Showing posts with label νουβέλες. Show all posts
Showing posts with label νουβέλες. Show all posts

Wednesday, November 30, 2011

Amy Yamada – Bedtime Eyes

Αγορά από το Book Depository

Τρεις νουβέλες που καταπιάνονται με το θέμα του έρωτα αλλά και τις πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα στις φυλές περιλαμβάνει αυτή η συλλογή. Στην καθεμιά από αυτές τις ιστορίες πρωταγωνιστεί μια νεαρή γιαπωνέζα που διατηρεί μια λιγότερο ή περισσότερο μη συμβατική σχέση με κάποιο αφροαμερικανό. Τα γεγονότα φυσικά διαδραματίζονται στην Ιαπωνία, σε κάποια ανώνυμη πόλη, η οποία όμως διαθέτει μια στρατιωτική βάση.
     Η ομότιτλη ιστορία μας μιλά για την Κιμ και τον Κουτάλι. Όχι πως αυτό είναι το όνομά του, απλά τον «βάφτισαν» έτσι οι συνάδελφοί του στρατιωτικοί, επειδή συνηθίζει να κουβαλά πάντα στην τσέπη του ένα ασημένιο κουτάλι. Η Κιμ τον γνωρίζει κάποια βραδιά σε ένα μπαρ όπου έχει πάει με το φίλο της και από την πρώτη κιόλας στιγμή νιώθει μια ζωώδη σχεδόν έλξη προς εκείνον. Έτσι, προτού καν βγει η νύχτα θα κάνει έρωτα μαζί του και σύντομα θα νιώσει ότι ο Κουτάλι είναι το ναρκωτικό της. Η θέα του και μόνο ξυπνά μέσα της τη λαγνεία καθώς την κάνει να νιώθει «σαν βούτυρο πάνω σε ζεσταμένο ψωμί». Εκείνος ωστόσο της κρύβει κάποια μυστικά, τα οποία κάποτε θα βγουν στο φως προκαλώντας την καταστροφή. Ωστόσο δεν θα τον μισήσει γι’ αυτό. «Αν φταίει για κάτι είναι το γεγονός ότι μου έχει χαρίσει αναμνήσεις», σκέφτεται.
     Στο The Piano Player’s Fingers διαβάζουμε την ιστορία της Ρουίκο και του Λίροϊ. Η Ρουίκο είναι μια κάθε άλλο παρά συνηθισμένη γυναίκα που της αρέσει να διατηρεί σχέσεις με μεγαλόσωμους και παθητικούς άντρες, τους οποίους της είναι εύκολο να χειριστεί. Τα πράγματα ωστόσο θα αλλάξουν όταν θα γνωρίσει τον Λίροϊ, αφού όσο και να το θέλει, αυτόν δεν μπορεί να τον μεταχειριστεί απλά σαν παιχνιδάκι για τις ορέξεις της. Αν και ο τελευταίος δεν είναι εύγλωττος, κάτι την δένει μαζί του από την πρώτη στιγμή. Ίσως να είναι τα μεγάλα του δάχτυλα που παίζουν με τόση δεξιοτεχνία το πιάνο. Ίσως και να είναι το ότι νιώθει πως «ο Λίροϊ τοποθετήθηκε σ’ αυτή τη γη αποκλειστικά για να την κάνει να νιώθει καλά». Όταν αυτός επιστρέφει στην πατρίδα του εκείνη δεν παύει να τον σκέφτεται, αλλά συνεχίζει να ζει τη ζωή της όπως τη θέλει. Με το γυρισμό του όμως, δύο χρόνια μετά, τα πράγματα αλλάζουν ριζικά, καθώς δεν είναι πια αυτός που ήταν και οι ρόλοι αντιστρέφονται.
     Μια ιστορία τραγική είναι το Jesse. Η ιστορία μιας γιαπωνέζας γυναίκας, της Κοκό, ενός αμερικανού άντρα, του Ρικ και του εντεκάχρονου γιου του, Τζέσι. Η Κοκό και ο Τζέσι, όσο κι αν το θέλει η πρώτη, δεν τα πάνε καλά μεταξύ τους. Ο μικρός τη συγκρίνει συνεχώς με τη μητέρα του, μια μητέρα που ο ίδιος είχε επιλέξει να εγκαταλείψει μετά το διαζύγιό της με τον πατέρα του, και πάντα τη βρίσκει λειψή. Κι ας αυτή η μητέρα δεν τον αγαπάει καθόλου. Κι ας η Κοκό κάνει ό,τι μπορεί για να τον κάνει να νιώσει άνετα δίπλα της. Όταν, κάποια φορά, ο Ρικ αναγκάζεται να ταξιδέψει στο Σαν Φρανσίσκο, τους δίνεται η ευκαιρία να έρθουν πιο κοντά. Το μόνο που ο Τζέσι, έχοντας μεγαλώσει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που μισούσαν ο ένας τον άλλο, δεν θα μπορέσει και τόσο εύκολα να νιώσει κάποιου είδους αγάπη για την Κοκό.
     Τρεις καλογραμμένες ιστορίες για τον έρωτα και τη λαγνεία, για την πραγματική αγάπη που πολλές φορές ξεγλιστράει μέσα από τα δάχτυλά μας και μας ξεφεύγει, αλλά και για τον αγώνα που πολλές φορές χρειάζεται να δώσει κανείς για να κερδίσει την αποδοχή των άλλων.

Από την ίδια συγγραφέα

Trash 

Tuesday, October 19, 2010

Σέσαρ Άιρα – Βαράμο

Αυτό είναι το πρώτο βιβλίο του Σέσαρ Άιρα που διαβάζω. Τον ανακάλυψα πριν μερικούς μήνες μέσα από την εκπομπή «Κεραίες της εποχής μας» και μου φάνηκε «ωραίος τύπος». Και όντως είναι. Όπως αντιλαμβανόμαστε από τα κείμενά του, αλλά και από το επίμετρο, είναι ένας από εκείνους τους συγγραφείς που απλά παίζουν, αστειεύονται: με τον εαυτό τους, με τους αναγνώστες, με τους κριτικούς, με όλους. Λες και θέλει να προκαλέσει, απλά με το να είναι ο εαυτός του. Αλλά, αυτό δεν το πιστεύω. Όλα με πρόγραμμα τα κάνει. Στις δύο νουβέλες που φιλοξενεί αυτός ο τόμος κυριαρχεί μια οργανωμένη… αναρχία, που θυμίζει σε ύφος τον δάσκαλο Μπόρχες. Οι ιστορίες του είναι τραβηγμένες μέχρι τα άκρα, αν και δεν είναι απόλυτα ιστορίες. Κάπου-κάπου και εντελώς στα ξαφνικά μετατρέπονται σε δοκίμια, κάνουν ιστορικές αναφορές, και συχνά πυκνά παραπαίουν ανάμεσα στην κωμωδία και την τραγωδία. Το πιο σημαντικό για μένα ωστόσο είναι ότι είναι στο σωστό μέγεθος, αυτό της νουβέλας. Πιστεύω ότι οι περισσότερες ιστορίες μπορούν να ειπωθούν σε λιγότερες από 30 χιλιάδες λέξεις και ο Άιρα το αποδεικνύει αυτό.
Η πρώτη νουβέλα, το «Βαράμο» είναι η ιστορία του… Βαράμο. Διαδραματίζεται στην πόλη Κολόν του Παναμά και περιγράφει μια μέρα στη ζωή του ομώνυμου ήρωα, στη διάρκεια της οποίας θα συμβούν πολλά και κωμικοτραγικά. Καταρχήν θα πληρωθεί από το κράτος, μια και τυγχάνει δημόσιος υπάλληλος, με πλαστά χαρτονομίσματα, κάτι το οποίο αντιλαμβάνεται αμέσως, αλλά για κάποιο λόγο δεν αποκαλύπτει σε κανένα. Μετά θα συναντήσει τον οδηγό ενός υπουργού, που τυγχάνει και τζογαδόρος, ο οποίος θα του δώσει κάποια λεφτά που κέρδισε η μητέρα του και που θα παίξει καταλυτικό ρόλο στην ιστορία. Η μητέρα που λέγαμε έχει κάποια ψυχολογικά προβλήματα και θα δώσει τη δική της παράσταση στο δρόμο, προτού την περιμαζέψει ο Βαράμο, λίγο προτού φύγει για το καφενείο. Καθοδόν προς τα εκεί θα γίνει μάρτυρας σ’ ένα ατύχημα, θ’ ανακαλύψει μερικά φοβερά μυστικά, θα ψιλοερωτευτεί και άλλα… ευτράπελα. Σα να διαβάζουμε τη λατινοαμερικάνικη εκδοχή του «Οδυσσέα» του Τζόις σε μικρογραφία ή ίσως και μια παρωδία της: «…Το μυστικό της προηγούμενης πρόθεσής του μόλυνε αναγκαστικά κι αυτή, και επομένως έπρεπε να κρύψει ότι αυτοσχεδίαζε, πράγμα που, δεδομένης της έλλειψης χρόνου, ισοδυναμούσε με το να αυτοσχεδιάσει ότι το έκρυβε. Πόσο δύσκολο!»
Στο «Ένα επεισόδιο από τη ζωή του ταξιδευτή ζωγράφου» μαθαίνουμε για… πολλά επεισόδια. Εδώ ουσιαστικά παρακολουθούμε τα έργα και τις ημέρες ενός πολύ ταλαντούχου καλλιτέχνη, που ακούει στο επίθετο Ρουγκέντας. Θεωρείται ένας από τους κορυφαίους ζωγράφους της γενιάς του, κάποιος που του αρέσει να μαθαίνει συνέχεια, να δουλεύει ακατάπαυστα και να πειραματίζεται, και χάρη σε μια γενναία χορηγία από κάποιον πλούσιο συλλέκτη, τον ακολουθούμε στο ταξίδι που πραγματοποιεί, συντροφιά μ’ ένα μαθητή-ακόλουθό του στη Λατινική Αμερική. Σκοπός του είναι να ζωγραφίσει τα άγρια αργεντίνικα τοπία, αλλά και σκηνές από τη ζωή των ντόπιων, κάτι που θα τον βάλει σε πολλούς κινδύνους. Η ιερή του τρέλα ωστόσο θα συνεχίσει να τον καθοδηγεί και αυτή ακριβώς είναι που θα τον βοηθήσει να ζωγραφίσει κάποια αριστουργήματα, ακόμη και όταν μείνει… τυφλός. Ο Άιρα κάνει και εδώ, αυτό που λέγαμε προηγουμένως: παίζει. Μας σερβίρει στο πιάτο ένα σωρό εξωφρενικά γεγονότα και μοιάζει να θέλει να μας πει, ποιητική αδεία φυσικά, ότι απλά έτσι έχουν τα πράγματα. Ωστόσο, σε αντίθεση με το Βαράμο, η γραφή του εδώ γίνεται πού και πού ποιητική: «Τα σύννεφα κατέβαιναν μέχρι σχεδόν να κουρνιάσουν στο έδαφος, αλλά το παραμικρό αεράκι έφτανε για να τα πάρει… και να φέρει άλλα, από διαδρόμους ακατάληπτους, που έμοιαζαν να συνδέουν τον ουρανό με το κέντρο της Γης. Σε αυτές τις μαγικές εναλλαγές, οι καλλιτέχνες ξανάβρισκαν οράματα ονειρεμένα, κάθε φορά και πιο ευρύχωρα».
Αν είστε φίλοι της… κουφής δουλειάς του Μπόρχες, αλλά και του είδους της νουβέλας, θα απολαύσετε πολύ αυτό το βιβλίο. Αν όχι, εσείς θα χάσετε.

Tuesday, September 8, 2009

Yoko Tawada – Facing the Bridge


Αυτό το μικρό βιβλίο με τις τρεις νουβέλες το απόλαυσα όσο και το πρώτο της Τάβατα που διάβασα, τη συλλογή διηγημάτων Where Europe Begins.
Η Τάβατα δεν είναι μια συνηθισμένη συγγραφέας σε ό,τι αφορά τη γιαπωνέζικη πραγματικότητα αφού εδώ και χρόνια ζει στο Βερολίνο και γράφει τόσο στη μητρική της γλώσσα όσο και στα γερμανικά.
Στις ιστορίες της συνήθως συνυπάρχουν, ή αν προτιμάτε δένουν, αρμονικά το απτό, το πραγματικό, με το μεταφυσικό. Έτσι βλέπουμε πού και πού να λαμβάνουν χώρα συναντήσεις ανάμεσα στους ζωντανούς και τους νεκρούς, φαντάσματα να κόβουν βόλτες εδώ κι εκεί και άλλα ευφάνταστα, που συναντάμε και σε συγγραφείς όπως η Γιοσιμότο και οι δύο Μουρακάμι.
The Shadowman είναι ο τίτλος της πρώτης ιστορίας που συναντάμε εδώ. Βασικός της πρωταγωνιστής είναι ο Άμο, ένα παιδάκι από την Γκάνα που μεταφέρεται μ’ ένα καράβι στο Άμστερνταμ από τους αποικιοκράτες στις αρχές του 18ου αιώνα, που σκότωσαν ολόκληρο το χωριό του, αλλά λυπήθηκαν τον ίδιο. Ο Άμο είναι ένα πανέξυπνο παιδί που μαθαίνει εύκολα τα πάντα, κι έτσι η τύχη του χαμογελά. Το 1727 αρχίζει να σπουδάζει φιλοσοφία και γίνεται ο πρώτος μαύρος που παίρνει δίπλωμα από πανεπιστήμιο της Ευρώπης. Ωστόσο, το παρελθόν του τον κυνηγά και συχνά-πυκνά βλέπει εφιάλτες, που έχουν να κάνουν με τη σκλαβιά. Τελικά επιστρέφει εσπευσμένα στην Αφρική, μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια να δώσει ένα γράμμα σε μια γυναίκα που ερωτεύτηκε, κι η οποία τον κατηγόρησε ότι επιχείρησε να της επιτεθεί. Αυτά συνέβνηκαν τότε. Σε μια άλλη παράλληλη ιστορία συναντάμε δυο γιαπωνέζους φοιτητές που μελετούν το έργο του Λέσσινγκ (ή Λάνσινγκ, δεν είμαι σίγουρος). Όπως και νάχει, η σύμπτωση τους οδηγεί στη σύγκρουση, μέχρι που η κοπέλα, η Νανά, υποχωρεί κι αποφασίζει να καταπιαστεί με την ιστορία του Άμο.
Το In Front of Trang Tien Bridge διαδραματίζεται στο Βιετνάμ. Εκεί όπου φτάνει μετά από ένα γράμμα και μια απόφαση της στιγμής η Καζούκο, που εδώ και χρόνια ζει στο Βερολίνο. Η συγγραφέας μας παρουσιάζει μια ηρωίδα με φαινομενικά πολλαπλούς εαυτούς, οι οποίοι ανάλογα με τη στιγμή παίρνουν υπόσταση. Έτσι άλλοτε αναλαμβάνει η δεσποινίς Α, κάποτε η δεσποινίς Β, και πάει λέγοντας. Το ταξίδι της Καζούκο μοιάζει μ’ ένα ταξίδι αυτογνωσίας, αλλά και σαν ένα παιχνίδι της μοίρας. Μια παρόρμηση την κάνει να πάει εκεί, μια τυχαία γνωριμία τη βάζει σε περιπέτειες. Αυτός, ο Τζέιμς, ένας αμερικανός που υποστηρίζει ότι είναι γιαπωνέζος, την κάνει μάλλον άθελά του να δει τη ζωή από μια διαφορετική οπτική γωνία, να αποδεχτεί τις πολλαπλές όψεις της αλήθειας. Όνειρο και πραγματικότητα μπλέκονται συνεχώς και δύσκολα μπορεί να ξεχωρίσει κανείς τι είναι αλήθεια και τι ψέμα.
Η συλλογή κλείνει με την ιστορία Saint George and the Translator. Μια μεταφράστρια πηγαίνει στο σπίτι που της δανείζει ένας φίλος της στις Κανάριες Νήσους για να δουλέψει, αλλά δεν το μπορεί. Το κείμενο δεν της βγαίνει με τίποτα. «Το να διαβάζεις αυτή την ιστορία έμοιαζε με το να τριγυρνάς φορώντας άμμο αντί για παλτό», την ακούμε να λέει κάπου. Παίζοντας πάλι με το χώρο και το χρόνο, με τη φαντασία και την πραγματικότητα, και παρεμβάλλοντας ένθετα του υπό μετάφραση διηγήματος που τελικά δεν παίρνει ποτέ μορφή, η Τάβατα μας ξεναγεί στην ψυχή ενός βασανισμένου και μοναχικού κατά βάθος ανθρώπου, αλλά και στις σκέψεις και τις προκαταλήψεις των κατοίκων των νησιών. Από την αρχή είναι εμφανές ότι η ηρωίδα της δε θα βρει την ολοκλήρωση που ψάχνει, ωστόσο η ιστορία διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα, παρά τη θλίψη και την απόγνωση που σε ορισμένα σημεία εκπέμπει.
Ένα λίγο ασυνήθιστο, αλλά εξαιρετικό βιβλίο.

Sunday, August 2, 2009

Banana Yoshimoto – Kitchen

 
Αγορά από το Book Depository

Το πρώτο βιβλίο της Μπανάνα Γιοσιμότο που διάβασα ήταν αυτό. Το τελευταίο, το ίδιο. Ανάμεσα στις δύο αναγνώσεις μεσολάβησαν δεκατρία, νομίζω, χρόνια, κι αυτό επειδή το δάνεισα σε κάποιον/α κάποτε και όπως πάντα ξέχασε -όποιος/α κι αν ήταν- να το επιστρέψει. Έτσι, όταν το ξαναπήρα χθες στα χέρια μου, στην αγγλόφωνη αυτή τη φορά έκδοση, το άνοιξα λες και δεν το είχα διαβάσει ποτέ ξανά. Και όντως, έτσι ένιωσα με την πρώτη νουβέλα, το Kitchen αφού δε θυμόμουνα καθόλου την ιστορία της. Η δεύτερη όμως, το Moonlight Shadow, ήταν όπως φαίνεται καλά χαραγμένη στο μυαλό μου, αφού τη θυμόμουνα με κάθε λεπτομέρεια.
Η Γιοσιμότο και σ’ αυτό το βιβλίο μιλά με λόγια απλά και δίχως να αμπελοφιλοσοφεί για τα αγαπημένα της θέματα, του έρωτα και του θανάτου. Η απώλεια και εδώ παίζει τον πιο σημαντικό ρόλο, είναι ο πόλος γύρω από τον οποίο περιστρέφονται οι ζωές και τα συναισθήματα των ηρώων της.
Το Kitchen είναι η ιστορία μιας κοπέλας που βλέπει το ένα μετά το άλλο τα μέλη της οικογένειάς της να πεθαίνουν, μέχρι που κάποια μέρα ξυπνά για ν’ αντιληφθεί ότι είναι εντελώς μόνη. Δεν έχει κανένα άνθρωπο κοντά της και η μοναξιά κι η λύπη αρχίζουν να τρομοκρατούν το είναι της, να του φωνάζουν τα αδιέξοδα στα οποία έχει φτάσει. Ωστόσο, η μοίρα, παρόλο τον πόνο που την πότισε για χρόνια και χρόνια, αυτή τη φορά θα θελήσει να της φερθεί ευγενικά, να τη σώσει απ’ τα φαντάσματά της και να τη βοηθήσει να ξεκινήσει μια καινούρια ζωή. Τον από μηχανής θεό της θα τον βρει στο πρόσωπο του Yoichi, ενός νεαρού που διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τη γιαγιά της (το τελευταίο μέλος της οικογένειας που αποχαιρέτισε τα εγκόσμια) και της μητέρας του, της Έρικο. Η Έρικο προτού γίνει η μητέρα του πρώτου ήταν ο πατέρας του, που μετά από το θάνατο της συζύγου του αποφάσισε ν’ αλλάξει φύλλο, αφού ήταν σίγουρος ότι δεν επρόκειτο ν’ αγαπήσει άλλη γυναίκα τόσο πολύ ξανά. Η Mikage στα πρόσωπα αυτών των δύο, στο σπίτι των οποίων μετακομίζει, θα γνωρίσει για πρώτη φορά στ’ αλήθεια τη σημασία της λέξης οικογένεια. Ωστόσο, ο θάνατος κάπου καραδοκεί και περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να χτυπήσει, σκορπώντας στο άνεμο όποια αχνάρια χαράς απομένουν στις ζωές των πρωταγωνιστών. Αυτή τη φορά όμως δε θα αφήσει πίσω του μόνο συντρίμμια, αλλά και μια αποφασιστικότητα για τη ζωή, θα ξυπνήσει αποκοιμισμένες επιθυμίες, θα δώσει στον αυθορμητισμό πρόσφορο έδαφος για να εκδηλωθεί, για να μην αφήσει άλλο τις ψυχές να παραδέρνουν στις μέσα τους κολάσεις.
Το μεταφυσικό παίζει σημαντικό ρόλο στο Moonlight Shadow. Και σ’ αυτή τη νουβέλα ο θάνατος είναι η αφορμή. Σ’ ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα πεθαίνουν δύο νέοι άνθρωποι, αφήνοντας πίσω τους άλλους δύο, να θρηνούν μέρα και νύχτα, ο καθένας με το δικό του τρόπο, για τον άδικο χαμό τους. Η ζωή τους φέρθηκε απροσδόκητα σκληρά, κι αυτό ακριβώς το γεγονός είναι που τους φέρνει πιο κοντά, αφού νιώθουν ότι μοναχά αυτοί οι δυο μπορούν να καταλάβουν ο ένας τον άλλο. Η κοπέλα θρηνεί έναν εραστή. Το αγόρι, μια ερωμένη κι έναν αδελφό. Σα μια μελαγχολική μπαλάντα είναι η ζήση τους μέχρι που κάποια αυγή τα γεγονότα παίρνουν μια αναπάντεχη στροφή, μέχρι που οι νεκροί συναντούν τους ζωντανούς και οι βαμμένοι στο αίμα δεσμοί λύνονται. Τότε τα πράγματα αρχίζουν να μοιάζουν πιο φωτεινά, η θλίψη γίνεται λίγο πιο ανεκτή, κι η ζωή εκεί έξω αρχίζει να φωνάζει το παρόν της.
Ως συνήθως η Γιοσιμότο τα λέει όλα όμορφα κι απλά μέσα σε λίγες μόνο σελίδες, εκεί όπου άλλοι ομότεχνοί της στη Δύση, με τέτοια αβανταδόρικα θέματα, θα έγραφαν τόμους και τόμους. Ακόμη και το υστερόγραφο στην παρούσα έκδοση μοιάζει να κλείνει το μάτι στον αναγνώστη και να του λέει: «Εγώ απλά γράφω ιστορίες. Σ’ ευχαριστώ που τις διαβάζεις». Εξαιρετική.
Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.

Wednesday, March 25, 2009

Banana Yoshimoto – Hardboiled & Hard Luck

 
Αγορά από το Book Depository

Με το θέμα του θανάτου καταπιάνεται στις δύο νουβέλες που αποτελούν αυτό το βιβλίο, η γιαπωνέζα μαστόρισσα της αφηγηματικής τέχνης, Μπανάνα Γιοσιμότο.
Η πρώτη μιλά για το ταξίδι μιας νεαρής γυναίκας, την οποία κατατρέχουν πολλά φαντάσματα, στην ιαπωνική επαρχία. Το ταξίδι της, που το κάνει με τα πόδια, την οδηγεί μέσα από κάποια φαινομενικά στοιχειωμένα βουνά, σε μια μικρή πόλη και σ’ ένα πέρα ως πέρα στοιχειωμένο πανδοχείο. Τα συναισθήματα της μέρας, εκείνα που ένιωσε διασχίζοντας τα βουνά, δεν την εγκαταλείπουν τη νύχτα, αλλά αντίθετα παίρνουν μορφή μέσα από τον ύπνο και τον ξύπνιο της και την οδηγούν στα όρια της παράκρουσης. Τι ονειρεύεται; Μια κοπέλα-ξωτικό, με την οποία για μια εποχή συγκατοίκησε και πού για ένα σύντομο χρονικό διάστημα ήταν η ερωμένη της. Τι βλέπει; Μια γυναίκα-φάντασμα, η οποία χρόνια πριν είχε αυτοκτονήσει στο ξενοδοχείο και τη συγκεκριμένη νύχτα κάθε χρόνο επισκέπτεται το μέρος, όπου είχε βάλει τέλος στη ζωή της.
Αν και τα πιο πάνω ακούγονται κάπως τρομακτικά, το κείμενο κάθε άλλο από θρίλερ θυμίζει. Μοιάζει λες και το άγγιξε με το ραβδί της κάποια μάγισσα, μεταμορφώνοντάς το σ’ ένα τρυφερό παραμύθι για τον έρωτα και την απώλεια, αλλά και για τα μικρά παράξενα πράγματα που συμβαίνουν καθημερινά δίπλα μας, χωρίς να τα προσέχουμε. Όταν διαβάζει κανείς ότι η ερωμένη της κοπέλας απάντησε σ’ ένα τηλεφώνημα, την επομένη του θανάτου της, δεν μπορεί παρά να νιώσει ένα ρίγος να τον διαπερνά. Αλλά, όταν μια στιγμή μετά ακούει κάποιο φίλο να... εξηγεί το κουφό λέγοντας απλά: «Αυτό... ξέρεις. Ξέρεις τη Chizuru. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί...», θα νιώσει ένα χαμόγελο να σχηματίζεται στα χείλη του.
Το Hard Luck είναι η ιστορία μιας νέας γυναίκας που αργοπεθαίνει, αφήνοντας πίσω της, ένα αρραβωνιαστικό που μοιάζει ολότελα χαμένος, τον αδελφό του, που φαίνεται ν’ αναλαμβάνει τις ευθύνες που αναλογούν στον προηγούμενο, και μια οικογένεια στα όρια της απελπισίας.
Την ιστορία την αφηγείται η αδελφή της κοπέλας, που προσπαθεί με κάθε τρόπο να φανεί δυνατή και να χαράξει το δρόμο για την επόμενη μέρα. Σκέψεις, συναισθήματα, αναμνήσεις, καταγράφονται με ευαισθησία πολλή απ’ τη γραφίδα της συγγραφέως, που μοιάζει να θέλει να μας ταξιδέψει στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων της και να μας μιλήσει για τους διαφορετικούς τρόπους που ο κάθε άνθρωπος ξεχωριστά αντιμετωπίζει το θέμα του θανάτου.
Καθώς η Κούνι, ένα κορίτσι γεμάτο ζωή, οδεύει αμετάκλητα προς την άλλη όχθη, αυτοί που θα μείνουν πίσω, αυτοί που θα επιβιώσουν, θα πέσουν σ’ ένα είδος περισυλλογής σε ό,τι αφορά τα της ζήσης, θ’ αναρωτηθούν για τα λάθη και τα σωστά τους, θα μιλήσουν για ό,τι δεν μίλησαν ποτέ.
Αλλά, αν και καταπιάνεται με το θάνατο και την απώλεια, αυτή η ιστορία αναδίδει ένα έντονο συναίσθημα αισιοδοξίας, αφού καθώς βλέπουμε δυο απ’ τους ήρωές της να περιφέρουν τη θλίψη τους στους δρόμους και στις καφετέριες, την ίδια ώρα τους ακούμε να μιλάνε για την ομορφιά της ζωής, να εκφράζουν το θαυμασμό τους για την από καρδιάς καλοσύνη εκείνης που φεύγει, για το αύριο που, παρά το σημερινό πόνο, δεν μπορεί παρά να είναι καλύτερο, λίγο πιο φωτεινό.
Η Μπανάνα Γιοσιμότο, για μια ακόμη φορά με λόγια απλά και λιτά μας μιλά για τη μεγάλη περιπέτεια της ζωής, για την ομορφιά της, για την πολυχρωμία και τα σκοτάδια της, που κι αυτά στο τέλος πλημμυρίζουν με φως. Απλά, εξαιρετική.

Sunday, January 4, 2009

Ριουνοσούκε Ακουταγκάουα – Κάπα

Δυο απορίες γεννήθηκαν στο μυαλό μου όταν ξαναδιάβασα αυτή τη νουβέλα μετά από δεκατρία τόσα χρόνια: Α) Πώς και εκδόθηκε και στην Ελλάδα; Β) Αν την είχε γράψει κάποιος έλληνας συγγραφέας θα είχε άραγε δει ποτέ το φως της μέρας;
Θα απαντήσω στο δεύτερο ερώτημα πρώτα μ’ ένα ξερό: Όχι! Αλλά, ας προσθέσω μία ακόμη λέξη: Αποκλείεται. Όσο για την απάντηση στην πρώτη ερώτηση είναι κι αυτή απλή: εκδόθηκε στην Ελλάδα επειδή ο συγγραφέας είχε πεθάνει το 1927, οπότε τα πνευματικά δικαιώματα έχουν ήδη λήξει.
Θα με ρωτήσετε τώρα, μα τόσο κακό είναι αυτό το βιβλίο; Η αλήθεια είναι πώς όχι, δεν είναι καθόλου κακό. Είναι πολύ καλογραμμένο μάλιστα, πλούσιο σε εικόνες αποκυήματα μιας ξεχειλίζουσας φαντασίας. Τότε; Απλά είναι τόσο παράξενο βιβλίο, τόσο μικρό και αντιεμπορικό, τόσο εκτός πλαισίων και άγραφων εμπορικών κανόνων, που η έκδοσή του κάτω από διαφορετικές περιστάσεις θα αποτελούσε ένα μικρό ή μεγαλύτερο ρίσκο.
Για τι μιλά το Κάπα; Μα, για τους Κάπα φυσικά, μια φυλή πλασμάτων που ζουν στο έδαφος της Ιαπωνίας ή μάλλον κάτω από αυτό, κρυμμένοι από τους ανθρώπους, κάποιοι από τους οποίους όμως συχνά-πυκνά τους επισκέπτονται. Η κοινωνία των Κάπα είναι μια κοινωνία διαφορετική από την ανθρώπινη, η οποία ωστόσο πού και πού τη θυμίζει πολύ. Οι Κάπα είναι πλάσματα γεμάτη πάθη, χαρές, πίκρες και απογοητεύσεις ακριβώς όπως και οι άνθρωποι, αλλά να, αυτοί βλέπουν διαφορετικά τον κόσμο, μέσα από το δικό τους φακό. Αυτό ακριβώς το βλέμμα προσπαθεί να κατανοήσει ένας άνθρωπος όταν πέφτει στο βασίλειο των Κάπα. Σ’ αυτή του την προσπάθεια θα έχει αρωγό το φιλόσοφο Μαγκ, που έχει μάλιστα γράψει και ένα βιβλίο με τίτλο Τα Λόγια Του Τρελού, από το οποίο αντιγράφουμε:
Αν ζούμε τη ζωή μας με βάση τη λογική, κάποια στιγμή, αναπόφευκτα, θ’ απαρνηθούμε την ύπαρξή μας. Το γεγονός ότι ο Βολταίρος, που θεοποίησε τη λογική, τελείωσε ευτυχισμένα τη ζωή του αποδεικνύει ότι το ανθρώπινο ον δεν είναι τόσο εξελιγμένο όσο ο Κάπα.
Και σαν εξελιγμένη φυλή που είναι οι Κάπα έχουν και το δικό τους θεό, ο οποίος: «..έπλασε αυτό τον κόσμο σε μία μόνο μέρα. Παρόλο που χρησιμοποιούμε τη λέξη δέντρο στη φράση Δέντρο της Ζωής, δεν υπάρχει τίποτε που να μην μπορεί να κάνει. Όπως ήταν φυσικό, δημιούργησε και το θηλυκό του είδους Κάπα. Όταν βρήκε κάπως μονότονη την ύπαρξή της, η θηλυκή Κάπα άρχισε να ψάχνει για τον αρσενικό Κάπα. Κι ο θεός μας, που τη λυπήθηκε, πήρε το μυαλό της και έφτιαξε τον αρσενικό Κάπα. Έπειτα, αφού ευλόγησε το ζευγάρι, τους είπε: Φάτε. Ενωθείτε. Ζήστε έντονα».
Η νουβέλα αυτή αποτελεί ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να σας συστήσω να την αγοράσετε αφού ίσως να μην συμπίπτει με τα γούστα σας και μετά θα έχω εγώ το... κρίμα στο λαιμό μου!

Friday, January 2, 2009

Λιλή Ζωγράφου - Μου σερβίρετε ένα βασιλόπουλο παρακαλώ


Σ’ αυτό το βιβλίο περιλαμβάνονται τρεις νουβέλες, στις οποίες η συγγραφέας… σπάει πλάκα! Φαίνεται να έχει γράψει αυτές τις ιστορίες μόνο και μόνο για να διασκεδάσει η ίδια, αλλά και για να χαρίσει λίγα χαμόγελα στον αναγνώστη.

“Γυναίκες, μιλώ ακούστε. Να σας σερβίρω ένα βασιλόπουλο είναι αδύνατο φυσικά. Εκείνο που μπορώ να κάνω για σας είναι να σκοτώσω το βασιλόπουλο. Και τη Σταχτοπούτα. Αυτή η ξευτελισμένη, αυτή η δούλα που δεν έχει ίχνος περηφάνιας και ρεαλισμού, αα, δε μου ξεφεύγει”. Μ’ αυτά τα λόγια ξεκινά τον πρόλογό της η συγγραφέας για να τονίσει αργότερα ότι: “Οι μύθοι είναι τα κάστρα του συστήματος”, τα κάστρα που θέλει η ίδια να γκρεμίσει, γιατί στο κάτω κάτω της γραφής “το μόνο που σε σώζει είναι η πίστη στον εαυτό σου”.

Το να πιστεύεις όμως στον εαυτό σου δε σημαίνει κι ότι πρέπει να είσαι μόνος: “Κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς συντροφιά. Κι όταν αυτή η συντροφιά διαμορφωθεί σε οικογένεια, η κατάσταση είναι θεία. Ο γάμος είναι απαράδεχτος. Η συμβίωση λύνει ελάχιστα προβλήματα και μόνο τότε, όταν το παραδεχτούμε, είναι επιτυχημένη. Είναι τελείως παρανοϊκό να πιστεύει και να απαιτεί η γυναίκα να ’ναι ο άντρας ο φορέας της ευτυχίας της. Η ευτυχία δεν είναι φασολάκια να τα κουβαλάει κανείς στο ζεμπίλι…”.

Στην πρώτη νουβέλα με τίτλο “Σταχτοπούτα ετών πενήντα” μαθαίνουμε την ιστορία της Χαρίκλειας που γεννήθηκε “…πες κατά λάθος, πες κακή ώρα, αφού ο πατέρας μας ήταν κιόλας πεθαμένος πριν τρία χρόνια…”. Υπέφερε πολύ στα παιδικά της χρόνια η Χαρίκλεια μια και ήταν μπάσταρδη και τ’ άλλα τα παιδιά δεν την ήθελαν κοντά τους. Αλλά κι όταν μεγάλωσε το χείλι της δε χαμογέλασε ποτέ. Δούλεψε, έζησε μια ζωή στερεμένη, μάζεψε λεφτά, αλλά έμεινε ανέραστη και με προίκα ένα τεράστιο άψυχο σπίτι για να την υποδέχεται κάθε Σάββατο.

Στη δεύτερη νουβέλα πέφτει άγριο γέλιο. Ακόμη και ο τίτλος προδιαθέτει γι’ αυτό: “Θρόνος-αντίκα χαρίζεται εις ρέκτην…”. Είναι η ιστορία κάποιου φτωχού πλην τίμιου νέου, τον οποίο διαλέγει μια γόνος αριστοκρατικής οικογένειας ως σύζυγο της. Έλα όμως που η κυρία είναι σωστή μέγαιρα και κάνει ό,τι θέλει το φτωχό και άβουλο ανθρωπάκι. Μάλιστα είναι τόσο μεγάλος ο έλεγχος και η επιρροή που ασκεί στη ζωή του, που όταν πεθαίνει είναι σίγουρος ότι εκείνος τη σκότωσε, αφού η μεγαλοκυρά του είχε προαναγγείλει ότι, έτσι και τολμούσε να την εγκαταλείψει, θα αυτοκτονούσε και θα φροντίζε να φανεί ότι την σκότωσε εκείνος…

Οι πιο ωραίες στιγμές της νουβέλας είναι όταν η κυράτσα τσακώνεται με την αδελφή της την… κομμουνίστρια, κι η τελευταία της τα λέει χύμα, ειδικά όταν μαθαίνει ότι κοτζάμ αρχόντισσα δεν μπορεί να τεκνοποιήσει: “Μα, μπορεί να μην πεισμώσει ένα κορμί που τ’ άφησες σαράντα χρόνια αλειτούργητο; Το σώμα μας, βρε, είναι εκκλησία. Θέλει και τα καντήλια του αναμμένα και τα θυμιάματά του να καίνε και τους βρωμοπαπάδες του!”.

Και φτάνουμε στην τρίτη νουβέλα με το χαρακτηριστικό τίτλο: “Εδώ σερβίρεται μόνο αχνιστό πάθος και ανόθευτη ηθική”. Είναι η ιστορία μιας γυναίκας-φωτιά με το όνομα Αργυρώ που αναστατώνει ένα ολόκληρο χωριό με την ομορφιά της, αλλά και τη φλόγα του πάθους της. Όλοι οι άντρες την ποθούν, όλες οι γυναίκες τη ζηλεύουν, και δεν υπάρχει πρόβλημα κανένα. Μέχρι που αποφασίζει ένας παπάς να ξεριζώσει την αμαρτία από το χωριό, και τότε γίνεται το σώσε. Πέφτει ξύλο, ο τόπος γίνεται άνω κάτω, τρώει λίγες κι ο παπάς να μην παραπονιέται. Αλλά, η Αργυρώ όσα κι αν τράβηξε είναι από γερό σκαρί και… ξανά προς τη δόξα τραβά.

Ηθικό δίδαγμα: Δεν είναι καιρός για Σταχτοπούτες!

Sunday, December 28, 2008

ΣΟΥΖΑΝΝΑ ΤΑΜΑΡΟ: Απάντησέ μου


Η Ταμάρο μας παρουσιάζει ένα καλογραμμένο και με πολύ ευαισθησία βιβλίο, σε μια από τις καλύτερες συγγραφικές της στιγμές.

Το βιβλίο αυτό αποτελείται από τρεις ιστορίες που ασχολούνται με τις ζωές ανθρώπων που παρασύρθηκαν από τα πάθη τους κι υπέφεραν πολύ από τη δειλία τους. Ανθρώπων που έφτασαν στα όρια από τα μονοπάτια του πόνου.

Ευτυχώς η Ταμάρο δεν μπαίνει στη λογική του “ευτυχισμένου τέλους” κι έτσι οι ιστορίες της καταπιάνονται με την ουσία των πραγμάτων των όχι και τόσο παραμυθένιων ζωών των ηρώων της. Ουσιαστικά, φαίνεται να θέλει να μας φωνάξει ότι η ζωή δεν είναι παραμύθι.

Ας ρίξουμε μια ματιά στους τρεις πρωταγωνιστές των ιστοριών: Η Ρόζα, η ατίθαση ορφανή, οπλίζεται με όσο μίσος μπορεί να αντλήσει από τη δραματική ζωή της. Η άτυχη μητέρα -της δεύτερης ιστορίας-, βουβή μπροστά στην οδύνη του θανάτου, γυρεύει να τον νικήσει με όπλο της τον ίδιο το θάνατο. Και, τέλος, ο Σαβέριος, αιχμάλωτος του πάθους και της ζήλιας του, καταστρέφει με τα ίδια του τα χέρια τα πλάσματα που λατρεύει.

Πόνος, πόνος, και πάλι πόνος, λοιπόν. Αλλά και πίστη. Η πίστη που αποκτά και πάλι ο άνθρωπος στο Θεό μέσα στην απελπισία του, μια πίστη που διαφορετικά παραμένει εν υπνώσει.

Οι ήρωες της Ταμάρο είναι βαθιά ανθρώπινοι: αγαπούν, πονούν, δακρύζουν και οργίζονται: “Άκουσέ με, Φιρμάτο, γουρούνι! Αγάπη είναι να φιλήσεις τη Μαγδαλήνη, όχι να της ξεράσεις κατάμουτρα” φωνάζει η Ρόζα στην πρώτη ιστορία. Έρχονται επίσης πολλές φορές αντιμέτωποι με το κακό που: “… έχει πολλά πρόσωπα και χώνεται παντού με επιδεξιότητα μίμου. Μοιάζει να πεθαίνει, κι όμως πάντα ανασταίνεται”.

Υπάρχει τελικά σωτηρία για τους παραδομένους στα πάθη ανθρώπους; Για άλλους ναι, για άλλους όχι μοιάζει να λέει η συγγραφέας. Εξάλλου ο πόνος και το μισός συχνά υπερισχύουν της αγάπης. Οι άνθρωποι νομίζουν πως ψάχνουν την ουσία της ζωής, αλλά κάνουν λάθος. Το μόνο που ζητούν είναι λίγη αγάπη και προπάντων ασφάλεια. Αλλά, ζουν μες στο φόβο, και: “Τι λογής ζωή είναι μια ζωή μέσα στο φόβο; Είναι η ζωή του ανθρώπου που περπατάει με το βλέμμα χαμηλωμένο. Η ζωή του σκλάβου. Όμως η μοίρα που μας καλεί δεν είναι η μοίρα των σκλάβων, αλλά η μοίρα των παιδιών και των αδελφών. Είναι η μοίρα της αγάπης και της ελευθερίας. Γιατί αληθινή ελευθερία δεν είναι να κάνουμε ό,τι μας τύχει, αλλά να ζούμε σαν πλάσματα ελεύθερα από το φόβο”.

Η Ταμάρο μιλά για τα πιο απλά πράγματα με τον πιο απλό τρόπο. Η γραφή της ρέει σαν σιωπηλό ποτάμι και χαϊδεύει τις ψυχές.

Ένα αληθινά όμορφο βιβλίο.

Από τις εκδόσεις Ωκεανίδα.