Showing posts with label Roddy Doyle. Show all posts
Showing posts with label Roddy Doyle. Show all posts
Thursday, March 1, 2012
Roddy Doyle – A Greyhound of a Girl
Απολαυστικότατο. Ο Ρόντι Ντόιλ, ένας από τους αγαπημένους μου ιρλανδούς συγγραφείς, επιστρέφει μ’ ένα παιδικό βιβλίο, που ξεχειλίζει από το στοιχείο που με έκανε να αγαπήσω τα έργα του: το χιούμορ.
Το A Greyhound of a Girl είναι μια ιστορία φαντασμάτων, αλλά φαντασμάτων καλών και πολύ πολύ αγαπητών.
Βασική πρωταγωνίστρια εδώ είναι η Μαίρη Ο’ Χάρα, ένα κορίτσι δώδεκα χρονών, που αγαπά πολύ τη γιαγιά της Έμερ, και η οποία μισά το Νοσοκομείο της Ιερής Καρδιάς, όπου αυτή αργοπεθαίνει. Η Μαίρη, ωστόσο, δεν είναι μόνο γι’ αυτό λυπημένη. Είναι λυπημένη επίσης επειδή μόλις χθες η καλύτερή της φίλη, Άβα, μετακόμισε σε μια άλλη περιοχή του Δουβλίνου, όχι και πολύ μακριά, αλλά ούτε και αρκετά κοντά ώστε να μπορεί να τη βλέπει συχνά. Νιώθει ότι η καρδιά της έχει ραγίσει και όταν είναι έτσι φυσικά και θα έχει τα μούτρα της κατεβασμένα και φυσικά και δεν θα έχει κέφι για πολλά πολλά. Αλλά, ό,τι κι αν λένε οι άλλοι δεν είναι ούτε ξεροκέφαλη, ούτε αναιδής, απλά λέει πάντα την αλήθεια. Κι η αλήθεια είναι ότι αυτή τη στιγμή δεν θέλει να μιλά με κανένα. Έλα όμως που τούτη τη μέρα, θα γνωρίσει στο δρόμο, καθώς θα επιστρέφει στο σπίτι, μια παράξενη νέα ή και γριά -δεν μπορεί στα σίγουρα να πει- γυναίκα, που κατά κάποιο τρόπο θα καταφέρει και την κάνει για λίγο να ανοιχτεί και να ξεχαστεί. «Η Μαίρη δεν την ήξερε – αλλά την ήξερε», διαβάζουμε. Και όντως έτσι έχουν τα πράγματα, αφού αυτή η γυναίκα δεν είναι άλλη από την προγιαγιά της, την Τάνσι, ή μάλλον το φάντασμά της, ένα φάντασμα που παραδόξως καθόλου δεν την τρομάζει. Το αντίθετο μάλιστα. Η Τάνσι, με τον παλιομοδίτικο τρόπο ομιλίας της και τα παλιομοδίτικα ρούχα της και μ’ εκείνο το πλατύ χαμόγελο, δεν καταφέρνει μόνο να την κάνει να νιώσει καλύτερα, αλλά μετατρέπεται μεμιάς στην καλύτερή της φίλη.
Μα τι γυρεύει εκεί αυτό το φάντασμα; Γιατί εξακολουθεί να περιπλανιέται στη γη; Προφανώς έχει τους λόγους του, λόγους σοβαρούς, τους οποίους μαθαίνουμε ταυτόχρονα με τη Μαίρη. Ο συγγραφέας μας ταξιδεύει μπρος πίσω στο χρόνο περιγράφοντας τι συμβαίνει σήμερα, αλλά μιλώντας μας και για το μακρινό παρελθόν, τότε που η Τάνσι ήταν νέα, και τότε που έτσι στα ξαφνικά πέθανε, αφήνοντας πίσω της ορφανό ένα τρίχρονο κορίτσι. Η ανησυχία, αυτή ήταν που την κράτησε στη γη. Η ανησυχία για το τι θα συνέβαινε στο παιδί της, την Έμερ.
Η Μαίρη μέσα από τις αφηγήσεις αυτής της φαινομενικά νέας αλλά πολύ γριάς προγιαγιάς της, αρχίζει σιγά σιγά ν’ ανακαλύπτει τον εαυτό της και να βρίσκει μέσα του μια γαλήνη, την οποία δεν γνώριζε ότι κατείχε. Και τα πράγματα γίνονται ακόμη καλύτερα όταν στο παιχνίδι μπαίνει και η μαμά της, η Σκάρλετ, που σαν τελευταία χάρη στην ετοιμοθάνατη μάνα της, αποφασίζει μια νυχτιά να τις πάει όλες μαζί μια εκδρομή. Θα επισκεφτούν λοιπόν τα μονοπάτια του χθες, θα θυμηθούν, θα δακρύσουν και θα γελάσουν και θα συμβιβαστούν τόσο με το παρελθόν όσο και με το μέλλον που όπου να ’ναι ξημερώνει.
Μια καλογραμμένη ιστορία που χαρίζει πολλά χαμόγελα στον αναγνώστη, μιλώντας του απλά και μόνο για τις γυναίκες τεσσάρων γενεών, τους μικρούς τους φόβους και τις μεγάλες αλήθειες τους.
Οι εκδότες το συστήνουν για παιδιά ηλικίας δέκα ετών και πάνω. Προσωπικά πιστεύω ότι όσο και να αρέσει στα παιδιά, άλλο τόσο θα αρέσει και στους ενήλικες. Διαβάστε το.
Saturday, January 3, 2009
Roddy Doyle - Oh, Play That Thing
Δεν το κρύβω ότι ο Ρόντι Ντόιλ είναι ένας από τους αγαπημένους μου σύγχρονους συγγραφείς. Τα βιβλία του με συναρπάζουν με την απλότητά τους, αλλά και για το ιδιόρρυθμο των χαρακτήρων που παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο σ’ αυτά.
Η αρχή της γνωριμίας μου με το έργο του έγινε με το The Barrytown Trilogy, μια σειρά μυθιστορημάτων, που βγάζει άφθονο γέλιο και μιλά, όπως σχεδόν πάντα, για τη μουσική, τα ανθρώπινα πάθη και την ιρλανδική ψυχή. Τα The Van, The Commitments και The Snaper, με βοήθησαν να μάθω περισσότερα για την Ιρλανδία απ’ ό,τι οποιοδήποτε ιστορικό βιβλίο.
Το ανά χείρας μυθιστόρημα είναι η συνέχεια του A Star Called Henry, ή, να προτιμάτε, το δεύτερο μέρος της ιστορίας του Χένρι Σμαρτ. Εδώ μαθαίνουμε για την άφιξη του δαιμόνιου ιρλανδού πατριώτη (βλέπε ΙΡΑ) στην Αμερική και τις κάποιες φορές απέλπιδες, αλλά συναρπαστικές και συνάμα ξεκαρδιστικές προσπάθειές του, να πιάσει την καλή στη νέα γη.
Ο Χένρι, με την έμφυτη γοητεία, το ακονισμένο του μυαλό, και την ανεπανάληπτη ατυχία του, θα κατορθώσει να σκαρφαλώσει πολλές μικρές κορυφές και να γκρεμιστεί με πάταγο, να μπλέξει με μαφιόζους και δολοφόνους, ν’ αλλάξει πολλές δουλειές και να κοιμηθεί με πολλές γυναίκες. Α, και να βάλει το λιθαράκι του στο μεγάλο οικοδόμημα της τζαζ.
Καθώς το παρελθόν του, ακόμη και στη μακρινή Αμερική, εξακολουθεί να τον κατατρέχει, παρακολουθούμε με μια δόση αγωνίας της ζωής του το μακρινό ταξίδι, που ώρες-ώρες μοιάζει εξωπραγματικό και αγγίζει τα όρια του μύθου. Όχι μόνο θεωρητικά, αλλά και συγκεκριμένα, αφού ο μεγάλος συμπρωταγωνιστής του σε τούτη την περιπέτεια δεν είναι άλλος από τον Λούις Άρμστρονγκ. Ο τελευταίος, σπάζοντας κάθε κανόνα της τότε κοινής λογικής, προσλαμβάνει τον Χένρι σαν μάνατζερ, αλλά και σαν μπράβο του. Τον κάνει το λευκό του αγόρι για όλες τις δουλειές.
Ο Ντόιλ μας ταξιδεύει μέσα από τις αναμνήσεις και τις περιπέτειες του Χένρι στην μακρινή Ιρλανδία του ματωβαμένου χθες, αλλά και στις αμερικανικές πόλεις την εποχή της ποτοαπαγόρευσης. Ζωντανεύει στα μάτια μας, με ζωηρά χρώματα, αλλοτινές εποχές, με πολλές δόσεις δράματος και ανατρεπτικού χιούμορ.
Ο Χένρι Σμαρτ -μαζί με την Πώλα Σπένσερ του ομώνυμου μυθιστορήματος, αλλά και του The Woman Who Walked Into Doors- είναι ο πλέον αξιομνημόνευτος χαρακτήρας του.
Roddy Doyle - Paula Spencer
Ο Ρόντι Ντόιλ είναι ο αγαπημένος μου ιρλανδός συγγραφέας. Από την εποχή που είδα στον κινηματογράφο το The Van αγοράζω το ένα μετά το άλλο τα βιβλία του και εξακολουθώ να τα απολαμβάνω το ίδιο. Το δυνατά του σημεία είναι αναμφίβολα το χιούμορ και οι εξαιρετικοί διάλογοι που βάζει στα στόματα των ηρώων του. Ο συγγραφέας αυτός έχει μια μοναδική ικανότητα να βγάζει γέλιο μέσα κι από τις πιο τραγικές καταστάσεις.
Στο ανά χείρας βιβλίο διαβάζουμε τη συνέχεια της ιστορίας της Πόλα Σπένερ, που είχαμε πρωτογνωρίσει στο The Woman Who Walked Into Doors. Τότε η Πόλα ήταν μια αλκοολική σύζυγος και μητέρα, που ζούσε μονάχα για το πάθος της. Η ζωή της όλη κυλούσε μονότονα στις παρυφές της ζωής, δημιουργώντας τεράστια προβλήματα στα παιδιά της. Σήμερα τη συναντάμε πια χήρα και «καθαρή» από το αλκοόλ, να προσπαθεί όσο μπορεί να εξιλεωθεί για τα λάθη του παρελθόντος και να κτίσει ένα καλύτερο μέλλον γι’ αυτή και τα μικρότερά της παιδιά, που δεν είναι πια και τόσο παιδιά. Η Πόλα νιώθει ενοχές, πνίγεται απ’ αυτές. Προσπαθεί απεγνωσμένα να αποκτήσει την εύνοια των παιδιών της, που τόσο παραμέλησε, αλλά και να προβεί σε μια οριστική ρήξη με το παρελθόν. Ωστόσο, ο πειρασμός είναι πάντα εκεί, δίπλα της, και παραμονεύει. Θα καταφέρει να θέσει υπό απόλυτο έλεγχο τον κακό της εαυτό; Θα καταφέρει να μην γλιστρήσει και πάλι; Θα την αγαπήσουν οι άλλοι, όπως της πρέπει, κι ας μην έχει η ίδια σε μεγάλη εκτίμηση τον εαυτό της; Θα καταφέρει να σώσει την κόρη της, που μοιάζει ν’ ακολουθεί κατά βήμα τα δικά της μονοπάτια;
Το Πόλα Σπένσερ είναι μια ιστορία για την ελπίδα που κάθε μέρα γεννιέται και πεθαίνει, για τα φαντάσματα του παρελθόντος και τις προσδοκίες του μέλλοντος, για την επιτακτική ανάγκη για αλλαγή, που πολλές φορές μπορεί να μας σώσει από πολλούς μπελάδες, ακόμη κι απ’ τον εαυτό μας. Αποτελεί επίσης ένα κοινωνικό σχόλιο για το πρόσωπο της Ιρλανδίας που ραγδαία αλλάζει, για τους μετανάστες που αναζητούν εκεί μια καλύτερη τύχη, για τις εύθραυστες οικογενειακές σχέσεις, για τη μοναξιά που φορά διάφορα προσωπεία.
Ο Ντόιλ και εδώ κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα: στήνει ένα ανθρώπινο μύθο, απ’ αυτούς με τους οποίους μπορεί να ταυτιστεί ο καθένας. Η Πόλα είναι μια απλή γυναίκα, που βιώνει με γλυκόπικρο χιούμορ τα μικρά της καθημερινά δράματα και προσπαθεί να θριαμβεύσει. Οι γύρω της απλά συμπληρώνουν την εικόνα του παζλ, προσθέτοντας σ’ αυτή μερικές πινελιές αγωνίας και μικρές ανατροπές θλίψης και χαράς.Τις 277 σελίδες του βιβλίου τις διάβασα με μια μόλις ανάσα και τις απόλαυσα σα μαύρη σοκολάτα με μια στρώση από νιφάδες λευκής. Ένα, απλά, υπέροχο βιβλίο.
Subscribe to:
Comments (Atom)


