Showing posts with label ιρλανδική λογοτεχνία. Show all posts
Showing posts with label ιρλανδική λογοτεχνία. Show all posts

Thursday, February 16, 2012

Colm Toibin – Brooklyn


Τα κυρίαρχα στοιχεία στο Brooklyn θα έλεγα ότι είναι η νοσταλγία, ο φόβος για το άγνωστο, η μοναξιά και η μελαγχολία. Ωστόσο δεν πρόκειται για ένα βιβλίο ψυχοπλακωτικό, είναι απλά μια ιστορία για κάποιους συνηθισμένους ανθρώπους, που θέλοντας και μη έρχονται αντιμέτωποι με κάποιες μεγάλες προκλήσεις στη ζωή. Κάποιοι τα βγάζουν πέρα και κάποιοι όχι. Κάποιοι προσαρμόζονται και κάποιοι καταποντίζονται. Και κάποιοι απλά αδυνατούν να δουν τον κόσμο όπως είναι, προτιμούν να ζουν σ’ αυτόν που έχουν φτιάξει μέσα στο κεφάλι τους.
     Βασική πρωταγωνίστρια εδώ είναι μια νεαρή γυναίκα που ακούει στο όνομα Έλις Λέισι. Η Έλις ζει με τη μητέρα της και την αδελφή της Ρόουζ στο Έννισκορθι της Ιρλανδίας, ενώ οι τρεις μεγαλύτεροι αδελφοί της έχουν μετακομίσει στο Μπέρμιγχαμ στην Αγγλία αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Η Έλις δεν έχει μεγάλα σχέδια για το μέλλον: θέλει απλά να συνεχίσει να ζει εκεί, να τελειώσει τα μαθήματα λογιστικής που κάνει, να βρει μια καλή δουλειά και κάποιον για να αγαπήσει και από τον οποίο να αγαπηθεί. Οι καλύτερές της φίλες, Νάνσι και Ανέτ, ούτε κι αυτές ονειρεύονται πολύ. Πατούν γερά στη γη και το μόνο που φαίνεται να ζητούν απ’ τη ζωή είναι ένα καλό γαμπρό. Το μόνο που η Έλις είναι πολύ πιο ξύπνια από εκείνες. Έτσι πολύ σύντομα θα βρει μια καλή, πλην κακοπληρωμένη δουλειά, που θα ανοίξει στα μάτια της νέες προοπτικές. Προοπτικές που λόγω της μικρής της πόλης θα παραμείνουν περιορισμένες. Όλοι πιστεύουν ότι της αξίζει μια καλύτερη ζωή, με πρώτη και καλύτερη την αδελφή της, Ρόουζ. Και αυτή ακριβώς είναι που θα διευθετήσει, μέσω ενός γνωστού της ιερωμένου, τη μετάβασή της στην Αμερική και στο Μπρούκλιν.
     Η Έλις στην αρχή δεν βρίσκει και τόσο ελκυστική την ιδέα του ξενιτεμού. Ωστόσο ο ενθουσιασμός της Ρόουζ και η παρότρυνση των υπόλοιπων κοντινών της ανθρώπων θα της δώσει κουράγιο. Θα κινήσει λοιπόν για τη μεγάλη περιπέτεια. Κι από τη μια στιγμή στην άλλη, θα έλεγε κανείς -αλλά μετά από ένα κουραστικό ταξίδι- θα βρεθεί από ένα χωριό στη μέση του πουθενά σε μια μητρόπολη στο κέντρο του κόσμου.
     Με τη βοήθεια του Πάτερ Φλαντ θα βρει αμέσως στέγη και θα προσληφθεί σ’ ένα πολυκατάστημα. Η προσαρμογή της όμως κάθε άλλο παρά εύκολη θα αποδειχτεί καθώς συνεχώς νιώθει ότι κάτι της λείπει: «Τίποτα εδώ δεν αποτελούσε κομμάτι της. Όλα ήταν λάθος, άδεια, σκεφτόταν». Όσο πιο απασχολημένη είναι τόσο το καλύτερο γι’ αυτή, έτσι όταν θ’ αρχίσει να παίρνει την κάτω βόλτα, ο καλός παπάς θα επέμβει και πάλι. Θα μεσολαβήσει ώστε να συνεχίσει τις σπουδές της από εκεί όπου της άφησε, ενώ θα την παροτρύνει να αρχίσει να βοηθά και στις δραστηριότητες της ενορίας. Είναι στη διάρκεια ακριβώς κάποιας απ’ αυτές τις δραστηριότητες, ενός χορού, που θα γνωρίσει τον Τόνι, έναν αμερικανό ιταλικής καταγωγής, που σιγά σιγά αλλά σταθερά θα την προσελκύσει στον κόσμο του και τον οποίο αργά ή γρήγορα θα ερωτευτεί. Η Έλις χάρη σ’ αυτόν θα νιώσει επιτέλους ότι ανήκει. Ένα τραγικό γεγονός ωστόσο θα την οδηγήσει και πάλι, έστω και προσωρινά πίσω στην Ιρλανδία, και τότε είναι που η ζωή θα της βάλει πραγματικά τα δύσκολα. Και τότε είναι που θα νιώσει ότι δεν ξέρει στ’ αλήθεια να πει τι είναι το σωστό και ποιο το λάθος.
     Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, που αν και διαδραματίζεται κατά το μεγαλύτερό του μέρος στο Μπρούκλιν, ξεχειλίζει από τη γνωστή πια ιρλανδική μελαγχολία. Μια μελαγχολία όμως τόσο όμορφα μετουσιωμένη στο κείμενο, που κάνει τον αναγνώστη να την αντιμετωπίζει σχεδόν χαμογελώντας. Συστήνεται ανεπιφύλακτα.

Monday, September 21, 2009

Sebastian Barry – The Secret Scripture

 
Αγορά από το Book Depository

Τις τελευταίες βδομάδες το έχω κάνει συνήθεια να διαβάζω δύο βιβλία ταυτόχρονα. Συνήθως το ένα είναι αστυνομικής λογοτεχνίας και το άλλο καθαρόαιμης αγνής λογοτεχνίας, με όλη τη σημασία της λέξης. Ένα απ’ αυτά τα τελευταία είναι και το The Secret Scripture του Σεμπάστιαν Μπάρι, ενός ακόμη φοβερού ιρλανδού παραμυθά.
Τα περισσότερα γεγονότα που αφηγούνται εκ περιτροπής οι δύο ήρωες της ιστορίας, ο ψυχίατρος Γκρεν και η «ασθενής» Ροζεάν, έλαβαν χώρα στην πλέον αγαπημένη μου πόλη στην Ιρλανδία, το Σλάιγο και διάσχισαν δεκαετίες σιωπής μέχρι να βγούνε στο φως. Ουσιαστικά πρόκειται για την ιστορία της δεύτερης, μια ιστορία τραγική, που ο καλός γιατρός ποτέ δε θέλησε στ’ αλήθεια ή δε βρήκε το χρόνο για να μάθει. Μια ιστορία που μας φέρνει κοντά στα τραγικά γεγονότα που σημάδεψαν τη χώρα, όπως τον εμφύλιο πόλεμο, και την παντοδυναμία της καθολικής εκκλησίας, όσο και με τις προκαταλήψεις που οδήγησαν πολλούς ανθρώπους στο περιθώριο της ζωής ή ακόμη και στο θάνατο.
Η Ροζεάν είναι μια φιγούρα τραγική, που ελάχιστη χαρά γνώρισε στη ζωή της, κι αυτήν ουσιαστικά μοναχά στην πρώτη περίοδο του γάμου της. Από κει και πέρα ήταν ο πόνος, ο πόνος κι άλλος πόνος. Και η αδικία. Και των ανθρώπων η σκληρότητα. Ωστόσο, μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγησή της δεν αναβλύζει η πικρία που θα περίμενε κανείς – ένα παράπονο ίσως, αλλά μέχρι εκεί. Λες και τώρα, στα εκατό της πια χρόνια, η γυναίκα αυτή έχει ξεπλύνει τις πληγές, έχει ξεπλυθεί από τις αμαρτίες που οι άλλοι φόρτωσαν στην πλάτη της και δεν έχει πλέον τίποτ’ άλλο να κάνει από να πει την ιστορία της, έτσι όπως αυτή την έζησε, κι όχι όπως την κατασκεύασαν οι απρόσκλητοι προστάτες της.
Θυμάται λοιπόν τα παιδικά της χρόνια, το σπίτι που μεγάλωσε, τη φτώχεια της, την τρέλα της μάνας της, την αγάπη του πατέρα της και το θάνατό του, που επήλθε με τρόπο τραγικό. Και μετά έρχεται στο μυαλό της ο άντρας της ο Τομ, εκείνος που αγάπησε μα που την πρόδωσε, ακολουθώντας τις επιταγές ενός εκπρόσωπου του θεού που δεν είχε ιδέα τι πάει να πει αγάπη και συμπόνια, κάποιου που θα γινόταν κάποτε μεγάλος και τρανός, όπως όλοι οι αδίστακτοι άνθρωποι, που κατέχουν κάποια θέση εξουσίας. Και θυμάται και το παιδί της, εκείνο που την παράτησαν μόνη να γεννήσει στην ακροθαλασσιά, για να της το κλέψουν μετά, εκείνο που δε γνώρισε.
Όσο κι αν ακούγεται μελό αυτή η ιστορία, δεν είναι. Δεν προσπαθεί να προκαλέσει τη συγκίνηση, απλά την περιέχει. Ο συγγραφέας επιλέγοντας να ξετυλίξει το μύθο του μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση δύο διαφορετικών ανθρώπων ενώνει μαεστρικά το χθες με το σήμερα, τα ξεχωριστά τους δράματα, και οδηγεί έντεχνα τη μια άκρη του νήματος να συναντήσει την άλλη, διασχίζοντας τους κόσμους, τους καιρούς και τις πεποιθήσεις. Ο δόκτωρ Γκρεν κάπου λέει: «Γεννήθηκα στο περιθώριο των πραγμάτων». Το ίδιο ακριβώς συνέβηκε και με τη Ροζεάν. Να όμως που αυτά τα δύο άτομα συναντήθηκαν στις σελίδες μιας αφοπλιστικής ιστορίας, πανανθρώπινης, αισιόδοξης και λυπημένης.
«Είναι πολύ δύσκολο να είσαι ήρωας δίχως κοινό, αν και, κατά κάποιο τρόπο, είμαστε ο καθένας ο ήρωας ενός παράξενου μισοκαταστρεμμένου φιλμ, που αποκαλούμε ζωή μας…»
Οι δύο αυτοί ήρωες είχαν την τύχη να αποκτήσουν ζωή μέσα από τη γραφίδα ενός βιρτουόζου γραφιά και ένα μεγάλο αναγνωστικό κοινό που τους αγκάλιασε, αφού βρέθηκε στη μικρή λίστα για τα βραβεία Μπούκερ, ενώ πήρε το βραβείο Κόστα. Η ιρλανδική λογοτεχνία σε μια από τις κορυφαίες στιγμές της.

Sunday, December 28, 2008

ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΑΚ ΛΙΑΜ ΓΟΥΙΛΣΟΝ: Μπέλφαστ Blues


Για να παραφράσουμε το σύνθημα κάποιας μεγάλης ποδοσφαιρικής ομάδας: «Είναι τρελός ο ιρλανδός». Και όντως είναι! Ωραίος τρελός κι υπέροχος παραμυθάς. Και ξέρετε ποιο είναι το παράξενο; όλοι οι ιρλανδοί που έχω διαβάσει μέχρι τώρα ή τρελοί είναι, ή υπέροχοι παραμυθάδες, ή και τα δύο. Ο Γουίλσον ανήκει στην τελευταία κατηγορία, κι ας μην κατάγεται απ’ τον αγαπημένο μου νότο, αλλά απ’ τον «απεχθές» βορρά της Ιρλανδίας και πιο συγκεκριμένα απ’ το διάσημο Μπέλφαστ.

Στο Μπέλφαστ διαδραματίζεται και το μεγαλύτερο μέρος αυτής της τρυφερής στην ουσία της ιστορίας που μιλά για δυο φίλους και την πορεία τους στη ζωή, μέσα σ’ ένα μόνιμα διαταραγμένο περιβάλλον. Είναι η ιστορία του Τζέικ και του Τσάκι, δύο φίλων κολλητών που ο καθένας τραβάει το δικό του ανήφορο. Ο πρώτος, εγκαταλειμμένος απ’ τη φίλη του προσπαθεί απεγνωσμένα να βρει μια γυναίκα που να τον αντέχει, αλλά μάταια, καθώς η αθυροστομία του μοιάζει να είναι πιο δυνατή απ’ την επιθυμία του. Είναι καθολικός, όμως δεν αντέχει την ηλιθιότητα που επικρατεί γύρω του, τους θρησκευτικούς και πολιτικούς φανατισμούς που δεν αφήνουν την πόλη του να ορθοποδήσει. Απ’ την άλλη ο Τσάκι, που είναι προτεστάντης, φαίνεται να ζει στο δικό του κόσμο. Οι περισσότεροί του φίλοι είναι καθολικοί και το χαίρεται. Απέχει απ’ την πολιτική και το μόνο που τον νοιάζει είναι να αποκτήσει χρήματα γρήγορα. Και έχει καλή ψυχή, όπως και ο Τζέικ.

Θα έλεγε κανείς ότι είναι δυο αταίριαστοι φίλοι, αλλά ακριβώς αυτό είναι και το πιο δυνατό τους σημείο. Ο ένας νοιάζεται και αγαπά τον άλλο παρά τις διαφορές τους και παρά τις αλλιώτικες δυνάμεις της μοίρας που ορίζουν τις ζωές τους. Ό,τι αγγίζει ο Τζέικ μοιάζει να καταρρέει κι ό,τι αγγίζει ο Τσάκι να γίνεται χρυσάφι, αλλά πάντα έχουν ο ένας τον άλλο.

Με εκκίνηση αυτή τη φιλία ο συγγραφέας αναλαμβάνει να ξεναγήσει τον αναγνώστη στην άγνωστη γεωγραφία της πόλης του, αλλά και των συμπατριωτών του, καθολικών και προτεσταντών. Μας μιλά με λόγια σκληρά για το αίμα που αναίτια για χρόνια πολλά βάφει τους δρόμους του Μπέλφαστ, μας δίνει μέσα από συγκλονιστικές κάποτε περιγραφές μια εικόνα που κάθε άλλο παρά δικαιώνει τη μια ή την άλλη παράταξη, μας αναλύει τα συμπτώματα μιας κοινωνίας που φαίνεται να υποφέρει από βίαια εφηβικά σύνδρομα. Μας λέει για φονικά και περίσσιο πόνο, για τη μοναξιά που δεν τελειώνει. Μερικές σελίδες είναι αληθινά σπαρακτικές, αλλά όταν το επιτάσσουν οι περιστάσεις δεν διστάζει να επιστρατεύσει και το χιούμορ, χαρίζοντας άφθονο γέλιο στον αναγνώστη: «… η σάτιρα δεν είναι ποτέ άσκοπη. Μας κάνει να φαινόμαστε όσο ηλίθιοι είμαστε», «… λίγο αργότερα μπήκε η Σάρα στη ζωή μου και με σιδέρωσε, μου έκοψε όλο το ζοριλίκι. Τότε μόνο κατάλαβα γιατί μου ήταν τόσο εύκολο να δέρνω τον κοσμάκη. Επειδή δεν είχα φαντασία», «Έμπαινες στου Λέιβερι ένα βράδυ στα δεκαπέντε σου κι όταν έβγαινες, τρεκλίζοντας, ανακάλυπτες ότι είχες περάσει τα τριάντα. Κόσμος και κοσμάκης είχαν πιει τα καλύτερά τους χρόνια εκεί μέσα», «Τέλειωσα τον καφέ μου, έσφιξα τη γραβάτα μου. Του έβγαλα το πρωινό του στο πιατάκι (του γάτου) και κίνησα να δω τι μπορούσα να κάνω για την παγκόσμια ειρήνη».

Είναι εκπληκτικό το πώς ο συγγραφέας καταφέρνει να πιάσει τον αναγνώστη απ’ το χέρι και τον οδηγήσει στο μικρόκοσμό του, προκαλώντας του μια γκάμα συναισθημάτων: από βαθιά συγκίνηση ως ακράτητα γέλια, από αγανάκτηση ως αγαλλίαση. Αυτό νομίζω είναι το μεγάλο ατού του βιβλίου: ο μύθος του, η αλήθεια του. Αλλά και οι εικόνες του: σκληρές και τρυφερές, σαν καταιγίδα και σα χάδι. Μαθαίνει κανείς πολλά διαβάζοντας αυτή την ιστορία, αλλά και νιώθει πολλά. Ένα από τα καλύτερα ξένα μυθιστορήματα που κυκλοφόρησαν αυτή τη χρόνια στην ελληνική γλώσσα.

Λίγα λόγια για το συγγραφέα: Γεννήθηκε στο δυτικό Μπέλφαστ το 1964 και ζει στην Αγγλία. Από τις εκδόσεις Εξάντας έχει ήδη κυκλοφορήσει το πρώτο του μυθιστόρημα «Έργα και ημέρες του Ρίπλεϊ Μπογκλ (1996). Έχει γράψει ακόμη τα μυθιστορήματα Manfreds pain και The Dispossessed.

Το Μπέλφαστ Blues (πρωτότυπος τίτλος Eureka Street) σε εξαιρετική μετάφραση της Χρύσας Τσαλικίδου, κυκλοφορεί επίσης από τις εκδόσεις Εξάντας.