Showing posts with label γιούκιο μισίμα. Show all posts
Showing posts with label γιούκιο μισίμα. Show all posts
Friday, February 24, 2012
Yukio Mishima – Thirst for Love
Ο άντρας της Ετσούκο, Ριοσούκε, πέθανε πρόσφατα από τυφώδη πυρετό, και δεν μπορεί στα σίγουρα να πει κατά πόσο νιώθει χαρούμενη ή λυπημένη, μια και ο μακαρίτης την απατούσε ασύστολα. Ακόμη και στην κηδεία του νιώθει να τα έχει χαμένα, να μην καταλαβαίνει στ’ αλήθεια γιατί είναι εκεί. Πήγε απλά και μόνο για να κάνει το καθήκον της ή, μήπως για να επιβεβαιώσει τις σκέψεις της στιγμής; «Δεν ήρθα για να αποτεφρώσω τον άντρα μου», αναλογιζόταν, «αλλά για να αποτεφρώσω τη ζήλεια μου». Μ' αυτό τον τρόπο αρχίζει να ξεδιπλώνεται ο μύθος στο Thirst for Love.
Όπως και νάχει, ο άντρας της τώρα είναι πια νεκρός, κι αυτή έχει εγκαταλείψει τη μεγάλη πόλη, το Τόκιο και έχει μετακομίσει στην εξοχή, στην περιοχή της Οσάκα, όπου ζει με την οικογένεια του μακαρίτη. Ο πατριάρχης, Γιακίτσι Σουκιμότο, ένας ηλικιωμένος πια άντρας, νιώθει μεγάλη αδυναμία για τη χήρα, και δεν χάνει ευκαιρία να την έχει δίπλα του. Ενώ η γλώσσα του κόβει σαν ξυράφι όταν έχει να κάνει με τα άλλα μέλη της οικογένειας, εκείνης της συμπεριφέρεται σχεδόν πάντα με το γάντι. Το μόνο που δεν γνωρίζει ότι η Ετσούκο έχει ήδη χαρίσει την καρδιά της σε άλλον, στον νεαρό ρωμαλέο τους υπηρέτη, τον Σαμπούρο. Ο τελευταίος δεν είναι παρά ένας άνθρωπος της γης, ένα χωριατόπαιδο δεκαοκτώ μόλις χρόνων, και σαν τέτοιο δεν έτρεφε καμία ελπίδα ότι θα μπορούσε να βρεθεί στην αγκαλιά της, όπως κι εκείνη δεν έτρεφε καμία ψευδαίσθηση ότι θα βρισκόταν στη δικιά του. Ωστόσο η Ετσούκο «έβρισκε στη ματαιότητα των ελπίδων της κάποιες ιδιαίτερες έννοιες». Τι έννοιες ή ποια νοήματα ήταν αυτά μοναχά η ίδια μπορούσε να νιώσει, να καταλάβει.
Η ζωή στην εξοχή, παρά τις αρχικές της επιφυλάξεις, τελικά της άρεσε. Πού και πού της έλειπαν οι μεγάλες λεωφόροι και ο θόρυβος της πόλης, αλλά έβρισκε κατευναστικές τις καθημερινές της ρουτίνες, την έκαναν να ξεχνιέται. Έκανε λοιπόν τις δουλειές του σπιτιού που της αναλογούσαν, καθόταν στο τραπέζι του φαγητού με το γέρο, το γιο του Κενσούκο και τη γυναίκα του Κιέκο, και την Ασάκο, ο άντρας της οποίας βρισκόταν κάπου στη Σιβηρία, και ονειρευόταν – σαν ρομαντικό κοριτσάκι ονειρευόταν.
Όπως είναι φυσικό όμως από το σπιτικό δεν έλειπαν οι αντιπάθειες κι οι ζήλειες. Όλοι ζήλευαν για τον ένα ή τον άλλο λόγο την Ετσούκο, ενώ εκείνη ζήλευε τον Σαμπούρο, τον άντρα που μάλλον δεν θα μπορούσε ποτέ να κάνει δικό της, τον άντρα που κάποτε θα ένιωθε ότι την πρόδωσε, κι ας μην της ανήκε – αυτόν που σύντομα θα ένιωθε πόθο για μια γυναίκα, την οποία όμως δεν θα αγαπούσε.
«Τα παρατεταμένα πάθη κάνουν τον άνθρωπο ηλίθιο», διαβάζουμε κάπου και η ηρωίδα μας κάποια στιγμή θα νιώσει ακριβώς έτσι. Θα νιώσει ηλίθια επειδή πίστεψε σε ένα όνειρο και σε κάποιες υποσχέσεις που ποτέ δεν δόθηκαν. Και σαν να μην έφτανε αυτό σύντομα θα έφτανε στο σημείο να προκαλέσει την απέχθεια ακόμη και στο Γιακίτσι, που θα δεν θα δίσταζε να την παρομοιάσει «με ένα όμορφο έκζεμα».
Το τέλος της καλογραμμένης και γλυκόπικρης αυτής ιστορίας θα βρει τους ήρωές μας σε κάποια τραγικά της ζωής σταυροδρόμια. Κάποιοι θα επιλέξουν τα σωστά μονοπάτια και κάποιοι τα λανθασμένα. Αλλά η γη θα εξακολουθεί να γυρίζει και η ζωή να συνεχίζεται – με όλα τα μικρά ή και μεγαλύτερα δράματά της.
Friday, July 22, 2011
Γιούκιο Μισίμα – Ο ναός της αυγής
Στην Ταϊλάνδη, την Ινδία και, φυσικά, την Ιαπωνία μάς ταξιδεύει ο τρίτος τόμος από την τετραλογία της «Θάλασσας της γονιμότητας» του Γιούκιο Μισίμα.
Σ’ αυτό το βιβλίο κεντρικός πρωταγωνιστής είναι (και πάλι, θα λέγαμε) ο δικηγόρος Χόντα, που κυνηγημένος ακόμη από τους δαίμονες, αλλά και τις πεποιθήσεις του παρελθόντος μοιάζει τώρα να βρίσκεται σε μια φάση αναζήτησης. Αφού τον είδαμε στο προηγούμενο βιβλίο να παρατάει την καριέρα του σαν δικαστικού για να αναλάβει την υπεράσπιση κάποιων φανατικών νέων, που λίγο έλειψε να καταφέρουν ένα τρομοκρατικό κτύπημα στην καρδιά της ιαπωνικής κοινωνίας, τώρα τον συναντάμε -επιτυχημένο πια δικηγόρο- να ταξιδεύει στην Μπανγκόκ για λογαριασμό μιας μεγάλης εταιρίας. Πρέπει να επιλύσει ένα νομικό πρόβλημα που προέκυψε με κάποιον από τους συνεργάτες τους και ο ίδιος δεν τρέφει καμία απολύτως αμφιβολία ότι θα τα καταφέρει.
Το ταξίδι αυτό ωστόσο θα ξυπνήσει μέσα του κάποιες αναμνήσεις, θα φέρει στο μυαλό του το θάνατο δύο νέων ανθρώπων και τη σιγουριά ενός από αυτούς ότι θα γεννιόταν ξανά σαν μια πριγκίπισσα στην Ταϊλάνδη. Ο Χόντα, πιστός όσο άλλος κανείς στην ιδέα της μετεμψύχωσης, όταν του δίνεται η ευκαιρία επιδιώκει και επιτυγχάνει μια συνάντηση με την εφτάχρονη πριγκίπισσα Σεληνόφως, που σύμφωνα με τις κακές γλώσσες δεν τα έχει τετρακόσια. Η συνάντηση επιβεβαιώνει τις υποψίες του, αφού πολύ νωρίς του αποδεικνύει ότι όντως είναι η μετεμψύχωση του νεκρού του φίλου, αφού του περιγράφει γεγονότα τα οποία θα ήταν αδύνατον να γνωρίζει.
Ο Χόντα, ταραγμένος αλλά και ανακουφισμένος από την ανακάλυψη, ξοδεύει τον υπόλοιπο χρόνο του στην Μπανγκόκ, περιφερόμενος από τον ένα ναό στον άλλο, μελετώντας τις διαφορετικές εκδοχές του βουδισμού, αλλά και επισκεπτόμενος παρέα με τη μικρή πριγκίπισσα ένα λίγο πολύ εξωτικό προορισμό. Ο συγγραφέας, δοθείσης της ευκαιρίας, κάνει εκτενείς αναφορές στην ιστορία της χώρας, αλλά και της πόλης.
Όταν ο πρωταγωνιστής φέρνει εις πέρας με επιτυχία την αποστολή του εκεί, αποδέχεται με χαρά την προσφορά των εργοδοτών του για ένα ταξίδι. Αναχωρεί λοιπόν για την Ινδία, έχοντας και πάλι κατά νου τις πνευματικές αναζητήσεις. Εκεί έρχεται σ’ επαφή μ’ ένα πολιτισμό πολύ διαφορετικό απ’ αυτόν της γειτονικής χώρας, μαθαίνει αρκετά πράγματα, αλλά φτάνει και σε αρκετές συνειδητοποιήσεις σε σχέση με τη ζωή του.
Επιστρέφοντας στην Μπανγκόκ συναντάει για μια τελευταία φορά την πριγκίπισσα Σεληνόφως, η οποία εκδηλώνει την επιθυμία να ταξιδέψει μαζί του στην Ιαπωνία, κάτι το οποίο φυσικά δεν θα της επέτρεπαν οι δικοί της. Καθώς τα σύννεφα του πολέμου αρχίζουν να εξαπλώνονται πάνω από την Ασία, το 1941, ο Χόντα γυρίζει στη χώρα του.
Εκεί είναι που τον συναντάμε δώδεκα χρόνια μετά, συνταξιούχο πια, να ζει μια ζωή δίχως νόημα και σκοπό. Έχοντας κερδίσει μια δίκη που του έχει αποφέρει πολλά εκατομμύρια σαν αμοιβή, δεν έχει πια ανάγκη τη δουλειά, αλλά και δεν έχει καμία απολύτως όρεξη να δουλεύει κιόλας. Έτσι ξοδεύει το χρόνο του χτίζοντας ένα σπίτι μακριά από την πόλη, περιφερόμενος από το ένα μέρος στο άλλο, έχοντας συζητήσεις με αδιάφορους και μη ανθρώπους, και πάρε δώσε με μερικούς εξαιρετικά εκκεντρικούς χαρακτήρες. Αυτά μέχρι που καταφθάνει στα μέρη του η πριγκίπισσα Σεληνόφως, η οποία με την παρουσία της και μόνο του αναστατώνει την καθημερινότητα. Το μικρό κοριτσάκι που είχε άλλοτε γνωρίσει έχει τώρα μεταμορφωθεί σε μια όμορφη νέα γυναίκα, που ξυπνάει μέσα του τον πόθο. Ο έρωτάς του που παραπαίει ανάμεσα στη μανία και τη διαστροφή, τον κάνει πού και πού να χάνει τα λογικά του, να ενεργεί απερίσκεπτα. Η λύση τελικά στο πρόβλημά του θα δοθεί με τρόπο αρχικά απρόβλεπτο και μετά τραγικό. Ο συγγραφέας μοιάζει να θέλει να μας πει ότι όλη η ζωή του ήρωά του υπήρξε μια παταγώδης αποτυχία. Κι ας υπήρξε ο χρονικογράφος πολλών ζωών.
Συγκρίνοντας αυτό τον τόμο με τους προηγούμενους θα λέγαμε ότι τον βρήκαμε κάπως «βαρετό», μια και σε αρκετά σημεία θυμίζει δοκίμιο. Εδώ ο συγγραφέας μοιάζει να ενδιαφέρεται περισσότερο για τη φιλοσοφία παρά για την πλοκή, γεγονός που αφαιρεί από το κείμενο κάτι από την αναγνωστική απόλαυση. Ωστόσο, υπάρχει η πιθανότητα το τέταρτο βιβλίο να δικαιώσει αυτή του την επιλογή. Θα δείξει.
Σ’ αυτό το βιβλίο κεντρικός πρωταγωνιστής είναι (και πάλι, θα λέγαμε) ο δικηγόρος Χόντα, που κυνηγημένος ακόμη από τους δαίμονες, αλλά και τις πεποιθήσεις του παρελθόντος μοιάζει τώρα να βρίσκεται σε μια φάση αναζήτησης. Αφού τον είδαμε στο προηγούμενο βιβλίο να παρατάει την καριέρα του σαν δικαστικού για να αναλάβει την υπεράσπιση κάποιων φανατικών νέων, που λίγο έλειψε να καταφέρουν ένα τρομοκρατικό κτύπημα στην καρδιά της ιαπωνικής κοινωνίας, τώρα τον συναντάμε -επιτυχημένο πια δικηγόρο- να ταξιδεύει στην Μπανγκόκ για λογαριασμό μιας μεγάλης εταιρίας. Πρέπει να επιλύσει ένα νομικό πρόβλημα που προέκυψε με κάποιον από τους συνεργάτες τους και ο ίδιος δεν τρέφει καμία απολύτως αμφιβολία ότι θα τα καταφέρει.
Το ταξίδι αυτό ωστόσο θα ξυπνήσει μέσα του κάποιες αναμνήσεις, θα φέρει στο μυαλό του το θάνατο δύο νέων ανθρώπων και τη σιγουριά ενός από αυτούς ότι θα γεννιόταν ξανά σαν μια πριγκίπισσα στην Ταϊλάνδη. Ο Χόντα, πιστός όσο άλλος κανείς στην ιδέα της μετεμψύχωσης, όταν του δίνεται η ευκαιρία επιδιώκει και επιτυγχάνει μια συνάντηση με την εφτάχρονη πριγκίπισσα Σεληνόφως, που σύμφωνα με τις κακές γλώσσες δεν τα έχει τετρακόσια. Η συνάντηση επιβεβαιώνει τις υποψίες του, αφού πολύ νωρίς του αποδεικνύει ότι όντως είναι η μετεμψύχωση του νεκρού του φίλου, αφού του περιγράφει γεγονότα τα οποία θα ήταν αδύνατον να γνωρίζει.
Ο Χόντα, ταραγμένος αλλά και ανακουφισμένος από την ανακάλυψη, ξοδεύει τον υπόλοιπο χρόνο του στην Μπανγκόκ, περιφερόμενος από τον ένα ναό στον άλλο, μελετώντας τις διαφορετικές εκδοχές του βουδισμού, αλλά και επισκεπτόμενος παρέα με τη μικρή πριγκίπισσα ένα λίγο πολύ εξωτικό προορισμό. Ο συγγραφέας, δοθείσης της ευκαιρίας, κάνει εκτενείς αναφορές στην ιστορία της χώρας, αλλά και της πόλης.
Όταν ο πρωταγωνιστής φέρνει εις πέρας με επιτυχία την αποστολή του εκεί, αποδέχεται με χαρά την προσφορά των εργοδοτών του για ένα ταξίδι. Αναχωρεί λοιπόν για την Ινδία, έχοντας και πάλι κατά νου τις πνευματικές αναζητήσεις. Εκεί έρχεται σ’ επαφή μ’ ένα πολιτισμό πολύ διαφορετικό απ’ αυτόν της γειτονικής χώρας, μαθαίνει αρκετά πράγματα, αλλά φτάνει και σε αρκετές συνειδητοποιήσεις σε σχέση με τη ζωή του.
Επιστρέφοντας στην Μπανγκόκ συναντάει για μια τελευταία φορά την πριγκίπισσα Σεληνόφως, η οποία εκδηλώνει την επιθυμία να ταξιδέψει μαζί του στην Ιαπωνία, κάτι το οποίο φυσικά δεν θα της επέτρεπαν οι δικοί της. Καθώς τα σύννεφα του πολέμου αρχίζουν να εξαπλώνονται πάνω από την Ασία, το 1941, ο Χόντα γυρίζει στη χώρα του.
Εκεί είναι που τον συναντάμε δώδεκα χρόνια μετά, συνταξιούχο πια, να ζει μια ζωή δίχως νόημα και σκοπό. Έχοντας κερδίσει μια δίκη που του έχει αποφέρει πολλά εκατομμύρια σαν αμοιβή, δεν έχει πια ανάγκη τη δουλειά, αλλά και δεν έχει καμία απολύτως όρεξη να δουλεύει κιόλας. Έτσι ξοδεύει το χρόνο του χτίζοντας ένα σπίτι μακριά από την πόλη, περιφερόμενος από το ένα μέρος στο άλλο, έχοντας συζητήσεις με αδιάφορους και μη ανθρώπους, και πάρε δώσε με μερικούς εξαιρετικά εκκεντρικούς χαρακτήρες. Αυτά μέχρι που καταφθάνει στα μέρη του η πριγκίπισσα Σεληνόφως, η οποία με την παρουσία της και μόνο του αναστατώνει την καθημερινότητα. Το μικρό κοριτσάκι που είχε άλλοτε γνωρίσει έχει τώρα μεταμορφωθεί σε μια όμορφη νέα γυναίκα, που ξυπνάει μέσα του τον πόθο. Ο έρωτάς του που παραπαίει ανάμεσα στη μανία και τη διαστροφή, τον κάνει πού και πού να χάνει τα λογικά του, να ενεργεί απερίσκεπτα. Η λύση τελικά στο πρόβλημά του θα δοθεί με τρόπο αρχικά απρόβλεπτο και μετά τραγικό. Ο συγγραφέας μοιάζει να θέλει να μας πει ότι όλη η ζωή του ήρωά του υπήρξε μια παταγώδης αποτυχία. Κι ας υπήρξε ο χρονικογράφος πολλών ζωών.
Συγκρίνοντας αυτό τον τόμο με τους προηγούμενους θα λέγαμε ότι τον βρήκαμε κάπως «βαρετό», μια και σε αρκετά σημεία θυμίζει δοκίμιο. Εδώ ο συγγραφέας μοιάζει να ενδιαφέρεται περισσότερο για τη φιλοσοφία παρά για την πλοκή, γεγονός που αφαιρεί από το κείμενο κάτι από την αναγνωστική απόλαυση. Ωστόσο, υπάρχει η πιθανότητα το τέταρτο βιβλίο να δικαιώσει αυτή του την επιλογή. Θα δείξει.
Saturday, May 28, 2011
Γιούκιο Μισίμα – Αφηνιασμένα άλογα
Το «Αφηνιασμένα αλόγα» είναι ο δεύτερος τόμος της τετραλογίας «Η θάλασσα της γονιμότητας», του γνωστού γιαπωνέζου συγγραφέα.
Τα γεγονότα αυτής της ιστορίας διαδραματίζονται είκοσι σχεδόν χρόνια μετά από αυτά του πρώτου βιβλίου. Βασικοί πρωταγωνιστές εδώ είναι ο Ισάο -ένας λαμπρός νέος και θερμός πατριώτης που νιώθει απογοητευμένος επειδή: «Είχε περάσει κι αυτή η χρονιά χωρίς να αδράξει την ευκαιρία να πεθάνει ένα πρωινό κάτω από τον καυτό καλοκαιρινό ήλιο»- και οι σύντροφοί του, που νιώθουν να τους πνίγει η απόγνωση για την κατάντια της σύγχρονης Ιαπωνίας. Αυτοί οι νέοι λοιπόν, οι τόσο συνειδητοποιημένοι και οι τόσο απελπισμένοι, συναντιούνται συχνά πυκνά, συζητάνε όλ’ αυτά που τους προβληματίζουν και αποφασίζουν να καταστρώσουν ένα σχέδιο, το οποίο, αν πετύχει, θα καταφέρει αποφασιστικό πλήγμα στους ηγέτες της άρχουσας τάξης. Πιστεύουν ότι ολόκληρο το πολιτικό σύστημα έχει διαβρωθεί απ’ τη διαφθορά και τα οικονομικά συμφέροντα και πώς ο μόνος τρόπος για να αλλάξει κάτι είναι να το οδηγήσουν προς την κατάρρευση, δηλώνοντας ταυτόχρονα την τυφλή τους πίστη στο πρόσωπο του αυτοκράτορα.
Για να κατορθώσουν τα πιο πάνω ωστόσο σίγουρα θα χρειαστούν κάποια βοήθεια κι από τους στρατιωτικούς. Από μια ευτυχή συγκυρία ο Ισάο γνωρίζει ένα αξιωματικό του στρατού, που μοιάζει να συμμερίζεται τις απόψεις του. Πεπεισμένος ότι αυτός θα κάνει το παν για να επιτύχουν τους στόχους τους του παραδίδει και το άτυπο μανιφέστο της ομάδας, που ουσιαστικά αποτελεί ένα ένθετο βιβλίο μέσα στο βιβλίο. Ο τόμος φέρει τον τίτλο «Η αδελφότητα του θεϊκού ανέμου» και ουσιαστικά αναφέρεται σε μια παρόμοια με τη δική τους προσπάθεια που έλαβε χώρα πολλά χρόνια πριν. Μια μικρή ομάδα ανθρώπων και πάλι αποφάσισε ότι έφτασε η ώρα να επαναφέρουν την τάξη στη γη τους και θυσιάστηκαν πρόθυμα για να το επιτύχουν αυτό, αφού: «Το να ριχτεί κανείς στη μάχη με μοναδικό του όπλο το σπαθί, το ν’ αψηφήσει τον κίνδυνο ακόμα και μπροστά στην πιθανότητα μιας συντριπτικής ήττας – να ποιος ήταν ο μοναδικός τρόπος για να εκφράσει τις φλογερές φιλοδοξίες του ο καθένας από τους άντρες της Αδελφότητας, να ποια ήταν η πεμπτουσία του ανδρειωμένου πνεύματος Γιαμάτο».
Το «Αφηνιασμένα άλογα» λοιπόν είναι ένα μυθιστόρημα για τα πιστεύω και τα ιδανικά, αλλά προπάντων για τα νιάτα, τα επαναστατημένα ή μη νιάτα, στα οποία επιστρέφει ξανά και ξανά στα βιβλία του ο Μισίμα. Οι νέοι είναι η ελπίδα μας, μοιάζει να σκέφτεται ο συγγραφέας και κάπου λέει: «Ο μόνος τρόπος για να θεραπεύσουν οι μεγάλοι την ορμητικότητα της νιότης είναι να την επιδοκιμάζουν απόλυτα», αλλά, «αυτό αποτελεί μια κάποια σοφία την οποία ποτέ δε φαίνεται να αποκτούν».
Θα καταφέρουν λοιπόν αυτοί οι νέοι ν’ αλλάξουν τα πράγματα ακριβώς όπως επιθυμούν, ή όχι; Κι αν όχι θα κατορθώσουν τουλάχιστον να περάσουν τα μηνύματά τους στο λαό, θ’ ακουστεί η κραυγή τους μέχρι τα σαλόνια της υψηλής κοινωνίας και στο παλάτι; Αυτά, αλλά και τα άλλα ερωτήματα, που γεννιούνται στη διάρκεια της ανάγνωσης, θα απαντηθούν πριν την τελευταία τελεία. Ωστόσο δεν είναι αυτά που έχουν και τόσο μεγάλη σημασία, όσο η δράση, οι ενέργειες των ηρώων. Αυτοί επέλεξαν σε μια εποχή που όλοι σκέφτονταν και παραπονούνταν, μα δεν έπρατταν, να δράσουν. Και όσο κι αν προσπαθήσει κανείς, δε θα μπορέσει παρά να κάνει μία σύγκριση της Ιαπωνίας του χθες με την Ευρώπη του σήμερα. Πολλά απ’ αυτά που περιγράφει ο συγγραφέας συμβαίνουν τώρα, στα μέρη μας. Κάποια αφορούν τη σύγχρονη οικονομική πραγματικότητα, ενώ κάποια άλλα, έστω και έμμεσα μιλούν και για τις επαναστάσεις που σαρώνουν τον αραβικό κόσμο. Ποιοι ήταν οι πρωταγωνιστές σ’ αυτές; Οι νέοι. Οι αδιάφθοροι. Οι αγνοί. Διαβάζουμε στη σελ. 400: «Ήταν αποδεδειγμένο το γεγονός ότι η εξουσία φοβόταν πάντα περισσότερο την αγνότητα από οποιαδήποτε μορφή διαφθοράς. Κάτι ανάλογο με τους πρωτόγονους, που φοβούνται περισσότερο τη θεραπεία απ’ ό,τι την ασθένεια».
Από το βιβλίο δε λείπουν τα ψήγματα φιλοσοφίας (Η προσπάθεια να μη σκέφτεσαι, είναι από μόνη της σκέψη. Έτσι, ακόμη και το «Μη σκέφτεσαι!» δεν πρέπει να το σκέφτεσαι.) αλλά ούτε και το χιούμορ (Ήταν μια φωνή που έφερνε στη σκέψη δυο σκουριασμένα μέταλλα που τρίβονται το ένα πάνω στο άλλο), κι αν δεν σας τρομάξουν οι πεντακόσιες πυκνογραμμένες σελίδες του, σίγουρα θα το απολαύσετε πολύ. Κι ακόμη πιο σίγουρα όταν τελειώσετε με την ανάγνωσή του δε θα νιώθετε τόσο ικανοποιημένοι, όσο προβληματισμένοι.
Αυτό είναι ένα από εκείνα τα μυθιστορήματα που έχουν κάποιο μήνυμα να μεταδώσουν, κάτι το οποίο κάνουν με επιτυχία. Αν θα ληφθεί ή όχι, αυτή είναι μια άλλη ιστορία.
Τα γεγονότα αυτής της ιστορίας διαδραματίζονται είκοσι σχεδόν χρόνια μετά από αυτά του πρώτου βιβλίου. Βασικοί πρωταγωνιστές εδώ είναι ο Ισάο -ένας λαμπρός νέος και θερμός πατριώτης που νιώθει απογοητευμένος επειδή: «Είχε περάσει κι αυτή η χρονιά χωρίς να αδράξει την ευκαιρία να πεθάνει ένα πρωινό κάτω από τον καυτό καλοκαιρινό ήλιο»- και οι σύντροφοί του, που νιώθουν να τους πνίγει η απόγνωση για την κατάντια της σύγχρονης Ιαπωνίας. Αυτοί οι νέοι λοιπόν, οι τόσο συνειδητοποιημένοι και οι τόσο απελπισμένοι, συναντιούνται συχνά πυκνά, συζητάνε όλ’ αυτά που τους προβληματίζουν και αποφασίζουν να καταστρώσουν ένα σχέδιο, το οποίο, αν πετύχει, θα καταφέρει αποφασιστικό πλήγμα στους ηγέτες της άρχουσας τάξης. Πιστεύουν ότι ολόκληρο το πολιτικό σύστημα έχει διαβρωθεί απ’ τη διαφθορά και τα οικονομικά συμφέροντα και πώς ο μόνος τρόπος για να αλλάξει κάτι είναι να το οδηγήσουν προς την κατάρρευση, δηλώνοντας ταυτόχρονα την τυφλή τους πίστη στο πρόσωπο του αυτοκράτορα.
Για να κατορθώσουν τα πιο πάνω ωστόσο σίγουρα θα χρειαστούν κάποια βοήθεια κι από τους στρατιωτικούς. Από μια ευτυχή συγκυρία ο Ισάο γνωρίζει ένα αξιωματικό του στρατού, που μοιάζει να συμμερίζεται τις απόψεις του. Πεπεισμένος ότι αυτός θα κάνει το παν για να επιτύχουν τους στόχους τους του παραδίδει και το άτυπο μανιφέστο της ομάδας, που ουσιαστικά αποτελεί ένα ένθετο βιβλίο μέσα στο βιβλίο. Ο τόμος φέρει τον τίτλο «Η αδελφότητα του θεϊκού ανέμου» και ουσιαστικά αναφέρεται σε μια παρόμοια με τη δική τους προσπάθεια που έλαβε χώρα πολλά χρόνια πριν. Μια μικρή ομάδα ανθρώπων και πάλι αποφάσισε ότι έφτασε η ώρα να επαναφέρουν την τάξη στη γη τους και θυσιάστηκαν πρόθυμα για να το επιτύχουν αυτό, αφού: «Το να ριχτεί κανείς στη μάχη με μοναδικό του όπλο το σπαθί, το ν’ αψηφήσει τον κίνδυνο ακόμα και μπροστά στην πιθανότητα μιας συντριπτικής ήττας – να ποιος ήταν ο μοναδικός τρόπος για να εκφράσει τις φλογερές φιλοδοξίες του ο καθένας από τους άντρες της Αδελφότητας, να ποια ήταν η πεμπτουσία του ανδρειωμένου πνεύματος Γιαμάτο».
Το «Αφηνιασμένα άλογα» λοιπόν είναι ένα μυθιστόρημα για τα πιστεύω και τα ιδανικά, αλλά προπάντων για τα νιάτα, τα επαναστατημένα ή μη νιάτα, στα οποία επιστρέφει ξανά και ξανά στα βιβλία του ο Μισίμα. Οι νέοι είναι η ελπίδα μας, μοιάζει να σκέφτεται ο συγγραφέας και κάπου λέει: «Ο μόνος τρόπος για να θεραπεύσουν οι μεγάλοι την ορμητικότητα της νιότης είναι να την επιδοκιμάζουν απόλυτα», αλλά, «αυτό αποτελεί μια κάποια σοφία την οποία ποτέ δε φαίνεται να αποκτούν».
Θα καταφέρουν λοιπόν αυτοί οι νέοι ν’ αλλάξουν τα πράγματα ακριβώς όπως επιθυμούν, ή όχι; Κι αν όχι θα κατορθώσουν τουλάχιστον να περάσουν τα μηνύματά τους στο λαό, θ’ ακουστεί η κραυγή τους μέχρι τα σαλόνια της υψηλής κοινωνίας και στο παλάτι; Αυτά, αλλά και τα άλλα ερωτήματα, που γεννιούνται στη διάρκεια της ανάγνωσης, θα απαντηθούν πριν την τελευταία τελεία. Ωστόσο δεν είναι αυτά που έχουν και τόσο μεγάλη σημασία, όσο η δράση, οι ενέργειες των ηρώων. Αυτοί επέλεξαν σε μια εποχή που όλοι σκέφτονταν και παραπονούνταν, μα δεν έπρατταν, να δράσουν. Και όσο κι αν προσπαθήσει κανείς, δε θα μπορέσει παρά να κάνει μία σύγκριση της Ιαπωνίας του χθες με την Ευρώπη του σήμερα. Πολλά απ’ αυτά που περιγράφει ο συγγραφέας συμβαίνουν τώρα, στα μέρη μας. Κάποια αφορούν τη σύγχρονη οικονομική πραγματικότητα, ενώ κάποια άλλα, έστω και έμμεσα μιλούν και για τις επαναστάσεις που σαρώνουν τον αραβικό κόσμο. Ποιοι ήταν οι πρωταγωνιστές σ’ αυτές; Οι νέοι. Οι αδιάφθοροι. Οι αγνοί. Διαβάζουμε στη σελ. 400: «Ήταν αποδεδειγμένο το γεγονός ότι η εξουσία φοβόταν πάντα περισσότερο την αγνότητα από οποιαδήποτε μορφή διαφθοράς. Κάτι ανάλογο με τους πρωτόγονους, που φοβούνται περισσότερο τη θεραπεία απ’ ό,τι την ασθένεια».
Από το βιβλίο δε λείπουν τα ψήγματα φιλοσοφίας (Η προσπάθεια να μη σκέφτεσαι, είναι από μόνη της σκέψη. Έτσι, ακόμη και το «Μη σκέφτεσαι!» δεν πρέπει να το σκέφτεσαι.) αλλά ούτε και το χιούμορ (Ήταν μια φωνή που έφερνε στη σκέψη δυο σκουριασμένα μέταλλα που τρίβονται το ένα πάνω στο άλλο), κι αν δεν σας τρομάξουν οι πεντακόσιες πυκνογραμμένες σελίδες του, σίγουρα θα το απολαύσετε πολύ. Κι ακόμη πιο σίγουρα όταν τελειώσετε με την ανάγνωσή του δε θα νιώθετε τόσο ικανοποιημένοι, όσο προβληματισμένοι.
Αυτό είναι ένα από εκείνα τα μυθιστορήματα που έχουν κάποιο μήνυμα να μεταδώσουν, κάτι το οποίο κάνουν με επιτυχία. Αν θα ληφθεί ή όχι, αυτή είναι μια άλλη ιστορία.
Thursday, January 6, 2011
Γιούκιο Μισίμα – Ανοιξιάτικο Χιόνι
Όπως και στα προηγούμενα βιβλία του εδώ ο Μισίμα μιλά για τη νιότη, τον έρωτα και την απώλεια. Μας ταξιδεύει στο χθες της πατρίδας του, την οποία περιγράφει μέσω του βασικού του ήρωα, του Κιγιοάκι, σα μια χώρα αχνοπράσινη, «χωρίς σχήμα αλλά γεμάτη πάθος και διάχυτη σαν πρωινή καταχνιά». Μια χώρα ωστόσο που φαίνεται να διασχίζει μια εποχή μεταιχμιακή. Ο κόσμος αλλάζει και μαζί του αλλάζει κι αυτή. Εκσυγχρονίζεται, δυτικοποιείται, αλλά και κρατάει πεισματικά σαν φυλακτά ιερά κάποιες από τις παραδόσεις της.Κάτω από αυτές τις συνθήκες μεγαλώνει ο Κιγιοάκι, ένας γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, που μάλλον δεν κάνει και μεγάλα όνειρα. Η ζωή του αναμένεται να διαγράψει μια καλά και από καιρό καθορισμένη πορεία: θα τελειώσει το σχολείο, θα σπουδάσει σε μια από τις αυτοκρατορικές σχολές, στην οποία φυσικά λόγω αξιώματος θα εισέλθει δίχως εξετάσεις, και θα γίνει ένας επίσημος αργόσχολος.
Τα ανύπαρκτα σχέδιά του θα έρθει ωστόσο να ανατρέψει ένας απρόσκλητος επισκέπτης, ο έρωτας. Ο τιμωρός έρωτας. Αυτός που θα τον γεμίσει με πείσμα και φθόνο, που θα του γκρεμίσει κάθε βεβαιότητα, που θα τον ανεβάσει στα ουράνια προτού τον καταποντίσει στα τάρταρα. Η Σατόκο, αυτή είναι που θα του κλέψει την καρδιά. Η Σατόκο, αυτή που από πάντοτε αγαπούσε, αφού μαζί μεγάλωσαν. Αν και είναι δύο χρόνια μεγαλύτερή του (17 εκείνος, 19 εκείνη) ή ίσως γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, την αντικρίζει σαν τη προσωποποίηση του έρωτα, μια γυναίκα ζωγραφιά, γεμάτη ζωή, αλλά που ωστόσο μοιάζει πού και πού να τον περιφρονεί. Νιώθει ότι πρέπει να την κατακτήσει. Το κάνει μοναδικό σκοπό στη ζωή του. Ωστόσο, δεν τολμά να κάνει την κίνησή του, μέχρι που είναι πια δηλαδή πολύ αργά: «Ο Κιγιοάκι έβρισκε παρηγοριά στην ψυχική γαλήνη που φέρνει η απώλεια. Κατά βάθος προτιμούσε πάντα να χάνει, παρά να βασανίζεται από το φόβο μιας ενδεχόμενης απώλειας». Ο αλλοπρόσαλλος αυτός νέος δίνει τη συγκατάθεσή του, ουσιαστικά προσυπογράφει την καταδίκη του έρωτά τους, όταν λέει στον πατέρα ότι δεν έχει καμία απολύτως αντίρρηση στο να παντρευτεί η Σατόκο κάποιον άλλο. Αλλά, μόλις το κάνει αμέσως το μετανιώνει. Και σπεύδει, αν και αρραβωνιασμένη επίσημα πια, να τη συναντήσει. Και τη συναντά ξανά και ξανά. Η οριστική της απώλειά που πλησιάζει απειλητικά, την κάνει δική του ολοκληρωτικά. Η σχέση αγάπης και μίσους, που μοιράζονταν μέχρι τότε, μεταμορφώνεται σε πάθος ασίγαστο, που αναπόφευκτα τους οδηγεί σε επικίνδυνα μονοπάτια. Το ξέρουν και οι δυο πολύ καλά ότι η ευδαιμονία τους δε θα διαρκέσει στο χρόνο, αλλά όπως λέει η Σατόκο: «Δοκίμασα την ύψιστη ευτυχία και δεν είμαι τόσο άπληστη ώστε να απαιτώ να συνεχιστεί επ’ άπειρον αυτό. Κάθε όνειρο τελειώνει κάποτε… Αν υπήρχε αιωνιότητα, για μένα θα ήταν αυτή η στιγμή».
«Από τη στιγμή που θα απομακρυνθούμε από ένα πράγμα, έστω και για λίγο, αυτό θα γίνει ιερό», αποφαίνεται κάπου ένας πρίγκιπας από το Σιάμ, που φιλοξενείται στο σπίτι του Κιγιοάκι, μαζί με κάποιον ξάδελφό του. Την πιο πάνω αλήθεια ο ήρωάς μας θα την αντιληφθεί με τον πιο σκληρό τρόπο.
Το μυθιστόρημα αυτό καταπιάνεται με το θέμα του δίχως όρια και πρέπει έρωτα. Ενός έρωτα μεταφυσικού, πάνω από του ανθρώπινα, καταπατητή όλων των κοινωνικών συμβάσεων. Ο Κιγιοάκι και η Σατόκο μοιάζουν να βρίσκονται στο μάτι ενός κυκλώνα που αναπόφευκτα θα τους ρουφήξει μέσα του και καθόλου δε θα τους προστατεύσει από το γύρω κυκεώνα. Οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές, αν και παίζουν κάποιους σημαντικούς ρόλους σ’ αυτή την ιστορία, κρίνονται… πολύχρωμοι, πλην συμπληρωματικοί. Όταν η ακατάλυτη αγάπη κάθεται στη θέση του οδηγού, οι άλλοι, θέλοντας και μη, οφείλουν να την ακολουθήσουν.
Μια ιστορία τρυφερή και τραγική, με ένα τέλος αναμενόμενο αλλά και πάλι συνταρακτικό. Διαβάστε την.
Saturday, October 9, 2010
Yukio Mishima – Confessions of a Mask
«Όλοι λένε ότι η ζωή είναι μια σκηνή. Αλλά, κατά τα φαινόμενα, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν παθαίνουν εμμονή μ’ αυτή την ιδέα – τουλάχιστον όχι τόσο νωρίς όσο την έπαθα εγώ».
Όπως ακριβώς υποδηλώνει ο τίτλος, σα μια εξομολόγηση διαβάζεται αυτή η νουβέλα. Ο συγγραφέας, ή ο αφηγητής τέλος πάντων, μοιάζει να κάνει μια κατάδυση στις αναμνήσεις του και να μας μιλά για όλα όσα τον σημάδεψαν: βιβλία, ανθρώπους, παραστάσεις, ιδέες, έρωτες.
Το κείμενο αυτό διαβάζεται σαν παραμύθι, ή και σα μια γραφή της αθωότητας. Ο Μισίμα μιλά νοσταλγικά για ένα παρελθόν που έσβησε οριστικά στο πέρασμά του ο χρόνος, αλλά που παραμένει πεισματικά ζωντανό μέσα του. Ένα παρελθόν πολύχρωμο, πού και πού σκληρό, χαρακωμένο από τα ψέματα και τις υπερβολές. «Για πολλά χρόνια υποστήριζα ότι θυμόμουνα πράγματα που συνέβησαν τη στιγμή της γέννησής μου». Μ’ αυτή την πρόταση ανοίγει το βιβλίο δίνοντας το στίγμα για όλα αυτά που θα ακολουθήσουν. Είναι αλήθειες ή ψέματα αυτά που θα διαβάσουμε; Βασίζονται στην πραγματικότητα ή είναι τα δημιουργήματα μιας καλπάζουσας φαντασίας; Είτε έτσι, είτε αλλιώς, δεν έχει σημασία. Εκείνο που έχει σημασία είναι το ταξίδι στο συγγραφικό χρόνο, κι αυτό είναι ένα ταξίδι παλιό και σύγχρονο, χθεσινό και σημερινό. Ο συγγραφέας για μια ακόμη φορά μας μιλά για τα χρόνια της νιότης και για το βάσανό της. Θυμάται ή ίσως και δημιουργεί γεγονότα, απ’ αυτά που ρυθμίζουν τις ζωές των ανθρώπων.
Ο έρωτας, αυτός παίζει εδώ τον πιο σημαντικό ρόλο. Ή μάλλον, τα ερωτικά ξυπνήματα. Η θέα ενός γυναικείου κορμιού, αλλά και ενός αντρικού. Οι σεξουαλικές ορμές, που ακολουθούν τους δικούς τους κανόνες. Οι σκέψεις και οι πράξεις που οδηγούν σε δυσάρεστα τετελεσμένα. Οι κόσμοι που κτίζονται στο φαντασιακό και γκρεμίζονται με πάταγο στο πραγματικό. Το άγγιγμα.
Μέσα στις ψευδαισθήσεις ζούσε καθώς ανακάλυπτε την ερωτική επιθυμία ο ήρωάς μας, όπως ο ίδιος ομολογεί. Ήταν περίεργος κι αυτή την περιέργεια την μεταμόρφωνε σ’ επιθυμία με απρόβλεπτες συνέπειες. Συνέπειες που συνήθως καλούνταν να πληρώσουν οι άλλοι. Η πρώτη εμμονή που ανέπτυξε ήταν για το φιλί: «κάπου όπου θα μπορούσα να αναζητήσω καταφύγιο», παραδέχεται. Για να βρει αυτό το καταφύγιο έπρεπε να υποδυθεί ένα ρόλο – πέρα και έξω από τον εαυτό του. Αμέτρητοι ακόμη θα ακολουθούσαν.
Οι «Εξομολογήσεις μιας μάσκας» μοιάζουν μ’ ένα μακρύ μονόλογο. Σ’ αυτόν ο ηθοποιός-πρωταγωνιστής αδειάζει το μέσα του, βγάζει στο φως τις πικρές του αλήθειες, εξομολογείται, δίχως όμως να ζητά εξιλέωση. «Θέλω μοναχά να σας πω στην ιστορία μου», μοιάζει να ψιθυρίζει μέσα απ’ τις σελίδες και τα κενά των λέξεων. Και είναι μια ιστορία πρωτότυπη, αλλά και συνηθισμένη, μια καταγραφή πράξεων και σκέψεων, που θα μπορούσαν να ανήκουν στον καθένα. Ο Μισίμα χειρίζεται με μαεστρία το, αυτοβιογραφικό ή μη, υλικό του και μας χαρίζει ένα βιβλίο τρυφερό και βίαιο, ενδοσκοπικό και διαβαστερό. Σαν ένα ταξίδι στο μέσα μας.
Sunday, September 5, 2010
Yukio Mishima – The Sailor Who Fell from Grace with the Sea
«Αν και οι περισσότεροι άντρες επιλέγουν να γίνουν ναυτικοί επειδή τους αρέσει η θάλασσα, ο Ριούτζι ακολούθησε αυτό το δρόμο λόγω της αντιπάθειάς του για τη στεριά».
Αυτή το βιβλίο θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε απλά, με δυο λέξεις, σαν μια νουβέλα ενηλικίωσης. Το μόνο που δε μοιάζει καθόλου με τα κείμενα που παράγουν εδώ και δεκαετίες με τη σέσουλα οι αμερικανοί, αφού μιλά για ένα κόσμο μικρό, τεράστιο και σκληρό, όπου για να επιβιώσει κανείς πρέπει πολλές φορές να κάνει και πράγματα πέρα από κάθε ηθική και δίκαιο.
Ο Μισίμα γράφει για των ανθρώπων τα πάθη – άλλα μικρότερα, άλλα μεγαλύτερα. Και μας μιλά για το βάσανο της εφηβείας, ειδικά όταν μεγαλώνει κανείς σ’ ένα σπίτι χωρίς πατέρα. Υφαίνει με ψιλοβελονιές ακριβείας την ψυχοσύνθεση του νεαρού Νομπούρου, του οποίου η ζωή μοιάζει να αλλάζει αργά αλλά σταθερά, το μέσα του να απονεκρώνεται για να γίνει αποδεκτός από τους άλλους. Πού και πού αφήνει να εισβάλει λίγο φως στο σκοτάδι που τον τυλίγει, προτού το καταπνίξει κι αυτό, με τη βοήθεια κάποιων φίλων και συνένοχών του, μιας άτυπης συμμορίας, που μοιάζει να προετοιμάζεται για τα εγκλήματα του μέλλοντος.
Όλα αρχίζουν όταν ο Νομπούρου και η δυναμική, αλλά λίγο λειψή στα μητρικά της καθήκοντα, μάνα του γνωρίζουν τον Ριούτζι, ένα ναυτικό, ο οποίος ξόδεψε τη μισή του ζωή στη θάλασσα. Ο πρώτος πετά στα σύννεφα μετά την πρώτη συνάντηση, αφού ο τελευταίος εκπροσωπεί ότι περισσότερο αγαπά σ’ αυτό τον κόσμο: την ελευθερία. Αλλά κυρίως θαυμάζει τον νέο ναυτικό (νέο αφού είναι μόλις 34 χρόνων) γι’ αυτά που έζησε, για τις ιστορίες που του διηγείται ξανά και ξανά κάνοντας τη φαντασία του να καλπάζει. Η μητέρα του, η Φουσάκο, αρχικά νιώθει επιφυλακτική απέναντι στον Ριούτζι, αλλά πολύ σύντομα νιώθει κάποιου είδους συμπάθεια για κείνον και προτού περάσει καιρός πολύς τον ερωτεύεται, κάτι που δε ξεφεύγει από το γιο της, που εδώ και καιρό την παρακολουθεί πολύ στενά. Ο μικρός στην αρχή δεν έχει καμία αντίρρηση για το δεσμό τους, μοιάζει να τον επικροτεί μάλιστα. Και όσο περνά ο καιρός, κι αφού ο ναυτικός φεύγει για ένα ακόμη ταξίδι, τόσο μεγαλώνει κι η αγάπη του για τη θάλασσα. Οι κάρτες που του στέλνει ο τελευταίος και τα γραμματόσημα από όλα τα μέρη που επισκέπτεται, του κάνουν τη ζωή πολύχρωμη, και γιγαντώνουν το θαυμασμό του για τον άντρα. Ωστόσο όταν εκείνος επιστρέφει και ξανασμίγει με τη μάνα του, τα πράγματα αρχίζουν σιγά-σιγά να αλλάζουν. Αν και αρχικά του αρέσει η συμβίωση μαζί του, ενώ και η ιδέα του να πάρει αυτός τη θέση του πατέρα του δεν τον χαλά, όταν ο Ριούτζι δεν αντιδρά με την πρέπουσα οργή σ’ ένα μεγάλο συνεχόμενο παράπτωμά του, νιώθει κάτι να σπάει μέσα του και ξαφνικά τη θέση της αγάπης παίρνει η απέχθεια, το μίσος. Θέλει και πρέπει να τον τιμωρήσει, αμείλικτα.
Ο αυτόχειρας αυτός συγγραφέας μας παραδίδει ένα κείμενο υποδειγματικής λιτότητας. Λυρικό πού και πού, λίγο τρυφερό σε κάποια σημεία και απέραντα σκληρό σε άλλα, με φιλοσοφικές πινελιές εδώ κι εκεί, διαβάζεται εύκολα, αλλά αφήνει μια στυφή γεύση στο «στόμα». Είναι σαν να θέλει να μας πει ότι, σε μια ιστορία σαν κι αυτή, «ευτυχισμένο τέλος» δε θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει. Και συμφωνούμε απόλυτα μαζί του. Ένα μικρό, μεστό και πάντα επίκαιρο βιβλίο.
Subscribe to:
Posts (Atom)




