρχισε κιόλας να εκκολάπτεται μέσα του η ιδέα να ξεκινήσει ένα δικό του περιοδικό, το The Penn Magazine, το οποίο αργότερα μετονομάστηκε σε, The Stylus. Στη διάρκεια ενός δείπνου, το Γενάρη του 1842, ενώ η Βιργινία έπαιζε άρπα και τραγουδούσε, ξαφνικά κόπηκε η ανάσα της κι άρχισε να βήχει δυνατά και να φτύνει αίμα. Αυτό το γεγονός επιβεβαίωσε εκείνο που φοβόταν από καιρό: ότι υπέφερε από τη μυστηριώδη ασθένεια της φυματίωσης που του είχε ήδη στερήσει μητέρα και πατέρα. Η ανακάλυψη αυτή τον έριξε με πάθος στο ποτό. Στη διάρκεια του καλοκαιριού του 1842 κι ενώ η θεία Μάτι κρατούσε το σπιτικό όπως μπορούσε, ακόμη και δεχόμενη ελεημοσύνη, η κατάσταση της Βιργινίας υποτροπίασε. Ο Πόε, χαμένος στον κόσμο του, αναζήτησε τη νιόπαντρη Μαίρη Ντέβερο στη Νέα Υόρκη. Περίμενε έξω από τη πόρτα της μέχρι να γυρίσει σπίτι και με το που την είδε την κατηγόρησε ότι δεν αγαπούσε τον άντρα της. Μετά από λίγες μέρες, τον βρήκαν να περιπλανιέται στο δάσος, βρώμικος κι αναμαλλιασμένος. Λίγο καιρό μετά μπήκε σ' εφαρμογή ένα σχέδιο για να βρεθεί υποστήριξη για το σχεδιαζόμενο περιοδικό του, μέσω πολιτικών επαφών. Οι προσπάθειές του στη Φιλαδέλφεια απέτυχαν, αλλά το 1943 τον προσκάλεσαν για να δώσει μια διάλεξη στην Ουάσιγκτον και να συναντηθεί με τον πρόεδρο στο Λευκό Οίκο. Αυτή ήταν η πιο σημαντική ευκαιρία που 'χε ποτέ για να κάνει καλή εντύπωση και ν' αποκτήσει χρήσιμους συμμάχους. Αλλά, λίγες μόλις μέρες μετά την άφιξή του, πείστηκε να πιει ποτό στη διάρκεια ενός δείπνου. Αυτό οδήγησε σ' ακόμη περισσότερο ποτό. Τελικά, η διάλεξή του ακυρώθηκε κι όταν εμφανίστηκε στο Λευκό Οίκο, ήταν μεθυσμένος και έγινε ρεζίλι. Μ' όλες τις ελπίδες για στήριξη στο περιοδικό του διαλυμένες πια, επέστρεψε στη Φιλαδέλφεια. Παρακολουθώντας τη Βιργινία ν' αργοπεθαίνει αυξήθηκαν οι τάσεις του γι' αυτοκαταστροφή. Στο ποίημά του "Το Σκουλήκι Κατακτητής" (The Conqueror Worm), που γράφτηκε στη διάρκεια αυτής της σκοτεινής περιόδου, προβάλει την εικόνα ενός καταστροφικού σκουληκιού ή κάμπιας και την αποσύνθεση της ανθρωπότητας. Αν και απέκτησε αναγνώριση στους λογοτεχνικούς κύκλους, τίποτα δε θα μπορούσε να συγκριθεί με τη φήμη που απόκτησε με το που έκδωσε το 1845 "Το Κοράκι". Το ποίημα αυτό έγινε κάτι σαν εθνική ψύχωση μέσα σε λίγες βδομάδες κι ανατυπώθηκε σ' εφημερίδες και περιοδικά σ' ολάκερη τη χώρα, αλλά λόγω του ότι τότε δεν υπήρχε προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων, όλες αυτές οι ανατυπώσεις δε του απέφεραν ούτε σεντ. Κι έτσι συνέχισε να ζει στην αιώνια φτώχεια του. Στο μεταξύ η κατάσταση της Βιργινίας συνέχισε να χειροτερεύει και το Γενάρη του 1847, στην ηλικία των 25 υπέκυψε στο μοιραίο. Το 1848, ο Έντγκαρ αρραβωνιάστηκε τη Σάρα-Έλεν Ουίτμαν, αλλά ο γάμος αναβλήθηκε δύο μέρες πριν τη τέλεσή του, καθώς ο Πόε, που 'χε υποσχεθεί να κόψει το ποτό, εντοπίστηκε να πίνει. Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες επέστρεψε στο Ρίτσμοντ όπου συνάντησε τον έρωτα της πρώτης του νιότης την Ελμίρα, την οποία και αρραβωνιάστηκε. Ο γάμος ορίστηκε για τις 17 Οκτώβρη 1849. Τον Σεπτέμβρη αναχώρησε για να συναντήσει κάποιους φίλους και συγγενείς και να φροντίσει κάποιες δουλειές, ταξιδεύοντας προς τη Νέα Υόρκη μέσω Βαλτιμόρης και Φιλαδέλφειας. Δεν τα κατάφερε να πάει πιο μακριά από τη Βαλτιμόρη. Έφτασε εκεί μεθυσμένος και το μόνο που κατάφερε ήταν να χαθεί από προσώπου γης για πέντε μέρες. Όταν, τελικά, τον βρήκανε βρισκόταν σε παραλήρημα. Τον οδήγησαν στο νοσοκομείο όπου κρατήθηκε με το ζόρι στη ζωή για λίγες ακόμη μέρες. Πέθανε τη Κυριακή 7 Οκτωβρίου του 1849, σ' ηλικία 40 μόλις χρόνων. Τα τελευταία του λόγια ήταν: «Κύριε βοήθα τη φτωχή μου την ψυχή». Σαν ένα μυστηριώδες υστερόγραφο στη ζωή του, κάποιος ανώνυμος επισκέπτης πήγαινε τρία κόκκινα τριαντάφυλλα και ένα μπουκάλι κονιάκ στον τάφο του, στη Westminster Church της Βαλτιμόρης, στην επέτειο των γενεθλίων του συγγραφέα κάθε χρονιά, από το 1949. Όχι τώρα πια. Μάλλον αναχώρησε κι αυτός για τη χώρα του ποιητή
Ένα παλιό κείμενο που δημοσιεύθηκε σε διάφορες ιστοσελίδες στο μακρινό παρελθόν. Δυστυχώς, μετά από τόσα χρόνια, δεν μπορώ να βρω τις ξένες πήγες που χρησιμοποίησα για το άρθρο, και γι' αυτό απολογούμαι. Έκανα μερικές αλλαγές...
Monday, October 31, 2011
Mary Glickman – One More River
Ο βασικός πρωταγωνιστής σ’ αυτή την ιστορία είναι ο Μίκι Μο, ένας νεαρός εβραίος που στα 1962 γνωρίζει και ερωτεύεται μια πανέμορφη κοπέλα που ακούει στο όνομα Λόρα Ανν, την οποία είναι αποφασισμένος να κάνει γυναίκα του. Αλλά, όσο κι αν το θέλει και εκείνη, αυτό δεν μπορεί να συμβεί, αφού οι γονείς της δεν της δίνουν την ευχή τους, λόγω της κατά κάποιο λόγο άγνωστης καταγωγής του πατέρα του. Ο τελευταίος, ο Μπέρναρντ, αποτελούσε από πάντα ένα μεγάλο μυστήριο για την πόλη του Γκίλφορντ, όπου κατέφθασε κάποια μέρα φορτωμένος με χρυσάφι, κι αποφασισμένος να εγκατασταθεί και να φτιάξει οικογένεια εκεί. Κανείς, ή σχεδόν κανείς, δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτόν, για το από πού κρατούσε η σκούφια του και πώς απέκτησε τα χρήματά του, έτσι την οικογένειά του, ακόμη και μετά το θάνατό του, την έβλεπαν πάντα όλοι με καχυποψία.
Ποιος ήταν λοιπόν ο Μπέρναρντ; Από πού ξεκίνησε και πώς έφτασε μέχρι εκεί; Τι έγινε και βρέθηκε έτσι στα ξαφνικά παντρεμένος με την όμορφη Μπίτι, την οποία ερωτεύτηκε επειδή ήταν όλα όσα δεν ήταν εκείνος; Ποια ήταν η σχέση του με το νέγρο Φαλακρό Χόρας και με την τεράστια, κυριολεκτικά, αδελφή του Ορόρα Μέι; Αυτά είναι τα ερωτήματα που απασχολούν τον Μίκι Μο, και είναι σίγουρος ότι αν βρει τις απαντήσεις που αναζητεί σ’ αυτά τότε θα λυθούν και όλα τα προβλήματά του. Για να το κάνει όμως αυτό πρέπει να τα παρατήσει όλα για αρκετό καιρό και να επιδοθεί σ’ ένα προσωπικό ταξίδι αναζήτησης στο άγνωστο χθες.
Η συγγραφέας, μέσω της αφήγησης, μας ταξιδεύει μπρος πίσω στο χρόνο και μας αφηγείται τις ιστορίες δύο αντρών: του Μπέρναρντ, που εγκατέλειψε από τα δεκατρία του χρόνια το σπίτι του, πιάνοντας δουλειά αρχικά σ’ ένα ποταμόπλοιο και στη συνέχεια από δω κι από κει, περιφερόμενος απ’ άκρη σ’ άκρη κατά μήκος του Μισσισσιππή, προσπαθώντας ν’ ανακαλύψει το πεπρωμένο του, και του Μίκι Μο, ενός νεαρού που είναι διατεθειμένος να κάνει τα πάντα ώστε να δεθεί με τα δεσμά του γάμου με την αγαπημένη του. Και των δύο τα ταξίδια είναι μεγάλα και ριψοκίνδυνα. Και τα δύο διαδραματίζονται σε καιρούς μεταιχμιακούς και σε τόπους άγνοιας και προκαταλήψεων. Οι διαδρομές που ακολουθούν είναι παράλληλες και πού και πού μοιάζουν να συγκλίνουν, αλλά στο τέλος της ημέρας -εκτός σε ό,τι αφορά τη γεωγραφία- είναι διαφορετικές, αφού ο ένας ξοδεύει μια ζωή προσπαθώντας να φτιάξει το μύθο του, ενώ ο άλλος απλά προσπαθεί ν’ αποκτήσει το δικαίωμα να ζήσει το δικό του.
Γύρω από τους δυο τους περιφέρονται διάφοροι άλλοι χαρακτήρες, που λειτουργούν ευεργετικά για το μύθο. Όλοι τους έχουν τις χάρες και τα ελαττώματά τους, όλοι προσπαθούν ν’ ανακαλύψουν τη θέση τους σ’ αυτή τη γη. Και όλοι τους χαρίζουν περισσότερο χρώμα σε μια μελωδική σχεδόν αφήγηση.
Ένα μυθιστόρημα εξαιρετικό, το οποίο συχνά πυκνά θυμίζει μπλουζ τραγούδι και που αξίζει να διαβαστεί από κάθε φίλο της καλής λογοτεχνίας.
Thursday, July 7, 2011
Bret Easton Ellis – Imperial Bedrooms
Ο Κλέι, ένας επιτυχημένος σεναριογράφος, επιστρέφει στο Λος Άντζελες από τη Νέα Υόρκη για να δουλέψει σε μία ταινία. Είχε αφήσει την πόλη μήνες πριν όταν συνέβησαν αρκετά συνταρακτικά γεγονότα που έφεραν τα πάνω κάτω στη ζωή του. Τώρα είναι αποφασισμένος να συνεχίσει από κει που σταμάτησε, κι ας ξέρει πολύ καλά ότι τα πράγματα δεν θα είναι ποτέ πια τα ίδια.
Ακολουθώντας τα βήματά του από το ένα μέρος στο άλλο, από πάρτι σε πάρτι, κι από κλαμπ σε κλαμπ, απ’ τη μια αυτοκρατορική κρεβατοκάμαρα στην άλλη, αντιλαμβανόμαστε ότι ο Κλέι είναι αυτοκαταστροφικός, όπως και όλοι οι άνθρωποι που τον περιτριγυρίζουν άλλωστε. Παραδομένοι στα ναρκωτικά και το αλκοόλ, ναρκισσιστές και αλαζόνες, όλοι δείχνουν να νοιάζονται για τον εαυτό τους και μόνο. Ή μάλλον για τον εαυτό τους και για μια γυναίκα: τη Ρέιν. Η Ρέιν είναι κάποια που θα χαρακτηρίζαμε, δίχως κανένα ενδοιασμό, μοιραία γυναίκα. Όλοι την ερωτεύονται, όλοι υπόσχονται να τη βοηθήσουν να βρει το δρόμο της στον κόσμο του θεάματος, κι όλοι αργά ή γρήγορα την απογοητεύουν. Κι αυτό επειδή είναι εντελώς ατάλαντη, ή όπως το θέτει ο αφηγητής, επειδή είναι κακή ηθοποιός στα φιλμ, αλλά καλή στη ζωή.
Ο κόσμος που συναντάμε εδώ είναι ένας κόσμος πέρα για πέρα ψεύτικος, βουτηγμένος στο βούρκο, παραδομένος στο ψέμα και την υποκρισία. Οι πρωταγωνιστές αντιπαθούν ο ένας τον άλλο, ανταλλάζουν λόγια σκληρά και φιλιά στον αέρα, αγωνίζονται με νύχια και με δόντια να παραμείνουν νέοι με τη βοήθεια εμφυτευμάτων, πλαστικών εγχειρήσεων και γυναικών-τροπαίων. Κι ο Κλέι ανήκει απόλυτα σ’ αυτή τη μικροκοινωνία. Το μόνο που διαφέρει σε κάτι από τους άλλους: αυτός αγαπά αληθινά. Όχι τη Ρέιν, αλλά τη Μπλαιρ, τη γυναίκα με την οποία χώρισε κι απ’ την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει. Αν η πρώτη προκαλεί στη ζωή του τρικυμίες, η δεύτερη του θυμίζει γαλήνιο λιμάνι. Αλλά, όπως θα αποδειχτεί κάθε άλλο παρά εύκολο θα είναι γι’ αυτόν να ζήσει είτε με τη μία είτε με την άλλη. Η μια βασίζει σταθερά στη ζωή, γνωρίζει που πατά και που πηγαίνει και είναι σίγουρη ότι ο Κλέι δεν έχει θέση στο μέλλον της, ενώ η άλλη, περιπλανιέται από κρεβάτι σε κρεβάτι, ανήμπορη να καταλάβει ότι η ομορφιά της δεν μπορεί να τη σώσει από την αταλαντοσύνη της.
Αν θα έπρεπε να το περιγράψουμε με λίγα λόγια θα λέγαμε ότι το Imperial Bedrooms είναι ένα βιβλίο για τη ματαιοδοξία, το σεξ, τα ναρκωτικά και τον κάθε άλλο παρά λαμπερό κόσμο του θεάματος. Ο συγγραφέας ρίχνει μια ματιά πίσω από τη φωτεινή βιτρίνα και τα πράγματα που βλέπει και μάς περιγράφει κάθε άλλο παρά μαγευτικά είναι. Το ύφος του είναι μόνιμα ειρωνικό, η γραφή του κοφτή και λιτή, οι περιγραφές του άμεσες και ανεπιτήδευτες. Μοιάζει να κλείνει το μάτι στον αναγνώστη και να του λέει ότι τίποτα δεν είναι όπως ακριβώς φαίνεται. Απ’ την αφήγηση δεν λείπει το μυστήριο, αλλά κάποιες μικρές ή μεγαλύτερες ανατροπές που κρατούν το ενδιαφέρον αμείωτο από την αρχή μέχρι το τέλος.
Αν σας αρέσουν τα φώτα του Χόλιγουντ σίγουρα θα σας αρέσει κι αυτό το βιβλίο. Ακόμη όμως κι αν δεν σας προσελκύουν τα πρώτα, διαβάζοντάς το θα έχετε την ευκαιρία να πάρετε ένα δείγμα γραφής από έναν από τους πιο επιτυχημένους αμερικανούς συγγραφείς.
Monday, June 13, 2011
Hunter S. Thompson – Fear and Loathing in Las Vegas
Ο συγγραφέας εμπνεύστηκε αυτή την παραισθησιογόνα ιστορία από δύο ταξίδια που πραγματοποίησε στην πόλη του Λας Βέγκας, παρέα με το δικηγόρο του Όσκαρ Ζέτα Ακόστα. Αποστολή του Τόμπσον ήταν να γράψει ένα άρθρο για τον Ρούμπεν Σάλαζαρ, ένα γνωστό δημοσιογράφο, που σκοτώθηκε από την αστυνομία στη διάρκεια μιας διαδήλωσης. Δραττόμενος της ευκαιρίας, αποφάσισε να καλύψει επίσης το ετήσιο ράλι της ερήμου Μιντ 400.
Στο βιβλίο δεν γίνεται καμία αναφορά στο πρώτο γεγονός, αλλά εκτενείς αναφορές στο δεύτερο. Ωστόσο η πλοκή του μυθιστορήματος είναι υποτυπώδης, μια και ο συγγραφέας μοιάζει να ενδιαφέρεται περισσότερο να μας μιλήσει για τα ναρκωτικά και τις επιδράσεις τους στον ανθρώπινο οργανισμό, παρά να μας πει μια ιστορία.
Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο δημοσιογράφος Ραούλ Ντιουκ και ο δικηγόρος του Δρ. Γκόντζο, ξεκινούν από το Λος Άντζελες με μια κατακόκκινη νοικιασμένη Chevy με προορισμό το Λας Βέγκας, ώστε να καλύψει ο πρώτος για ένα περιοδικό το ράλι της ερήμου. Το πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου τους είναι γεμάτο με κάθε είδους ναρκωτικά, που χρησιμοποιούν καθόλη τη διάρκεια της διαδρομής και τα οποία ξεπλένουν κάθε τόσο με μπίρες. Φτάνοντας στην πόλη, συνεχίζουν να μαστουρώνουν, να πίνουν, αλλά και να δημιουργούν προβλήματα για τους εαυτούς τους και για τους άλλους. Θεωρούν την παραμονή τους εκεί μια μοναδική ευκαιρία για να πειραματιστούν με τα λεφτά των άλλων. Έτσι καταναλώνουν τόνους αλκοόλ, LSD, αιθέρα, κοκαΐνη, μεσκαλίνη και κάνναβη και επιδίδονται ξανά και ξανά σε διάφορα παραισθησιογόνα ταξίδια. Πολλές φορές ο αναγνώστης δεν μπορεί να ξεχωρίσει που σταματά η πραγματικότητα και που ξεκινά η φαντασία, καθώς κάθε παρά ευδιάκριτος είναι ο κόσμος μέσα από το βλέμμα του αφηγητή.
Όπως και νάχει, αφού θα τα κάνουν όλα λίμπα και θα δημιουργήσουν ένα σωρό χρέη θ’ αποφασίσουν να το σκάσουν. Πρώτος την κάνει ο δικηγόρος αεροπορικώς, αλλά προτού προλάβει να τον ακολουθήσει ο φίλος του με το αυτοκίνητο, άλλη μία ευκαιρία θα έρθει να τους χτυπήσει την πόρτα: σύντομα θα ανοίξει τις εργασίες της στην πόλη μια διάσκεψη για τη δίωξη των ναρκωτικών, κι αυτοί προσλαμβάνονται για να την καλύψουν. Ο Ντιουκ, με το που το ακούει αυτό αναρωτιέται πόσα και τι είδους ναρκωτικά θα αναγκαστεί να πάρει για να αντέξει τη διάσκεψη και προτού περάσει και πολύς καιρός θα επιδοθεί και πάλι, συντροφιά με τον Δρ. Γκόντζο σε νέα πολύχρωμα ταξίδια.
Αυτό είναι ένα από εκείνα τα βιβλία που δεν σηκώνουν, κατά την ταπεινή μου άποψη, κριτική. Κάποιος το διαβάζει και είτε το απολαμβάνει είτε όχι. Εγώ το απόλαυσα επειδή μού χάρισε αρκετά χαμόγελα με τα καμώματα των πρωταγωνιστών του. Αλλά αν με ρωτούσε κανείς κατά πόσο θα μείνει χαραγμένο στη μνήμη μου, θα απαντούσα χωρίς δεύτερη σκέψη: όχι!
Tuesday, May 26, 2009
David Baldacci – Divine Justice
Ο Ντέιβιντ Μπαλτάτσι είναι ένας από εκείνους τους συγγραφείς της αστυνομικής-περιπετειώδους λογοτεχνίας που το όνομά του αποτελεί εγγύηση στο θέμα της αναγνωστικής απόλαυσης. Τα βιβλία του είναι πάντα καλογραμμένα, σε κινηματογραφικούς ρυθμούς, και κρατούν το ενδιαφέρον ζωντανό απ’ την πρώτη σελίδα ως την τελευταία, μέσα από πολλές ανατροπές και καταιγιστική δράση.
Στον ανά χείρας τόμο το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας λαμβάνει χώρα σε μια μικρή μεταλλευτική πόλη στα Απαλάχια Όρη, όπου καταφεύγει ο Όλιβερ Στόουν (ψευδώνυμο του πρώην εκτελεστή της αμερικανικής κυβέρνησης Τζον Καρ), κυνηγημένος από τις αρχές. Όχι, δεν είναι κάποιος αθώος, που τρέχει να σωθεί από τις επιβουλές ενός μοχθηρού κράτους, αλλά ένας αμετανόητος δολοφόνος, που ωστόσο σκότωσε για να απονείμει δικαιοσύνη.
Ο μονόχνοτος, σκληρός και σχεδόν αμίλητος Στόουν, δεν είναι ωστόσο μόνος. Έχει κάποιους φίλους πιστούς -τα υπόλοιπα μέλη του γνωστού από προηγούμενα βιβλία του, Κάμελ Κλαμπ- που είναι πρόθυμοι να κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους, ακόμη και να θυσιάσουν τη ζωή τους, για να τον προστατεύσουν. Αλλά κι απ’ αυτούς θέλει να ξεφύγει αφού το γνωρίζει πολύ καλά ότι η φιλία του μαζί τους, τους μετατρέπει αυτόματα σε στόχους.
Καθώς η υπόθεση εξελίσσεται έρχονται στο φως πολλά μυστικά και ψέματα των υπηρεσιών ασφαλείας στις ΗΠΑ, διαβάζουμε για τη διαφθορά που επικρατεί στα υψηλά κλιμάκια της στρατιωτικής ηγεσίας, για εγκλήματα πολέμου, αλλά ρίχνουμε και μια ματιά στις ψυχές ρημαγμένων ανθρώπων, και μαθαίνουμε μέχρι που μπορούν να φτάσουν για να βοηθήσουν κάποιο δικό τους άνθρωπο οι πραγματικοί φίλοι.
Παράλληλα όμως μ’ αυτή την ιστορία καταδίωξης διαδραματίζεται και μια άλλη, που κινείται στα όρια της τραγωδίας, καθώς στην πόλη Ντιβάιν (ειρωνική ονομασία, αφού κάθε άλλο παρά θεϊκή μοιάζει η συγκεκριμένη πόλη), στην οποία βρίσκει καταφύγιο ο Στόουν, συμβαίνουν πράγματα και θαύματα: δολοφονίες που μεταμφιέζονται σε αυτοκτονίες, θάνατοι μεταλλωρύχων, ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, διακίνηση ναρκωτικών και άλλα πολλά κι ανήκουστα. Έτσι ο Στόουν, που πάνω απ’ όλα είναι ένας τίμιος άνθρωπος, βρίσκεται από τη μια στιγμή στην άλλη σε τραγικά δύσκολη θέση, αφού αναγκάζεται να είναι ταυτόχρονα φυγόδικος, αλλά και υπερασπιστής του δικαίου.
Μ’ αυτά κι αυτά ο Μπαλτάτσι κατορθώνει για μια ακόμη φορά να φτιάξει ένα εκρηκτικό μίγμα, που υπόσχεται μεγάλες συγκινήσεις. Όσο για το τοπίο όπου επιλεγεί να τοποθετήσει τη δράση της ιστορίας κάθε άλλο παρά άγνωστο του είναι, αφού σε μια παρόμοια φανταστική πόλη των Απαλάχιων διαδραματιζόταν και το υπέροχο Wish you well, μια ιστορία για τη δύναμη της αγάπης και του πείσματος για τη ζωή.
Οι φίλοι των θρίλερ θα το αγαπήσουν.
Saturday, January 3, 2009
David Baldacci - Wish you well
Αν και έγινε γνωστός σαν συγγραφέας εξαιρετικών αστυνομικών μυθιστορημάτων, ο David Baldacci εδώ μας παρουσιάζει μία άλλη όψη του πλούσιου ταλέντου του. Το Wish you well θα λέγαμε ότι είναι ένα μυθιστόρημα χαρακτήρων, αλλά και ένα γλυκόπικρο ταξίδι στο παρελθόν. Πρόκειται για την ιστορία της δωδεκάχρονης Λου και του εφτάχρονού της αδελφού, του Οζ.
Όλα αρχίζουν όταν τα δύο παιδιά χάνουν τον πατέρα τους, που είναι συγγραφέας, σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Η μητέρα τους βγαίνει απ’ αυτή την τραγωδία ζωντανή-νεκρή καθώς δεν μπορεί να μιλήσει ή να αντιληφθεί κάτι από τον κόσμο γύρω της, με αποτέλεσμα τα παιδιά να βρεθούν από τη μια στιγμή στην άλλη ουσιαστικά ορφανά. Εκεί, όμως, που δεν ξέρουν τι να κάνουν έρχεται σαν από μηχανής θεός, για να τους σώσει η προγιαγιά τους, που ζει στα Απαλάχια Όρη.
Στην αρχή η Λου και ο Οζ τα βρίσκουν μπαστούνι καθώς δεν είναι εύκολο γι’ αυτούς να προσαρμοστούν στη δύσκολη ζωή της φάρμας, μέσα στα αφιλόξενα βουνά. Ωστόσο, και μετά από μερικούς καυγάδες στο σχολείο με τους ντόπιους μικρούς νταήδες, σιγά σιγά αρχίζουν να μπαίνουν στο πνεύμα του νέου τους τόπου. Έτσι, μαθαίνουν να κάνουν τις δουλειές της φάρμας, πηγαίνουν με όλο και μεγαλύτερη χαρά στο τοπικό σχολείο και αποκτούν και ένα εξαιρετικά σκανδαλιάρη φίλο, που τους μαθαίνει τα κατατόπια.
Το βιβλίο αυτό μας μιλάει για τις νέες αρχές, για τη ζωή που πολλές φορές είναι πολύ σκληρή για να την αντέξει κανείς, αλλά και για τη λύτρωση, που κάθε τόσο φτάνει από εκεί που δεν την περιμένει κανείς. Καταπιάνεται επίσης με καυτά θέματα, όπως την απληστία που στο τέλος καταστρέφει τα πάντα, την πραγματική καλοσύνη, αλλά και για τον έρωτα, που στο πέρασμα των χρόνων και με την αλλαγή των γενεών, παίρνει να φοράει διαφορετικά προσωπεία.
Η φιλαργυρία και η γενναιοδωρία, η αγάπη και το μίσος, η ζωή και ο θάνατος, η κατάρα και η λύτρωση, βαδίζουν χέρι-χέρι από την αρχή μέχρι και το τέλος του κειμένου. Ο Μπαλτάτσι ταυτιζόμενος κατά κάποιο τρόπο με τη μικρή του ηρωίδα, τη Λου, που θέλει να γίνει συγγραφέας, της δίνει το μεγαλύτερο ρόλο σ’ αυτή την ιστορία. Η Λου θ’ ανέβει και θα πέσει, θ’ αντιδράσει και θα ομονοήσει, θα τσακωθεί και θ’ αγαπήσει, θα πάθει και θα μάθει και θ’ αγωνιστεί με όλες της τις δυνάμεις γι’ αυτό που θεωρεί δίκαιο. Θα τα βάλει με αγγέλους και δαιμόνους, θα μισήσει και θα συγχωρήσει και μέσα από τ’ αχνάρια του πόνου θα φτάσει στη δική της δικαίωση.
Ο Μπαλτάτσι μ’ αυτό το μυθιστόρημα ανέβηκε ακόμη περισσότερο στην εκτίμησή μου. Μπορεί να είναι, όπως θα τον αποκαλούσαμε εμείς οι έλληνες, ένας αστυνομικός συγγραφέας, αλλά αποδεικνύει ότι όποτε το θελήσει μπορεί ν’ ασχοληθεί και με κάποια διαφορετικά είδη αφήγησης και να θριαμβεύσει.
Monday, December 29, 2008
MATTHEW PEARL: Η Λέσχη του Δάντη
Η «Λέσχη του Δάντη» είναι μια αστυνομική ιστορία, ένα λογοτεχνικό δοκίμιο, ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα.Ο συγγραφέας με αφορμή κάποια ιστορικά και αναμφισβήτητα γεγονότα, φτιάχνει μια ιστορία με πολύ ενδιαφέρουσα πλοκή και ήρωες κάποιους από τους πιο σημαντικούς αμερικανούς ποιητές του 19ου αιώνα: τους Χένρι Γουότζγουερθ Λονγκφέλοου, Όλιβερ Γουέντελ Χολμς και Τζέιμς Ράσελ Λόουελ. Που και που εμφανίζεται και ο Χένρι Ντέιβιντ Θορώ.
Όλα αρχίζουν όταν ο Λονγκφέλοου, παρέα με τον εκδότη Τζ. Τ. Φιλντς και κάποιους φίλους του ποιητές και λόγιους ανακοινώνουν ότι σύντομα θα έχουν έτοιμη την πρώτη αμερικανική μετάφραση της «Θείας Κωμωδίας» του Δάντη.
Το συντηρητικό καταστημένο του Κολεγίου Χάρβαρντ, θέλει να σταθεί εμπόδιο στα σχέδια των ποιητών. Το έργο του άπιστου και καθολικού Δάντη πρέπει να μείνει στο σκοτάδι. Με επικεφαλής το Δόκτορα Μάνινγκ είναι έτοιμοι να εξαπολύσουν μια μεγάλη δυσφημιστική εκστρατεία και να χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο ώστε να εμποδίσουν τη δημοσίευση του βλάσφημου έργου. Τα σχέδιά τους, παρά τη τεράστια δύναμη που διαθέτουν μοιάζουν να πέφτουν στο κενό, μέχρι που δυο παράξενες δολοφονίες, εμπνευσμένες από το έργο του Δάντη, καταφέρνουν τα πάνω κάτω.
Οι μόνοι που καταφέρνουν να συνδέσουν τα εγκλήματα με το έργο του ποιητή είναι φυσικά οι μεταφραστές του. Έτσι, χωρίς καλά καλά να το θέλουν, αλλά υποχρεωμένοι από τα γεγονότα αναλαμβάνουν τον άχαρο ρόλο της εξιχνίασης των εγκλημάτων και της ανακάλυψης του δολοφόνου. Τα στοιχεία πολλά, αλλά δε μοιάζουν να οδηγούν πουθενά. Όλοι οι βασικοί ύποπτοι μοιάζουν αθώοι και οι έρευνές τους κάποτε φτάνουν σε αδιέξοδο, βάζοντας σε κίνδυνο ακόμη και τη φιλία τους. Σ’ αυτό τον αγώνα έχουν τη βοήθεια του πρώτου μαύρου αστυνομικού της Βοστόνης.
Ο αναγνώστης ζώντας έντονα τις περιπέτειες των διανοούμενων φίλων, ρωτώντας τα ίδια πράγματα μ’ αυτούς, προσπαθώντας να μπει στη ψυχολογία του δολοφόνου, τη μια σκέφτεται ότι ένοχος είναι ο ένας και την άλλη ο άλλος. Κι όμως η απάντηση είναι μπροστά του συνέχεια, και είναι τόσο φανερή που δεν μπορεί να τη δει.
Ο Περλ έγραψε ένα ευφυές μυθιστόρημα που συναρπάζει τόσο με την πλοκή όσο και με τις ποιητικές του εξάρσεις. Ένα από εκείνα τα βιβλία που δημιουργούν αναγνώστες. Σίγουρα κάποιοι απ’ τους αμερικανούς που το διάβασαν στο τέλος θα έσπευσαν να προμηθευτούν τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη. Οι παραπομπές που γίνονται εδώ είναι στην εξαιρετική μετάφραση/ ανάπλαση του Νίκου Καζαντζάκη.
Κλείνουμε αυτή την αναφορά, με κάποια λόγια με πολύ σημασία που ο συγγραφέας βάζει στο στόμα του Λόουελ: «Μέχρις ότου να μάθει η Αμερική να αγαπά τη λογοτεχνία όχι σαν διασκέδαση, όχι σαν απλά στιχάκια που τα απομνημονεύει κανείς σε μια αίθουσα κολεγίου, αλλά για την εξανθρωπιστική και εξευγενιστική δύναμή της, η χώρα μας δε θα έχει επιτύχει με την υψηλή εκείνη έννοια που μόνη αυτή κάνει ένα λαό έθνος. Εκείνη που τον ανυψώνει από νεκρό όνομα σε ζωντανή δύναμη».
Σύνδεσμος: www.thedanteclub.com
DOUGLAS COUPLAND: Hey Nostradamus
Ο συγγραφέας του διάσημου “Generation X” μ’ αυτό το βιβλίο δείχνει ότι βρίσκεται πάντα σ’ επαφή με την επικαιρότητα, όταν δεν προηγείται αυτής.
Το “Hey Nostradamus” έχει σαν αφετηρία τις μαζικές δολοφονίες φοιτητών στο Κόλουμπαϊν, θέμα με το οποίο καταπιάστηκε και ο Μάικλ Μουρ στο βραβευμένο με Όσκαρ ντοκιμαντέρ «Ακήρυκτος πόλεμος». Για τους σκοπούς της μυθοπλασίας ο Κούπλαντ μεταφέρει το σκηνικό στον Καναδά. Εκεί, λοιπόν, σε ένα σχολείο και πάλι, κάποιοι νεαροί δολοφονούν εν ψυχρώ κάποιους συμφοιτητές τους. Ανάμεσα στα θύματα είναι και η Σέριλ, η αγαπημένη του Τζέισον, ο οποίος θεωρείται από κάποιους σαν ύποπτος συμμετοχής στη σφαγή. Η πρώτη ξεψυχώντας αφήνει ένα σημείωμα: «Ο Θεός δεν είναι πουθενά, ο Θεός είναι τώρα εδώ», που γίνεται αντικείμενο συζήτησης τόσο ανάμεσα στους επιζώντες όσο και μεταξύ του διψασμένου για συνταρακτικά γεγονότα κοινού.
Ο συγγραφέας, αν και τοποθετεί τη δράση του έργου του στον Καναδά, είναι φανερό ότι γράφοντάς το δεν είχε άλλη σκέψη από το να επικρίνει τη σύγχρονη αμερικανική κοινωνία. Μια κοινωνία βαθιά θρησκευόμενη και προοδευτική, συντηρητική και υπέρμαχο του δικαιώματος της οπλοκατοχής.
Η νεκρή Σέριλ, που έχει φωνή και μετά θάνατον, λέει κάπου στο θεό: «Αγαπητέ Θεέ, θα σταματήσω να πιστεύω σε σένα εκτός κι αν μου εξηγήσεις τι καλό θα μπορούσε ποτέ να προκύψει από μία σφαγή…». Το θύμα Σέριλ μοιάζει μετά το θάνατό της να ξυπνά και να αντιλαμβάνεται την πλάνη μέσα στην οποία έζησε. Μία πλάνη που δεν της επέτρεπε να νιώσει ακόμη κι ένα τόσο απλό και ανθρώπινο συναίσθημα όπως ο φόβος: «Ρίζωσαν μέσα μας την ιδέα ότι το να νιώθεις φόβο σημαίνει ότι δεν εμπιστεύεσαι απόλυτα το Θεό». Η Σέριλ είναι οργισμένη με το Θεό και δε χάνει ευκαιρία να τα βάζει μαζί του: «Το ερώτημα μου σε σένα είναι, θα βασανίσεις αυτούς τους κακούργους μπάσταρδους που έκαναν τα φονικά, ή αυτό είναι δουλειά του διαβόλου κι εσύ του δίνεις την υπεργολαβία;»
Υπάρχουν τέσσερις αφηγητές σ’ αυτό το μυθιστόρημα, που παίρνει ο ένας μετά τον άλλο τη σκυτάλη της αφήγησης. Κι ο καθένας αποθέτει τον πολύτιμο λίθο του στο οικοδόμημα του λογοτεχνικού σύμπαντος του Κούπλαντ. Πρώτα η Σέριλ, μετά ο Τζέισον, ύστερα η Χέδερ και στο τέλος ο Ρετζ. Όλοι τους τραγικοί χαρακτήρες. Όλοι τους με λίγα πάθη και πολλά λάθη. Ο Τζέισον να ζει στη σκιά της χαμένης του αγάπης, η Χέδερ να προσπαθεί να τον πείσει και πάλι να αγαπήσει τη ζωή, κι ο Ρετζ, ο θρησκευόμενος πατέρας του Τζέισον (Ο Ρετζ είναι τόσο φανατικός στην πίστη του που κάπου ο Τζέισον λέει: Ο μπαμπάς ζει στον 18ο όροφο. Στο Θεό πρέπει να αρέσουν οι ανελκυστήρες), ν’ αντιλαμβάνεται τελικά στα βαθιά γεράματα πόσο αδίκησε το γιο του και πόσο τυφλός στάθηκε στη διάρκεια της ζωής του.
Ο Κούπλαντ έχει γράψει ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα για την πίστη και την απώλειά της, για τη βαθιά ριζωμένη στις ψυχές των ανθρώπων θλίψη, αλλά και για τον έρωτα που – αν και κρατάει για πάντα – οδηγείται απ’ τη μια στιγμή στην άλλη στην καταστροφή.
Η ανά χείρας έκδοση περιλαμβάνει συνέντευξη του συγγραφέα, αναφορές στα γεγονότα που οδήγησαν στη συγγραφή του βιβλίου, εκτενής αναφορά στα υπόλοιπα έργα του Κούπλαντ, αλλά και οδηγό ηλεκτρονικών διευθύνσεων.
DAN BROWN: Illuminati. Οι Πεφωτισμένοι
Νομίζω ότι το όνομα του Νταν Μπράουν θα το ακούμε συχνά στο μέλλον, αφού πρόκειται για ένα ταλαντούχο συγγραφέα, που ξέρει να φτιάχνει καλούς μύθους και να τους αφηγείται με εξαιρετική μαεστρία.Το «Οι Πεφωτισμένοι» είναι ένα μυθιστόρημα με συνεχείς κορυφώσεις, απ’ αυτά που σου κόβουν την ανάσα. Όλα αρχίζουν με τη δολοφονία ενός επιστήμονα, που φέρεται να έχει ανακαλύψει την αντιύλη, το πιο χρήσιμο αγαθό αλλά και το πιο φονικό όπλο όλων των εποχών. Σκοπός των δολοφόνων, που όπως αποδεικνύεται από αδιάψευστα στοιχεία ανήκουν στην οργάνωση των Πεφωτισμένων, δεν είναι άλλος από το να χρησιμοποιήσουν την αντιύλη για να εκδικηθούν τον προαιώνιο εχθρό τους, το Βατικανό, τινάζοντάς το κυριολεκτικά στον αέρα.
Θα μπορέσουν οι «Πεφωτισμένοι» να επιτύχουν το στόχο τους, ή θα καταφέρει κάποιος να τους εμποδίσει; Κι αλήθεια, ποιος στ’ αλήθεια κρύβεται πίσω από τους «Πεφωτισμένους» αφού, σύμφωνα με όλα τα στοιχεία, η οργάνωση διαλύθηκε δεκαετίες πριν; Και, τέλος, ποια φοβερά μυστικά κρύβονται μέσα στα όχι και τόσο απόρθητα τείχη του Βατικανού;
Ένας αμερικανός καθηγητής και η κόρη του δολοφονηθέντος επιστήμονα, καλούνται για να «σώσουν τη μέρα», όπως θα έλεγαν κι οι αμερικανοί. Πρέπει με τα λίγα στοιχεία που έχουν στη διάθεσή τους και με τις πολλές γνώσεις που διαθέτουν να νικήσουν στη μάχη ενάντια στο χρόνο. Δεν έχουν παρά λίγες ώρες στη διάθεσή τους μέχρι να γίνει το μεγάλο μπανγκ, που θ’ αφανίσει το Βατικανό και θ’ αλλάξει την ιστορία.
Οι «Πεφωτισμένοι» είναι ένα βιβλίο τούβλο, σ’ ό,τι αφορά το μέγεθός του, που διαβάζεται εύκολα, σαν παραμύθι, προσφέροντας στον αναγνώστη εκτός από υγιή ψυχαγωγία και πολλές γνώσεις, αφού ουσιαστικά τον ξεναγεί στην Πόλη του Βατικανού, στη Ρώμη, στην τέχνη των μεγάλων ζωγράφων και γλυπτών που έγραψαν ιστορία, αλλά του μιλά και για τη φύση, και την τεχνολογία. Είναι ένα απ’ αυτά τα βιβλία που δεν κάνει ν’ αρχίζει κανείς να τα διαβάζει στη διάρκεια της νύχτας, γιατί σίγουρα θα ξημερωθεί και πάλι δε θα θέλει να τ’ αφήσει απ’ τα χέρια του.
Βιβλία όπως αυτό μας κάνουν να σκεφτόμαστε ότι το ελληνικό μυθιστόρημα έχει να διανύσει πολύ δρόμο ακόμη, μέχρι να γίνει μεγάλο και μοντέρνο. Διαβάστε το.
Σύνδεσμος: www.danbrown.com
Sunday, December 28, 2008
ΤΖΟΝΑΘΑΝ ΦΡΑΝΖΕΝ: Οι διορθώσεις

Ευχαριστούμε, αλλά δεν θα πάρουμε. Αν και απ’ αυτή τη στήλη δεν το συνηθίζουμε να «θάβουμε» βιβλία, σ’ αυτή την περίπτωση θα κάνουμε μια εξαίρεση. Βλέπετε, έχουμε μπουχτίσει. Έχουμε βαρεθεί να πιάνουμε στα χέρια μας πολυδιαφημισμένα και βραβευμένα βιβλία, που στο τέλος αποδεικνύονται… μάπες!
Τι μύγα μας τσίμπησε; Μα, η μύγα του δικαίου! Οι «Διορθώσεις» του κύριου Φράνζεν τιμήθηκαν με το αμερικανικό National Book Award, δηλαδή ανακηρύχθηκαν το καλύτερο βιβλίο της χρονιάς στις ΗΠΑ. Διαβάζοντάς το γεννήθηκε στο μυαλό μας μια μεγάλη απορία: «ΓΙΑΤΙ;» Να μας συγχωρούν οι πέρα του Ατλαντικού αναγνώστες, αλλά αν αυτό είναι το καλύτερο βιβλίο της χρονιάς γι’ αυτούς, τότε η λογοτεχνία τους περνά μια βαθιά κρίση.
Το βιβλίο αυτό είναι κάτι σαν το «Τόλμη και γοητεία» σε γραπτή μορφή με μια ιδέα κοσμοπολιτισμού. Μονάχα αυτό. Όταν διαβάζει κανείς ένα μυθιστόρημα 760 σελίδων που δεν έχει να πει απολύτως τίποτα, πως πρέπει να αντιδράσει; Ε, εγώ πήρα ανάποδες στροφές, οργίστηκα. Οι «Διορθώσεις» είναι μια ιστορία για αμερικανάκια, για την τόσο ιερή και γεμάτη υποκρισία οικογένειά τους. Μια καλογραμμένη ιστορία, δε λέω, αλλά χωρίς λόγο ύπαρξης. Σ’ ό,τι αφορά τον όγκο της μάλλον θα οφείλεται στο περίφημο πια Make it big των αμερικάνων. Δίχως καμία υπερβολή, αν αφαιρούσαμε τα δύο τρία από τις σελίδες αυτού του βιβλίου, δε θα άλλαζε συνταρακτικά κάτι. Ίσως να γινόταν και πιο ευανάγνωστο.
Καλά, θα μου πείτε, τόσο κακό είναι; Ναι! θα σας απαντούσα χωρίς δεύτερη σκέψη. Ο συγγραφέας απλώς κατασκεύασε ένα ογκώδες πόνημα, χωρίς οικονομία λόγου, χωρίς ουσία. Και στη συνέχεια, όλοι έτρεξαν να χαιρετήσουν αυτό το τίποτα, να το αγοράσουν και στο τέλος να το βραβεύσουν κιόλας. Οι εγχώριοι κριτικοί τι έκαναν; Ακολούθησαν το χαραγμένο δρόμο: Εντόπισαν τις ανύπαρκτες αρετές και χαιρέτισαν το ταλέντο του συγγραφέα. (Αυτό δεν έκαναν;). Αν ταλέντο θεωρείται η περιγραφή της μάχης ενός άρρωστου γέρου με τα… κουράδια του, επί τρεις σελίδες, εγώ τι να πω!
Οι αμερικανοί (και οι αγγλοσάξονες γενικότερα) μας πουλούν για μία ακόμη φορά χάντρες για μαργαριτάρια. Η πλάκα είναι πως όντως πιστεύουν ότι οι χάντρες αυτές είναι μαργαριτάρια. Και για να ρίξω την μπηχτή μου ερωτώ: «Αν αυτό είναι ό,τι καλύτερο έχουν να μας προσφέρουν οι αμερικανοί, γιατί να μην τους στείλουμε τη Σώτη Τριανταφύλλου να τους παραδώσει μερικά μαθήματα δημιουργικής γραφής; Έτσι, κι αλλιώς και τα της Αμερικής καλύτερα απ’ αυτούς τα περιγράφει!»
Μετά την υπερτιμημένη «Εξιλέωση», έφτασαν οι υπερτιμημένες «Διορθώσεις». Τι άλλο θα δουν τα μάτια μας; Προφανώς πολλά. Έτσι, νομίζω πως έφτασε η ώρα ν’ αρχίσουμε να λέμε «Όχι» στις διαφημιστικές σειρήνες των διεθνών μπεστ σέλερ, και να κάνουμε πιο προσεκτικές επιλογές. Ή, ακόμη καλύτερα θα ήταν, αν στρέφαμε το βλέμμα μας στην εγχώρια λογοτεχνική παραγωγή που έχει πολλά να μας προσφέρει, και που παρά τα όποια προβλήματα ή παρατράγουδα τα τελευταία χρόνια περνά μια παρατεταμένη άνοιξη.
Όσο για το συγγραφέα αυτού του βιβλίου θα του λέγαμε: «Κύριε Φράνζεν, το βραβείο (που σας έδωσαν) είναι δικό σας, αλλά χάσατε.» Α, μα πια!
Οι «Διορθώσεις» κυκλοφορούν από την Ωκεανίδα.
ΤΖΑΝΕΤ ΦΙΤΣ: Η αγάπη είναι γένους θηλυκού

Καταρχήν οφείλω να επισημάνω ότι αυτό το μυθιστόρημα το αδικεί και το εξώφυλλο, αλλά και ο ελληνικός του τίτλος. Βέβαια έγινε και ταινία μ’ αυτό τον τίτλο, το θέμα είναι όμως ότι δεν ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο του βιβλίου. Διαβάζοντας κάποιος πως «Η αγάπη είναι γένους θηλυκού», και βλέποντας τις αμερικανίδες σταρ στο εξώφυλλο δεν μπορεί παρά να σκεφτεί ότι κι εδώ έχουμε «μία απ’ τα ίδια», ένα συνηθισμένο «γυναικείο» μυθιστόρημα. Αλλά, δεν είναι έτσι. Το μυθιστόρημα αυτό είναι εξαιρετικό, και μπορεί να διαβαστεί άνετα και από τα δύο φύλα, και να τα προβληματίσει.
Ο πρωτότυπος τίτλος της αγγλικής έκδοσης «Λευκή ροδοδάφνη» (πικροδάφνη) είναι απόλυτα εύστοχος. Αφού η πικροδάφνη είναι εκείνη που έρχεται για να αλλάξει ριζικά τη ζωή των δύο βασικών πρωταγωνιστριών: μιας μητέρας μποέμ και ποιήτριας, ικανής και αποφασισμένης για όλα, και της κόρης της που είναι απλά ένα υποχείριο, που βρίσκει διέξοδο μονάχα στη ζωγραφική.
Η μάνα θα δηλητηριάσει τον εραστή της και η έφηβη κόρη θα βρεθεί ξαφνικά αντιμέτωπη με τη ζωή και την σκληρότητα ενός κόσμου που δεν καταλαβαίνει. Θα πηγαίνει από τη μια ανάδοχη οικογένεια στην άλλη, προσπαθώντας να ανακαλύψει ποια είναι. Η πορεία της θα είναι δύσκολη και θα της χαρίσει περίσσιο πόνο, αλλά ταυτόχρονα σιγά σιγά θα της ανοίξει και τα μάτια. Θα καταλάβει ότι ο μόνος τρόπος για να συναντήσει την αληθινή ζωή, τον προορισμό της, είναι ένα ξεφύγει από την ασφυκτική επιρροή που ασκεί πάνω της η μητέρα της, ακόμη και πίσω από τα σίδερα της φυλακής. Κάνει αμέτρητα λάθη, αλλά μέσα απ’ αυτά μαθαίνει να ζει, μέσα απ’ αυτά γνωρίζει την αγάπη.
Το βιβλίο αυτό είναι ελάχιστα ερωτικό. Η ηρωίδα του, η Άστριντ, δεν ψάχνει να βρει τον έρωτα, αλλά κάνει ένα ταξίδι αυτοανακάλυψης, καθώς ανοίγει τα μάτια στο γύρω της κόσμο: «…Έτσι καθώς γύριζα στη γειτονιά, συνειδητοποίησα ότι κάθε σπίτι περιέκλειε μέσα του μια τελείως διαφορετική πραγματικότητα. Σε ένα μόνο τετράγωνο, υπήρχαν πενήντα διαφορετικοί κόσμοι. Κανείς δεν ήξερε όμως τι γινόταν πράγματι στη διπλανή πόρτα». Κι αυτό γιατί όλοι τους, αν και μέσα στο πλήθος, ήταν μόνοι, και «ποιος ο λόγος να ζεις με τους ανθρώπους, όταν υπάρχει τόση μοναξιά;»
Η Άστριντ, λοιπόν, όπου κι αν κοιτάξει βλέπει, του κάθε είδους μοναξιά και απελπισία, και θέλει να κάνει κάτι γι’ αυτό. Θέλει να λυτρώσει το μοναδικό πλάσμα που της έδειξε αγάπη, από τα πάθη που το κατατρώνε: «Ήθελα να της πω να μην τρατάρει την απελπισία. Η απελπισία δεν είναι μουσαφίρης, να του βάλεις την αγαπημένη μουσική του, να του προσφέρεις την πιο αναπαυτική καρέκλα. Η απελπισία είναι εχθρός».
Σταθερότητα, κάτι να προσμονεί, κάτι να πιστεύει. Αυτά ζητά η Άστριντ. Κι ενώ η μητέρα της φωνάζει: «Είμαι αυτή που λέω πως είμαι και αύριο θα είμαι τελείως διαφορετική», εκείνη κλείνει τ’ αυτιά. Δε θέλει ν’ ακολουθήσει το δρόμο που της υποδεικνύει η σκληρή πρόγονός της.
Το βιβλίο αυτό έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα σε σχέση με τα άλλα μπεστ σέλερ, με τα οποία μας βομβαρδίζουν καθημερινά οι εκδοτικοί οίκοι: είναι πραγματικά καλό. Με χαρακτήρες ανθρώπινους, γεμάτους πάθη, έτοιμους ανά πάσα στιγμή για το καλύτερο ή το χειρότερο. Όπως σημειώνει και ο κριτικός της San Francisco Chronicle, πρόκειται για: «Ένα εκπληκτικό πρώτο μυθιστόρημα. Ο αναγνώστης μπαίνει σ’ ένα κόσμο πυκνό και σκοτεινό σαν δάσος».
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
ΦΙΛΙΠ ΡΟΘ: Το ζώο που ξεψυχά

Σαν ένας από τους καλύτερους ψυχογράφους του σύγχρονου αμερικανού παρουσιάζεται ο Φίλιπ Ροθ. Σ’ αυτό το μυθιστόρημα καταπιάνεται με τις περιπέτειες ενός καθηγητή πανεπιστημίου και παρουσιαστή επιτυχημένης τηλεοπτικής εκπομπής. Ο Ντέιβιντ Κέπες, είναι η προσωποποίηση αυτού που οι αμερικανοί αποκαλούν “επιτυχημένος”. Τα έχει όλα: δυο δουλειές που αγαπά, χρήμα, πολλούς θαυμαστές και περισσότερες θαυμάστριες.
Τι του λείπει; Το ακραίο πάθος. Αυτός που φαίνεται να δοκίμασε τα πάντα, που έκανε έρωτα με αμέτρητες νεαρές γυναίκες, που φαίνεται να έχει όλες τις απαντήσεις, δε γνώρισε το απόλυτο στον έρωτα. Κι είναι κάτι που του λείπει, κι ας μην τον ξέρει ακόμη.
Ο Ροθ μελετά και αναλύει σε βάθος τον ψυχισμό του ήρωά του, μας μιλά για τα πλεονεκτήματά του αλλά και την αδυναμία του να κατανοήσει ότι κάτι του ξεφεύγει.
Κάποια μέρα, μια νεαρή κουβανή φοιτήτριά του θα μπει σα σίφουνας στη ζωή του, γκρεμίζοντας θεωρίες και βεβαιότητες. Η Κονσουέλα είναι το κάτι άλλο. Μια ατρόμητη, πανέξυπνη κοπέλα, μια αμαζόνα του έρωτα, κάποια που ίσως να τρόμαζε τον κάθε άντρα. Όπως τρομάζει και τον Ντέιβιντ, κι ας αρνείται άμεσα να το ομολογήσει.
“Τώρα στα γεράματα, μάθε γέρο γράμματα”, κάπου φαίνεται να ειρωνεύεται κρυφά τον εαυτό του, αφού μετά τον έρωτά του με την ορμητική Κονσουέλα, λες και νιώθει να γκρεμίζεται το οικοδόμημα της ύπαρξής του. Αυτός, ο υπεράνω λόγιος, αυτός, που δεν ερωτεύεται, αυτός, που δεν έχει αδυναμίες, αυτός… κάνει βουτιά απ’ τις ψευδαισθήσεις του στο κενό. Και ξεχνά… Ξεχνά ότι τίποτα δεν είναι αιώνιο. Ξεχνά ότι η ζωή κάνει κουμάντο, και καθώς αυτή είναι που ορίζει τα πάντα, έχει τη δύναμη ν’ αλλάξει τα πάντα, και πολλές φορές με τον πιο σκληρό τρόπο.
Το βιβλίο αυτό μιλά για μια ερωτική απογείωση και μια ζωική πτώση. Για τον άνθρωπο και τον άνθρωπο!
Από τις εκδόσεις Πόλις.






