Saturday, October 16, 2010

Fumio Niwa – The Buddha Tree


Αγορά από το Book Depository

Αν έπρεπε να περιγράψουμε αυτό το βιβλίο με δύο λέξεις θα λέγαμε απλά ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με μια γιαπωνέζικη σάγκα. Τόσο για το μέγεθος του βιβλίου, όσο και την ιστορία του.
Τα γεγονότα με τα οποία καταπιάνεται δεν ξέρουμε ακριβώς πότε διαδραματίζονται, αλλά όπως αφήνεται να εννοηθεί, αυτά συμβαίνουν στη διάρκεια του πολέμου της Κορέας ή λίγο μετά. Βασικοί πρωταγωνιστές είναι ένας βουδιστής ιερέας του δόγματος της Αγνής Γης, ο Σιόσιου και η οικογένειά του – μια οικογένεια που κάθε άλλο παρά συνηθισμένη είναι, και η οποία ζει κάτω από κάθε άλλο παρά συνηθισμένες συνθήκες. Κι αυτό επειδή ο ιερωμένος κηρύσσει τους λόγους του Βούδα και του Αγίου Σινράν, αλλά δεν τους ακολουθεί, καθώς διατηρεί ερωτική σχέση με την πεθερά του. Μια σχέση που άρχισε είκοσι χρόνια πριν και την οποία, όσο κι αν προσπαθεί δεν μπορεί να διακόψει. Η τελευταία, μια αδίστακτη γυναίκα που διαθέτει τη δική της ιδιαίτερη ηθική και η οποία ακούει στο όνομα Μινέγιο, είναι ένα πλάσμα απόλυτα εγωιστικό. Το μόνο που την ενδιαφέρει είναι να συνεχίσει να απολαμβάνει τον έρωτα του γαμπρού της και να εξακολουθήσει να δείχνει όσο πιο πολύ μπορεί νέα, δίχως να δίνει μία για τον κοινωνικό περίγυρο, αλλά και για τα συναισθήματα της ίδιας της κόρης. Το ξέρει ότι η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη, ότι τα αδιέξοδα είναι δεδομένα, ωστόσο δεν κάνει για να αλλάξει την πορεία των πραγμάτων. Με μουλαρίσιο μάλιστα πείσμα φτάνει στο σημείο να διώξει απ’ το ναό την κόρη της -που έτσι κι αλλιώς εδώ και καιρό είχε αρχίσει να απομακρύνεται- ώστε να κρατήσει τον γαμπρό-λαχείο μονάχα για πάρτη της. Ο Σιόσιου, ένας άνθρωπος άβουλος, που από την πρώτη κιόλας στιγμή επέτρεψε σ’ αυτή τη γυναίκα να ορίζει την κάθε του κίνηση και να τον εξουσιάζει, νιώθει άβολα με τον εαυτό του και άσχημα γι’ αυτά που άφησε να συμβούν, αλλά είναι πολύ δειλός για να προσπαθήσει να αλλάξει κάτι. Αντί αυτού προσπαθεί να βρει καταφύγιο μέσα στη ρουτίνα, μέσα στην καθημερινότητα ενός ναού, τον οποίο αγαπά, αλλά και του οποίου δε νιώθει να αποτελεί μέλος. Ωστόσο, δεν είναι απόλυτα μόνος. Στην αρχή βρίσκει ίχνη χαράς στην παρουσία του γιου του, που δεν ακολούθησε τη μάνα του στη φυγή της, και στη συνέχεια στον αμίλητο έρωτά του για μια νεαρή χήρα. Αυτή η γυναίκα, η Τομόκο, θ’ ανάψει μέσα του για πρώτη φορά τη φλόγα ενός πόθου, που καθόλου δε μοιάζει με τη λαγνεία, η οποία τον κρατάει δέσμιο στην αγκαλιά της Μινέγιο, και η οποία θα τον αναγκάσει επιτέλους να τα πει ένα χεράκι με τον εαυτό του και να πάρει τις αποφάσεις του. Αποφάσεις όμως που θα αποδειχτούν οδυνηρές για όλους -μα πιο πολύ για τον ίδιο- αλλά και, την ίδια ώρα, γενναιόψυχες.
Οι καταδικασμένοι έρωτες, τα πάθη και οι πόθοι και της ζωής τα μεγάλα λάθη δίνουν τον παλμό σ’ αυτή την ιστορία. Μια ιστορία που στάζει θλίψη και σοφία, που μιλά για την πίστη και για την υποκρισία που πολλές φορές τη συνοδεύει. Με την παράθεση παραπομπών από τις βουδιστικές γραφές, με τους αφορισμούς και τις περιγραφές από τη ζωή του Αγίου Σινράν και τα αποσπάσματα από τις σούτρες, με τις αναφορές στων ανθρώπων τα καμώματα και τους έρωτες που κάποτε φτάνουν να μοιάζουν με μίσος, ο συγγραφέας φαίνεται να θέλει να μας πει ότι υλική και πνευματική ζωή, στο τέλος της ημέρας, είναι ένα και το αυτό.
«Το Δέντρο του Βούδα» δεν είναι ένα εύκολο ανάγνωσμα και δε διαθέτει -το σχεδόν αναγκαίο για τους δυτικούς- ευτυχισμένο τέλος, αλλά αποζημιώνει τον υπομονετικό αναγνώστη με ψήγματα σοφίας και σκέψεις ζωής, που ίσως να απασχολούν και τον ίδιο, και προσφέροντας δύσκολα ερωτήματα, χωρίς να χαρίζει εύκολες λύσεις.

Tuesday, October 12, 2010

Sōseki Natsume – Botchan

 
Αγορόα από το Book Depository

Όπως μαθαίνουμε αυτό το μυθιστόρημα ήταν κάτι σαν υποχρεωτικό ανάγνωσμα για τους μαθητές στην Ιαπωνία πριν από εκατό χρόνια. Γραμμένο το 1904 μιλά για τη ζωή ενός νεαρού άντρα από αριστοκρατική, πλην ξεπεσμένη, οικογένεια που σπουδάζει στο Τόκιο και στη συνέχεια προσλαμβάνεται σαν καθηγητής των μαθηματικών σ’ ένα χωριό της επαρχίας.
Ο ήρωας του βιβλίου είναι ένας ιδιόρρυθμος χαρακτήρας, που μοιάζει να αδυνατεί να συνάψει κοινωνικές σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους. Η μόνη ψυχή που φαίνεται να τον καταλαβαίνει είναι η πρώην υπηρέτρια της οικογένειάς του, που όχι μόνο τον στηρίζει στα δύσκολα, αλλά και η οποία φροντίζει να τον ξελασπώνει όταν τα βρίσκει σκούρα σε ό,τι αφορά τα οικονομικά. Μ’ αυτή τη γυναίκα έχει αναπτύξει μια σχέση μητέρας-γιου και παρά το ότι ο αδελφός του είναι ακόμη ζωντανός τη θεωρεί σαν τη μοναδική του συγγενή. Ακόμη και στη «ξενιτιά», όπου εξορίζεται για χάρη της δουλειάς, η ευγενής εικόνα της τον ακολουθεί, κι αυτή είναι που τον προστατεύει, έστω και εξ αποστάσεως, απ’ τα χειρότερα.
Ο συγγραφέας, ένας από τους πιο γνωστούς της Ιαπωνίας, μοιάζει μ’ αυτό το πρώτο μυθιστόρημά του να επιχειρεί να ασκήσει μια με αδρές πινελιές μαύρου χιούμορ κριτική στην κοινωνία ενός χωριού-καρικατούρας της επαρχίας, αλλά και στην ιαπωνική κοινωνία γενικότερα. Καταπιάνεται με τα θέματα της παράδοσης, των καλών τρόπων και της διακηρυχθείσας ηθικής με ύφος ελαφρώς ειρωνικό, το οποίο πού και πού γίνεται σαρκαστικό. Είναι σα να λέει στον αναγνώστη να μην πιστεύει τα ωραία λόγια και να μην παρασύρεται από τους κήρυκες, αλλά και να μη βιάζεται κιόλας να βγάλει συμπεράσματα, αφού συνήθως πίσω έχει η γάτα την ουρά. Παρακολουθώντας τα έργα και τις ημέρες του ήρωα ο αναγνώστης, θέλοντας και μη, ταυτίζεται μαζί του, αφού αυτός ζει καταστάσεις, τις οποίες λίγο-πολύ ζήσαμε όλοι: μεγάλα όνειρα και διαψευσμένες προσδοκίες, πίστη στη φιλία και απογοήτευση, αποφάσεις για μεγάλες αλλαγές και απότομες προσγειώσεις. Ο πρωταγωνιστής σ’ αυτή την ιστορία μοιάζει να βαδίζει συνεχώς, αλλά φαίνεται αδύναμος να φτάσει κάπου. Δεν είναι το ότι συναντά εμπόδια στο δρόμο του, είναι το ότι αυτά μοιάζουν να τον συνιστούν.
Παρ’ όλ’ αυτά όμως η αφήγηση παραμένει ανάλαφρη, σαν ένα αντίδοτο στη μαυρίλα των ψυχών που περιγράφει. Τα επεισόδια που διαδραματίζονται το ένα μετά από το άλλο είναι κωμικοτραγικά, οι ήρωες όσο πάει αληθινοί, αλλά και ψεύτικοι, φτιαγμένοι από χαρτόνι, οι συνθήκες τραγελαφικές με τον τρόπο τους, αλλά και αντικατοπτρισμοί μιας πραγματικότητας πνιγηρής, αποπνιχτικής.
Η μετάφραση από τα ιαπωνικά στα αγγλικά (1922) κρίνεται ως μάλλον λειψή, ανεπαρκής, κι αυτό μας στερεί κάτι από την αναγνωστική απόλαυση. Μια σύντομη αναζήτηση στο διαδίκτυο μου αποκάλυψε ότι μέχρι σήμερα παραμένει η μοναδική. Κρίμα. Δεν ξέρω αν έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά το βιβλίο αυτό αλλά, αν ναι, μη διστάσετε να το διαβάσετε. Οι φίλοι της γιαπωνέζικης λογοτεχνίας θ’ ανακαλύψουν εδώ ένα μάστορα του λόγου στα πρώτα του βήματα και ένα ικανοποιητικό δείγμα γραφής απ’ τις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Δεν είναι ό,τι καλύτερο έπεσε στα χέρια μας, αλλά παραμένει, 106 χρόνια μετά από την πρώτη του έκδοση, ένα αξιόλογο ανάγνωσμα.

Saturday, October 9, 2010

Yukio Mishima – Confessions of a Mask

 
Αγορόα από το Book Depository

«Όλοι λένε ότι η ζωή είναι μια σκηνή. Αλλά, κατά τα φαινόμενα, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν παθαίνουν εμμονή μ’ αυτή την ιδέα – τουλάχιστον όχι τόσο νωρίς όσο την έπαθα εγώ».
Όπως ακριβώς υποδηλώνει ο τίτλος, σα μια εξομολόγηση διαβάζεται αυτή η νουβέλα. Ο συγγραφέας, ή ο αφηγητής τέλος πάντων, μοιάζει να κάνει μια κατάδυση στις αναμνήσεις του και να μας μιλά για όλα όσα τον σημάδεψαν: βιβλία, ανθρώπους, παραστάσεις, ιδέες, έρωτες.
Το κείμενο αυτό διαβάζεται σαν παραμύθι, ή και σα μια γραφή της αθωότητας. Ο Μισίμα μιλά νοσταλγικά για ένα παρελθόν που έσβησε οριστικά στο πέρασμά του ο χρόνος, αλλά που παραμένει πεισματικά ζωντανό μέσα του. Ένα παρελθόν πολύχρωμο, πού και πού σκληρό, χαρακωμένο από τα ψέματα και τις υπερβολές. «Για πολλά χρόνια υποστήριζα ότι θυμόμουνα πράγματα που συνέβησαν τη στιγμή της γέννησής μου». Μ’ αυτή την πρόταση ανοίγει το βιβλίο δίνοντας το στίγμα για όλα αυτά που θα ακολουθήσουν. Είναι αλήθειες ή ψέματα αυτά που θα διαβάσουμε; Βασίζονται στην πραγματικότητα ή είναι τα δημιουργήματα μιας καλπάζουσας φαντασίας; Είτε έτσι, είτε αλλιώς, δεν έχει σημασία. Εκείνο που έχει σημασία είναι το ταξίδι στο συγγραφικό χρόνο, κι αυτό είναι ένα ταξίδι παλιό και σύγχρονο, χθεσινό και σημερινό. Ο συγγραφέας για μια ακόμη φορά μας μιλά για τα χρόνια της νιότης και για το βάσανό της. Θυμάται ή ίσως και δημιουργεί γεγονότα, απ’ αυτά που ρυθμίζουν τις ζωές των ανθρώπων.
Ο έρωτας, αυτός παίζει εδώ τον πιο σημαντικό ρόλο. Ή μάλλον, τα ερωτικά ξυπνήματα. Η θέα ενός γυναικείου κορμιού, αλλά και ενός αντρικού. Οι σεξουαλικές ορμές, που ακολουθούν τους δικούς τους κανόνες. Οι σκέψεις και οι πράξεις που οδηγούν σε δυσάρεστα τετελεσμένα. Οι κόσμοι που κτίζονται στο φαντασιακό και γκρεμίζονται με πάταγο στο πραγματικό. Το άγγιγμα.
Μέσα στις ψευδαισθήσεις ζούσε καθώς ανακάλυπτε την ερωτική επιθυμία ο ήρωάς μας, όπως ο ίδιος ομολογεί. Ήταν περίεργος κι αυτή την περιέργεια την μεταμόρφωνε σ’ επιθυμία με απρόβλεπτες συνέπειες. Συνέπειες που συνήθως καλούνταν να πληρώσουν οι άλλοι. Η πρώτη εμμονή που ανέπτυξε ήταν για το φιλί: «κάπου όπου θα μπορούσα να αναζητήσω καταφύγιο», παραδέχεται. Για να βρει αυτό το καταφύγιο έπρεπε να υποδυθεί ένα ρόλο – πέρα και έξω από τον εαυτό του. Αμέτρητοι ακόμη θα ακολουθούσαν.
Οι «Εξομολογήσεις μιας μάσκας» μοιάζουν μ’ ένα μακρύ μονόλογο. Σ’ αυτόν ο ηθοποιός-πρωταγωνιστής αδειάζει το μέσα του, βγάζει στο φως τις πικρές του αλήθειες, εξομολογείται, δίχως όμως να ζητά εξιλέωση. «Θέλω μοναχά να σας πω στην ιστορία μου», μοιάζει να ψιθυρίζει μέσα απ’ τις σελίδες και τα κενά των λέξεων. Και είναι μια ιστορία πρωτότυπη, αλλά και συνηθισμένη, μια καταγραφή πράξεων και σκέψεων, που θα μπορούσαν να ανήκουν στον καθένα. Ο Μισίμα χειρίζεται με μαεστρία το, αυτοβιογραφικό ή μη, υλικό του και μας χαρίζει ένα βιβλίο τρυφερό και βίαιο, ενδοσκοπικό και διαβαστερό. Σαν ένα ταξίδι στο μέσα μας.

Wednesday, October 6, 2010

Yoko Ogawa – Άρωμα Πάγου

Και να που σιγά σιγά άρχισα να απολαμβάνω τις νουβέλες της Ογκάουα όσο αυτές της Γιοσιμότο. Αυτά τα γραπτά έχουν κάτι που απλά μαγεύει τον αναγνώστη και δε μιλώ κατ’ ανάγκη για το μεταφυσικό στοιχείο. Μάλλον είναι η απλότητα της γλώσσας και το απέριττο των περιγραφών τους, τα στοιχεία που ξεχωρίζω περισσότερο στα βιβλία τους. Και οι δύο καλές γιαπωνέζες συγγραφείς μοιάζουν να λένε απλά τις ιστορίες τους, δίχως καν να προσπαθούν, σαν κάποιους παλιούς καλούς παραμυθάδες, που γνωρίζουν από πάντα τα μυστικά μιας καλής αφήγησης.
Το «Άρωμα Πάγου» διαβάζεται σαν ένα ταξίδι: στο χώρο (Ιαπωνία και Πράγα), στο χρόνο (του βασικού, αλλά νεκρού πρωταγωνιστή) και στις ψυχές (αυτών που ο νεκρός άφησε πίσω του).
Η Ρυόκο κάποια μέρα απαντά μια κλήση στο τηλέφωνο για να μάθει ότι ο αγαπημένος της έχει βάλει τέρμα στη ζωή του. Έχοντάς τα ολότελα χαμένα, αφού τίποτα δεν προμήνυε το μεγάλο κακό, τα επόμενα λεπτά τα ξοδεύει σιδερώνοντας το πουκάμισο του νεκρού πια Χιρογιούκι. Στη συνέχεια τη συναντάμε στο νεκροτομείο, στο προσκεφάλι του αγαπημένου της απόντα, να προσπαθεί ακόμη να συνηθίσει στη ιδέα του χαμού του. Και ύστερα αρχίζουν οι ανατροπές, καθώς η έκπληκτη γυναίκα μαθαίνει ότι ο άντρας της ζωής της της έκρυβε ένα σωρό μυστικά. Καταρχήν ότι είχε μητέρα και αδελφό, αν και όταν τον γνώρισε της είπε ότι ολόκληρη η οικογένειά του ήταν νεκρή. Και μετά, ότι ήταν μια μαθηματική ιδιοφυία, που μάλιστα κέρδισε βραβεία σε μεγάλους διαγωνισμούς. Ύστερα θα ανακαλύψει και ένα άλλο ταλέντο του: το πατινάζ στον πάγο, στο οποίο ήταν εξαιρετικός.
Μετά απ’ όλ’ αυτά η καημένη η γυναίκα δεν ξέρει ποια τι να πιστέψει. Όλη η ζωή του Χιρογιούκι ήταν ψέμα, κι αυτή φαινομενικά δεν αποτελούσε παρά ένα μόνο μέρος του. Ωστόσο, δεν περνά από το μυαλό της ούτε και για μια στιγμή κάποια άσχημη σκέψη για το άτομό του. Αντίθετα, τώρα που έχει πια οριστικά φύγει, μοιάζει να τον αγαπάει πιο πολύ. Έτσι αποφασίζει ν’ ανακαλύψει όσα περισσότερα πράγματα μπορεί για την πραγματική του ζωή – αυτή που έζησε πριν αρχίσει την καριέρα του σαν αρωματοποιός. Στην προσπάθειά της αυτή θα έχει την πλήρη συμπαράσταση του Ακίρα, αδελφού του θανόντος, που ζει με την ουσιαστικά ανήμπορη μητέρα του σε μια μικρή πόλη. Από εκεί ακριβώς θα αρχίσει το ταξίδι της στο μακρινό χθες του άντρα της. Ένα ταξίδι που -με συνοδό το άρωμα που έφτιαξε αποκλειστικά για κείνην, την Πηγή της Μνήμης- θα την οδηγήσει μέχρι και την Πράγα, όπου θα της συμβούν κάποια πράγματα θαυμαστά, που θα τη βοηθήσουν να κατανοήσει πλήρως το χαρακτήρα εκείνου του ανθρώπου, που για τόσο καιρό έζησε μαζί της, χωρίς να της πει ποτέ ποιος στ’ αλήθεια ήταν. «Ίσως μέσα σ’ έναν απ’ αυτούς τους τόμους, σε ένα σάπιο βιβλίο σε κάποια ημισκοτεινή γωνία αυτών των ραφιών, να είναι γραμμένος ο λόγος του θανάτου του Χιρογιούκι. Κι εκείνη η μοναδική σελίδα, χωρίς να διαβάζεται από κανέναν, συνεχίζει να κοιμάται σαν απολίθωμα», σκέφτεται καθώς τριγυρνά σε μια έρημη βιβλιοθήκη της μυθικής πόλης. Τις απαντήσεις ωστόσο που ζητά δε θα της βρει στις σελίδες ενός βιβλίου, αλλά στο πιο απίθανο μέρος – ένα μέρος μυστικό, το οποίο μόνο λίγοι και εκλεκτοί, μπορούν να επισκεφθούν.
Ένα κείμενο καλογραμμένο και ουσιαστικό, που λόγω και της εξαιρετικής και ρέουσας μετάφρασης του Παναγιώτη Ευαγγελίδη, διαβάζεται γρήγορα και απρόσκοπτα. Οι ιάπωνες μας υπενθυμίζουν για μία ακόμη φορά ότι το να μιλά κανείς για το θάνατο και την απώλεια δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη στη θλίψη, αλλά στην τρυφερή συνειδητοποίηση και την αυτογνωσία.

Sunday, October 3, 2010

Simenon – Maigret and the Young Girl & Danger Ahead

 
Αγορά από το Amazon

Ο Σιμενόν είναι ένας από τους κλασικούς συγγραφείς της ευρωπαϊκής αστυνομικής λογοτεχνίας, και όπως τους αμερικανούς συναδέλφους του, Ντάσιελ Χάμετ και Ρέιμοντ Τσάντλερ, άρχισα να τον διαβάζω κάπως αργά.
Στον παρόν τόμο φιλοξενούνται τρεις νουβέλες. Στην πρώτη, Maigret and the Young Girl, πρωταγωνιστής είναι το πλέον γνωστό δημιούργημα του συγγραφέα, ο επιθεωρητής Μαιγκρέ. Όλα αρχίζουν όταν σ’ ένα σκοτεινό στενό δρομάκι του Παρισιού ανακαλύπτεται το πτώμα μιας νεαρής άγνωστης γυναίκας. Η Λουίζ, όπως θα ανακαλύψει στη διάρκεια των ερευνών του ο καλός ντετέκτιβ, ήταν μια γυναίκα με μπερδεμένο παρελθόν, με αδύνατο χαρακτήρα και πάντα εξαρτώμενη με τον ένα ή τον άλλο τρόπο από τους άλλους. Κόρη μιας αδιάφορης μητέρας και ενός άφαντου τυχοδιώκτη πατέρα, δεν μπορεί να χαρεί τη ζωή, απλά επιβιώνει από μέρα σε μέρα. Τι την οδήγησε όμως σ’ εκείνη την επικίνδυνη γωνιά του Παρισιού; Και ποιος θα ήθελε να την σκοτώσει και γιατί; Ο Σιμενόν με αφορμή αυτή την υπόθεση μας ξεναγεί στα σκοτεινά δρομάκια και τις λαμπρές λεωφόρους της διάσημης πόλης, μας μιλά για τους ανθρώπους της νύχτας και τον κίνδυνο που παραμονεύει, αλλά και περιφέρεται από μπαράκι σε μπαράκι προσπαθώντας να μάθει, πίνοντας το ένα ποτό μετά το άλλο, την αλήθεια.
Δύο νουβέλες συστεγάζονται κάτω από τον τίτλο: Danger Ahead. Το Red Lights είναι μια ιστορία ανατροπών. Ένα ζευγάρι αναχωρεί οδικώς από τη Νέα Υόρκη για το Μέιν, από όπου θα παραλάβουν τα δύο τους παιδιά από την κατασκήνωση. Στη διάρκεια της διαδρομής τσακώνονται συνεχώς, κυρίως για τον αλκοολισμό του άντρα, με αποτέλεσμα σε κάποιο σημείο η γυναίκα απλά να τον εγκαταλείψει για να πάρει το λεωφορείο. Τότε εκείνος συναντά ένα επικίνδυνο εγκληματία, που μόλις έχει δραπετεύσει από τη φυλακή, τον οποίο χωρίς πολλά-πολλά αποφασίζει να βοηθήσει. Το μόνο που δεν ξέρει τι του επιφυλάσσει η μοίρα, η οποία για ένα μικρό διάστημα θα παίξει μαζί του όπως η γάτα με το ποντίκι, δίδοντάς του διαδοχικά χτυπήματα, από εκείνα από τα οποία είναι δύσκολο να επιβιώσει κανείς. Το ένα δραματικό συμβάν διαδέχεται το άλλο, οι σελίδες στάζουν όλο και περισσότερο πόνο, αλλά η τελική λύση μοιάζει δημιούργημα ενός από μηχανής θεού, και μοιάζει να βρίσκεται σε εντελώς αντίθετη τροχιά απ’ αυτή που ακολουθεί ο αναγνώστης.
Το The Watchman of Everton, με το οποίο κλείνει η συλλογή, είναι μια ιστορία δρόμου και αργοκίνητης δράσης, απ’ αυτές που δεν μπορεί κανείς εύκολα να κατατάξει σε κάποια κατηγορία. Αν έπρεπε να πούμε ότι έχει να κάνει με κάτι, αυτό είναι η οικογένεια: η ατελής, λειψή, δυσλειτουργική οικογένεια. Ένας νέος κλέβει το βαν του ωρολογά πατέρα του και το σκάει με την κόρη κάποιων γειτόνων. Τότε αρχίζει ένα ανθρωποκυνηγητό, το οποίο θα οδηγήσει τους φυγάδες, τις αρχές, αλλά και τον ίδιο τον ωρολογά σε μέρη μακρινά και αιματοβαμμένα. Η δράση ωστόσο δε λαμβάνει χώρα μόνο στο δρόμο, αλλά και στην ψυχή του βασικού πρωταγωνιστή, ενός ανθρώπου φαινομενικά παθητικού, που μοιάζει παραδομένος στις μοίρες. Παρακολουθούμε τις σκέψεις του, μαθαίνουμε κάποιες τραγικές λεπτομέρειες απ’ την ιστορία του, θαυμάζουμε τον στωικισμό του. Μια συμπονετική και μεγαλόψυχη φιγούρα, που παρόλα τα αμείλικτα χτυπήματα της ζωής, υπομένει τα πάντα, συγχωρεί τα πάντα, φορτώνεται στις πλάτες του βάρη που δεν του αναλογούν.
Οι τρεις αυτές καλογραμμένες και πολύ ενδιαφέρουσες ιστορίες, δεν έχουν τόσο να κάνουν με το έγκλημα και τη δράση, όσο με την ανθρώπινη κατάσταση, και αξίζουν να διαβαστούν από τους φίλους της καλής λογοτεχνίας.