Showing posts with label ιταλοί συγγραφείς. Show all posts
Showing posts with label ιταλοί συγγραφείς. Show all posts

Monday, June 18, 2012

Erri De Luca – Me, You


Το Me, You είναι ένα από εκείνα τα πολύ τρυφερά βιβλία  -που μιλούν για τα παλιά καλά χρόνια, τότε που όλα ήταν πιο ανθρώπινα κι απλά -τα οποία καταφέρνουν να καθηλώσουν μ’ ένα μαγικό σχεδόν τρόπο τον αναγνώστη.

Ένα αγόρι καταφθάνει κάθε καλοκαίρι από την πόλη σ’ ένα νησί κι εκεί νιώθει να τον πλημμυρίζει μια αίσθηση χαράς κι απέραντης ελευθερίας: «Ήμουν ένα παιδί της πόλης, αλλά το καλοκαίρι μεταμορφωνόμουνα σ’ έναν άγριο».

Ωστόσο δεν μεταμορφωνόταν, όχι στ’ αλήθεια, απλά εκεί μπορούσε να είναι ο εαυτός του. Του άρεσε να πηγαίνει για ψάρεμα με το θείο του και με τον Νικόλα, που πολέμησε στο Σαράγεβο στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και ο οποίος τον δίδαξε τους τρόπους της θάλασσας, χωρίς να του λέει ποτέ κάνε αυτό ή κάνε εκείνο, αλλά και ότι: «Από τη θάλασσα παίρνεις αυτό που σου δίνει και όχι αυτό που θες». Του άρεσε επίσης να τριγυρνά από δω κι από κει στο νησί και να γνωρίζει κόσμο, αλλά και ν’ ακολουθεί τον ξάδελφό του Ντανιέλ στην παραλία και να συμμετέχει στα πάρτι του. Και φυσικά του άρεσε να κάνει σκανδαλιές.

Τα καλοκαίρια τον έκαναν πάντα να νιώθει πλούσιος, αλλά αυτό ειδικά το καλοκαίρι, των δεκάξι του χρόνων θα του έδινε ακόμη μεγαλύτερη χαρά, αφού στη διάρκειά του θα γνώριζε μια κοπέλα μεγαλύτερη σε ηλικία απ’ αυτόν, η οποία θα έκανε την καρδιά του να σκιρτήσει για πρώτη φορά από το τσίμπημα του έρωτα. «Η Καΐα έμοιαζε να κρύβει μέσα της μια αποκάλυψη, η οποία θα μπορούσε να προσεγγιστεί μοναχά μέσω της αγάπης».

Η Καΐα ήταν κάθε άλλο παρά μια συνηθισμένη νέα γυναίκα. Την περισσότερη ώρα έμοιαζε σκεφτική, πού και πού λυπημένη, παντοτινά σοφή. Λες και η ζωή της έκλεψε τα πάντα και της χάρισε σαν αντάλλαγμα μια πρώιμη ωριμότητα. Το βλέμμα της έμοιαζε σκοτεινό, σχεδόν στοιχειωμένο, σαν τα είχε δει όλα. Και ίσως να ήταν αυτό ακριβώς το σκοτάδι, πέρα από τη σχεδόν εξωτική της ομορφιά, που τον προσέλκυσαν κοντά της.

«Εν τη παρουσία της η αναπνοή μου ήταν σταθερή, μακριά απ’ αυτήν σχεδόν κοβόταν, γινόταν αγχωμένη».

Το ομορφότερο πράγμα που του συνέβηκε ποτέ; Μια βραδιά, στο θερινό το σινεμά, να παρακολουθούν το «Για ποιον χτυπά η καμπάνα», κι αυτός να την αγκαλιάζει από πίσω και να μυρίζει το άρωμα των μαλλιών της.

Κάποια στιγμή ωστόσο αυτή θα έφευγε και η καρδιά του θα ράγιζε. Κι ας εισέβαλε στη ζωή του αμέσως ένα άλλο, συνομήλικο του αυτή τη φορά, κορίτσι, το οποίο θα του έταζε ό,τι επιθυμούσε. «Με προσκαλούσε σε μια ηλικία που είχε εξαφανιστεί απ’ το κορμί και τις σκέψεις μου».

Μια καλογραμμένη ιστορία για το καλοκαίρι, τον έρωτα και την αθωότητα, για τις μαγικές στιγμές της ζωής που γίνονται όλο και πιο σπάνιες, για τα περασμένα μα ποτέ ξεχασμένα. Κι ένα κείμενο γλυκόπικρο, που καταφέρνει με άμεσο τρόπο να μεταδώσει τα βαθιά ανθρώπινα μηνύματά του στον αναγνώστη.

Tuesday, February 21, 2012

Gianni Rodari – Lamberto, Lamberto, Lamberto


Το Lamberto, Lamberto, Lamberto ένα από εκείνα τα βιβλία που όσα χρόνια κι αν περάσουν θα εξακολουθήσουν να διαβάζονται από το αναγνωστικό κοινό με την ίδια ευχαρίστηση. Κι αυτό επειδή είναι καλογραμμένο. Κι αυτό επειδή το θέμα του είναι διαχρονικό και πιασάρικο. Κι αυτό επειδή είναι γραμμένο από ένα ιταλό συγγραφέα που ξέρει πολύ καλά τι κάνει. Ή μάλλον τι έκανε, αφού πρωτοκυκλοφόρησε τη δεκαετία του εβδομήντα. Η ανά χείρας έκδοση βγήκε στις ΗΠΑ προς τα τέλη του περασμένου χρόνου.
     Εδώ έχουμε την ιστορία του βαρόνου Λαμπέρτο. Ο βαρόνος, στα 93 του χρόνια, είναι πολύ πολύ πλούσιος και το ίδιο άρρωστος. Είναι ιδιοκτήτης 24 τραπεζών και διαθέτει 24 ασθένειες. Εδώ και χρόνια ζει απομονωμένος, έχοντας σαν μοναδική του συντροφιά τον πιστό του μπάτλερ, Ανσέλμο, στην έπαυλή του στο νησάκι του Σαν Τζούλιο, που βρίσκεται στο κέντρο της λίμνης Όρτα στον ιταλικό βορρά.
     Ο βαρόνος, παρά τα χρονάκια του, μπορεί ακόμη και ταξιδεύει, έτσι με το που πιάνει το κρύο στην πατρίδα του καταφεύγει στην Αίγυπτο, σε ένα από τα πολλά σπίτια που διαθέτει στο εξωτερικό. Εκεί ζεσταίνεται λίγο το γέρικό του κοκαλάκι. Το μόνο που αυτή τη φορά τα πράγματα είναι διαφορετικά. Κι αυτό επειδή προτού καλά καλά πατήσει το πόδι του στις όχθες του Νείλου, θ’ αποφασίσει μετά την τυχαία συνάντησή του μ’ ένα σοφό φακίρη, να επιστρέψει εσπευσμένα στη βάση του. Φτάνοντας εκεί κι ακολουθώντας πιστά τη συμβουλή του τελευταίου θα προσλάβει έξη άτομα, τρεις άντρες και τρεις γυναίκες, που θα έχουν αποκλειστικά και μόνο μία δουλειά: να προφέρουν το όνομά του. Τους εγκαθιστά λοιπόν στη σοφίτα, όπου τους παρέχει την κάθε ευκολία: φαγητό, ποτό, κάποιες ανέσεις, κι εκείνοι πιάνουν αμέσως δουλειά. Λαμπέρτο, Λαμπέρτο, Λαμπέρτο, λένε όλη μέρα κι όλη νύχτα, κρατώντας βάρδιες, κι αυτός τους ακούει όποτε θέλει κι απ’ όπου κι αν βρίσκεται, αφού έχει εγκαταστήσει μεγάφωνα σε όλο το σπίτι. Τους έξη τους τρώει η περιέργεια για το ρόλο που τους έχει ανατεθεί, αλλά τελικά νιώθουν ότι δεν τους πέφτει λόγος. Τα λεφτά είναι καλά, η δουλειά δεν είναι κουραστική και περνάνε μια χαρά. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;
     Ο Ανσέλμο, που σύμφωνα με το αφεντικό του είναι «ένας λόγιος της ανθρώπινης κατάστασης», αρχίζει να παρατηρεί σιγά σιγά κάποιες αλλαγές στην εμφάνιση του βαρόνου. Τα μαλλιά του φυτρώνουν ξανά, οι ρυτίδες η μια μετά την άλλη εξαφανίζονται. Προτού περάσει και πολύς καιρός ο άντρας ξανανιώνει. Ωστόσο κάποιος τον θέλει νεκρό – το συντομότερο δυνατόν. Κι αυτός δεν είναι άλλος από το μοναδικό του ανιψιό και κληρονόμο Οττάβιο, που έχει δημιουργήσει χρέη και δεν μπορεί πια να χαρεί τη ζωή του. Όταν καταφθάνει λοιπόν εκεί και βλέπει τον θείο του ξανανιωμένο, τα χάνει. Σύντομα όμως αποφασίζει να πάρει τα πράγματα στα χέρια του. Αφού ο γέρος δεν λέει να τα τινάξει θα τον βοηθήσει αυτός. Το μόνο που δεν θα προλάβει να πραγματοποιήσει τα σχέδιά του, αφού σύντομα θα καταλάβει το νησί η συμμορία των 24-Λ, που θα πιάσει το βαρόνο όμηρο προκαλώντας, έκρηξη του τουρισμού στην απέναντι όχθη. Τα γεγονότα που ακολουθούν μοιάζουν λίγο πολύ με ριάλιτι σώου και προκαλούν πολλά χαμόγελα στο σύγχρονο αναγνώστη, καθώς θέλοντας και μη αυτά που βλέπει να διαδραματίζονται στις σελίδες του θυμίζουν το σήμερα. Η μια ξεκαρδιστική κατάσταση διαδέχεται την άλλη, οι ανατροπές δίνουν και παίρνουν και το χιούμορ και η ειρωνεία χτυπούν τα ρέστα τους. Ο συγγραφέας πιάνοντας ένα θέμα που ανέκαθεν απασχολούσε την ανθρωπότητα, την αναζήτηση δηλαδή της αιώνιας νιότης, φτιάχνει μια φάρσα, που ωστόσο κρύβει μέσα της και κάποια μηνύματα: για την απληστία, για τα όνειρα που δεν γίνονται πραγματικότητα, για τις λάθος ζωές που συνήθως ζούμε.
     Όσο για το τέλος, αυτό το αφήνει ανοικτό. Όπως λέει, εναπόκειται στον καθένα από εμάς το πώς θα τελειώσει αυτή η ιστορία. Απλά απολαυστικό.

Tuesday, January 24, 2012

Niccolo Ammaniti – Me and You

Αγορά από το Book Depository

Αυτό είναι ένα από εκείνα τα βιβλία που καθηλώνουν με τρόπο σχεδόν μαγικό τον αναγνώστη. Όχι τόσο με το μύθο τους όσο με τη γραφή τους. Μια γραφή τρυφερή, σχεδόν νοσταλγική που συνομιλεί με τις ψυχές και τις σιωπές.
     Αυτή είναι η ιστορία του Λορένζο, ενός δεκατετράχρονου παιδιού που δεν τα πάει και τόσο καλά με τον κόσμο γύρω του, το οποίο όμως προσπαθεί να μην το δείχνει. Κι αυτό κυρίως για χάρη της μάνας του, μιας γυναίκας της οποίας η αύρα για κάποιο λόγο του θυμίζει το Μαρόκο.
     «Η ζωή είναι θλιβερή όταν απουσιάζει η αίσθηση του χιούμορ» μας λέει ο συγγραφέας, κι αυτό το στοιχείο ακριβώς είναι που λείπει από τη ζωή του Λορένζο. Ό,τι και να κάνει δεν μπορεί με τίποτα να νιώσει χαρούμενος, μια στάλα ευτυχισμένος. Ή για να το θέσουμε απλά, το μοναδικό πλάσμα, με εξαίρεση τη μάνα του, με το οποίο τα πάει καλά είναι ο εαυτός του.
     Οι δικοί του δεν μπορούν να τον καταλάβουν και στεναχωριούνται γι’ αυτόν και ίσως ακριβώς για τούτο το λόγο αποφασίζει να εμπνευστεί για το δικό τους χατίρι ένα ταξίδι στα βουνά με τα δημοφιλή παιδιά της τάξης, το οποίο φυσικά και δεν πρόκειται να πραγματοποιήσει. Το σχέδιό του είναι απλό: Καθώς οι γονείς θα σκέφτονται ότι είναι μακριά και περνάει επιτέλους καλά με κάποιους άλλους ανθρώπους, αυτός θα κρύβεται στα μουλωχτά σ’ ένα ξεχασμένο υπόγειο του κτηρίου στο οποίο διαμένουν.
     Στη αρχή τα πράγματα πάνε καλά. Εφοδιάζει το καταφύγιό του με ό,τι θα χρειαστεί στη διάρκεια μιας βδομάδας και αράζει εκεί, όπου ξοδεύει το χρόνο του παίζοντας ηλεκτρονικά παιχνίδια, βλέποντας τηλεόραση και αναλογιζόμενος τη ζωή του: «Γιατί έπρεπε να είμαι σαν όλους τους άλλους;», «Όταν ήμουνα μόνος ήμουν ευτυχισμένος, με τους άλλους έπρεπε πάντα να προσποιούμαι».
     Τώρα, κλεισμένος καθώς είναι στο υπόγειό του, αποκομμένος από όλους τους ενήλικες, νιώθει λιγότερο ή περισσότερο ευτυχισμένος, ωστόσο η μοίρα είναι αποφασισμένη ν’ αρχίσει να παίζει μαζί του παράξενα παιχνίδια. Έτσι, εντελώς στα ξαφνικά, του στέλνει εκεί την Ολίβια, την ετεροθαλή του αδελφή, που έχει σοβαρό πρόβλημα σε ό,τι αφορά τη χρήση ναρκωτικών. Η τελευταία, από τη μια στιγμή στην άλλη, γκρεμίζει τον παράδεισό του, κι από ένα ελεύθερο παιδί τον μεταμορφώνει στον προσωπικό της υπηρέτη. Κάποιος πρέπει να τη βοηθήσει να ικανοποιήσει τις ανάγκες της, κι αν όχι αυτός, τότε ποιος;
     Ο συγγραφέας παρατηρεί διακριτικά και καταγράφει τη δυναμική που αναπτύσσεται ανάμεσα στους δύο ήρωές του, μια δυναμική που ακροβατεί επικίνδυνα στο χείλος ενός αδιόρατου γκρεμού. Φαινομενικά ο ένας δεν αντέχει τον άλλο, αλλά είναι κάτι που τους ενώνει: αν μαθευτούν τα μυστικά τους έχουν και οι δύο πολλά να χάσουν. Έτσι συνάπτουν μια αναγκαία συμμαχία, η οποία θα τους βοηθήσει μ’ ένα υπόγειο σχεδόν τρόπο να συνειδητοποιήσουν κάποια πράγματα, να δουν τους εαυτούς τους όπως ακριβώς είναι. Η πτώση και για τους δυο τους δεν φαίνεται να είναι μακριά, αλλά ούτε και η ανόρθωση. Όπως γράφει η Ολίβια στον πατέρα της: «Πρέπει να μάθω να μη σε μισώ». Έτσι και ο Λορένζο πρέπει να μάθει να μη μισεί τη ζωή με τους άλλους.
     Μια καλογραμμένη νουβέλα, που διαβάζεται σε μία καθισιά και έχει πολλά να πει στον αναγνώστη. Συστήνεται.

Monday, October 24, 2011

Alessandro Baricco – Without Blood

Αγορά από το Book Depository

Ο Μπαρίκο έχει μια μοναδική ικανότητα να μαγεύει τους αναγνώστες με τις ιστορίες του. Κάθε φορά που διαβάζω κάποιο βιβλίο του με βρίσκει μια νέα έκπληξη. Και πάντα είναι ευχάριστη.
     Σ’ αυτή τη νουβέλα βασική πρωταγωνίστρια είναι η Νίνα. Στην αρχή της ιστορίας τη συναντάμε να κρύβεται σε μια αγροικία στην εξοχή με την οικογένειά της, σε μια ανώνυμη χώρα, στη διάρκεια ενός ακαθόριστου εμφυλίου πολέμου, που όμως θυμίζει τον ισπανικό.
     Ο πατέρας της, Μανουέλ Ρόκα, δεν ανήκει στην πλευρά των νικητών, και μάλλον έχει πολλούς εχθρούς, γι’ αυτό και αναγκάζονται και ζουν σαν κυνηγημένοι. Ωστόσο, όσο και να το θέλουν δεν μπορούν να ξεφύγουν από το παρελθόν, έτσι μια μέρα καταφθάνουν στο καταφύγιό τους μερικοί άντρες, με επικεφαλής κάποιον ονόματι Σαλίνας και αρχίζουν να τους ρίχνουν στο ψαχνό. Στη διάρκεια της μάχης ο Μανουέλ και ο γιος του σκοτώνονται, αλλά η μικρή Νίνα, που ήταν κρυμμένη σε μια καταπακτή, λες από θαύμα σώζεται. Και μετά…
     Και μετά τα χρόνια γοργά κυλούν, και σαν φτάνει ο καιρός η Νίνα, μεγάλη πια και ατρόμητη, ξεκινά ένα μακρύ αγώνα με σκοπό την εκδίκηση. Και τότε οι κυνηγοί γίνονται κυνηγημένοι.
     Φυσικά, όπως θα περίμενε κανείς, σε μια ιστορία του Μπαρίκο τίποτα δεν είναι ακριβώς όπως φαίνεται, και έτσι, εδώ ο συγγραφέας μοιάζει να μας λέει ότι όντως όλα τα νομίσματα έχουν δύο όψεις, χωρίς αναγκαία η μια να ακυρώνει την άλλη. Στο τέλος της ημέρας εκείνα που μετρούν πάνω απ’ όλα είναι τα γεγονότα. Αυτά γράφουν την ιστορία, αυτά χαρακώνουν τις ψυχές. Αυτά χαράκωσαν και την ψυχή της Νίνας λοιπόν, αλλά δεν την παραμόρφωσαν, αφού δεν μοιάζει ούτε και για μια στιγμή διατεθειμένη να κάνει μεγαλύτερο κακό απ’ αυτά που έπαθε, ενώ κάποτε, φαινομενικά αλλά όχι στ’ αλήθεια στα ξαφνικά, φτάνει και στο σημείο να δει καθαρά τις αλήθειες των άλλων – εκείνων που τόσο πολύ την πλήγωσαν. Εξάλλου, όπως διαβάζουμε και στο κείμενο: «Δεν μπορείς να ονειρεύεσαι ένα καλύτερο κόσμο και να πιστεύεις ότι θα σου δοθεί, απλά και μόνο επειδή τον επιθύμησες». Ο κόσμος είναι αυτός που είναι, το παρελθόν δεν αλλάζει, αλλά τουλάχιστον αξίζει ν’ αγωνίζεται κανείς για να κάνει το σήμερα λίγο πιο ανθρώπινο.
     Μια καλογραμμένη νουβέλα για τα μεγάλα των ανθρώπων λάθη και τα ατελείωτα πάθη.

Thursday, September 15, 2011

Andrea Camilleri – The Track of Sand

Αγορά από το Book Depository

Όσο πιο πολύ διαβάζω τον Αντρέα Καμιλλέρι τόσο πιο πολύ τον απολαμβάνω. Ο τρόπος που γράφει, η δράση των ιστοριών και το απαράμιλλο χιούμορ του καθηλώνουν τον αναγνώστη κάθε φορά που πιάνει ένα μυθιστόρημα με πρωταγωνιστή τον επιθεωρητή Μονταλμπάνο στα χέρια του.
     Εδώ όλα αρχίζουν όταν ο καλός επιθεωρητής ανακαλύπτει ένα άλογο νεκρό στην παραλία μπροστά από το σπίτι του. Όπως υποδηλώνουν τ’ αχνάρια στην άμμο, μάλλον το σκότωσαν τέσσερα άτομα χρησιμοποιώντας σιδηρολοστούς, ενώ άλλα δύο στέκονταν λίγο πιο πέρα και κοιτούσαν. Τον ξενίζει ο τρόπος του εγκλήματος, αυτή η εν ψυχρώ εκτέλεση, και έτσι αποφασίζει αμέσως ν’ αρχίσει να διερευνά την υπόθεση. Έτσι επιστρέφει στο σπίτι και καλεί ενισχύσεις. Μέχρι να φτάσουν όμως, το κουφάρι εξαφανίζεται και τα ερωτήματα πληθαίνουν: τώρα πια δεν τον απασχολεί μόνο το ποιοι το σκότωσαν, αλλά και το ποιοι έκλεψαν το πτώμα. Μήπως το έκαναν οι μετανάστες που μένουν σ’ ένα οικισμό λίγο πιο κάτω ή οι ίδιοι οι δολοφόνοι; Και τι κρύβεται πίσω από το έγκλημα; Έχει άραγε το χεράκι της στην υπόθεση η μαφία, η οποία τώρα τελευταία έχει αρχίσει να διοργανώνει παράνομες ιπποδρομίες;
     Η λύση του μυστηρίου δεν θα αποδειχτεί και τόσο εύκολη υπόθεση καθώς όλοι ή σχεδόν όλοι όσοι εμπλέκονται σ’ αυτό κρύβουν πολλά μυστικά και δεν κάνουν άλλο τίποτα από το να λένε το ένα ψέμα μετά από το άλλο. Μοναδική εξαίρεση μοιάζει ν’ αποτελεί η πανέμορφη Ρακέλ, ιδιοκτήτρια του αλόγου, που εν αγνοία αρχικά του Μονταλμπάνο φιλοξενείται στο σπίτι της φίλης του Ινγκρίτ. Οι δυο τους αναπτύσσουν από την πρώτη στιγμή μια σχέση εμπιστοσύνης και ο επιθεωρητής συλλαμβάνει πολλές φορές τον εαυτό του να την σκέφτεται. Έτσι προτού περάσει και πολύς καιρός θ’ αρχίσει να αναπτύσσει ένα υγιές και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για… τα άλογα.
     Όσο διαρκεί η έρευνα όμως συμβαίνουν και άλλα παράξενα πράγματα. Όχι στον ίδιο, αλλά στο σπίτι του, που από τη μια στιγμή στην άλλη μοιάζει να έχει μεταμορφωθεί σ’ ένα χώρο διερχομένων. Εν τη απουσία του φυσικά. Έτσι κάποιοι κάνουν διάρρηξη και κλέβουν το πολύτιμο ρολόι του πατέρα του -αλλά αφήνουν απείρακτα τα λεφτά που είναι δίπλα του- αλλά σύντομα γυρνούν και του το επιστρέφουν, ενώ όχι και πολύ μετά ανταλλάζουν πυροβολισμούς με κάποιο συνεργάτη του, που έχει στήσει καρτέρι έξω από αυτό. Παράξενη υπόθεση! Έχει μήπως κάτι να κάνει με το άλογο ή κάποιος από τους πολλούς εγκληματίες που έχει μπαγλαρώσει τον έχει βάλει στο στόχαστρό του;
     Α, είναι και η Λιβία, η αιώνια Λιβία, η γυναίκα που μαζί του δεν μπορεί και μακριά του δεν αντέχει. Η σχέση τους σ’ αυτό το βιβλίο είναι εξ’ αποστάσεως και απολύτως τηλεφωνική. Εξάλλου ο Μονταλμπάνο έχει άλλες έγνοιες τώρα. Το μόνο που κάποιες απ’ αυτές φορούν φουστάνι κι αυτό κάνει τη Λιβία να ζηλεύει. Μα τι να κάνει κι αυτός ο κακομοίρης; Τα χρόνια περνούν, η μπογιά του ξεφτίζει, κι έτσι θέλει να ζήσει όσο καλύτερα και όσο περισσότερα γίνεται όσο ακόμη το μπορεί. Όσο να ’ναι περνά και μια κρίση ηλικίας. Μια κρίση ωστόσο που δεν τον εμποδίζει να τρώει καλά και να πίνει πολύ. Εξάλλου μια ζωή την έχουμε.
     Ο Καμιλλέρι έχει τη μοναδική ικανότητα να γράφει αστυνομικά μυθιστόρημα που και άφθονο μυστήριο έχουν, αλλά και που βγάζουν πολλή γέλιο. Δεν ήταν λίγες οι φορές που διαβάζοντας αυτό το βιβλίο έσκασα στα γέλια, ειδικά στις σκηνές όπου περιγράφει τις ενδυμασίες των γυναικών σ’ ένα επίσημο δείπνο, αλλά και όταν ο Μονταλμπάνο έχει κέφια και τα βάζει με τον καημένο τον Καταρέλλα, τον τηλεφωνητή ή μάλλον το παιδί για όλα τα θελήματα στο τμήμα.
     Συστήνεται ανεπιφύλακτα.

Monday, May 2, 2011

Αλεσσάντρο Μπαρίκκο – Μετάξι

«Αυτό δεν είναι μυθιστόρημα. Ούτε και διήγημα. Είναι μια ιστορία…»
     Τα πιο πάνω διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, αλλά από το εξώφυλλο μαθαίνουμε ότι πρόκειται για μυθιστόρημα, κι ας πρόκειται για ένα κείμενο που μετά βίας ξεπερνά τις εκατό σελίδες, τυπωμένο με μεγάλους χαρακτήρες και χωρισμένο σε εξήντα πέντε κεφάλαια που εξασφαλίζουν πολλή… κενό χώρο.
     Αλλά, ας είναι. Οι υπερβολές του εκδότη δε μας στερούν κάτι από την ανάγνωση. Ο Μπαρίκκο δεν είναι συγγραφέας, είναι ποιητής, δεν είναι λογοτέχνης, είναι παραμυθάς. Ή ίσως και να είναι όλα τα πιο πάνω. Το πρώτο βιβλίο του που διάβασα ήταν ο «Ωκεανός», πριν από δώδεκα χρόνια, και το θυμάμαι ακόμη – τόσο μεγάλη εντύπωση μου είχε κάνει.
     Το «Μετάξι» σε σχέση με το προηγούμενο δεν είναι παρά μια μινιατούρα, αλλά μια μινιατούρα όμορφη, που μας ταξιδεύει, που μας χαρίζει μαγεία σε μικρές μικρές δόσεις, που μας κάνει να νιώσουμε βαθιά τις απλές αλήθειες του ήρωά του, του Ερβέ Ζονκούρ, ενός από εκείνους τους ανθρώπους που: «…αγαπούν να παρευρίσκονται στη ζωή τους, θεωρώντας ανάρμοστη οποιαδήποτε φιλοδοξία να τη ζήσουν».
     Ο Ερβέ μοιάζει να είναι ένας απ’ αυτούς τους άντρες οι οποίοι δεν έχουν κάποιο σημαντικό ρόλο να παίξουν στη ζωή, αλλά να που ένα γύρισμα της τύχης θα αλλάξει τη μοίρα του και θα τον βάλει στο επίκεντρό της. Όλα αρχίζουν όταν ένας πανέξυπνος επιχειρηματίας ονόματι Μπαλνταμπιού, θα του αναθέσει να ταξιδέψει από την αγροτική Γαλλία στη μακρινή Ιαπωνία, για να κάνει εισαγωγή αυγών μεταξοσκώληκα. Η αποστολή του είναι δύσκολη, αλλά κατά κάποιο τρόπο θα καταφέρει να τη φέρει εις πέρας. Όχι μόνο αυτό, αλλά θα ερωτευτεί κιόλας, στην αρχή μια παιδούλα χωρίς την ανατολίτικη κοψιά στα μάτια και στα επόμενά του ταξίδια την ίδια, σα μια νέα γυναίκα που θα αφεθεί με πάθος στον έρωτά του. Τα κορμιά τους θα τα ένωναν κάποια νύχτα σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό αφού: «Στο σκοτάδι, δεν ήταν τίποτα να την αγαπήσει και να μην αγαπήσει εκείνη».
     Το κάθε ταξίδι του στην απόμακρη χώρα στέφεται με επιτυχία -τα περισσότερα εμπορική, τα λιγότερα συναισθηματική- αλλά την κάθε του επιστροφή επισκιάζει το μέσα του κενό. Κι ας ζει μια φαινομενικά ευτυχισμένη ζωή, με μια γυναίκα που τον αγαπάει. Ό,τι και να κάνει δεν μπορεί ούτε στιγμή να ξεχάσει εκείνη την κοπέλα με το δέρμα σα γάλα που τον μάγεψε. Και όλο απομονώνεται. Μέχρι που φτάνει ακόμη και στο σημείο ν’ αγοράσει το σπίτι ενός γνωστού του, μακαρίτη πια, που για κάποιο λόγο είχε σταματήσει να μιλά…

     -Ξέρεις γιατί ο Ζαν Μπερμπέκ σταμάτησε να μιλάει; ρώτησε τον Μπαλνταμπιού.
     -Είναι ένα από τα πολλά πράγματα που δεν είπε ποτέ, απάντησε εκείνος…

     Η μοίρα που άλλοτε του χάρισε τόσα πολλά, ως συνήθως, κάποτε θέλησε να εισπράξει τα χρωστούμενα, κι έτσι τον χτύπησε αλύπητα, αλλά αυτός ποτέ δεν έχασε την ψυχραιμία του: «Επειδή η απόγνωση ήταν μια υπερβολή που δεν του ταίριαζε, έσκυψε πάνω απ’ ό,τι είχε απομείνει στη ζωή του και ξανάρχισε να το φροντίζει με την ακλόνητη επιμονή ενός κηπουρού το πρωί μετά την καταιγίδα».
     Το «Μετάξι» είναι ένα βιβλίο που θυμίζει νοσταλγική μπαλάντα και αξίζει να διαβαστεί από κάθε φίλο της καλής λογοτεχνίας. Η μεταφράστρια, Λένα Ταχματζίδου, έχει κάνει εξαιρετική δουλειά, μεταφέροντας με δεξιοτεχνία περισσή το κείμενο στη γλώσσα μας.