Tuesday, November 2, 2010

Τομ Ρόμπινς – Ακόμα και οι καουμπόισσες μελαγχολούν

Αυτό είναι ένα από εκείνα τα μαγικά, θα λέγαμε, βιβλία τα οποία διαβάζει κανείς με μόνιμα ζωγραφισμένο το χαμόγελο στα χείλη. Ο Ρόμπινς μας δίνει ένα μυθιστόρημα-αχταρμά που βγάζει πολλή νόημα – αν βγάζετε κι εσείς νόημα απ’ αυτά που γράφω τόσο το καλύτερο.
Το «Ακόμα και οι καουμπόισσες μελαγχολούν» είναι η ιστορία της Σίσσυ, ή μάλλον των αντιχείρων της. Η κακόμοιρη η κοπέλα γεννήθηκε με μια μικρή δυσμορφία: δύο αντίχειρες τόσο μεγάλους, που της κάνουν αρχικά τη ζωή δύσκολη, αλλά οι οποίοι στην πορεία αναδεικνύονται σαν ένα… τεράστιο πλεονέκτημα. Πότε συμβαίνει αυτό; Μα όταν μαθαίνει να τους χρησιμοποιεί για να κάνει ωτοστόπ. Οι αντίχειρές της θα γίνουν το διαβατήριο για μια νέα ζωή, στη διάρκεια της οποίας θα γυρίσει όλες τις αμερικανικές πολιτείες και τη μισή υφήλιο, θα μοιραστεί μια ρομαντική στιγμή με τον Τζακ Κέρουακ, που μάλλον σε ό,τι αφορά την περιπλάνηση νιώθει ένα δέος απέναντί της, και θα εργαστεί περιστασιακά σα μοντέλο – αυτό φυσικά όχι σηκώνοντας τους αντίχειρές της στον αέρα, αλλά κρύβοντάς τους διακριτικά.
Τα ταξίδια της κρατάνε αρκετά χρόνια, αλλά φυσικά δεν μπορεί να συνεχίσει να ζει για πάντα στους δρόμους, οπότε όταν της συστήνει ο… προστάτης της, η… Δούκισσα, έναν νεαρό ινδιάνο καλλιτέχνη, αυτή κάνει μία προσπάθεια να… αφυπηρετήσει. Ωστόσο, όπως κάποτε στο μέλλον θα αντιληφθεί, όσο κι αν αγαπά (όχι και πολύ) τον ινδιάνο της, αυτή η ζωή, η καθιστική, δεν της πάει. Οι αντίχειρές της επαναστατούν κι αρχίζουν να κάνουν ωτοστόπ στις σκιές στους τοίχους, στον άνεμο, στις κουρτίνες και νιώθει να πνίγεται. Ο/Η Δούκισσα αποφασίζει τότε να της αναθέσει μία ακόμη δουλειά σαν μοντέλο. Την ξαποστέλνει στο ράντσο της στη Ντακότα, εκεί που οι καουμπόισσες μελαγχολούν, για να συμμετάσχει σε μια διαφήμιση με φόντο κάποια αποδημητικά πουλιά, τους γερανούς. Εκεί η Σίσσυ ανακαλύπτει ένα καινούριο, θαυμαστό και απόλυτα γυναικείο κόσμο και οι αντίχειρές της γίνονται ευτυχισμένοι. Οι γυναίκες που ζουν γύρω της, η μια πιο ιδιόρρυθμη από την άλλη, την εντυπωσιάζουν. Ειδικά η Τζέλυ-μπην που φορούσε «μια φούστα τόσο κοντή που αν τα μπούτια της ήταν ρολόι η φούστα θα ήταν στο δώδεκα παρά πέντε».
Όμως δεν είναι μόνο οι γυναίκες που την ελκύουν εκεί, είναι και ο Τσινγκ: ένας κινέζος γέρο-σοφός από την Ιαπωνία, που είναι κάτι σα σαμάνος ινδιάνος. Τι; Χαθήκατε; Κι όμως, όλα έχουν την εξήγησή τους. Το μόνο που βαριόμαστε να τη γράψουμε.
Όπως και νάχει, το «Ακόμα και οι καουμπόισσες μελαγχολούν» είναι το πιο ανάλαφρα σοβαρό βιβλίο που διάβασα τα τελευταία χρόνια. Μιλά για τον πόλεμο και την ειρήνη, για τις διαφορετικές μορφές του έρωτα, για την ακατανίκητη αίσθηση της ελευθερίας, για τον καταναλωτισμό και το περιβάλλον, για τα αγύριστα κεφάλια, για εκείνους που προσπαθούν ν’ ανακαλύψουν ποιοι είναι και γι’ αυτούς που αγωνίζονται να το ξεχάσουν.
Ο Ρόμπινς μοιάζει να μας λέει ότι μπορούμε να γελάσουμε με το καθετί, η σκέψη δεν προϋποθέτει τη θλίψη, η σοφία μπορεί να είναι ανάλαφρη. Όπως ο Τσινγκ, ο βαφτισμένος από τους άλλους γκουρού, θύμα των δικών τους πεποιθήσεων, φαίνεται να μας κλείνει συνωμοτικά και το μάτι και να μας ψιθυρίζει: μην τα πολυσκέφτεστε τα πράγματα, μην τα αναλύετε, ζήστε το τώρα. Και μην αναζητάτε τους σωτήρες, εσείς είστε οι σωτήρες του εαυτού σας.
Η μετάφραση του 1985, σπιρτόζικη, μοιάζει να συλλαμβάνει και να μας μεταφέρει εξαιρετικά το πνεύμα του βιβλίου, ωστόσο δεν αποφεύγει τις αστοχίες. Σημειώνουμε χαρακτηριστικά: το όνομα μιας κοπέλας αναφέρεται σαν Χήθερ αντί Χέδερ, κάπου μιλά για τη Μπούρμα αντί για τη Βιρμανία, ενώ τα κουτάκια της μπίρας γίνονται… κονσέρβες.

Saturday, October 30, 2010

Γιασούσι Ινόουε – Έρωτας και εκδίκηση

Ένας ιάπωνας γράφει για την -όχι και πολύ- αρχαία Κίνα, και τα καταφέρνει μια χαρά, σ’ αυτό το κυρίως πολεμικό, αλλά σχεδόν ποιητικό μυθιστόρημα.
Τα γεγονότα που παρακολουθούμε διαδραματίζονται στον ενδέκατο μ.Χ. αιώνα στην Κίνα. Εκείνη ακριβώς την εποχή διάφορες βαρβαρικές φυλές που ζούσαν δυτικά του Κίτρινου Ποταμού πολεμούσαν μεταξύ τους, προσπαθώντας να γίνουν κυρίαρχοι των δρόμων του εμπορίου, αλλά και να επεκτείνουν όσο περισσότερο μπορούσαν τα σύνορά τους. Πότε νικούσαν οι μεν, πότε οι δε, αλλά κανείς δεν παρέμενε για πολύ κυρίαρχος, αφού οι πολεμικές διαμάχες διαδέχονταν η μια την άλλη και τα πτώματα των νεκρών γέμιζαν τις αχανείς κοιλάδες και τα υψίπεδα της τεράστιας χώρας.
Από ένα γύρισμα της τύχης και κάτω από αυτές τις τραγικές συνθήκες ανακαλύπτει το σκοπό του στη ζωή αρχικά και τον έρωτα μετά, ο Χσινγκ-τε, ο βασικός πρωταγωνιστής σ’ αυτή την ιστορία. Όλα αρχίζουν όταν ο εν λόγω χάνει την ευκαιρία να προσληφθεί στην κινεζική δημόσια υπηρεσία, μέσω των Αυτοκρατορικών Εξετάσεων, επειδή… αποκοιμήθηκε. Παραδομένος στη μοίρα του, είναι σίγουρος ότι το μέλλον του προδιαγράφεται μουντό και αβέβαιο. Η τύχη ωστόσο του χαμογελά, καθώς στέλνει στο δρόμο του μια γυναίκα από τη φυλή Χσι-Χσία, την οποία σώζει από σίγουρο θάνατο. Εκείνη για να του το ανταποδώσει του χαρίζει τη μοναδική της περιουσία: ένα μαντίλι. Παρατηρώντας το ο Χσινγκ-τε αντιλαμβάνεται με έκπληξη ότι πάνω σ’ αυτό, είναι γραμμένες κάποιες λέξεις σε μια γλώσσα που δεν μπορεί να καταλάβει, και αμέσως γεννιέται μέσα του η περιέργεια. Είναι δυνατόν οι Χσι-Χσία να έχουν αποκτήσει τη δική τους γραπτή γλώσσα; Κι αν ναι, πώς και δε γνωρίζει κάνεις γι’ αυτήν; Οι απορίες του τον οδηγούν αρχικά σε ένα γέρο διδάσκαλο, όχι και πολύ μακριά, και στη συνέχεια σ’ ένα μακρύ και φαινομενικά ατελείωτο ταξίδι, που θα τον φέρει στη χώρα αυτής της φυλής. Εκεί δε θα βρει μόνο τις απαντήσεις που ζητά, αλλά θ’ αρχίσει να ζει και μια επικίνδυνη, συναρπαστική ζωή, πολύ πιο περιπετειώδη απ’ ό,τι θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί.
Στη διάρκεια των χρόνων που θα ακολουθήσουν θα συναντήσει ένα πιστό φίλο στο πρόσωπο ενός ατρόμητου στρατιωτικού, στο πλευρό του οποίου θα πολεμήσει πολλές φορές, θα ερωτευτεί με όλη του την καρδιά μια πριγκίπισσα, που θα στοιχειώνει για πάντα τα όνειρά του, θα συντάξει το πρώτο κινεζό-Χσι-Χσία λεξικό, θα διασχίσει με καραβάνια τεράστιες αποστάσεις παρέα με τους Ουιγούρους (Ουιγκούρ στο βιβλίο, που μάλλον μεταφράστηκε από τα αγγλικά, κι έτσι δεν απέφυγε τις αστοχίες) και θα σώσει κάποιους βουδιστικούς θησαυρούς από την ολοκληρωτική καταστροφή.
Ο Ινόουε έχοντας όλο αυτό το υλικό στα χέρια του θα μπορούσε να γράψει μια μεγάλη σάγκα. Αντί αυτού, σαν ιάπωνας πιστός στο πρότυπο της νουβέλας, μας χαρίζει ένα κείμενο μικρότερο από διακόσιες σελίδες, που ωστόσο λέει ολόκληρη την ιστορία. Με απλότητα, χωρίς ωραιοποιήσεις και πλατειασμούς, μας μιλά για τον έρωτα και τον πόλεμο, μας διδάσκει ιστορία και στο τέλος τέλος τονίζει ότι στη διάρκεια μιας διαμάχης εκείνο που είναι πιο σημαντικό να σώσει κανείς είναι τον πολιτισμό του, τη γραπτή του παράδοση, και όχι τα χρήματα και τα χρυσαφικά.
Ένα αξιόλογο ανάγνωσμα, που όσο κι αν δε μας λέει τίποτα για τους ιάπωνες, μας πληροφορεί, με εξαιρετικό τρόπο, για μια περίοδο της κινεζικής ιστορίας.

Tuesday, October 26, 2010

Μάριο Βάργκας Λιόσα – Η γιορτή του τράγου

Τώρα που πήρε το νόμπελ αποφάσισα κι εγώ επιτέλους ν’ ασχοληθώ με τον Λιόσα (ή μάλλον Γιόσα). Όχι πώς έπρεπε να πάρει το βραβείο για να το κάνω, αλλά να, απλά δεν έτυχε να ασχοληθώ ποτέ πριν μαζί του. Το πρώτο βιβλίο του που διάλεξα να διαβάσω ήταν το ανά χείρας επειδή σύμφωνα με τους ξένους κριτικούς είναι το καλύτερό του.
«Η γιορτή του τράγου» δεν είναι ένα από εκείνα τα μυθιστορήματα που διαβάζονται εύκολα. Στο πρώτο μισό του μάλιστα το βρήκα κάπως βαρετό. Ωστόσο, όσο συνέχιζα την ανάγνωση τόσο με συνέπαιρνε. Η ιστορία στην αρχή κινείται με νωχελικούς ρυθμούς, αλλά όσο περνά η ώρα και γυρίζουν οι σελίδες αναπτύσσει όλο και μεγαλύτερη ταχύτητα. Την αρχική πλήξη, διαδέχεται η περιέργεια, την περιέργεια η αγωνία. Η αγωνία για την τύχη των ηρώων του, αλλά και για την αποκάλυψη ενός φοβερού μυστικού, που μοιάζει να το διατρέχει υπόγεια από την πρώτη, μέχρι και την τελευταία σχεδόν σελίδα.
Όλα αρχίζουν με την ξαφνική επιστροφή μιας γυναίκας, της Ουρανίας Καβράλ, στην πατρίδα της, τον Άγιο Δομήνικο, μετά από τριανταπέντε χρόνια εθελοντικής εξορίας. Τι την έκανε να γυρίσει εκεί; Τι την έδιωξε από εκεί; Ποιο είναι το φοβερό εκείνο γεγονός που της σημάδεψε τη ζωή, που την έκανε μια ζωντανή-νεκρή, μια επιτυχημένη γυναίκα, που αδυνατεί ωστόσο ν’ αγαπήσει;
Η ιστορία της μοιάζει να είναι η σύγχρονη ιστορία της χώρας της – της χώρας του Τρουχίλιο, του τράγου του τίτλου. Και είναι μια ιστορία που ξεχειλίζει από πόνο, αίμα, μικρές και μεγάλες προδοσίες. Μας μιλά για έναν άνθρωπο που κατόρθωσε να μεταμορφώσει όλους του υπηκόους του σε άβουλα πιόνια, για τον περίγυρό του, τους αυλοκόλακες που τον θαύμαζαν και τον έτρεμαν, και για κείνους που δεν άντεχαν πια την ιδιόρρυθμη τυραννία του και ήταν αποφασισμένοι να τον βγάλουν με κάθε τρόπο απ’ τη μέση.
Η περιβόητη CIA, ο Φιντέλ Κάστρο, οι ηγέτες-μαριονέτες της λατινικής Αμερικής και η τέταρτη εξουσία, που τείνει να συσκοτίζει τα γεγονότα αντί να τους ρίχνει φως, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο σ’ αυτή την ιστορία, που διαβάζεται σαν πολιτικό μυθιστόρημα, τραγωδία και κωμωδία την ίδια ώρα. Ο συγγραφέας, χωρίς να προσπαθεί να γίνει διδακτικός, μιλά με άμεσο τρόπο για τα κάθε μορφής δικτατορικά καθεστώτα, που εκμεταλλευόμενα την αμάθεια και το φόβο των λαών τους, επιδίδονται σε ακατανόμαστες ενέργειες, που φτάνουν σε ακρότητες. Τα περιγράφει και τα χλευάζει την ίδια ώρα. Τα γκρεμίζει και τα αναστηλώνει. Στο τέλος της ημέρας μοιάζει να θέλει να μας πει ότι όλα εξαρτώνται από λίγους ανθρώπους, κάποια φωτισμένα μυαλά, που στις πιο κρίσιμες στιγμές αναλαμβάνουν τα ηνία και με τρόπο συνετό φέρνουν την κάθαρση.
Όσο σημαντικό ρόλο όμως κι αν παίζει η ιστορία, άλλο τόσο σημαντική είναι και η μικροϊστορία – αυτή των μονάδων. Η τραγική ιστορία της Ουρανίας και του -αρχικά συμπαθητικού, αλλά μετά όχι και τόσο- πατέρα της. Η ιστορία ενός στρατιώτη και της γυναίκας του. Η ιστορία του μηχανικού, του εργάτη και του αγρότη. Η ιστορία του χωριού. Η κρυφή ιστορία, που δεν κάνει ποτέ την εμφάνισή της στους πηχυαίους τίτλους των εφημερίδων.
Στον πόλεμο όντως δεν υπάρχουν νικητές κι ηττημένοι. Όλοι κάτι χάνουν – κάποιοι ίσως κάτι περισσότερο απ’ τους άλλους. Σ’ αυτή την ιστορία η πιο τραγική φιγούρα είναι αυτή που φαντάζει η πιο τυχερή, η πλέον βασανισμένη, αυτή που έσκαψε με τα ίδια της τα χέρια τον λάκκο της.
«Η γιορτή του τράγου» είναι όντως ένα μεγάλο μυθιστόρημα -σε όγκο, αλλά και σε σημασία- το μωσαϊκό μιας μακρινής κοινωνίας, και μιας χαμένης, άγνωστης εν πολλοίς σε μας, εποχής. Αξίζει να διαβαστεί, με υπομονή και επιμονή, αφού εκτός από το τεράστιο θέμα με το οποίο καταπιάνεται, είναι γραμμένο και με πειραματική γραφή, η οποία ίσως να δυσκολέψει κάπως τον αμύητο αναγνώστη, μα που στο τέλος σίγουρα θα τον ανταμείψει.
Πρώτο δείγμα θετικό!

Saturday, October 23, 2010

Τζουνίτσιρο Τανιζάκι – Σβάστικα

Μην αφήσετε να σας παρασύρει ο τίτλος – το βιβλίο αυτό δεν έχει καμία σχέση με τον Χίτλερ και τους ναζί. Αντίθετα είναι μια πρωτότυπη και πολύ τολμηρή για την εποχή της (δεκαετία του 1920 στην Ιαπωνία) ιστορία για την ερωτική σχέση που αναπτύχτηκε ανάμεσα σε δύο γυναίκες και τον αντίκτυπό της στην κοινωνία.
Ο Τανιζάκι μέσα από την ιστορία αυτών των γυναικών, μιας πολύ νέας και εκτυφλωτικά όμορφης φοιτήτριας και μιας παντρεμένης γυναίκας, μιλά με άμεσο τρόπο για τα ερωτικά πάθη και για το που μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιον αυτά, αν αφεθούν να ξεφύγουν από τον έλεγχο. Και εδώ ξεφεύγουν, καθώς η Μιτσούκο, η νεαρή καλλονή, καταφέρνει να ξυπνά τον πόθο σε όποιον τη συναντά, άντρα ή γυναίκα, και να απολαμβάνει κάθε στιγμή προσωπικού θριάμβου, αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Γεννημένη κατακτήτρια και σε πλήρη επίγνωση της γοητείας της, το θεωρεί δεδομένο ότι οι άλλοι πρέπει να τη λατρεύουν ή ακόμη και να την υπηρετούν. Στο πρόσωπο αυτού του κακομαθημένου παιδιού, η Σονόκο, η δυστυχής παντρεμένη γυναίκα, θα βρει εκείνη τη φλόγα της ζωής, που απουσιάζει από τη σχέση της με τον άντρα της, και θα της αφεθεί απόλυτα, με όλο και πιο τραγικές συνέπειες. Τυφλωμένη καθώς είναι από τον έρωτα φτάνει να σκέφτεται: «…το ν’ αγαπάω έναν άνδρα κρυφά απ’ το σύζυγό μου θα ήταν κακό, όμως τι σημασία έχει αν μια γυναίκα ερωτευθεί μιαν άλλη γυναίκα; Ένας σύζυγος δεν έχει το δικαίωμα να σχολιάζει την οικειότητα που αναπτύσσεται ανάμεσα σε δυο γυναίκες». Ο έρωτας μας κάνει εγωιστές. Και η Σονόκο θα γίνει η απόλυτη εγωίστρια στην προσπάθεια να δικαιολογήσει τις πράξεις της.
Ο συγγραφέας σ’ αυτή τη νουβέλα αναδεικνύεται σ’ ένα εξαιρετικό ανατόμο των ψυχών. Με γραφή άμεση και ρέουσα μας μιλά για τις σκέψεις και τα συναισθήματα των ηρώων, τα αναλύει χωρίς πολλά πολλά και βγάζει κάποια συμπεράσματα, τα οποία όμως δεν καταγράφει, αλλά απλά αφήνει να εννοηθούν μέσα από τις συνομιλίες, στις πράξεις και τις παραδοχές των τελευταίων. Μοιάζει να θέλει να μας πει ότι ο έρωτας είναι όντως ανεξήγητος, και ότι όταν είμαστε ερωτευμένοι δεν σκεφτόμαστε, απλά πράττουμε. Κι αυτό ακριβώς κάνουν εδώ οι δύο γυναίκες, πράττουν. Η μια ζει τον έρωτά της, επικεντρωμένη απόλυτα στο αντικείμενό του, και η άλλη βρίσκει σ’ αυτόν εκείνο ακριβώς το πράγμα που της λείπει: την ολοκλήρωση. Γύρω τους κινούνται κάποιες άλλες φιγούρες, που παίζουν ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο αλλά πάντοτε καταλυτικό ρόλο στην υπόθεση: ο επίδοξος και καταχθόνιος υποψήφιος σύζυγος της Μιτσούκο, ο δυστυχής μα γεμάτος κατανόηση άντρας της Σονόκο, και μια υπηρέτρια που θα καταφέρει στους πιο πάνω το πιο επιτήδειο και πλέον επιδέξιο χτύπημα, αυτό που θα επιφέρει την τελική λύση, που δε θα μπορούσε παρά να είναι τραγική.
Αυτό το βιβλίο, αν δε μιλούσε για ένα εν εξελίξει δράμα, θα μπορούσε να γίνει κωμωδία: μια κωμωδία καταστάσεων, που θα θύμιζε σε πολλά τη σύγχρονη εποχή μας. Αλλά ο συγγραφέας έζησε σε μια άλλη εποχή, και σε κάποια άλλα μέρη, έτσι αντί μιας ανάλαφρης ιστορίας μας χάρισε ένα αξιανάγνωστο μυθιστόρημα, που χωρίς να γίνεται ούτε στιγμή βαρετό, μας μιλά με άμεσο τρόπο για τους ανθρώπους και τα πλήθια πάθη τους. Διαβάζεται άνετα μέσα σε τρεις ώρες, αλλά δεν ξεχνιέται εύκολα. Η μετάφραση της Χριστίνας Φακινού είναι πολύ καλή και βάζει κι αυτή το λιθαράκι της στο οικοδόμημα της αναγνωστικής απόλαυσης.

Tuesday, October 19, 2010

Σέσαρ Άιρα – Βαράμο

Αυτό είναι το πρώτο βιβλίο του Σέσαρ Άιρα που διαβάζω. Τον ανακάλυψα πριν μερικούς μήνες μέσα από την εκπομπή «Κεραίες της εποχής μας» και μου φάνηκε «ωραίος τύπος». Και όντως είναι. Όπως αντιλαμβανόμαστε από τα κείμενά του, αλλά και από το επίμετρο, είναι ένας από εκείνους τους συγγραφείς που απλά παίζουν, αστειεύονται: με τον εαυτό τους, με τους αναγνώστες, με τους κριτικούς, με όλους. Λες και θέλει να προκαλέσει, απλά με το να είναι ο εαυτός του. Αλλά, αυτό δεν το πιστεύω. Όλα με πρόγραμμα τα κάνει. Στις δύο νουβέλες που φιλοξενεί αυτός ο τόμος κυριαρχεί μια οργανωμένη… αναρχία, που θυμίζει σε ύφος τον δάσκαλο Μπόρχες. Οι ιστορίες του είναι τραβηγμένες μέχρι τα άκρα, αν και δεν είναι απόλυτα ιστορίες. Κάπου-κάπου και εντελώς στα ξαφνικά μετατρέπονται σε δοκίμια, κάνουν ιστορικές αναφορές, και συχνά πυκνά παραπαίουν ανάμεσα στην κωμωδία και την τραγωδία. Το πιο σημαντικό για μένα ωστόσο είναι ότι είναι στο σωστό μέγεθος, αυτό της νουβέλας. Πιστεύω ότι οι περισσότερες ιστορίες μπορούν να ειπωθούν σε λιγότερες από 30 χιλιάδες λέξεις και ο Άιρα το αποδεικνύει αυτό.
Η πρώτη νουβέλα, το «Βαράμο» είναι η ιστορία του… Βαράμο. Διαδραματίζεται στην πόλη Κολόν του Παναμά και περιγράφει μια μέρα στη ζωή του ομώνυμου ήρωα, στη διάρκεια της οποίας θα συμβούν πολλά και κωμικοτραγικά. Καταρχήν θα πληρωθεί από το κράτος, μια και τυγχάνει δημόσιος υπάλληλος, με πλαστά χαρτονομίσματα, κάτι το οποίο αντιλαμβάνεται αμέσως, αλλά για κάποιο λόγο δεν αποκαλύπτει σε κανένα. Μετά θα συναντήσει τον οδηγό ενός υπουργού, που τυγχάνει και τζογαδόρος, ο οποίος θα του δώσει κάποια λεφτά που κέρδισε η μητέρα του και που θα παίξει καταλυτικό ρόλο στην ιστορία. Η μητέρα που λέγαμε έχει κάποια ψυχολογικά προβλήματα και θα δώσει τη δική της παράσταση στο δρόμο, προτού την περιμαζέψει ο Βαράμο, λίγο προτού φύγει για το καφενείο. Καθοδόν προς τα εκεί θα γίνει μάρτυρας σ’ ένα ατύχημα, θ’ ανακαλύψει μερικά φοβερά μυστικά, θα ψιλοερωτευτεί και άλλα… ευτράπελα. Σα να διαβάζουμε τη λατινοαμερικάνικη εκδοχή του «Οδυσσέα» του Τζόις σε μικρογραφία ή ίσως και μια παρωδία της: «…Το μυστικό της προηγούμενης πρόθεσής του μόλυνε αναγκαστικά κι αυτή, και επομένως έπρεπε να κρύψει ότι αυτοσχεδίαζε, πράγμα που, δεδομένης της έλλειψης χρόνου, ισοδυναμούσε με το να αυτοσχεδιάσει ότι το έκρυβε. Πόσο δύσκολο!»
Στο «Ένα επεισόδιο από τη ζωή του ταξιδευτή ζωγράφου» μαθαίνουμε για… πολλά επεισόδια. Εδώ ουσιαστικά παρακολουθούμε τα έργα και τις ημέρες ενός πολύ ταλαντούχου καλλιτέχνη, που ακούει στο επίθετο Ρουγκέντας. Θεωρείται ένας από τους κορυφαίους ζωγράφους της γενιάς του, κάποιος που του αρέσει να μαθαίνει συνέχεια, να δουλεύει ακατάπαυστα και να πειραματίζεται, και χάρη σε μια γενναία χορηγία από κάποιον πλούσιο συλλέκτη, τον ακολουθούμε στο ταξίδι που πραγματοποιεί, συντροφιά μ’ ένα μαθητή-ακόλουθό του στη Λατινική Αμερική. Σκοπός του είναι να ζωγραφίσει τα άγρια αργεντίνικα τοπία, αλλά και σκηνές από τη ζωή των ντόπιων, κάτι που θα τον βάλει σε πολλούς κινδύνους. Η ιερή του τρέλα ωστόσο θα συνεχίσει να τον καθοδηγεί και αυτή ακριβώς είναι που θα τον βοηθήσει να ζωγραφίσει κάποια αριστουργήματα, ακόμη και όταν μείνει… τυφλός. Ο Άιρα κάνει και εδώ, αυτό που λέγαμε προηγουμένως: παίζει. Μας σερβίρει στο πιάτο ένα σωρό εξωφρενικά γεγονότα και μοιάζει να θέλει να μας πει, ποιητική αδεία φυσικά, ότι απλά έτσι έχουν τα πράγματα. Ωστόσο, σε αντίθεση με το Βαράμο, η γραφή του εδώ γίνεται πού και πού ποιητική: «Τα σύννεφα κατέβαιναν μέχρι σχεδόν να κουρνιάσουν στο έδαφος, αλλά το παραμικρό αεράκι έφτανε για να τα πάρει… και να φέρει άλλα, από διαδρόμους ακατάληπτους, που έμοιαζαν να συνδέουν τον ουρανό με το κέντρο της Γης. Σε αυτές τις μαγικές εναλλαγές, οι καλλιτέχνες ξανάβρισκαν οράματα ονειρεμένα, κάθε φορά και πιο ευρύχωρα».
Αν είστε φίλοι της… κουφής δουλειάς του Μπόρχες, αλλά και του είδους της νουβέλας, θα απολαύσετε πολύ αυτό το βιβλίο. Αν όχι, εσείς θα χάσετε.