Showing posts with label λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία. Show all posts
Showing posts with label λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία. Show all posts

Monday, January 16, 2012

Roberto Bolaño – Amulet

Αγορά από το Book Depository

Το «Φυλακτό» περιγράφεται σαν μια ημι-παραισθησιακή νουβέλα, η οποία λίγο ή πολύ ασχολείται με τη μελαγχολία της Λατινικής Αμερικής – όχι σαν γεωγραφικού χώρου, αλλά ως ενός τεράστιου μέρους, του οποίου οι κάτοικοι υπέφεραν πολλά στο πέρασμα του χρόνου.
     «Αυτή θα είναι μια ιστορία τρόμου», μας λέει στην αρχή του βιβλίου η Οξίλιο Λακουτούρ, μια ποιήτρια με καταγωγή από την Ουρουγουάη, που θεωρείται ωστόσο η μητέρα της μεξικανικής ποίησης. Αυτό που ακολουθεί ωστόσο δεν είναι μια ιστορία τρόμου, αλλά μια ιστορία για τα μεγάλα πάθη, τα μεγάλα λόγια, τις απογοητεύσεις και τα αναπόφευκτα λάθη.
     Ο Μπολάνιο, μέσω της Οξίλιο, επιστρέφει σε γνώριμα συγγραφικά μονοπάτια: μας ταξιδεύει και πάλι στους δρόμους της ποίησης, μας συστήνει ξανά σε φανταστικά ή μη πρόσωπα που γνωρίσαμε στα άλλα βιβλία του, μας μιλά για τον πολιτισμό και για τους εκπροσώπους του, που άλλοτε λειτουργούν θετικά γι’ αυτόν και άλλοτε όχι. Και μας μιλά για την ιστορία. Ή μάλλον για ένα μεμονωμένο γεγονός στην ιστορία. Την εισβολή των τανκς στο Πανεπιστήμιο της πόλης του Μεξικού στις 18 Σεπτεμβρίου του 1968 – τη μέρα που όλα άλλαξαν και όλα παρέμειναν τα ίδια. Τη μέρα που η Οξίλιο, χωρίς καλά καλά να το καταλάβει, βρέθηκε στο επίκεντρο ενός κυκεώνα, που λίγο την άγγιξε, αλλά τη μετέτρεψε σε θρύλο.
     Η Οξίλιο είναι μία από εκείνες τις ηρωίδες της λογοτεχνίας που παραμένουν βαθιά χαραγμένες στη μνήμη του αναγνώστη. Είναι μια γυναίκα σύμβολο, ένας φορέας αλλαγής. Κάποια που δεν θα γίνει ίσως ποτέ ευτυχισμένη, αλλά και η οποία ίσως δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τη μελαγχολία της. Η λύπη της είναι μάλλον η δύναμή της: «Βάφτισα το δεξί μου πόδι θέληση και το αριστερό αναγκαιότητα», λέει. Και μ’ αυτά τα πόδια πορεύτηκε σ’ ένα κόσμο εύθραυστο, όπου όλα άλλαζαν μέρα με τη μέρα και όλα παρέμεναν τα ίδια. Ο πολιτισμός ήταν το πεδίο δράσης της, η πολιτική το υπόγειο πεδίο των μαχών της. Ήταν μια ιδεαλίστρια που ήθελε να αλλάξει τον κόσμο, τουλάχιστον τον κόσμο γύρω της, η οποία ωστόσο δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις: «Οξίλιο Λακατούρ, πολίτη της Ουρουγουάης, Λατινοαμερικανή, ποιήτρια και ταξιδιώτισσα, αντιστάσου», διέταξε τον εαυτό της. Και αντιστάθηκε: γράφοντας ποίηση, στηρίζοντας τους νέους ποιητές, σεβόμενη τους παλιούς, ξεσκονίζοντας τα ράφια της λογοτεχνίας, αναγνωρίζοντας ότι: «Ο πολιτισμός πολλές φορές είναι, ή περιλαμβάνει, κάποιου είδους τρέλα». Ωστόσο: «Ένα μοναχά πράγμα με εμπόδισε από το να τρελαθώ: το ότι ποτέ δεν έχασα την αίσθηση του χιούμορ». Κι αν το χιούμορ την έσωσε από την τρέλα, η συγγραφή ήταν αυτή που την κράτησε ζωντανή: «Επειδή έγραφα, άντεξα». Άντεξε για να δει και να ζήσει πολλά και για να φτάσει στα δικά της συμπεράσματα για τη φάρσα του καθημερινού βίου: «Η κάθε μέρα είναι σαν μια παγωμένη διαφάνεια που διαρκεί μοναχά λίγα δευτερόλεπτα». Διόλου παράξενο λοιπόν που ξανά και ξανά η ζωή την οδηγούσε «σε άλλες ιστορίες». Ιστορίες συνηθισμένων ανθρώπων, ιστορίες μεγάλων δημιουργών: «Ω, πόσο αγαπώ την ελληνική λογοτεχνία, από τη Σαπφώ μέχρι και τον Γιώργο Σεφέρη». Ωστόσο η Οξίλιο αγαπούσε και την αγάπη, γι’ αυτό και έλεγε: «Τίποτα καλό δεν προκύπτει ποτέ από την αγάπη – αυτό που προκύπτει είναι πάντα κάτι καλύτερο».
     Η ιστορία της Οξίλιο είναι πολλές ιστορίες μαζί: ιστορίες για τον έρωτα και για το θάνατο, για την ποίηση, για την επανάσταση και για την πολιτική, για τις μεγάλες φάρσες της περιπέτειας του ανθρώπου. Ένα ακόμη αξιόλογο λιθαράκι στο όλο και μεγαλύτερο λογοτεχνικό κανόνα ενός πραγματικά σπουδαίου συγγραφέα.

Tuesday, October 19, 2010

Σέσαρ Άιρα – Βαράμο

Αυτό είναι το πρώτο βιβλίο του Σέσαρ Άιρα που διαβάζω. Τον ανακάλυψα πριν μερικούς μήνες μέσα από την εκπομπή «Κεραίες της εποχής μας» και μου φάνηκε «ωραίος τύπος». Και όντως είναι. Όπως αντιλαμβανόμαστε από τα κείμενά του, αλλά και από το επίμετρο, είναι ένας από εκείνους τους συγγραφείς που απλά παίζουν, αστειεύονται: με τον εαυτό τους, με τους αναγνώστες, με τους κριτικούς, με όλους. Λες και θέλει να προκαλέσει, απλά με το να είναι ο εαυτός του. Αλλά, αυτό δεν το πιστεύω. Όλα με πρόγραμμα τα κάνει. Στις δύο νουβέλες που φιλοξενεί αυτός ο τόμος κυριαρχεί μια οργανωμένη… αναρχία, που θυμίζει σε ύφος τον δάσκαλο Μπόρχες. Οι ιστορίες του είναι τραβηγμένες μέχρι τα άκρα, αν και δεν είναι απόλυτα ιστορίες. Κάπου-κάπου και εντελώς στα ξαφνικά μετατρέπονται σε δοκίμια, κάνουν ιστορικές αναφορές, και συχνά πυκνά παραπαίουν ανάμεσα στην κωμωδία και την τραγωδία. Το πιο σημαντικό για μένα ωστόσο είναι ότι είναι στο σωστό μέγεθος, αυτό της νουβέλας. Πιστεύω ότι οι περισσότερες ιστορίες μπορούν να ειπωθούν σε λιγότερες από 30 χιλιάδες λέξεις και ο Άιρα το αποδεικνύει αυτό.
Η πρώτη νουβέλα, το «Βαράμο» είναι η ιστορία του… Βαράμο. Διαδραματίζεται στην πόλη Κολόν του Παναμά και περιγράφει μια μέρα στη ζωή του ομώνυμου ήρωα, στη διάρκεια της οποίας θα συμβούν πολλά και κωμικοτραγικά. Καταρχήν θα πληρωθεί από το κράτος, μια και τυγχάνει δημόσιος υπάλληλος, με πλαστά χαρτονομίσματα, κάτι το οποίο αντιλαμβάνεται αμέσως, αλλά για κάποιο λόγο δεν αποκαλύπτει σε κανένα. Μετά θα συναντήσει τον οδηγό ενός υπουργού, που τυγχάνει και τζογαδόρος, ο οποίος θα του δώσει κάποια λεφτά που κέρδισε η μητέρα του και που θα παίξει καταλυτικό ρόλο στην ιστορία. Η μητέρα που λέγαμε έχει κάποια ψυχολογικά προβλήματα και θα δώσει τη δική της παράσταση στο δρόμο, προτού την περιμαζέψει ο Βαράμο, λίγο προτού φύγει για το καφενείο. Καθοδόν προς τα εκεί θα γίνει μάρτυρας σ’ ένα ατύχημα, θ’ ανακαλύψει μερικά φοβερά μυστικά, θα ψιλοερωτευτεί και άλλα… ευτράπελα. Σα να διαβάζουμε τη λατινοαμερικάνικη εκδοχή του «Οδυσσέα» του Τζόις σε μικρογραφία ή ίσως και μια παρωδία της: «…Το μυστικό της προηγούμενης πρόθεσής του μόλυνε αναγκαστικά κι αυτή, και επομένως έπρεπε να κρύψει ότι αυτοσχεδίαζε, πράγμα που, δεδομένης της έλλειψης χρόνου, ισοδυναμούσε με το να αυτοσχεδιάσει ότι το έκρυβε. Πόσο δύσκολο!»
Στο «Ένα επεισόδιο από τη ζωή του ταξιδευτή ζωγράφου» μαθαίνουμε για… πολλά επεισόδια. Εδώ ουσιαστικά παρακολουθούμε τα έργα και τις ημέρες ενός πολύ ταλαντούχου καλλιτέχνη, που ακούει στο επίθετο Ρουγκέντας. Θεωρείται ένας από τους κορυφαίους ζωγράφους της γενιάς του, κάποιος που του αρέσει να μαθαίνει συνέχεια, να δουλεύει ακατάπαυστα και να πειραματίζεται, και χάρη σε μια γενναία χορηγία από κάποιον πλούσιο συλλέκτη, τον ακολουθούμε στο ταξίδι που πραγματοποιεί, συντροφιά μ’ ένα μαθητή-ακόλουθό του στη Λατινική Αμερική. Σκοπός του είναι να ζωγραφίσει τα άγρια αργεντίνικα τοπία, αλλά και σκηνές από τη ζωή των ντόπιων, κάτι που θα τον βάλει σε πολλούς κινδύνους. Η ιερή του τρέλα ωστόσο θα συνεχίσει να τον καθοδηγεί και αυτή ακριβώς είναι που θα τον βοηθήσει να ζωγραφίσει κάποια αριστουργήματα, ακόμη και όταν μείνει… τυφλός. Ο Άιρα κάνει και εδώ, αυτό που λέγαμε προηγουμένως: παίζει. Μας σερβίρει στο πιάτο ένα σωρό εξωφρενικά γεγονότα και μοιάζει να θέλει να μας πει, ποιητική αδεία φυσικά, ότι απλά έτσι έχουν τα πράγματα. Ωστόσο, σε αντίθεση με το Βαράμο, η γραφή του εδώ γίνεται πού και πού ποιητική: «Τα σύννεφα κατέβαιναν μέχρι σχεδόν να κουρνιάσουν στο έδαφος, αλλά το παραμικρό αεράκι έφτανε για να τα πάρει… και να φέρει άλλα, από διαδρόμους ακατάληπτους, που έμοιαζαν να συνδέουν τον ουρανό με το κέντρο της Γης. Σε αυτές τις μαγικές εναλλαγές, οι καλλιτέχνες ξανάβρισκαν οράματα ονειρεμένα, κάθε φορά και πιο ευρύχωρα».
Αν είστε φίλοι της… κουφής δουλειάς του Μπόρχες, αλλά και του είδους της νουβέλας, θα απολαύσετε πολύ αυτό το βιβλίο. Αν όχι, εσείς θα χάσετε.