Showing posts with label Chimamanda Ngozi Adichie. Show all posts
Showing posts with label Chimamanda Ngozi Adichie. Show all posts

Thursday, March 10, 2011

Chimamanda Ngozi Adichie – Half of a Yellow Sun

 
Αγορά από το  Book Depository

Το βιβλίο αυτό το περιφέρω από δω κι από κει εδώ και τέσσερα χρόνια. Επιβίωσε δύο μετακομίσεων και τεσσάρων ταξιδιών στην Ταϊλάνδη. Μέχρι που τελικά ήρθε η ώρα να το διαβάσω. Και το καταβρόχθισα. Οι 540 σελίδες της συγκεκριμένης έκδοσης ήταν κάτι σα μια βόλτα στο πάρκο, κύλησαν αβίαστα μέσα από τα χέρια μου, αφήνοντας όμως πίσω τα σημάδια τους.
     Η συγγραφέας του απέσπασε διθυραμβικές κριτικές και το βραβείο Orange στη Βρετανία και δίκαια. Αυτό το μυθιστόρημα είναι φτιαγμένο με τα υλικά των μεγάλων μαστόρων: δράμα, δράση, αγωνία, μεγάλοι έρωτες και πικρές απογοητεύσεις, όνειρα και ματαιώσεις και… πόλεμο. Ένα πόλεμο που χαρακτηρίστηκε εμφύλιος, αλλά που στην ουσία ήταν μια γενοκτονία. Η Νιγηρία με τις πλάτες της δύσης, που ουσιαστικά τη δημιούργησε, έπνιξε στο αίμα την ειρηνική εξέγερση ενός λαού και γκρέμισε στο βάραθρο τα όνειρα για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους, της Μπιάφρα.
     Η Άντιτσι οφείλει πολλά σε άλλους συγγραφείς και ευτυχώς δεν το κρύβει. Διαβάζοντας το βιβλίο σκεφτόμουνα τον Τσίνουα Ατσέμπε, αλλά ο κατάλογος των τίτλων που υπάρχει στο τέλος είναι μακρύς κι αξίζει πιστεύω τον κόπο κάποια μέρα να ασχοληθώ μ’ αυτόν μια και η Αφρική είναι περιοχή ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για μένα. Ιδιαίτερα η μετααποικιακή Αφρική, αυτή που δεν μπορεί να ορθοποδήσει αφού κουβαλά ακόμη στις πλάτες της τα κακά που άφησαν πίσω τους φεύγοντας οι ευρωπαίοι κατακτητές.
     Παρά το ότι τα γεγονότα περιγράφονται μέσα από τη ματιά των κατοίκων της Μπιάφρα, η συγγραφέας δε χαρίζεται σε κανένα. Τους επικρίνει το ίδιο με τους ξένους και τους νιγηριανούς. Μιλάει για τα εγκλήματα τους, για τις μετά βίας επιστρατεύσεις, για τον αλκοολισμό, για τα αγοράκια που από τη μια μέρα στην άλλη έγιναν άντρες κι άρχισαν να βιάζουν τις γυναίκες. Οι περιγραφές ωμές, ρεαλιστικές όσο πάει, μοιάζουν να μας λένε ότι όταν μιλάμε για την Αφρική και ειδικά για τη συγκεκριμένη περιοχή οι ωραιοποιήσεις δε χωράνε.
     Οι ήρωές της είναι γενναίοι και δειλοί την ίδια ώρα. Ανθρώπινοι και απάνθρωποι. Πραγματικοί επαναστάτες και τυχάρπαστοι. Ο καθένας απ’ αυτούς είναι ικανός για το καλύτερο και για το χειρότερο. Ο Μάστερ, το αφεντικό του Ουγκούου, είναι ένας φανατικός εθνικιστής που πιστεύει απόλυτα στο ιδανικό μιας νέας πατρίδας, αλλά όταν έρχονται τα δύσκολα κρύβεται πίσω από το αλκοόλ. Ο Ρίτσαρντ, βρετανός που πήγε στη Νιγηρία για να κάνει μια έρευνα και να γράψει ένα βιβλίο, ερωτεύεται τους Ίγκμπο και τη γλώσσα τους, αλλά είναι ανίκανος να επιτύχει τους στόχους του και γι’ αυτό το πάει από αναβολή σε αναβολή. Οι γονείς της Ολάνα και της Καϊνένε, μόλις αντιλαμβάνονται που πάει το πράμα εγκαταλείπουν τη χώρα και πηγαίνουν στο Λονδίνο όπου ζουν στην πολυτέλεια, αφήνοντας πίσω την οικογένειά τους. Η Ολάνα, σύντροφος αρχικά και στη συνέχεια σύζυγος του Μάστερ, ή αν προτιμάτε του Οντενίγκμπο, από ένα ανέμελο κορίτσι μεταμορφώνεται σε μια γυναίκα κινητήρια δύναμη, σε μια Μάμα Άφρικα, που κάνει ό,τι περνά από το χέρι της για να βοηθήσει τους άτυχους συμπατριώτες της. Η αδελφή της, πραγματική κόρη του μπαμπά της, μια αδίστακτη επιχειρηματίας και μεγάλη είρωνας, νιώθει την καρδιά της να μαλακώνει από την παρουσία του Ρίτσαρντ, και σιγά σιγά αρχίζει να αναγνωρίζει στην Ολάνα τα δίκια της και να προσπαθεί κι αυτή με τον τρόπο της να κάνει το καλό. Τέλος, ο Ουγκούου, ο μεγάλος τραγικός. Κάποιος που εγκατέλειψε από παιδί το χωριό του για να δουλέψει σαν υπηρέτης, που είναι ερωτευμένος αρχικά με την αδελφή του και με μια συγχωριανή, κι ανακαλύπτει ένα θαυμαστό κόσμο στο σπίτι του Μάστερ, με τις μεγάλες βιβλιοθήκες και τις ατέλειωτες συζητήσεις ανάμεσα στον τελευταίο και τους φίλους του. Που ακολουθεί την οικογένεια ξανά και ξανά στις περιπλανήσεις του. Που μορφώνεται. Που κάποτε ερωτεύεται για τα καλά, αλλά χάνει τα πάντα όταν επιστρατεύεται με τη βία. Που φτάνει στο σημείο να κάνει τα χειρότερα, απλά και μόνο από περηφάνια. Και που κάποτε αρχίζει να γράφει ένα βιβλίο, εκείνο που δεν κατάφερε ποτέ να γράψει ο Ρίτσαρντ, με τίτλο: «Ο κόσμος ήταν σιωπηλός όταν πεθάναμε».
     Η συγγραφέας έχει φτιάξει ένα εντυπωσιακό μωσαϊκό χαρακτήρων μέσα από το οποίο μας μιλά για το δράμα ενός λαού, για την υποκρισία των μεγάλων δυνάμεων, για τα μικρά καθημερινά δράματα, για τη δύναμη της αγάπης και την αδυναμία του σώματος. Η πρόζα της είναι καθηλωτική, η γλώσσα σκληρή και άμεση, αλλά παραδόξως ευχάριστη. Μας αρπάζει από το λαιμό και δε μας αφήνει να πάρουμε ανάσα από την αρχή μέχρι το τέλος. Ένα βιβλίο απλά εξαιρετικό.

Monday, February 8, 2010

Chimamanda Ngozi Adichie – The Thing Around Your Neck

 
 Αγορά από το Book Depository

Αυτό είναι το τρίτο βιβλίο της νιγηριανής συγγραφέως. Πρόκειται για μια συλλογή διηγημάτων, που καταπιάνεται κυρίως με τις πραγματικότητες της πατρίδας της. Οι δώδεκα ιστορίες που διαβάζουμε εδώ μας μιλούν για μια χώρα που βρίσκεται σχεδόν πάντα σε αναταραχή και για τους κάτοικούς της που μοιάζουν μόνιμα να παραπαίουν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, ελπίδας και απελπισίας. Η γραφή της Άντιτσι είναι ωμή, ρεαλιστική, χρωματισμένη πού και πού με πινελιές χιούμορ, χιούμορ που ωστόσο δεν κάνει τίποτ’ άλλο από το να τονίζει ακόμη περισσότερο τα αδιέξοδα στα οποία βρίσκονται οι ήρωές της. Ας πάρουμε όμως τις ιστορίες μία-μία.

Cell One – Το Κελί Ένα είναι ο φόβος και ο τρόμος του κάθε κρατουμένου αφού εκεί, σύμφωνα με τους μύθους, λαμβάνουν χώρα τρομαχτικά πράγματα, όπως σωματικά και ψυχολογικά βασανιστήρια, ακρωτηριασμοί κτλ. Το τι συμβαίνει στη φυλακή το μαθαίνουμε από τα χείλη της αδελφής ενός νεαρού κρατουμένου που συνελήφθηκε άδικα για τις δολοφονίες τριών μαθητών. Μια σκληρή ιστορία.

Imitation – Σ’ αυτό το διήγημα μαθαίνουμε την ιστορία μιας γυναίκας-μετανάστη από τη Νιγηρία, που μαθαίνει από κάποια φίλη της ότι ο επιχειρηματίας άντρας της σπίτωσε μια νέα γυναίκα πίσω στην πατρίδα. Απελπισμένη θυμάται τις παλιές καλές μέρες, συζητά τα προβλήματά της με την υπηρέτρια και παίρνει τις αποφάσεις της.

A Private Experience – Στην πόλη Κάνο ξεσπούν ταραχές όταν κάποιος οδηγεί το αυτοκίνητό του πάνω από ένα αντίτυπο του Κορανίου. Δυο γυναίκες προσπαθούν να σώσουν τις ζωές τους αναζητώντας καταφύγιο σ’ ένα εγκαταλειμμένο μαγαζί. Η μια είναι χριστιανή και η άλλη μουσουλμάνα, ωστόσο μέσα από τη συζήτηση ανακαλύπτουν ότι είναι περισσότερα αυτά που τις ενώνουν από εκείνα που τις χωρίζουν. Εξάλλου: «Οι καμένοι άνθρωποι, μουσουλμάνοι και χριστιανοί, μυρίζουν και μοιάζουν οι ίδιοι».

Ghosts – Ένας συνταξιούχος καθηγητής συναντά ένα φάντασμα, ή μάλλον κάποιον που πιστεύει ότι είναι φάντασμα, ένα ακόμη θύμα του πόλεμου της Μπιάφρα. Όπως διαβάζουμε: «Ο Ικέννα είναι ένας από εκείνους τους ανθρώπους που κουβαλούν μαζί τους το βάρος αυτών που μπορούν να συμβούν». Με αφορμή αυτή τη συνάντηση ανατρέχει νοητικά στο οδυνηρό παρελθόν, ρίχνοντας πού και πού ματιές στο απελπισμένο παρόν. Μέσα από τις σκέψεις και τις αναμνήσεις του μαθαίνουμε ότι αν και μπορεί να έχει μια καλύτερη ζωή, είναι αποφασισμένος να παραμείνει εκεί, στην πόλη του, την Ν’ Σούκα, αφού αν πάει στην κόρη του στην Αμερική η ζωή του θα είναι τόσο άνετη που θα μοιάζει αποστειρωμένη. Εξάλλου, είναι και το φάντασμα της γυναίκας του που τον επισκέπτεται συχνά-πυκνά, κι αυτό δε θα ήθελε ποτέ να το εγκαταλείψει.

On Monday of Last Week: Μια νιγηριανή δουλεύει σαν οικιακή βοηθός στο σπίτι ενός δικηγόρου στις ΗΠΑ, η γυναίκα του οποίου είναι καλλιτέχνης. Μέσα από τη ζωή του ζευγαριού προσπαθεί να εντοπίσει τις διαφορές εκείνης της χώρας με την πατρίδα της, αλλά και να διευρύνει τη ματιά της. Μέχρι που φτάνει να ερωτευτεί τη γυναίκα, για την οποία θέλει να ποζάρει γυμνή. Ωστόσο, η ζωή κάνει τα δικά της, φέρνοντας μια οδυνηρή ανατροπή.

Jumping Monkey Hill – Αυτή είναι μάλλον η πιο «αδύναμη» ιστορία της συλλογής. Συγγραφείς από διάφορες αφρικανικές χώρες μαζεύονται σε ένα τουριστικό θέρετρο στη Νότιο Αφρική και έναντι της φιλοξενίας είναι υποχρεωμένοι να γράψουν ένα διήγημα. Η συγγραφέας από τη Νιγηρία αφηγείται την ιστορία της ζωής της, την οποία όμως οι άλλοι «απορρίπτουν» υποστηρίζοντας ότι δεν είναι καθόλου αληθοφανής.

The Thing Around Your Neck – Αυτό είναι ίσως το καλύτερο διήγημα που συναντάμε εδώ. Ένα κορίτσι κερδίζει στη λοταρία την πράσινη κάρτα για τις ΗΠΑ. Σπεύδει λοιπόν να μετακομίσει εκεί, όπου θα τη φιλοξενήσει ένας θείος της, που υποστηρίζει ότι οι αμερικανοί: «Είναι ένα μείγμα άγνοιας και αλαζονείας». Αυτό προτού προσπαθήσει να της τα ρίξει. Όταν το κάνει εκείνη εγκαταλείπει το Μέιν και μετακομίζει σε μια μικρή πόλη του Κονέκτικατ, όπου πιάνει δουλειά σα σερβιτόρα. Σιγά-σιγά στρώνει τη ζωή της, ερωτεύεται, αλλά το μυαλό της επιστρέφει ξανά και ξανά σ’ αυτά που άφησε πίσω της, στο χθες όπου: «Ήτανε συνηθισμένη να αποδέχεται αυτά που η ζωή της έδινε, να γράφει ό,τι η ζωή της υπέβαλλε».

The American Embassy – Μια γυναίκα στέκεται στην ουρά της απελπισίας μπροστά από την πρεσβεία των ΗΠΑ στο Λάγκος, ελπίζοντας ότι όταν έρθει η σειρά της θα μπορέσει να ζητήσει άσυλο. Η σκέψη της ταξιδεύει στο πρόσφατο παρελθόν, στη ζωή της που ανατράπηκε από τη μια στιγμή στην άλλη: με τη φυγάδευση του δημοσιογράφου άντρα της απ’ τη χώρα, με την κατά λάθος δολοφονία του τετράχρονου γιου της, που τη στοιχειώνει. Στο τέλος-τέλος δεν πολυπροσπαθεί να πάρει τη βίζα, καθώς μοιάζει να λυγίζει κάτω από το βάρος της απώλειας, χωρίς ωστόσο να σπάει.

The Shivering – Μια νιγηριανή γυναίκα που φοιτά στο Πρίνστον μαθαίνει για ένα αεροπορικό δυστύχημα στη χώρα της και ταράζεται πολύ, αφού πολύ πιθανόν στην πτήση να επέβαινε και ο πρώην φίλος της, κάποιος που «υποδυόταν τη ζωή του, αλλά δεν τη ζούσε». Τις δύσκολες εκείνες ώρες φτάνει κοντά της ένας από μηχανής θεός, ένας άλλος νιγηριανός φοιτητής, που μοιάζει να της προσφέρει εκείνο που πιότερο χρειάζεται, έναν ώμο ν’ ακουμπήσει. Ο πρώην είναι τελικά ζωντανός, κάτι που τη χαροποιεί, ωστόσο δε σταματά στιγμή να μιλάει για κείνον. Σιγά-σιγά γίνεται φίλη με τον θρησκευόμενο και γκέι συντοπίτη της, που μοιάζει να την καταλαβαίνει καλύτερα από κάθε άλλον. Το τέλος της ιστορίας βρίσκει τους δυο τους στην εκκλησία, όπου η γυναίκα σκέφτεται πόσο άχρωμη μοιάζει η τελετή σε σύγκριση μ’ αυτές στις οποίες κάποτε παρίστατο στο Λάγκος.

The Arrangers of Marriage – Νιγηριανή παντρεύεται με συνοικέσιο ένα σχεδόν γιατρό και μετακομίζει μαζί του στη Νέα Υόρκη. Εκείνος προσπαθεί να την μεταμορφώσει σε αμερικανίδα, διορθώνοντας συνεχώς τα αγγλικά της και αλλάζοντας ακόμη και το όνομά της. Όταν μαθαίνει ότι υπήρξε παντρεμένος ξανά αποφασίζει να τον εγκαταλείψει, αλλά τελικά δεν το κάνει αφού δεν έχει που να στραφεί. Μοναδική της παρηγοριά η φιλία με μια αφροαμερικανή που έχει όνομα Σουαχίλι, κάτι που της προκαλεί πραγματική έκπληξη.

Tomorrow Is Too Far – Ο τίτλος της ιστορίας είναι το όνομα ενός θανατηφόρου φιδιού. Ένα τέτοιο φίδι και η ασυγχώρητη κακία των παιδιών ήταν που οδήγησε ένα αγόρι στο θάνατο. Το τι συνέβηκε το μαθαίνουμε μέσα από τη σε δεύτερο πρόσωπο αφήγηση της αδελφής του νεκρού.

The Headstrong Historian – Αυτή είναι η μοναδική ιστορία που περιέχει απόηχους από το απόμακρο ιστορικό χθες της Νιγηρίας. Είναι η ιστορία μιας γυναίκας που παντρεύτηκε τον άντρα που αγαπούσε και όχι αυτόν που τις επέβαλλαν οι κανόνες της μικρής κοινωνίας όπου ζούσε, με αποτέλεσμα να γίνει «καταραμένη». Σαν τέτοια δεν μπορούσε να κάνει παιδιά, τα οποία έχανε το ένα μετά το άλλο. Μέχρι που η τύχη της χαμογέλασε κι απόκτησε ένα γιο, ο οποίος στο μέλλον θα την έκανε λίγο περήφανη και θα την απογοήτευε πολύ. Το πικρό ποτήρι της απόγνωσης θα της χάριζε και ο εγγονός της, αλλά τελικά τη χαρά της ζωής και τη δικαίωση της ύπαρξής της θα την έβρισκε στο πρόσωπο της εγγονής της, Γκρέις, που κάποια μέρα κόντρα σε όλους και σε όλα θα γινόταν η «ξεροκέφαλη ιστορικός» του τίτλου, και θα κατάφερνε να φέρει στο φως τις αλήθειες του λαού της, τις οποίες ιεραπόστολοι και αποικιοκράτες, προσπαθούσαν για χρόνια και χρόνια να παραχαράξουν.

Δε διάβασα ακόμη τα άλλα δύο βιβλία της Άντιτσι, αλλά στο δύσκολο είδος του διηγήματος μοιάζει να τα πηγαίνει μια χαρά, κι ας διακρίνω πού και πού κάποιες μάλλον αμήχανες στιγμές. Η γραφή της, ντοκουμενταριστική, κάπου θυμίζει τον Τσίνουα Ατσέμπε, ένα βιβλίο του οποίου είχα τη χαρά να διαβάσω πρόσφατα. Δυο φωνές από μια χώρα, που μοιάζει σήμερα όσο ποτέ άλλοτε να τις έχει ανάγκη.