Showing posts with label κλασικοί. Show all posts
Showing posts with label κλασικοί. Show all posts

Friday, January 2, 2009

Γαλάτεια Καζαντζάκη - Γέλα Παλιάτσο


«Τίποτε δε φοβάμαι. Τίποτε δεν ελπίζω. Είμαι ήσυχη...». Γραμμένο στα 1909 στην πρώτη νουβέλα της Γαλάτειας Καζαντζάκη, το προκλητικό για την εποχή του «Γέλα Παλιάτσο», πολύ προτού κυκλοφορήσει η «Ασκητική» του Καζαντζάκη.

Γιατί προκλητικό; Αν εξαιρέσουμε τις απόψεις που εκφράζει η συγγραφέας, το θέμα του βιβλίου και μόνο θα ήταν αρκετό για να ταράξει τους λογοτεχνικούς κύκλους εκείνης της εποχής. Μιλά για δυο γυναίκες και ένα άντρα. Η ερωμένη του τελευταίου τον ρίχνει στην κυριολεξία στην αγκαλιά της φίλης της. Και όχι μόνο δε φέρνει κανένα εμπόδιο στη σχέση τους, αλλά τη διευκολύνει κιόλας.

Αυτή την ιστορία διάβασε ο Καζαντζάκης και πήγε κοντά στη Γαλάτεια. Της έπλεξε το εγκώμιο και ας μη δεχόταν τις ιδέες της. Την ανέβασε με τα λόγια του κι ας μην την κατάλαβε. Ούτε τότε, ούτε ποτέ!

Το «Γέλα Παλιάτσο» είναι μια ιστορία που ασχολείται με το θέμα της σωματικής πίστης. Υπάρχει σωματική πιστή; Δύσκολο να απαντήσει κανείς σ’ αυτό. Μάλλον όχι, θα έλεγε η συγγραφέας, μια και είναι γνωστό ότι μεγαλύτερος δυνάστης από το κορμί δεν υπάρχει. Είναι ο ναός της απόλαυσης. Μερικοί ναοί μένουν λιτοί κι όμως ικανοποιούν τον ιδιοκτήτη τους, αλλά οι πλείστοι ζητούν πάντα το κάτι παραπάνω: έρωτα, ομορφιά, ηδονή.

Η Γαλάτεια εδώ μοιάζει να παίζει γροθιές με την κοινωνία, όπως θα έλεγε και η Μαρία Πολυδούρη. Μιλά για την υποκρισία της και την καυστηριάζει. Μιλά για τις μικρές σκλαβιές των ανθρώπων, για τις αλυσίδες με τις οποίες οι ίδιοι δένουν τους εαυτούς τους. Ζητά επιτακτικά να σπάσουν αυτές οι αλυσίδες του μυαλού και της μοναξιάς, να λευτερωθεί ο άνθρωπος, να μπορέσει ν’ απολάψει με λαχτάρα τον έρωτα, να ρουφήξει όλους τους χυμούς της ζωής της ατελεύτητης: «Πιστεύω στη ζωή την ολοένα ανανεούμενη και ολοένα ομορφότερη. Ο θάνατος υπάρχει για τον εγωκεντρικό ανθρωπάκο, σα δε βγαίνει απ’ το τρισάθλιο σαρκίο του. Για όσους βλέπουν το άτομό τους όχι απομονωμένο, αλλά σα μέρος του συνόλου της ανθρωπότητας, θάνατος δεν υπάρχει...».

Με το πρώτο της κιόλας βιβλίο η Γ. Κ. έδωσε τα διαπιστευτήριά της. Δεν ήρθε να χαϊδέψει κανενός τ’ αυτιά, δεν ήρθε για να μας προσφέρει ζαχαρωμένες ιστορίες, ήρθε για να ταράξει τα στεκούμενα νερά, για να φέρει ένα νέο μήνυμα: οι νεκροί κόσμοι είναι νεκροί, εμείς οφείλουμε να ζήσουμε. Να ζήσουμε αληθινά, χωρίς τις: «Βίζιτες της ετικέττας και της αδιάφορης κοινωνίας», αλλά και δίχως να νοιαζόμαστε για το τι νομίζουν οι άλλοι για μας: «Καημένοι άλλοι. Σεις σκέπτεστε τόσο στοχαστικά και μετρημένα και δραστήρια, την ώρα που εμείς χανόμαστε σ’ ανύπαρχτα όνειρα, προσπαθώντας να ξετρυπώνουμε κάτι τι να ευχαριστηθούμε τη μια στιγμή και να το βαρεθούμε ευτύς την άλλη».

Δεν ξέρω τι να παραθέσω εδώ αυτούσιο και τι να παραλείψω απ’ αυτό το βιβλίο. Γι’ αυτό ρίχνω μικρές προτάσεις χύμα κι ό,τι καταλάβει κανείς κατάλαβε απ’ τις μεγαλειώδεις σκέψεις της συγγραφέως: «Κρίμα που δεν ελπίζω! Αλοίμονο σ’ εκείνον που δεν ελπίζει και δεν περιμένει πια, γιατί βρήκε ό,τι πεθυμούσε! Αλοίμονό του! Αρχίζουνε οι μέρες της θανάσιμης αγωνίας, μπαίνει στο μονοπάτι του θανάτου και του καημού...». «Θαρρώ δε θα ξέρω τι να την κάμω την άγνωστη αυτή περαστική, που σταμάτησε στην πόρτα μου ξαφνικά και απροσκάλεστη. Τη φοβούμαι την Ευτυχία...». «...Μου μιλούσαν κομπλιμέντα ανόητα, κ’ εγώ τους άκουα και χαμογελούσα σε βάρος τους και σε βάρος της ψυχής μου που βασανιζόταν...».

Πως να μη μείνει άφωνος ο Καζαντζάκης από την τόλμη της Γαλάτειας; Πως να μη γίνει η τελευταία μια από τις ιέρειες του φεμινιστικού κινήματος, δίχως καν να το επιδιώξει; Πως να μην αποτελέσει στόχο αδαών και οπισθοδρομικών ανθρώπων που στο πρόσωπό της έβλεπαν μιαν έκφυλη γυναίκα, μια απειλή για την κοινωνία; «Όσο μεγαλύτερη η ηδονή, τόσο μεγαλύτερη η ναυτία της ζωής, κ’ εγώ θέλω να την αιστανθώ βαθιά τη ναυτία αυτή», έγραφε και τους χαλούσε τη ζαχαρένια τους.

Το «Γέλα Παλιάτσο» θα λέγαμε ότι, ίσως να ήταν το πιο εντυπωσιακό ντεμπούτο από γυναίκα συγγραφέα στη διάρκεια του ελληνικού εικοστού αιώνα, λαμβάνοντας πάντα βέβαια υπόψη την εποχή που πρωτοκυκλοφόρησε.

Ας ελπίσουμε ότι κάποιος εκδότης θα μπει στον κόπο και τα έξοδα να το βγάλει και πάλι στην κυκλοφορία μια και αξίζει να διαβαστεί. Όχι μόνο από κάθε φίλο της συγγραφέως, αλλά και από κάθε μελετητή της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.

Γαλάτεια Καζαντζάκη - Άντρες


Σε όλα τα βιογραφικά κείμενα της Γαλάτειας που διάβασα οι «Άντρες» χαρακτηρίζονται σα μυθιστόρημα. Η δική μου απορία είναι, γιατί; Ή τρελός είμαι, ή δεν έχω ιδέα από βιβλία, ή... το παρόν δεν είναι μυθιστόρημα!

Εδώ έχουμε μια σειρά από διαφορετικές ιστορίες τις οποίες ενώνει ένα υπόγειο νήμα, αυτό του κοινωνικού σχολίου. Οι «Άντρες» που συναντάμε είναι άντρες σκληροί, άκαρδοι, μαχητικοί, αχάριστοι, ευαίσθητοι, χαμένοι στους δικούς τους κόσμους. Άντρες που ζούνε τον πόνο, άντρες θύματα των γυναικών, άντρες έτοιμοι για όλα, αλλά, πολλές φορές, ανέτοιμοι για τη ζωή.

Όπως και στις «Γυναίκες» έτσι και σ’ αυτό το βιβλίο η Καζαντζάκη τα βάζει με όλους και με όλα. Με τους κατ’ όνομα ή επάγγελμα επαναστάτες, με τους τυφλούς από τις προκαταλήψεις άντρες, με τους τρελαμένους από τη ζήλια εραστές. Εντοπίζει, τονίζει, σχολιάζει τα κακώς κείμενα της εποχής της. Γίνεται σκληρή στην κριτική της.

Δε θα πάρουμε τις ιστορίες μία μία. Τα αποσπάσματα που δημοσιεύουμε πιο πάνω πιστεύουμε είναι ενδεικτικά του τι θα διαβάσει κανείς παίρνοντας στα χέρια του αυτό το βιβλίο. Ωστόσο δεν μπορούμε παρά να σταθούμε σε κάποιες από τις διαπιστώσεις της συγγραφέως, η οποία δίνει σε γυναίκες τη δική της φωνή. Έτσι η μια λέει: «...Η καρδιά μας είναι αδύνατη και δεν μπορούμε να της έχουμε εμπιστοσύνη...», ενώ η άλλη τονίζει –σχετικά με του κόσμου τη σκληρότη-,: «Τι να φοβηθώ, κόρη μου. Μπρος στα όσα κάνουν οι άνθρωποι, τι είναι της νύχτας τα φαντάσματα...». Και τέλος, μια τρίτη που επισκέφτεται κάποιους φυλακισμένους αγωνιστές, σκέφτεται αηδιασμένη: «Τι κωμωδία... έρχουμαι εδώ μάνι-μάνι να εχτελέσω αυτό το τόσο ασήμαντο χρέος, και ο νους μου είναι στον Αλέκο και στον κινηματογράφο που θα πάμε...».

Άντρες, γυναίκες, κανείς δε μένει στο απυρόβλητο και κανείς δε στερείται της συμπάθειας της συγγραφέως. Τα λάθη, τα πάθη, οι έρωτες και οι απογοητεύσεις, οι αγώνες για ένα καλύτερο αύριο που ίσως να μην έρθει ποτέ, τα θέματα τιμής που γίνονται κατάρας κι ατιμίας, κυριαρχούν σ’ αυτό το βιβλίο. Γλυκόπικρες ιστορίες για τον ανθρώπινο Γολγοθά που δεν έχει τελειωμό.

Γαλάτεια Καζαντζάκη - Γυναίκες


Οι «Γυναίκες» είναι μια επιστολική νουβέλα, σχεδόν αυτοβιογραφική. Λέμε σχεδόν αυτοβιογραφική γιατί πολλά από τα γεγονότα που ξέρουμε απ’ τη ζωή της Γαλάτειας παρελαύνουν μέσα από το κείμενο. Όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα, που δίνουν το παρόν τους σ’ αυτή την ιστορία, με εξαίρεση ίσως τη δασκάλα Νίνα που θυμίζει την Έλλη Αλεξίου, φαντάζουν στα μάτια μας παντελώς άγνωστα. Εκτός κι αν η φυματική αδελφή η Άννα, που φέρεται να νοσηλεύεται στη Σωτηρία είναι η Μαρία Πολυδούρη, αφού ξέρουμε ότι η Γαλάτεια και η Έλλη στάθηκαν κοντά της στα τελευταία της. Αρκετά όμως με τις εικασίες...

Γυναίκες γράφουν σε γυναίκες για των γυναικών τα πάθη. Η πιο πάνω πρόταση είναι αρκετή για να δώσει κανείς την περίληψη του βιβλίου. Κάθε είδους γυναίκες παρελαύνουν απ’ αυτή την ιστορία. Μια πόρνη με χρυσή ψυχή, μια καθώς πρέπει σκύλα που πράττει το –κατά τη γνώμη της-, σωστό, μια ιδεαλίστρια δασκάλα που θέλει ν’ αλλάξει τον κόσμο, μια άρρωστη νέα που νιώθει αφόρητα μόνη, μια πλούσια και δυστυχισμένη, και κάποια που τολμά ν’ αφήσει το γαμπρό κελεπούρι απλά και μόνο επειδή δεν είναι ερωτευμένη μαζί του. Τι κοινό έχουν οι γυναίκες αυτές; Είναι αδελφές.

Η Καζαντζάκη δε χαρίζεται στις γυναίκες της. Άλλοτε είναι πολύ σκληρή μαζί τους και άλλοτε τις κοιτά με κατανόηση. Μέσα από το γραφτό της μοιάζει να θέλει να μας πει ότι πιότερο τιμά την τίμια πουτάνα παρά την υποκρίτρια της τιμιότητας. («Το να εκμεταλλεύεται κανείς τον εαυτό του είναι πολύ λιγότερο άτιμο από το να εκμεταλλεύεται τον άλλο» λέει η πόρνη.) Και φυσικά τα βάζει με την κοινωνία. Την κοινωνία που όλα τα κρίνει και τα κατακρίνει, αλλά τους ανθρώπους δεν μπορεί να τους καταλάβει... «...Αν ξακολουθούσα νάμαι γυναίκα του Αντρέα θα σου ήταν φοβερά ευχάριστο και προ πάντων χρήσιμο. Ένας γαμπρός περιωπής είναι πιο χρειαζούμενος από μια αδελφή δαχτυλογράφα. Για να ξακολουθήσω όμως να σου προσφέρω αυτή την ευχαρίστηση θάπρεπε ν’ αποδίδω κάποια σημασία στις κοινωνικές διαβαθμίσεις που τόσο σε συγκινούν», γράφει η Αίμη στην πόρνη της ψυχής, Δήμητρα.

Η ίδια γράφει και για την Τέχνη: «Ακόμα και τον πιο πεσμένο και τον πιο κριματισμένο άνθρωπο τον εξαγνίζει κάνοντάς τον ήρωα τραγικό μέσα στη σκληρή του μοίρα», «...η τέχνη πλουταίνει την αισθαντικότητά μας, πλαταίνοντας τα όρια της καρδιάς μας», «Η Τέχνη! Τι μοναδική ανακάλυψη! Κρύβει τη γύμνια της ψυχής μας, υγραίνει τ’ αδάκρυτα μάτια μας, ζεσταίνει την ξεπαγιασμένη καρδιά μας...».

Αν μου ζητούσαν να περιγράψω με λίγες λέξεις αυτό τον τόμο, θα τον αποκαλούσα «Το βιβλίο των αφορισμών της Γαλάτειας Καζαντζάκη», αφού μέσα από αυτό μοιράζεται μαζί μας πολλή από τη σοφία της ζωής της. Αν και γραμμένες στα 1933, οι «Γυναίκες» της εξακολουθούν να είναι επίκαιρες, αφού αγγίζουν πολλά από τα θέματα που αφορούν τη γυναικεία φύση. Θέματα όπως αυτό της σωματικής... αγνότητας, που σύμφωνα με τη συγγραφέα, είναι η κατάρα των γυναικών: «Αντίς να παραδίδαμε τα δώρα της νιότης μας στη ζωή, τα παραδίδαμε στο φθορά και το θάνατο βέβαιες, πως έτσι κάνοντας κάναμε το καλύτερο! Μα υπάρχει πιο συχαμένη ανηθικότητα απ’ αυτή; Μεγαλύτερο έγκλημα υπάρχει; Κι’ είναι τόσο αργά να επανορθώσω το σφάλμα μου... Πως μετανοιώνω για όλη τη μάταιη θυσία!».

Κλείνουμε αυτή την αναφορά με μια παράγραφο που πιστεύουμε ότι τα λέει όλα, ή σχεδόν όλα: «Να είμαστε σαν το Φοίνικα! Να το μόνο κατόρθωμα του ανθρώπου που θα είχε αξία. Να μπορούμε σαν το μυθικό εκείνο πουλί να ξαναγεννιόμαστε ακατάπαυτα από τις στάχτες μας. Τίποτα άλλο. Η χίμαιρα! Να έχεις τη δύναμη να πιστεύεις επ’ άπειρο στο θαύμα! Το πέτυχες; Έλυσες το πρόβλημα της ζωής».