Showing posts with label Γιασουνάρι Καβαμπάτα. Show all posts
Showing posts with label Γιασουνάρι Καβαμπάτα. Show all posts

Monday, September 3, 2012

Yasunari Kawabata – Thousand Cranes


Το Thousand Cranes του Γιασουνάρι Καβαμπάτα (ή Καουμπάτα) είναι ένα από εκείνα τα βιβλία που μόνο οι γιαπωνέζοι συγγραφείς συνηθίζουν να παράγουν: σύντομα, ανθρώπινα και με ουσία.

Πρωταγωνιστής σ’ αυτή την ιστορία είναι ο Κικουτζί, ένας νεαρός άντρας που καταφθάνει στην Καμακούρα για να παραστεί σε μια Τελετή του Τσαγιού, μετά από πρόσκληση της Σικακό, μιας γκέισας και πρώην ερωμένης του πατέρα του.

Ο Κικουτζί είχε πάει για πρώτη φορά εκεί όταν ήταν οκτώ ή εννιά χρόνων, δεν θυμάται ακριβώς, και αναρωτιέται για το πόσο θα έχουν αλλάξει τα πράγματα στο πέρασμα του χρόνου. Όπως σύντομα θ’ αντιληφθεί, εκτός από τους ανθρώπους που γέρασαν, όλα παρέμειναν σχετικά τα ίδια.

Η Σικακό έχει γίνει ένα άτομο δίχως φύλο, σκέφτεται όταν την βλέπει, αλλά το μέσα της δεν έχει αλλάξει. Είναι η ίδια γυναίκα που ήταν και τότε: Κάποια που της αρέσει να χώνει τη μύτη της σε υποθέσεις που δεν την αφορούν και που προσπαθεί πάντα να περνάει το δικό της.

Ποιο είναι το δικό της αυτή τη φορά; Μα ο γάμος του Κικουτζί με την κόρη των Ιναμούρα, τη Γιουκικό. Ο πρώτος, φυσικά, όταν κινούσε για εκείνο το μέρος δεν είχε ιδέα ότι τον προσκάλεσε για να του κάνει προξενιό. Ωστόσο το κορίτσι του αρέσει. Είναι όμορφο πολύ και έχει κι εκείνο το μαντήλι με τους χίλιους πελαργούς, το οποίο τον έχει μαγέψει.

Αν η μοίρα δεν είχε τα δικά της σχέδια για πάρτη του ίσως και να γνώριζε καλύτερα και να ερωτευόταν αυτό το κορίτσι. Τα πράγματα όμως παίρνουν μια διαφορετική τροπή όταν ανακαλύπτει ότι στην τελετή παρίστανται και η κυρία Οτά, επίσης πρώην ερωμένη του μακαρίτη του πατέρα του, καθώς και η κόρη της, η Φουμικό.

Ο Κικουτζί, για κάποιον λόγο θα νιώσει αμέσως μια έλξη και ίσως κάποιου είδους ψυχική συγγένεια με την κυρία Οτά. Έτσι, αντί να επιδιώξει τη συντροφιά των δύο κοριτσιών, θα πάρει εκείνη στο κατόπι, και σύντομα θα καταλήξουν στο κρεβάτι. Του ενέπνευσε κάποιου είδους μητρική αγάπη η μορφή της, ή ίσως η εικόνα της και μόνο να ήταν αρκετή για να τον κάνει να νιώσει και πάλι κοντά στον πατέρα του.

Η Φουμικό, από τη δική της πλευρά, όταν μάθει τα καθέκαστα, θα τον επισκεφθεί και θα τον παρακαλέσει να συγχωρέσει τη μητέρα της. «Η μητέρα θα έπρεπε να πεθάνει πρώτη», του λέει, και όχι ο πατέρας του. Αλλά κι η ίδια η κυρία Οτά, θέλει να πεθάνει, ειδικά μετά την ερωτική τους συνεύρεση: «Θέλω να πεθάνω. Θα ήμουν ευτυχισμένη αν πέθαινα τώρα».

Η επιθυμία της σύντομα θα γίνει πραγματικότητα, ή μάλλον η ίδια θα την κάνει τέτοια. Το γεγονός αυτό θα φέρει τους δυο νέους πιο κοντά, αλλά, για κάποιο λόγο, εκείνο που μοιάζει να τους ενώνει πιο πολύ είναι η ιδέα του θανάτου και όχι η ζωή: «Ο θάνατος παρεμποδίζει μοναχά την κατανόηση», διαβάζουμε κάπου, ενώ λίγο πιο κάτω η Φουμικό λέει: «Ίσως η μητέρα να πέθανε επειδή δεν μπορούσε να αντέξει την ίδια την ασκήμια της».

Το τσάι και το τελετουργικό του παίζουν σημαντικό ρόλο σ’ αυτή την ιστορία. Διαβάζοντάς την μαθαίνουμε κάποια πράγματα γι’ αυτή την παράδοση, για τα κύπελλα του τσαγιού που περνούν από γενιά σε γενιά και για τη σημασία που έχουν γι’ αυτούς που τα κατέχουν, για την ακριβή κληρονομιά τους. Κάποια στιγμή, λίγο πριν το τέλος, βλέπουμε τους δυο τους να κάθονται συντροφιά και να μοιράζονται ένα τσάι όταν αντιλαμβάνονται ότι: «Τα δύο κύπελλα που βρίσκονταν μπροστά τους θύμιζαν τις ψυχές του πατέρα του και της μητέρας της».

Η Γιουκικό καθόλη τη διάρκεια της αφήγησης παραμένει στις σκιές, κάτι σαν ένα άπιαστο όνειρο, παρόλες τις προσπάθειες τις Σικακό για να την ντύσει νύφη. Κι η τελευταία είναι αυτή που τελικά κλέβει την παράσταση, καθώς πρόκειται μια γυναίκα πικρόχολη, εκκεντρική, της οποίας οι λέξεις στάζουν δηλητήριο.

Όσο για το τέλος, αυτό παραμένει ανοικτό, όπως σε τόσες άλλες γιαπωνέζικες ιστορίες. Ο συγγραφέας μοιάζει να μας λέει ότι την ανάγνωση ακολουθεί η πραγματική ζωή. Κι όμως και το βιβλίο για την πραγματική ζωή μας μιλά, αφού τα ευτυχισμένα τέλη δεν είναι ο κανόνας, αλλά η εξαίρεση.

Wednesday, July 4, 2012

Yasunari Kawabata – Snow Country


Μια ασυνήθιστη ιστορία αγάπης μας αφηγείται στο Snow Country ο διάσημος συγγραφέας.

Αν μπορούσαμε να περιγράψουμε αυτό το βιβλίο με λίγες μόνο λέξεις θα λέγαμε ότι πρόκειται για μια μελέτη χαρακτήρων. Οι βασικοί πρωταγωνιστές είναι τρεις: Ο πλούσιος και αργόσχολος Σιμαμούρα, που επισκέπτεται τρεις φορές σε διάστημα δύο χρόνων ένα ορεινό θέρετρο, το οποίο φιλοξενεί αποκλειστικά άντρες, η γκέισα Κομάκο που δουλεύει εκεί και η Γιόκο, μια νεαρή γυναίκα που προκαλεί στον πρώτο το ενδιαφέρον, κυρίως γι’ αυτά που κάνει.

Με δεδομένα τα πιο πάνω θα περίμενε κανείς ότι το μυθιστόρημα θα ασχολείτο αποκλειστικά με ένα κλασικό ερωτικό τρίγωνο, αλλά δεν έχουν έτσι ακριβώς τα πράγματα, και ο λόγος είναι απλός: και οι τρεις ήρωές του είναι από ιδιόρρυθμοι μέχρι εκκεντρικοί.

Ο Σιμαμούρα είναι ένας άντρας μονόχνοτος που απλά ξοδεύει το χρόνο και τα λεφτά του όπως όπως και για τον οποίο η ιδέα και μόνο του έρωτα φαντάζει κάτι το άπιαστο. Η Κομάκο μοιάζει φευγάτη και ονειροπόλα, της αρέσει αυτό που κάνει, ζει την κάθε μέρα όπως της έρχεται και απολαμβάνει πολύ το ποτό και τα πάρτι, όπου συνήθως κλέβει την παράσταση. Τέλος, η Γιόκο από τη δική της πλευρά, δεν μοιάζει να έχει τίποτα κοινό με κανένα απ’ τους πιο πάνω. Απλά φροντίζει ένα νέο άντρα που πάσχει από μια ανίατη ασθένεια και ονειρεύεται να ταξιδέψει κάποια μέρα μέχρι και την πρωτεύουσα και να βρει δουλειά σαν νοσοκόμα.

Αν είναι κάτι που μοιράζονται αυτοί οι τρεις χαρακτήρες είναι το τοπίο: ένα τοπίο χιονισμένο τις πλείστες φορές και πάντα κρύο. Η παγωνιά που απλώνεται στο γύρω τους χώρο μοιάζει να επηρεάζει όχι μόνο το έξω αλλά και το μέσα τους. Τους κάνει πιο σκληρούς, τους κάνει να νιώθουν πιο μόνοι. Ίσως γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο νιώθει στο στοιχείο του εκεί ο Σικαμούρα. Ίσως για τούτο αφήνεται δίχως δεύτερη σκέψη στις ορμές της η Κομάκο. Σίγουρα γι’ αυτό θέλει να ξεφύγει από ένα κατεψυγμένο μέλλον η Γιόκο.

Ο συγγραφέας δεν συμπεριφέρεται με το γάντι στους ήρωές του. Τους ξεγυμνώνει δίχως δισταγμό στα μάτια του αναγνώστη, σαν να θέλει να του πει: να, αυτή είναι η ανθρώπινη κατάσταση.

Αν κάποιος διαβάσει αυτό το βιβλίο ζητώντας ψυχαγωγία μάλλον θα απογοητευτεί. Αλλά αν το διαβάσει σκεφτόμενος ότι ίσως βρει εδώ μέσα κάτι που λιγότερο ή περισσότερο τον εκφράζει, κάτι που να μιλά στην ψυχή του, ίσως και να τα καταφέρει.

Friday, July 29, 2011

Γιασουνάρι Καουαμπάτα – Ομορφιά και θλίψη

Σ’ αυτό το βιβλίο ο τίτλος τα λέει όλα: Ομορφιά και θλίψη. Η ομορφιά του έρωτα και της νιότης, η θλίψη των γηρατειών και της οριστικής απώλειας.
     Ο Καουαμπάτα ή Καβαμπάτα, μας αφηγείται την ιστορία του Όκι, ενός μεσήλικα συγγραφέα, που ακολουθώντας μια παρόρμηση θα ταξιδέψει στο Κιότο, για να συναντήσει μια γυναίκα, την οποία σχεδόν εικοσιπέντε χρόνια πριν είχε ερωτευτεί. Η Οτόκο τότε δεν ήταν παρά ένα αθώο κορίτσι, ενώ τώρα είναι μια επιτυχημένη ζωγράφος, που ζει με τη μαθήτριά της Κέικο, σ’ ένα σπίτι που νοικιάζει στον περίβολο ενός ναού.
     Η συνάντησή τους θα γίνει παραμονές πρωτοχρονιάς, παρουσία της τελευταίας, σ’ ένα εστιατόριο και -χωρίς εκείνη τη στιγμή να το γνωρίζει κανείς απ’ αυτούς- θ’ αποδειχτεί καταλυτική για το μέλλον. Ο Όκι πηγαίνοντας εκεί ονειρεύεται ίσως να αναβιώσει μια παλιά φλόγα, ή απλά να ξαναζήσει το παρελθόν, κι ας είναι παντρεμένος και έχει και ένα γιο, αλλά τις πράξεις της Οτόκο μάλλον ορίζουν κάποια συναισθήματα που κατάφερε να μεταμφιέσει περίτεχνα στο πέρασμα του χρόνου, αλλά όχι και να καταπνίξει.
     Τον πιο σημαντικό ρόλο τελικά στην εξέλιξη της υπόθεσης θα διαδραματίσει η Κέικο, μια κακομαθημένη κοπέλα, που είναι όλο ιδιοτροπίες και εκκεντρικότητες, αλλά που με διαβολικά ευφυείς τρόπους θα επιχειρήσει να θέσει τέλος σ’ αυτή την ιστορία, που τόσα χρόνια μετά εξακολουθεί να προκαλεί πόνο στην αγαπημένη της δασκάλα. Καθώς αυτή θα βάζει μπρος με τα σχέδιά της, εμείς θα μαθαίνουμε για το χθες και το σήμερα των αλλοτινών εραστών, μέσα από τις αναμνήσεις τους, τους διαλόγους, αλλά και τις αναφορές σ’ ένα βιβλίο που έγραψε για τη σχέση τους ο Όκι, το οποίο ήταν και το πλέον επιτυχημένο του.
     Οι ήρωες εδώ είναι κατά κύριο λόγο δυστυχείς, εγκλωβισμένοι στα αδιέξοδά τους. Ο Όκι επιμένει να θυμάται τα δήθεν περασμένα μεγαλεία και να ελπίζει ότι θα μπορούσαν να επαναληφθούν. Η γυναίκα του, Φουμίκο, εξακολουθεί να αντέχει τις παρασπονδίες του άντρα της, απλά και μόνο επειδή είναι πια πολύ αργά για να χωρίσουν. Η Οτόκο, παρά το μεγάλο κακό που της έκανε κάποτε παραμένει ερωτευμένη μαζί του, κάτι που την εμποδίζει από το να φτάσει στην τελική κάθαρση. Η Κέικο που, εκτός των άλλων, έχει και μαζοχιστικές τάσεις, δεν μπορεί να φανταστεί τη ζωή της χωρίς την προηγούμενη και θα κάνει ό,τι περνά από το χέρι της για να της προσφέρει κάτι που εκείνη ποτέ δε ζήτησε. Και τέλος, ο γιος του Όκι, ο Τάιτσιρο, παρά την ομορφιά και τα νιάτα του, ευρισκόμενος κι αυτός σε μια κατάσταση σχεδόν τύφλωσης και απελπιστικής μοναξιάς, θα γίνει άθελά του το πιόνι σε μια σκακιέρα στην οποία υπάρχει ένας και μοναδικός παίχτης.
     Η «Ομορφιά και θλίψη» είναι μια καλογραμμένη ιστορία που κάνει μακροβούτι στο σκοτάδι που κρύβουν μέσα τους οι ανθρώπινες ψυχές. Ο συγγραφέας, μέσω της αφήγησης μοιάζει να θέλει να μας πει ότι τα μεγαλύτερα θύματα της κάθε καταστροφής είναι εκείνα που δεν έφταιξαν ποτέ σε τίποτα.
     Όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο αυτό είναι το τελευταίο μεγάλο έργο του Καουαμπάτα, αλλά κυκλοφόρησε πολλά χρόνια πριν το θάνατό του. Κάτι που δεν δικαιολογεί τις επαναλήψεις που συναντάμε σ’ αυτό. Δεν ξέρω κατά πόσο ο ίδιος ή οι επιμελητές του αποφάσισαν ν’ αφήσουν το κείμενο ως έχει, αλλά όπως και να το δει κανείς, το να διαβάζεις μέσα σ’ ένα βιβλίο κάποια πράγματα ξανά και ξανά, δεν είναι και ό,τι το καλύτερο.

Saturday, January 15, 2011

Γιασουνάρι Καβαμπάτα – Το σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών

Το βιβλίο αυτό περιλαμβάνει μια νουβέλα και δύο διηγήματα του πρώτου ιάπωνα νομπελίστα συγγραφέα.
«Το σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών» είναι η ιστορία του Εγκούτσι, ενός ηλικιωμένου άντρα που επισκέπτεται τακτικά ένα ιδιόρρυθμο οίκο ανοχής, όπου κοιμάται με διάφορα νέα κορίτσια. Τι είναι που τον κάνει ιδιόρρυθμο; Καταρχήν, όσοι πηγαίνουν εκεί όντως κοιμούνται μοναχά με τα κορίτσια, ή μάλλον δίπλα τους. Το άγγιγμα επιτρέπεται, αλλά η ερωτική επαφή είναι απαγορευμένη. Στη διάρκεια της επίσκεψης τα ίδια τα κορίτσια είναι ναρκωμένα, ώστε να μην αναγνωρίζουν τον πελάτη τους, αποφεύγοντας έτσι δύσκολες καταστάσεις. Ο Εγκούτσι, καθώς πηγαίνει ξανά και ξανά εκεί, αρχίζει να θυμάται τα παλιά, όλα αυτά που έζησε, τις γυναίκες που ερωτεύτηκε στη νιότη του, τις απογοητεύσεις που ένιωσε. Τα κοιμισμένα κορίτσια ξυπνούν μέσα του κάποια συναισθήματα τρυφερότητας, αλλά φέρνουν στο φως και το μέσα του σκοτάδι, αφού κάθε τόσο του καρφώνεται στο μυαλό η ιδέα να σκοτώσει κάποιο από αυτά – το πιο όμορφο μάλιστα. Αυτή είναι μια ιστορία για τα γηρατειά: «Τον βάραινε η ασχήμια των γηρατειών. Σκεφτόταν ότι και για τον ίδιο δεν ήταν μακριά οι θλιβερές συνθήκες που έφερναν εδώ τους άλλους πελάτες», αλλά και ένα παρελθόν που πληγώνει τους ανθρώπους: «Στα εξήντα εφτά του ο Εγκούτσι είχε περάσει άσχημες νύχτες με γυναίκες. Πραγματικά ήταν άσχημες νύχτες, που του ήταν δύσκολο να τις ξεχάσει. Η ασχήμια τους δεν είχε σχέση με την εμφάνιση των γυναικών, αλλά με τις τραγωδίες τους, τις παραμορφωμένες ζωές τους». Τι ήταν αυτό που τον οδηγούσε τελικά στο «Σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών»; Ίσως, απλά, το γεγονός ότι «τον γοήτευε η ιδέα να κοιμηθεί έναν ύπνο που θύμιζε θάνατο, δίπλα σε μια κοπέλα που κοιμόταν τον ίδιο ύπνο».
Μια ιστορία σαν μπαλάντα, ύμνος στη γεροντική μελαγχολία.
«Το μπράτσο», που ακολουθεί, είναι μια ιστορία… κουφή. Ο πρωταγωνιστής είναι με μια γυναίκα. Λίγο προτού την αφήσει εκείνη βγάζει και του δίνει το μπράτσο της για να του κρατά συντροφιά. Εκείνος το πάει στο σπίτι του και πιάνει μαζί του την κουβέντα. Νιώθει ότι τον καταλαβαίνει απόλυτα, έτσι όπως κάθεται και του μιλά και τον ακούει. Πρώτη φορά νιώθει τόσο όμορφα στη ζωή του, τόσο καλά, που αποφασίζει να το κάνει δικό του, ώστε να μην καταντήσει σαν τη γυναίκα που συνάντησε λίγο πριν στο δρόμο και που γέννησε μέσα του σκέψεις παράξενες: «Οδηγεί χωρίς λόγο, οδηγεί μόνο για να οδηγεί. Και οδηγώντας θα χαθεί στην ομίχλη σαν να μην υπήρξε ποτέ».
Το «Περί ζώων και πουλιών» είναι η ιστορία ενός άντρα που είναι μάλλον μισάνθρωπος. Του αρέσει να ζει απομονωμένος στο σπίτι του παρέα με τα πουλιά και τα σκυλιά του. Ο θάνατος ωστόσο δύο φτερωτών του φίλων θα τον φέρουν πρόσωπο με πρόσωπο με της ζωής του την άχαρη πραγματικότητα. Θα αναλογιστεί το χθες και θα σκεφτεί το σήμερα και θ’ αντιληφθεί πόσο «φτωχός» είναι. Ευτυχώς δηλαδή που υπάρχει και η Τσικάκο, μια πρώην πόρνη και νυν χορεύτρια, το μοναδικό άτομο για το οποίο μπορεί να νιώσει κάποια τρυφερότητα. Αν δεν ήταν κι αυτή μάλλον θα είχε χάσει κάθε επαφή με τους ανθρώπους.
Οι ιστορίες που φιλοξενούνται σ’ αυτή τη συλλογή καταπιάνονται με το θέμα της σύγχρονης μοναχικής πραγματικότητας. Μας μιλούν για ανθρώπους πεσμένους, μόνους, παρατημένους, στα όρια της απόγνωσης. Για τους μελλοντικούς μας ίσως εαυτούς. Με γλώσσα λιτή, αλλά περιεκτική, ο Καβαμπάτα περιγράφει έναν κόσμο ξεκομμένο από την ανθρώπινη επαφή, φτωχό από αγάπη. Τον κόσμο στον οποίο ζούμε.

Sunday, January 4, 2009

Γιασουνάρι Καβαμπάτα – Κιότο

Για κάποιο λόγο, που δεν είναι του παρόντος να εξηγήσω, εδώ και λίγες μέρες άρχισα σιγά-σιγά ν’ ασχολούμαι με την ιαπωνική λογοτεχνία. Είπα πρώτα να ανατρέξω στη βιβλιοθήκη μου προτού πάρω στα χέρια μου τα βιβλία που είναι καθ’ οδόν από τας Αμερικάς και το Άμαζον.
Πριν λίγες μέρες σας μίλησα για το Κάπα του Ακουταγκάουα, ενώ σήμερα θα αναφερθώ στο Κιότο του Γιασουνάρι Καβαμπάτα, ενός ακόμη αυτόχειρα συγγραφέα.
Το ανά χείρας βιβλίο είναι και δεν είναι η ιστορία της Κιέκο, μιας συνηθισμένης κοπέλας, την οποία παράτησαν οι γονείς της έξω από ένα σπίτι στο Κιότο, και την οποία ανέλαβε να αναθρέψει η οικογένεια που τη βρήκε. Τώρα, καθώς βρίσκεται στα είκοσί της χρόνια συλλαμβάνει τον εαυτό της όλο και πιο συχνά ν’ αναρωτιέται γιατί την εγκατέλειψαν, ποιοι ήταν οι αληθινοί της γονείς και πώς θα ήταν η ζωή της αν ήταν ακόμη μαζί τους.
Φυσικά, σε όλα αυτά τα ερωτήματα φαίνετ’ απίθανο να βρει κάποια μέρα τις απαντήσεις, αλλά οι μοίρες έχουν άλλη άποψη. Έτσι, κάποια φορά, εντελώς στα ξαφνικά, οδηγούν στο δρόμο της τη δίδυμη αδελφή της. Και τότε όλα αλλάζουν.
Το Κιότο είναι ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος: ένα βιβλίο που μιλά για την ιαπωνική πόλη. Ο μύθος του είναι μάλλον φτωχός κι η αφήγηση αργή, αλλά και τα δύο εξυπηρετούν την ιστορία μια χαρά. Οι δύο αδελφές, ο χωρισμός κι η επανασύνδεσή τους, αποτελούν μονάχα τις αφορμές, τα άλλοθι του συγγραφέα, που μοιάζει να θέλει πιότερο να μιλήσει με νοσταλγία πικρή για την πόλη του, που στο πέρασμα του χρόνου μοιάζει να χάνει την ψυχή της, να δυτικοποιείται και να βαδίζει με όλο και πιο γοργά βήματα προς ένα μέλλον που στα μάτια του φαντάζει ψεύτικο κι αβέβαιο, ασύμβατο με την ιαπωνική ψυχή. Ένας από τους ήρωές του λέει κάπου: «Στις μέρες μας πια μιλάμε μόνο για ιδέες και αισθήσεις. Ακόμα και για τα χρώματα αναφερόμαστε στα δυτικά πρότυπα.» Το παράπονο μεγάλο και μοιάζει να ξεχειλίζει.
Όσο, ωστόσο, το βιβλίο αυτό θυμίζει μια ελεγεία για τη ζωή που χάνεται, άλλο τόσο αποτελεί έναν ύμνο στη φύση. Είναι ένα καταπράσινο και με τον τρόπο του οικολογικό βιβλίο. Η ηρωίδα του, η Κιέκο, μοιάζει να αγαπά όλα τα δέντρα και όλα τα λουλούδια, τα βουνά, τα ποτάμια, ακόμη και τη βροχή. Βλέπει την ομορφιά σε όλα τα στοιχεία της φύσης και τη διαλαλεί, όπως κι ένας νεαρός φίλος της εξάλλου, ο Χιντεό: «Τα λουλούδια έχουν ζωή. Ζωή σύντομη, που όμως δεν περνάει απαρατήρητη. Τα χρόνια πάνε κι έρχονται, μπουμπούκια ανοίγουν...» λέει αυτός. Ενώ ο πατριός της παρατηρεί ότι: «Οποιοδήποτε λουλούδι, ανάλογα με τον τρόπο ή τη στιγμή που το βλέπεις, μπορεί να σε μαγέψει.»
Το Κιότο είναι ένα λίγο λυπημένο, μα καλογραμμένο βιβλίο, που οπωσδήποτε δεν προσφέρεται για ανάγνωση σε κάποια παραλία. Αν θελήσετε να το διαβάσετε κάντε το κάποια λυπημένη νύχτα του χειμώνα, ώστε να νιώσετε σε βάθος αυτά που προσπαθεί να μεταδώσει.