Showing posts with label Roberto Bolaño. Show all posts
Showing posts with label Roberto Bolaño. Show all posts
Thursday, February 23, 2012
Roberto Bolaño – Last Evenings on Earth
Τα βιβλία του Μπολάνιο είναι μια από τις σύγχρονες μανίες μου. Από τον καιρό που τον ανακάλυψα τον αναζητώ όλο και πιο πολύ. Και με εξαίρεση το γιγαντιαίο 2666, με το οποίο παλεύω ακόμα, όσα έργα του έπεσαν στα χέρια μου τα καταβρόχθισα. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν απόγονο του Μπόρχες, αλλά προσωπικά διαφωνώ, αφού κατά την ταπεινή μου άποψη είναι καλύτερος από τον προπάτορα, κι ας τον θυμίζει πού και πού.
Οι τελευταίες νύχτες στη γη είναι μια συλλογή με δεκατρείς ιστορίες και ένα σημείωμα. Ιστορίες που, όπως και στα υπόλοιπα έργα του συγγραφέα, μοιάζουν αυτοβιογραφικές. Βασικός πρωταγωνιστής ή αφηγητής σ’ αυτές είναι ο Μπ., συντομογραφία του Μπελανό (Αρτούρο), τον οποίο συναντήσαμε και στα άλλα βιβλία. Οι ιστορίες που μας αφηγείται είναι κάπως λυπημένες, μοιάζουν πνιγμένες στη μελαγχολία του μετανάστη, ξεχειλίζουν από τη νοσταλγία του νομάδα.
Όσο για τους ήρωες, κι αυτοί μας φαίνονται σαν γνώριμοι από παλιά: συγγραφείς, ποιητές, ζωγράφοι, άνθρωποι που παίρνουν ζωή από την τέχνη και που μερικές φορές εξαρτώνται απόλυτα από αυτή. Τα τοπία, κι αυτά γνωστά: η πόλη του Μεξικού κι η Βαρκελώνη, μαζί με κάποια περάσματα από τη μεξικανική επαρχία και τη γαλλική εξοχή, το Παρίσι και τις Βρυξέλλες και το Ακαπούλκο.
Αν είναι κάτι που στοιχειώνει τους πρωταγωνιστές του Μπολάνιο είναι το παρελθόν. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς είτε τρέχουν να ξεφύγουν απ’ αυτό, είτε ψάχνουν να βρουν σ’ αυτό τις απαντήσεις στα υπαρξιακά τους ερωτήματα. Κάποιοι πάσχουν κι από μια θανάσιμη πάθηση, αυτή του ανικανοποίητου. Κτίζουν και γκρεμίζουν τις ζωές τους ξανά και ξανά, αλλάζουν τόπους, συνήθειες, ακόμη κι ανθρώπους, αλλά ποτέ δεν μπορούν να νιώσουν στ’ αλήθεια ευτυχισμένοι. Κάποια φυσήματα χαράς τους χαϊδεύουν κάθε τόσο τις αισθήσεις, αλλά αυτά δεν κρατάνε για πολύ. Η ανάγκη του δρόμου, το κάλεσμα της φυγής, τους ορίζει τις ζωές. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Ανν Μουρ, μιας κοπελίτσας από το Σικάγο, που μεγάλωσε στη Μοντάνα, πήγε για σπουδές στο Σαν Φρανσίσκο, ταξίδεψε στο Μεξικό και στην Ισπανία, παντρεύτηκε κι εγκαταστάθηκε στο Σιάτλ, προτού το εγκαταλείψει κι αυτό, και η οποία ίσως ακόμη να κόβει βόλτες στις γειτονιές του κόσμου. Όσο περιπετειώδης κι αν υπήρξε η ζωή της, άλλο τόσο κενό υπήρξε το μέσα της, το οποίο για χρόνια και χρόνια προσπαθούσε με κάποιο τρόπο να γεμίσει.
Μεγάλο είναι το κενό που νιώθει μέσα του κι ο αφηγητής. Όταν, κάποια φορά, ακολουθεί τον πατέρα του σ’ ένα ταξίδι στο Ακαπούλκο, αντιλαμβάνεται πόσο διαφορετικός είναι από τους άλλους ανθρώπους. Όπως του λέει και ο τελευταίος: «Είσαι καλλιτέχνης κι εγώ είμαι εργάτης». Ο πατέρας του μοιάζει να καταλαβαίνει τη φύση του καλύτερα κι από τον ίδιο. Μια φύση που θα τον οδηγήσει ν’ αναζητήσει δουλειά σ’ ένα εργαστήρι γραφής στη μέση του πουθενά, όπου θα γνωρίσει μια λίγο πολύ απελπισμένη γυναίκα, που θα τον αναγκάσει ν’ ακολουθήσει τ’ αχνάρια ενός μείζονα σουρεαλιστή ποιητή, που χάθηκε από προσώπου γης στη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, που θα τον φέρει σε σύγκρουση μ’ έναν άντρα που κάποτε θα χάσει τα λογικά του και θα προσπαθήσει να σκοτώσει τη γυναίκα, κι ο οποίος στη συνέχεια θα βάλει τέλος στη ζωή του και που θα τον κάνει να επισκεφτεί κάποιο φίλο του οδοντίατρο σε μια πόλη μακρινή, με τον οποίο θα ξοδέψει κάποιες ποιοτικές και ποιητικές ώρες, διαβάζοντας τα λογοτεχνικά κείμενα ενός πάμφτωχου αγοριού δεκάξι χρόνων.
Όσοι έχουν ήδη γνωρίσει τον ξεχωριστό κόσμο του συγγραφέα σίγουρα θ’ απολαύσουν αυτές τις ιστορίες, παρά τη μελαγχολία που βγάζουν. Ο Μπολάνιο δεν μοιάζει να ενδιαφέρεται και τόσο να ψυχαγωγήσει τον αναγνώστη όσο να του προσφέρει τροφή για σκέψη. Ίσως κάποια απ’ αυτά τα διηγήματα να μοιάζουν ξεκάρφωτα ή και άνισα, ωστόσο ο προσεκτικός παρατηρητής θα προσέξει ότι στα πλείστα απ’ αυτά ο συγγραφέας απλά πειραματίζεται. Η γλώσσα του άλλοτε γίνεται ποιητική και άλλοτε απλά ξερά περιγραφική. Τα κείμενα πού και πού είναι λιτά και άλλοτε ξεχειλίζουν από λέξεις και συναισθήματα. Δεν γνωρίζω κατά πόσο τα διηγήματα γράφτηκαν πριν από τα μυθιστορήματα, αλλά πιστεύω ότι έτσι έχουν τα πράγματα, καθώς διαβάζοντάς τα είχα την αίσθηση ότι έριχνα μικρές ματιές στον Μπολάνιο του αύριο.
Συστήνεται.
Παρουσιάσεις βιβλίων του ιδίου:
Amulet
Antwerp
Μακρινό Αστέρι
Οι Άγριοι Ντετέκτιβ
Monday, January 16, 2012
Roberto Bolaño – Amulet
Αγορά από το Book Depository
Το «Φυλακτό» περιγράφεται σαν μια ημι-παραισθησιακή νουβέλα, η οποία λίγο ή πολύ ασχολείται με τη μελαγχολία της Λατινικής Αμερικής – όχι σαν γεωγραφικού χώρου, αλλά ως ενός τεράστιου μέρους, του οποίου οι κάτοικοι υπέφεραν πολλά στο πέρασμα του χρόνου.
«Αυτή θα είναι μια ιστορία τρόμου», μας λέει στην αρχή του βιβλίου η Οξίλιο Λακουτούρ, μια ποιήτρια με καταγωγή από την Ουρουγουάη, που θεωρείται ωστόσο η μητέρα της μεξικανικής ποίησης. Αυτό που ακολουθεί ωστόσο δεν είναι μια ιστορία τρόμου, αλλά μια ιστορία για τα μεγάλα πάθη, τα μεγάλα λόγια, τις απογοητεύσεις και τα αναπόφευκτα λάθη.
Ο Μπολάνιο, μέσω της Οξίλιο, επιστρέφει σε γνώριμα συγγραφικά μονοπάτια: μας ταξιδεύει και πάλι στους δρόμους της ποίησης, μας συστήνει ξανά σε φανταστικά ή μη πρόσωπα που γνωρίσαμε στα άλλα βιβλία του, μας μιλά για τον πολιτισμό και για τους εκπροσώπους του, που άλλοτε λειτουργούν θετικά γι’ αυτόν και άλλοτε όχι. Και μας μιλά για την ιστορία. Ή μάλλον για ένα μεμονωμένο γεγονός στην ιστορία. Την εισβολή των τανκς στο Πανεπιστήμιο της πόλης του Μεξικού στις 18 Σεπτεμβρίου του 1968 – τη μέρα που όλα άλλαξαν και όλα παρέμειναν τα ίδια. Τη μέρα που η Οξίλιο, χωρίς καλά καλά να το καταλάβει, βρέθηκε στο επίκεντρο ενός κυκεώνα, που λίγο την άγγιξε, αλλά τη μετέτρεψε σε θρύλο.
Η Οξίλιο είναι μία από εκείνες τις ηρωίδες της λογοτεχνίας που παραμένουν βαθιά χαραγμένες στη μνήμη του αναγνώστη. Είναι μια γυναίκα σύμβολο, ένας φορέας αλλαγής. Κάποια που δεν θα γίνει ίσως ποτέ ευτυχισμένη, αλλά και η οποία ίσως δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τη μελαγχολία της. Η λύπη της είναι μάλλον η δύναμή της: «Βάφτισα το δεξί μου πόδι θέληση και το αριστερό αναγκαιότητα», λέει. Και μ’ αυτά τα πόδια πορεύτηκε σ’ ένα κόσμο εύθραυστο, όπου όλα άλλαζαν μέρα με τη μέρα και όλα παρέμεναν τα ίδια. Ο πολιτισμός ήταν το πεδίο δράσης της, η πολιτική το υπόγειο πεδίο των μαχών της. Ήταν μια ιδεαλίστρια που ήθελε να αλλάξει τον κόσμο, τουλάχιστον τον κόσμο γύρω της, η οποία ωστόσο δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις: «Οξίλιο Λακατούρ, πολίτη της Ουρουγουάης, Λατινοαμερικανή, ποιήτρια και ταξιδιώτισσα, αντιστάσου», διέταξε τον εαυτό της. Και αντιστάθηκε: γράφοντας ποίηση, στηρίζοντας τους νέους ποιητές, σεβόμενη τους παλιούς, ξεσκονίζοντας τα ράφια της λογοτεχνίας, αναγνωρίζοντας ότι: «Ο πολιτισμός πολλές φορές είναι, ή περιλαμβάνει, κάποιου είδους τρέλα». Ωστόσο: «Ένα μοναχά πράγμα με εμπόδισε από το να τρελαθώ: το ότι ποτέ δεν έχασα την αίσθηση του χιούμορ». Κι αν το χιούμορ την έσωσε από την τρέλα, η συγγραφή ήταν αυτή που την κράτησε ζωντανή: «Επειδή έγραφα, άντεξα». Άντεξε για να δει και να ζήσει πολλά και για να φτάσει στα δικά της συμπεράσματα για τη φάρσα του καθημερινού βίου: «Η κάθε μέρα είναι σαν μια παγωμένη διαφάνεια που διαρκεί μοναχά λίγα δευτερόλεπτα». Διόλου παράξενο λοιπόν που ξανά και ξανά η ζωή την οδηγούσε «σε άλλες ιστορίες». Ιστορίες συνηθισμένων ανθρώπων, ιστορίες μεγάλων δημιουργών: «Ω, πόσο αγαπώ την ελληνική λογοτεχνία, από τη Σαπφώ μέχρι και τον Γιώργο Σεφέρη». Ωστόσο η Οξίλιο αγαπούσε και την αγάπη, γι’ αυτό και έλεγε: «Τίποτα καλό δεν προκύπτει ποτέ από την αγάπη – αυτό που προκύπτει είναι πάντα κάτι καλύτερο».
Η ιστορία της Οξίλιο είναι πολλές ιστορίες μαζί: ιστορίες για τον έρωτα και για το θάνατο, για την ποίηση, για την επανάσταση και για την πολιτική, για τις μεγάλες φάρσες της περιπέτειας του ανθρώπου. Ένα ακόμη αξιόλογο λιθαράκι στο όλο και μεγαλύτερο λογοτεχνικό κανόνα ενός πραγματικά σπουδαίου συγγραφέα.
«Αυτή θα είναι μια ιστορία τρόμου», μας λέει στην αρχή του βιβλίου η Οξίλιο Λακουτούρ, μια ποιήτρια με καταγωγή από την Ουρουγουάη, που θεωρείται ωστόσο η μητέρα της μεξικανικής ποίησης. Αυτό που ακολουθεί ωστόσο δεν είναι μια ιστορία τρόμου, αλλά μια ιστορία για τα μεγάλα πάθη, τα μεγάλα λόγια, τις απογοητεύσεις και τα αναπόφευκτα λάθη.
Ο Μπολάνιο, μέσω της Οξίλιο, επιστρέφει σε γνώριμα συγγραφικά μονοπάτια: μας ταξιδεύει και πάλι στους δρόμους της ποίησης, μας συστήνει ξανά σε φανταστικά ή μη πρόσωπα που γνωρίσαμε στα άλλα βιβλία του, μας μιλά για τον πολιτισμό και για τους εκπροσώπους του, που άλλοτε λειτουργούν θετικά γι’ αυτόν και άλλοτε όχι. Και μας μιλά για την ιστορία. Ή μάλλον για ένα μεμονωμένο γεγονός στην ιστορία. Την εισβολή των τανκς στο Πανεπιστήμιο της πόλης του Μεξικού στις 18 Σεπτεμβρίου του 1968 – τη μέρα που όλα άλλαξαν και όλα παρέμειναν τα ίδια. Τη μέρα που η Οξίλιο, χωρίς καλά καλά να το καταλάβει, βρέθηκε στο επίκεντρο ενός κυκεώνα, που λίγο την άγγιξε, αλλά τη μετέτρεψε σε θρύλο.
Η Οξίλιο είναι μία από εκείνες τις ηρωίδες της λογοτεχνίας που παραμένουν βαθιά χαραγμένες στη μνήμη του αναγνώστη. Είναι μια γυναίκα σύμβολο, ένας φορέας αλλαγής. Κάποια που δεν θα γίνει ίσως ποτέ ευτυχισμένη, αλλά και η οποία ίσως δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τη μελαγχολία της. Η λύπη της είναι μάλλον η δύναμή της: «Βάφτισα το δεξί μου πόδι θέληση και το αριστερό αναγκαιότητα», λέει. Και μ’ αυτά τα πόδια πορεύτηκε σ’ ένα κόσμο εύθραυστο, όπου όλα άλλαζαν μέρα με τη μέρα και όλα παρέμεναν τα ίδια. Ο πολιτισμός ήταν το πεδίο δράσης της, η πολιτική το υπόγειο πεδίο των μαχών της. Ήταν μια ιδεαλίστρια που ήθελε να αλλάξει τον κόσμο, τουλάχιστον τον κόσμο γύρω της, η οποία ωστόσο δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις: «Οξίλιο Λακατούρ, πολίτη της Ουρουγουάης, Λατινοαμερικανή, ποιήτρια και ταξιδιώτισσα, αντιστάσου», διέταξε τον εαυτό της. Και αντιστάθηκε: γράφοντας ποίηση, στηρίζοντας τους νέους ποιητές, σεβόμενη τους παλιούς, ξεσκονίζοντας τα ράφια της λογοτεχνίας, αναγνωρίζοντας ότι: «Ο πολιτισμός πολλές φορές είναι, ή περιλαμβάνει, κάποιου είδους τρέλα». Ωστόσο: «Ένα μοναχά πράγμα με εμπόδισε από το να τρελαθώ: το ότι ποτέ δεν έχασα την αίσθηση του χιούμορ». Κι αν το χιούμορ την έσωσε από την τρέλα, η συγγραφή ήταν αυτή που την κράτησε ζωντανή: «Επειδή έγραφα, άντεξα». Άντεξε για να δει και να ζήσει πολλά και για να φτάσει στα δικά της συμπεράσματα για τη φάρσα του καθημερινού βίου: «Η κάθε μέρα είναι σαν μια παγωμένη διαφάνεια που διαρκεί μοναχά λίγα δευτερόλεπτα». Διόλου παράξενο λοιπόν που ξανά και ξανά η ζωή την οδηγούσε «σε άλλες ιστορίες». Ιστορίες συνηθισμένων ανθρώπων, ιστορίες μεγάλων δημιουργών: «Ω, πόσο αγαπώ την ελληνική λογοτεχνία, από τη Σαπφώ μέχρι και τον Γιώργο Σεφέρη». Ωστόσο η Οξίλιο αγαπούσε και την αγάπη, γι’ αυτό και έλεγε: «Τίποτα καλό δεν προκύπτει ποτέ από την αγάπη – αυτό που προκύπτει είναι πάντα κάτι καλύτερο».
Η ιστορία της Οξίλιο είναι πολλές ιστορίες μαζί: ιστορίες για τον έρωτα και για το θάνατο, για την ποίηση, για την επανάσταση και για την πολιτική, για τις μεγάλες φάρσες της περιπέτειας του ανθρώπου. Ένα ακόμη αξιόλογο λιθαράκι στο όλο και μεγαλύτερο λογοτεχνικό κανόνα ενός πραγματικά σπουδαίου συγγραφέα.
Thursday, October 27, 2011
Roberto Bolaño – Antwerp
Αγορά από το Book Depository
«Έγραψα αυτό το βιβλίο για τα φαντάσματα» και, «Αυτή είναι η μοναδική μου νουβέλα που δεν με κάνει να νιώθω αμηχανία», λέει ο Μπολάνιο.
Το μόνο που αυτό το βιβλίο δεν είναι ούτε νουβέλα, ούτε μυθιστόρημα, αλλά ούτε και αποτελείται από διηγήματα. Αν με ρωτούσε κανείς θα του έλεγα ότι πρόκειται για μια συλλογή από αποκόμματα, από σκόρπιες σκέψεις, οι οποίες πού και πού συναντιόνται και τότε αποκτούν κάποιου είδους συνοχή.
Ο Μπολάνιο, όπως και στα άλλα του βιβλία άλλωστε, πειραματίζεται με τη γραφή και προσπαθεί να μας πει μια ιστορία μέσα από ψηφίδες. Την ιστορία ενός συγγραφέα, που παλεύει με τις λέξεις, ενός καμπούρη, μιας κοκκινομάλλας πόρνης και του μπάτσου που την κακοποιεί. Την ιστορία μιας μέρας, και άλλης μίας. Και όλ’ αυτά στην πόλη της Βαρκελώνης.
Αν είναι κάτι άλλο που ξεχωρίζει σ’ αυτό το μικρό σε έκταση βιβλίο, πέρα από τις συγγραφικές ακροβασίες, είναι οι ατάκες: «Ξέχνα τη χειρονομία που δεν έγινε ποτέ», «Η μονογαμία κινείται με την ίδια ακαμψία που κινείται το τρένο», «Υπάρχουν σιωπές που κατασκευάστηκαν ειδικά για μας», «Το όπλο ήταν μόνο μια λέξη», «Η μοναξιά δεν αποτελεί παρά μία όψη του φυσιολογικού ανθρώπινου εγωισμού», «Κατάστρεψε τις αδέσποτες φράσεις σου», «Μοναχά οι εφευρέτες επιβιώνουν».
Το Antwerp δεν είναι ένα από εκείνα τα βιβλία που έχουν αρχή, μέση και τέλος. Η αφήγηση δεν είναι γραμμική και ο συγγραφέας δεν φαίνεται να νοιάζεται και πολύ να μας πει μια ιστορία. Περισσότερο μοιάζει να τον ενδιαφέρει το να φέρει στο φως κάποιες σκηνές από τον έσω κόσμο του: όνειρα, σκέψεις, παραισθήσεις. Και για μια ακόμη φορά μας θυμίζει με τις γραφές του τον προπάτορα Μπόρχες, αφού συχνά πυκνά μοιάζει να κλείνει στον αναγνώστη το μάτι και να του λέει: «Δεν είμαι εγώ για να με παίρνει κανείς στα σοβαρά». Ο Μπολάνιο εδώ είναι σαν να αλλάζει στολές και ρόλους, γίνεται: συγγραφέας, αναγνώστης, πρωταγωνιστής. Ο θεός της δικής του πραγματικότητας.
Το βιβλίο αυτό το διάβασα, λόγω μεγέθους, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και το απόλαυσα πολύ. Το ίδιο σίγουρα θα το απολαύσουν και όλοι όσοι ταξίδεψαν ξανά στο παρελθόν στους ξεχωριστούς του κόσμους.
Το μόνο που αυτό το βιβλίο δεν είναι ούτε νουβέλα, ούτε μυθιστόρημα, αλλά ούτε και αποτελείται από διηγήματα. Αν με ρωτούσε κανείς θα του έλεγα ότι πρόκειται για μια συλλογή από αποκόμματα, από σκόρπιες σκέψεις, οι οποίες πού και πού συναντιόνται και τότε αποκτούν κάποιου είδους συνοχή.
Ο Μπολάνιο, όπως και στα άλλα του βιβλία άλλωστε, πειραματίζεται με τη γραφή και προσπαθεί να μας πει μια ιστορία μέσα από ψηφίδες. Την ιστορία ενός συγγραφέα, που παλεύει με τις λέξεις, ενός καμπούρη, μιας κοκκινομάλλας πόρνης και του μπάτσου που την κακοποιεί. Την ιστορία μιας μέρας, και άλλης μίας. Και όλ’ αυτά στην πόλη της Βαρκελώνης.
Αν είναι κάτι άλλο που ξεχωρίζει σ’ αυτό το μικρό σε έκταση βιβλίο, πέρα από τις συγγραφικές ακροβασίες, είναι οι ατάκες: «Ξέχνα τη χειρονομία που δεν έγινε ποτέ», «Η μονογαμία κινείται με την ίδια ακαμψία που κινείται το τρένο», «Υπάρχουν σιωπές που κατασκευάστηκαν ειδικά για μας», «Το όπλο ήταν μόνο μια λέξη», «Η μοναξιά δεν αποτελεί παρά μία όψη του φυσιολογικού ανθρώπινου εγωισμού», «Κατάστρεψε τις αδέσποτες φράσεις σου», «Μοναχά οι εφευρέτες επιβιώνουν».
Το Antwerp δεν είναι ένα από εκείνα τα βιβλία που έχουν αρχή, μέση και τέλος. Η αφήγηση δεν είναι γραμμική και ο συγγραφέας δεν φαίνεται να νοιάζεται και πολύ να μας πει μια ιστορία. Περισσότερο μοιάζει να τον ενδιαφέρει το να φέρει στο φως κάποιες σκηνές από τον έσω κόσμο του: όνειρα, σκέψεις, παραισθήσεις. Και για μια ακόμη φορά μας θυμίζει με τις γραφές του τον προπάτορα Μπόρχες, αφού συχνά πυκνά μοιάζει να κλείνει στον αναγνώστη το μάτι και να του λέει: «Δεν είμαι εγώ για να με παίρνει κανείς στα σοβαρά». Ο Μπολάνιο εδώ είναι σαν να αλλάζει στολές και ρόλους, γίνεται: συγγραφέας, αναγνώστης, πρωταγωνιστής. Ο θεός της δικής του πραγματικότητας.
Το βιβλίο αυτό το διάβασα, λόγω μεγέθους, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και το απόλαυσα πολύ. Το ίδιο σίγουρα θα το απολαύσουν και όλοι όσοι ταξίδεψαν ξανά στο παρελθόν στους ξεχωριστούς του κόσμους.
Subscribe to:
Posts (Atom)


