Showing posts with label μυστήριο. Show all posts
Showing posts with label μυστήριο. Show all posts
Friday, December 28, 2012
Amanda Kyle Williams - Stranger in the Room
Πρωτοσυνάντησα την πρωταγωνίστρια του Stranger in the Room της Αμάντα Κάιλ Γουίλλιαμς, Κέι Στριτ, στο μυθιστόρημα The Stranger You Seek, (παρουσίαση εδώ)το πρώτο της συγγραφέως, και την συμπάθησα αμέσως.
Μού άρεσε το χιούμορ της, το πείσμα της, ο τρόπος που χειριζόταν τα πράγματα όπως της έρχονταν, το πώς συνέχιζε να ζει πεισματικά σ’ ένα κόσμο που έμοιαζε να την έχει αφήσει πίσω του.
Στον ανά χείρας τόμο η Κέι καταφέρνει με κάποιο τρόπο και μπλέκεται με τρεις υποθέσεις ταυτόχρονα, μια εκ των οποίων έχει να κάνει με την ξαδέλφη της, Μίκι, μια ατρόμητη και διάσημη φωτογράφο, που ξόδεψε μεγάλο μέρος της ζωής της μέσα σε κλινικές αποτοξίνωσης και η οποία τώρα έχει επιστρέψει στην Ατλάντα για να ξεκουραστεί λίγο, προτού ετοιμαστεί για κάποια νέα κόλπα.
Το μόνο που κάποιος άγνωστος άντρας δεν έχει σκοπό να την αφήσει ήσυχη. Την ακολουθεί παντού, εισβάλλει συχνά πυκνά στο σπίτι της, και κάποτε φτάνει μέχρι το σημείο να αφήσει το πτώμα ενός γηραιού άντρα κρεμασμένου μέσα εκεί.
Όταν πρωτοξεκίνησαν τα προβλήματά της η Μίκι ζήτησε τη βοήθεια της Κέι, η οποία όμως δεν την πίστεψε, αφού θεώρησε ότι η κοπέλα ήταν το θύμα της ζωηρής της φαντασίας. Όταν βρίσκουν τον νεκρό στο σπίτι της όμως αλλάζει γνώμη, κακίζει τον εαυτό της για την αδράνειά του και ρίχνεται με τα μούτρα στη δουλειά.
Στο μεταξύ, ο φίλος της Κέι, ντετέκτιβ Άαρον Ράουζερ, έχει κι αυτός πολλά να κάνει. Πάνω στο γραφείο του βρίσκονται οι φάκελοι πέντε ανοικτών υποθέσεων, μετά του αναθέτουν κι αυτόν του άντρα από το σπίτι της Μίκι, και λες και δεν του έφταναν όλ’ αυτά σύντομα θ’ ανακαλυφθεί σ’ ένα πάρκο και το πτώμα ενός παιδιού – ενός δεκατριάχρονου αθλητή, που σύμφωνα με τις προβλέψεις θα γινόταν μεγάλο αστέρι κάποια μέρα.
Τα γεγονότα, ή μάλλον η πολυπλοκότητά τους, θα αναγκάσουν την Κέι και τον Ράουζερ να εργαστούν μαζί για την επίλυση των πρόσφατων τουλάχιστον υποθέσεων, κάτι που πολύ απολαμβάνουν. Η πρώτη όμως, σαν ιδιωτική ντετέκτιβ που είναι, πρέπει να κάνει κάτι για να βγάλει και το ψωμί της. Έτσι, αναλαμβάνει να διερευνήσει μια υπόθεση που της αναθέτει ένας γνωστός της δικηγόρος. Στα πλαίσια αυτής της έρευνας θ’ αναγκαστεί να ταξιδέψει σε μια κοινότητα στα βουνά, όπου συμβαίνουν πολλά και παράξενα σε ό,τι αφορά το ντόπιο γραφείο κηδειών και τον αποτεφρωτήρα. Σ’ αυτό το ταξίδι θα τη συνοδέψει ο νυν υπάλληλος και μελλοντικός συνέταιρός της, Νιλ, που συνήθως είναι… στα χάι του και ο οποίος κάποια στιγμή στο μέλλον θα συγκρουστεί κατά λάθος με μια σφαίρα.
Στα βουνά θα συμβούν διάφορα ευτράπελα και στη διάρκεια της έρευνας θα προκύψουν κάποιες συνταρακτικές αποκαλύψεις, ενώ την ίδια στιγμή στην πόλη θα διαδραματίζονται κάποια νέα δράματα.
Ακολουθώντας τους ήρωες στις διάφορες περιπέτειές τους, συχνά πυκνά ο αναγνώστης χαμογελά, μια και το χιούμορ, όπως ανέφερα και πιο πάνω είναι από τα όπλα της συγγραφέως, αλλά πού και πού βυθίζεται κιόλας σε σκέψεις: νιώθει συμπάθεια για την Κέι, που εδώ και χρόνια δίνει τη μάχη του αλκοολισμού, συμπονά και θαυμάζει την Μίκι, και παρατηρεί με σχεδόν απορημένο βλέμμα τον Ράουζερ, έναν άντρα που είναι ανοικτόμυαλος και οπισθοδρομικός την ίδια ώρα, που συμπάσχει όσο πάει με τα θύματα των εγκλημάτων, αλλά και που σκέφτεται τους γύρω του περισσότερο απ’ τον ίδιο του τον εαυτό.
Η συγγραφέας μας παραδίδει ένα ακόμη καλογραμμένο μυθιστόρημα, με εξαιρετικά δομημένους χαρακτήρες, άφθονη δράση και πολλές ανατροπές, που σίγουρα θα ικανοποιήσει κάθε αγνό φίλο της αστυνομικής λογοτεχνίας.
Monday, December 24, 2012
Chuck Wendig – Mockingbird
«Η δύναμη και η σοφία είναι δημιουργήματα του πόνου (ή του τραύματος», διαβάζουμε στο νέο μυθιστόρημα του Chuck Wendig Mockingbird, που κυκλοφορεί αύριο.
Το βιβλίο μας αφηγείται την ιστορία της Μίριαμ Μπλακ, μιας νέας γυναίκες στην οποία έχει δοθεί ένα δώρο-άδωρο, μια παράδοξη ικανότητα, την οποία η ίδια περισσότερο σαν κατάρα νιώθει παρά σαν ευλογία. Η κοπέλα, είναι κατά κάποιο τρόπο μέντιουμ, ένα πολύ εξειδικευμένο μέντιουμ: κάθε φορά που αγγίζει κάποιον μπορεί να προβλέψει πού ακριβώς και πώς αυτός ή αυτή θα πεθάνει.
Η Μίριαμ είναι δυστυχισμένη, αφού προσπαθεί απεγνωσμένα να προσαρμοστεί σε μια ζωή που εμφανώς δεν της ταιριάζει. Εδώ και καμπόσο καιρό ζει σ’ ένα τροχόσπιτο με τον καλύτερό της φίλο και περιστασιακό εραστή, τον μονόφθαλμο Λούις. Ο τελευταίος προσπαθεί να εξασφαλίσει για πάρτη της κάποιου είδους σταθερότητα, αλλά η σταθερότητα και η συνήθεια δεν της πάνε, από τη στιγμή που βασανίζεται από όλ’ αυτά τα οράματα, που της κλέβουν τη ζωή λίγο λίγο. «Θέλει να πάει σπίτι. Και θα πήγαινε, αν ήξερε μοναχά τι πάει να πει αυτό…» Όσο για τον Λούις, παρά τα όσα κάνει γι’ αυτήν, δεν τον αντέχει πια, ή μάλλον δεν αντέχει να ζει μαζί του, αφού: «Με θες να γίνω κάποια που δεν είμαι», τον κατηγορεί.
Τι να κάνει, λοιπόν; Μαζεύει τα μπογαλάκια της και φεύγει θέλοντας να «αφοσιωθεί στην έλλειψη αφοσίωσής» της. Η ζωή στο δρόμο δεν την φοβίζει, είναι σκληρό καρύδι αυτή, ξέρει πώς να διαχειρίζεται τους ανθρώπους και τις καταστάσεις.
Ο δρόμος όμως προς την ελευθερία είναι μακρύς, και η τύχη φέρνει τα πράγματα έτσι ώστε το πρώτο αυτοκίνητο που σταματά για να την πάρει, καθώς κάνει οτοστόπ, να ανήκει στον Λούις. Ταξιδεύουν για λίγο μαζί, μετά τσακώνονται και πήδα έξω από τ’ αμάξι, προτού συναντηθούν και πάλι ώρες μετά σ’ ένα φαγάδικο. Τότε ακριβώς είναι που ο φίλος της την πείθει να τον ακολουθήσει σ’ ένα σχολείο για να συναντήσει μια δασκάλα, που νιώθει σίγουρη ότι σύντομα πρόκειται να πεθάνει. Αυτή η γυναίκα είναι πρόθυμη να την πληρώσει μόνο και μόνο για να επιβεβαιώσει το προαίσθημά της.
Η άφιξη της Μίριαμ στο εν λόγω σχολείο αποτελεί και την αφετηρία για μια μεγάλη και επικίνδυνη περιπέτεια. Η κοπέλα νιώθει το θάνατο να κόβει βόλτες στους διαδρόμους του κτηρίου, και αν και η ίδια αποκαλεί τον εαυτό της «ένα δηλητηριώδες χάπι», δεν της αρέσει να βλέπει τους ανθρώπους να πεθαίνουν – ειδικά όταν αυτοί είναι πολύ νέοι. Είναι σίγουρη ότι υπάρχει τουλάχιστον ένας δολοφόνος στο σχολείο και είναι αποφασισμένη να ανακαλύψει ποιος είναι και να σώσει τις ζωές των αθώων θυμάτων.
Φυσικά αυτό δεν θα αποδειχτεί εύκολη υπόθεση, αφού θα βρει πολλά εμπόδια να υψώνονται στο δρόμο της, θα αναγκαστεί να δώσει περισσότερες από μία μάχη με τους μέσα της δαίμονες και την κακία των ανθρώπων, και θα υποχρεωθεί να κοιτάξει για πρώτη φορά κατάματα το δικό της παρελθόν για να κατανοήσει όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω της.
«Ο μόνος τρόπος για να εμποδίσεις το θάνατο είναι να του δώσεις τροφή (ζωή)», διαβάζουμε κάπου, κι αυτό ακριβώς είναι που σκοπεύει να κάνει η Μίριαμ: να θυσιάσει τους ένοχους για να σώσει τους αθώους. Σ’ αυτό της τον αγώνα δεν θα είναι μόνη, αλλά θα έχει τη συμπαράσταση τόσο του αιώνια πιστού σ’ αυτήν Λούις, όσο και της δασκάλας, της οποίας τους φόβους ή μάλλον τις ελπίδες επιβεβαίωσε.
Εδώ έχουμε ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα που αναμιγνύει περίτεχνα τα λογοτεχνικά είδη του αστυνομικού αναγνώσματος και των βιβλίων φαντασίας, και το οποίο προσφέρει στον αναγνώστη αρκετές μεγάλες συγκινήσεις, άφθονη δράση και μερικές στιγμές καθαρόαιμης ποίησης ή και μαγείας. Συστήνεται ανεπιφύλακτα.
Thursday, December 20, 2012
Tess Gerritsen – Last to Die
Το Last to Die είναι, μπορώ να πω, ένα από εκείνα τα βιβλία που πραγματικά απόλαυσα για περισσότερους από ένα λόγους: η πλοκή είναι εξαιρετική, οι χαρακτήρες μαεστρικά σκιαγραφημένοι, το θέμα σκληρό και απόλυτα ανθρώπινο, και σε ό,τι αφορά τις οικογενειακές σχέσεις, εδώ μιλάμε για τους Ριζόλι, οι καταστάσεις είναι εξωφρενικά χιουμοριστικές.
Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Αυτή είναι η ιστορία τριών παιδιών των οποίων οι ζωές συνδέονται μ’ ένα μοναδικό, πλην τραγικό, τρόπο: οι γονείς και των τριών σκοτώθηκαν χρόνια πριν, ενώ οι θετοί τους γονείς έπεσαν επίσης θύματα δολοφονικών επιθέσεων μόλις πρόσφατα. Αυτή είναι η ιστορία της Κλαιρ, ενός κοριτσιού δεκατριών χρόνων, που δέχτηκε ένα πυροβολισμό στο κεφάλι και επιβίωσε, μα «δεν ξέρει που ανήκει». Κι αυτή είναι η ιστορία του Τέντι, ενός παιδιού που φαντάζει πολύ πολύ παράξενο, αλλά που απλά πάσχει από το σύνδρομο του Άσμπεργκερ. Τέλος είναι η ιστορία του Γουίλ, ενός αγοριού που δεν απολαμβάνει τίποτα περισσότερο στον κόσμο από το να παρατηρεί με το τηλεσκόπιό του τους νυχτερινούς ουρανούς αναζητώντας ν’ ανακαλύψει κάποιο νέο κομήτη, τον οποίο θα ονομάσει Νιλ, προς τιμή του μακαρίτη του πατέρα του.
Αυτά τα τρία παιδιά χτυπήθηκαν αλύπητα από τη μοίρα δυο φορές, αλλά όπως φαίνεται, το άτομο που βρίσκεται πίσω από τις επιθέσεις δεν θα βρει αναπαμό αν δεν τα βγάλει πρώτα κι αυτά από τη μέση. Αλλά, γιατί;
Την απάντηση σ’ αυτό το γρίφο θ’ αναγκαστούν ν’ αναζητήσουν οι δύο καλές φίλες Δρ. Μάουρα Άισλς και ντετέκτιβ Τζέιν Ριζόλι. Η δική τους ανάμιξη στην υπόθεση θα αρχίσει όταν θα κληθούν στην σκηνή ενός μακελειού, που έλαβε χώρα σ’ ένα αρχοντικό, σε μια από τις πιο ακριβές γειτονιές της Βοστώνης. Το ευτύχημα είναι ότι ο δολοφόνος δεν τους σκότωσε όλους. Ο μοναδικός επιβιώσας είναι ένα παιδί – ένα από τα τρία που αναφέραμε πιο πάνω, που κρύφτηκε κάτω από ένα κρεβάτι, και έτσι ξέφυγε της προσοχής του εγκληματία.
Επικεφαλής στη διερεύνηση της υπόθεσης δεν θα τοποθετηθεί η Ριζόλι, αλλά ο ντετέκτιβ Ντάρεν Κρόου, κάποιος που κάθε άλλο παρά συμπαθεί η πρώτη. Είναι πολύ αλαζόνας για τα γούστα της, βιάζεται πάντα να βγάλει συμπεράσματα και είναι σφόδρα ερωτευμένος με τις τηλεοπτικές κάμερες. Βασικά δείχνει να ενδιαφέρεται περισσότερο για την προσωπική του προβολή, παρά για την καταπολέμηση του εγκλήματος.
Καθώς η Μάουρα ετοιμάζεται να αναχωρήσει για τις ερημιές του Μέιν -όπου διαδραματίζεται ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας- για να συναντήσει τον Τζούλιαν «Ρατ» Άτκινς, ένα αγόρι με το οποίο έζησε μια μεγάλη περιπέτεια ένα χρόνο πριν, η Τζέιν παραμένει στη Βοστώνη και προσπαθεί να διαλευκάνει το έγκλημα, υπό τις οδηγίες του Κρόου, που φαίνεται να πιστεύει ακράδαντα ότι ξέρει ποιος ευθύνεται για το μακελειό, από την πρώτη κιόλας στιγμή.
Τα πράγματα ωστόσο δεν είναι τόσο απλά όσο δείχνουν. Τα στοιχεία μάλλον περιπλέκουν περισσότερο παρά ρίχνουν φως στην υπόθεση, και όπως θα φανεί στην πορεία το στυγερό έγκλημα δεν υπήρξε απλά προϊόν ατυχών συγκυριών. Η υπόθεση φτάνει σχετικά εύκολα στη φαινομενική επίλυσή της, αλλά τόσο η Τζέιν όσο και ο προϊστάμενός της, πιστεύουν ότι πίσω έχει η γάτα την ουρά. Έτσι τώρα εξαρτάται από αυτήν και μονάχα αυτήν η ανακάλυψη της αλήθειας, γεγονός που θα την οδηγήσει ξανά και ξανά μακριά από την πόλη. Μια πόλη την οποία μισά, μα και που της λείπει. Τη μισά επειδή ο άπιστος πατέρας της αποφάσισε να επιστρέψει στη ζωή τους, ανατρέποντας τα πάντα και φέρνοντάς την ίδια και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας στα όρια νευρικής κρίσης. Την αγαπά επειδή εκεί βρίσκεται ο άντρας και η δύο χρόνων κόρη της.
Σ’ αυτό το μυθιστόρημα έχουμε ένα αιμοδιψή εκδικητή, μυστικές εταιρίες, πανέξυπνα παιδιά, βασανισμένες ψυχές, μυστικά και ψέματα και άφθονη δράση, που κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την πρώτη μέχρι και την τελευταία σελίδα. Και είναι ακριβώς εκεί, λίγο πριν το τέλος, που τίθεται και το ερώτημα που στη διάρκεια της πορείας αναδύεται ξανά και ξανά στο μυαλό του αναγνώστη: Ποιος θα μας σώσει απ’ τους σωτήρες;
Ένα από τα καλύτερα θρίλερ της χρονιάς.
Monday, December 17, 2012
Laurie R. King - Garment of Shadows
Το Garment of Shadows της Laurie R. King είναι το δωδέκατο μιας σειράς, στην οποία πρωταγωνιστούν η Μέρι Ράσελ και ο σύζυγός της, Σέρλοκ Χολμς.
Όλα αρχίζουν όταν η Μέρι ξυπνά σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, σε μια άγνωστη πόλη και μια άγνωστη χώρα και αναρωτιέται: «Ποια είμαι;» Κάτι της έχει στα σίγουρα συμβεί, αλλά τι; Πώς βρέθηκε εκεί, σε κατάσταση αμνησίας, με αίμα στα χέρια και κάποιους να σφυροκοπάνε σχεδόν την πόρτα; Πώς; Δεν έχει ιδέα. Αλλά ούτε και χρόνο για να μάθει την αλήθεια έχει. Το ένστικτό της τής λέει ότι πρέπει να τρέξει, να ξεφύγει, από ποιον και γιατί, θα το δείξει ο χρόνος.
Κάπως έτσι λοιπόν ξεκινά μια μεγάλη περιπέτεια, η πρώτη της σειράς που διαβάζω, και η οποία οφείλω να παραδεχτώ ότι με έχει εντυπωσιάει. Η συγγραφέας δεν φαίνεται μοναχά να γνωρίζει το θέμα της πολύ καλά, αλλά και το φόντο στο οποίο διαδραματίζεται η ιστορία, το Μαρόκο στα μέσα της δεκαετίας του 1920.
Η δράση αρχίζει στη Φεζ, μια παραδείσια πόλη με όμορφους κήπους, περιτριγυρισμένη από λόφους, με πλήθος σιντριβάνια και ρυάκια, που της χαρίζουν μια αίσθηση γαλήνης – μια αίσθηση που αυτή τη στιγμή δεν νιώθει η Μέρι, παρά το μαγικό περιβάλλον, αφού γνωρίζει ότι κάποιος είναι στο κατόπι της και φυσικά οφείλει να μάθει το γιατί.
Καθώς συμβαίνουν τα πιο πάνω, ο Σέρλοκ Χολμς, που μόλις έχει επιστρέψει στη Ραμπάτ από το Μαρακές, προσπαθεί να ανακαλύψει που είναι εκείνη. Υποτίθεται ότι θα παρέμενε στην πόλη για να συμμετάσχει στα γυρίσματα μιας ταινίας, αλλά τα ίχνη της έχουν, έτσι στα ξαφνικά, χαθεί από προσώπου γης. Σύμφωνα με τους μάρτυρες, καθώς βρίσκονταν στην έρημο την επισκέφθηκε κάποιο αγόρι, που της μετέδωσε ένα μήνυμα, κι αυτή απλά σηκώθηκε κι έφυγε, ακολουθώντας το. Το μοναδικό στοιχείο που άφησε πίσω της ήταν ένα σημείωμα που έλεγε ότι θα πήγαινε στη Φεζ.
Ποιο ήταν το αγόρι; Τι της είπε ώστε να τα παρατήσει όλα και να φύγει; Και ποιος το έστειλε σ’ εκείνη; Ο καλός ντετέκτιβ δεν μπορεί παρά ν’ ακολουθήσει το μοναδικό στοιχείο που έχει στη διάθεσή του, έτσι αναχωρεί κι αυτός με τη σειρά του για τη Φεζ, ακολουθώντας τ’ αχνάρια της πρώην μαθήτριας και νυν συζύγου του, που στα δικά του μάτια, είναι ήδη καλύτερη από αυτόν σε ό,τι αφορά την εξιχνίαση εγκλημάτων. Στη διάρκεια του ταξιδιού του θα συναντήσει μερικούς παλιούς φίλους και θα δημιουργήσει κάποιους νέους εχθρούς.
Οι Ράσελ και Χολμς, όπως αποκαλούν ο ένας τον άλλο, αποτελούν ένα εξαιρετικό δίδυμο μαχητών, αλλά και ερευνητών, αλλά κατά την άποψή μου σ’ αυτό το βιβλίο το πιο δυνατά σημεία είναι το ιστορικό φόντο και η τοποθεσία. Υπάρχει άφθονη δράση μέσα εδώ και πολλές ανατροπές, αλλά είναι το Μαρόκο, με όλη την ομορφιά και τη σκληρότητά του, που χαρίζει στο βιβλίο εκείνο το κάτι, το αλλιώς κι αλλιώτικο, που το κάνει να ξεχωρίζει.
Όσο για τους υπόλοιπους χαρακτήρες: το αγόρι, τους επαναστάτες, τους αποικιοκράτες, τους κλέφτες και απατεωνίσκους, όλοι έχουν κάτι να προσφέρουν στην πλοκή. Και είναι ακριβώς όταν όλοι οι πιο πάνω αναλαμβάνουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην ιστορία, που η δράση φτάνει στην κορύφωσή της.
Ένα πέρα ως πέρα απολαυστικό ανάγνωσμα που θα ικανοποιήσει τους φίλους της καλής αστυνομικής λογοτεχνίας και όχι μόνο.
Thursday, August 30, 2012
Νέα Βιβλία: Steve Piacente – Bootlicker
Τα γεγονότα που περιγράφονται στο Bootlicker του Steve Piacente διαδραματίζονται το 1959 στη Νότια Καρολίνα των ΗΠΑ, όπου τίθεται σε ισχύ μια «ανίερη συμμαχία» ανάμεσα σ’ ένα ρατσιστή αμερικανό γερουσιαστή και τον άντρα ο οποίος αναμένεται, κάποτε στο μακρινό μέλλον, να αναδειχθεί στο αξίωμα του πρώτου αφροαμερικανού βουλευτή από την εποχή του Εμφυλίου Πολέμου.
Όλα αρχίζουν όταν ο έφηβος Άικ Ουάσιγκτον γίνεται μάρτυρας τυχαία, ενός λυντσαρίσματος κάποιου μαύρου άντρα από την Κου Κλουξ Κλαν, υπό τις οδηγίες ενός λευκού δικαστή. Ο νεαρός, ευρισκόμενος σε απελπιστική κατάσταση πρέπει να επιλέξει ένα από τους δύο δρόμους: να ακολουθήσει το θύμα της επίθεσης στον τάφο ή να βγάλει το σκασμό και ν’ αρχίσει να εργάζεται για λογαριασμό του δικαστή ώστε να εξασφαλίσει γι’ αυτόν την υποστήριξη της αφροαμερικανικής κοινότητας. Ο Άικ θέλει να ζήσει, κι έτσι επιλέγει το δεύτερο δρόμο, γεγονός που όχι μόνο κάνει την καθημερινότητά του πιο εύκολη κι απλή, αλλά του δίνει κιόλας μια θέση ισχύς ανάμεσα στους συντοπίτες του.
Δεκαετίες αργότερα, καθώς ο γεμάτος ενοχές Άικ ετοιμάζεται να αναδειχθεί στο αξίωμα του βουλευτή, ανακαλύπτεται νεκρός, να κρέμεται από ένα δέντρο στο ίδιο δάσος, όπου υπήρξε ο μοναδικός μάρτυρας εκείνου του στυγερού εγκλήματος. Ο θάνατός του αποτελεί άραγε εγκληματική πράξη ή μήπως έχει αυτοκτονήσει; Τα στοιχεία εισηγούνται τη δεύτερη εκδοχή, αλλά ως συνήθως τα πράγματα δεν είναι και τόσο απλά.
Tuesday, August 28, 2012
Thomas H. Cook – The Crime of Julian Wells
Το The Crime of Julian Wells είναι ένα από εκείνα τα βιβλία τα οποία δεν είναι εύκολο να κατατάξει κανείς σε κάποια κατηγορία. Ναι, είναι αστυνομικό μυθιστόρημα, αλλά δεν είναι μονάχα αυτό. Είναι επίσης μια ιστορία για τις τυραννισμένες ψυχές, για τους ανθρώπους που ζουν για να υποφέρουν ή που υποφέρουν για να νιώθουν ζωντανοί, για το μυστήριο της καθημερινότητας του καθενός, που τελικά δεν μοιάζει μ’ αυτό κάποιου άλλου.
Όλα αρχίζουν με το θάνατο του Τζούλιαν Γουέλς. Τον βρίσκουν νεκρό μέσα σε μια βάρκα, στο κέντρο μιας μικρής λίμνης και ο θάνατός του δεν αποτελεί μυστήριο: έχει αυτοκτονήσει. Το θέμα είναι: Γιατί; Γιατί το έχει κάνει αυτό; Και γιατί αφήνει να εννοηθεί ότι πίσω από την αυτοχειρία του κρύβεται κάποιο έγκλημα που έχει διαπράξει στο μακρινό παρελθόν;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που απασχολούν τον παιδικό φίλο του Τζούλιαν, Φίλιπ Άντερς, καθώς βάζει πλώρη για ένα ταξίδι στο χώρο και στο χρόνο. Ένα ταξίδι που θα πάρει τον αναγνώστη απ’ το χέρι και θα τον οδηγήσει στις ερημιές της ανθρώπινης ψυχής, θα του περιγράψει κάποια απ’ τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα της ιστορίας και θα φέρει στο φως το σκοτεινό μυστικό που στοίχειωνε για χρόνια και χρόνια τον δυστυχή Τζούλιαν Γουέλς.
Η αναζήτηση του Φίλιπ ωστόσο δεν θα αποφέρει εύκολα καρπούς, καθώς ο φίλος του φεύγοντας άφησε πίσω του μοναχά ένα μικρό στοιχείο, αλλά κανένα οδοδείκτη, καμία απάντηση. Μήπως η αλήθεια κρυβόταν μέσα σε κάποιο από τα βιβλία που είχε γράψει, ή άραγε συνέβηκε κάτι άλλο που οδήγησε τον Τζούλιαν στην απόφαση ότι δεν άντεχε πια να ζει στο βίαιο ετούτο κόσμο μας;
Ο Φίλιπ κάπου νιώθει ένοχος γι’ αυτό που έγινε. Ίσως αν ξόδευε περισσότερο χρόνο εκεί, ίσως αν ήξερε το φίλο του καλύτερα, αν μπορούσε να διαβάσει στο πρόσωπό του όλη τη θλίψη και τον πόνο του – τότε ίσως να μπορούσε να τον βοηθήσει. Ο Τζούλιαν ωστόσο ήταν κάποιος που βρισκόταν μονίμως εν κινήσει, που έλεγε ότι το σπίτι του ήταν ο δρόμος, οπότε δεν θα μπορούσε να κάνει και πολλά γι’ αυτόν. Εξάλλου, ο ίδιος κάποτε του είχε πει ότι, το συναίσθημα της ενοχής είναι μια πολυτέλεια.
Παρ’ όλ’ αυτά, ή ίσως και εξαιτίας τους, ο Φίλιπ, για πρώτη φορά στη ζωή του, αποφασίζει να παρατήσει τη σιγουριά του σπιτιού του και όλων αυτών που ξέρει, για να φέρει εις πέρας μιαν αποστολή: την ανακάλυψη της αλήθειας. Γι’ αυτό διασχίζει τον Ατλαντικό και πηγαίνει στο Παρίσι για να μαζέψει τα υπάρχοντα από το διαμέρισμα του φίλου του εκεί, και μετά, συνεχίζει να ταξιδεύει. Πηγαίνει από τόπο σε τόπο ακολουθώντας τα βήματα του τελευταίου, επισκεπτόμενος τα μέρη για τα οποία έγραψε στα βιβλία του, συναντώντας ανθρώπους που τον γνώρισαν και ανακαλύπτοντας πολλά από τα μυστικά που δεν του είχε ποτέ ομολογήσει.
Σε κάποιο σημείο δεν μπορεί να κάνει τίποτ’ άλλο απ’ το ν’ αναρωτηθεί: Ποιος ήταν στ’ αλήθεια ο Τζούλιαν; Ποιος ήταν αυτός ο εκκεντρικός, μυστηριώδης και εσωστρεφής άντρας; Όπως θα φανεί στη συνέχεια, ήταν κάποιος άλλος. Κάποιος άλλος απ’ αυτόν που ήξερε δηλαδή. Και ναι, ήταν εγκληματίας, έστω και κατά λάθος.
Δεν περισσεύει ούτε και μία λέξη σ’ αυτό το μυθιστόρημα. Ο συγγραφέας ήθελε να πει μια ιστορία για την αγάπη και την απώλεια, αλλά και για τον προσωπικό και συλλογικό πόνο, και να την ντύσει μ’ ένα πέπλο μυστηρίου, κι αυτό ακριβώς έκανε.
Όπως ανέφερα και πιο πάνω, ετούτο δεν είναι ένα συνηθισμένο αστυνομικό βιβλίο, κι αυτό ακριβώς το στοιχείο είναι που του δίνει μεγαλύτερη αξία. Η μη κατηγοριοποίηση αποτελεί και τη δικαίωσή του, αφού το βγάζει από το κλουβί και του επιτρέπει να ανοίξει τις φτερούγες, για να πετάξει ελεύθερο στους ουρανούς του κάθε αναγνώστη.
Friday, August 17, 2012
Thomas Mogford – Shadow of the Rock
Τα γεγονότα αυτή της ιστορίας διαδραματίζονται στην κυριολεξία (ή ίσως και όχι) στη Σκιά του Βράχου – του Βράχου του Γιβραλτάρ.
Το Shadow of the Rock είναι ένα από εκείνα τα βιβλία που σε «πιάνουν από το λαιμό», όπως λένε, και δεν σ’ αφήνουν να πάρεις ανάσα από την αρχή μέχρι το τέλος. Όχι πώς υπάρχει υπερβολικά πολλή δράση εδώ - υπάρχει, αλλά λίγη- το θέμα είναι ότι αυτό το μυθιστόρημα είναι τόσο καλογραμμένο που δεν σου επιτρέπει να το παρατήσεις. Άρχισα να το διαβάζω στις μία το πρωί και είχε πια φτάσει το χάραμα προτού το αφήσω από τα χέρια μου, και φυσικά αφού το είχα πια τελειώσει.
Όπως και νάχει, όλα αρχίζουν μια υγρή και ζεστή βραδιά στο Γιβραλτάρ, όπου ζει και εργάζεται ο δικηγόρος και ερασιτέχνης ντετέκτιβ Σπάικ Σαγκινέττι. Ο Σπάικ είναι συνέταιρος σε μια εταιρία που ειδικεύεται στα θέματα φορολογίας, και ο οποίος δεν έχει δοκιμάσει ποτέ τις ικανότητές του εκπροσωπώντας κάποιον εγκληματία. Αυτό ωστόσο πρόκειται να αλλάξει από τη μια στιγμή στην άλλη, καθώς θα βρει να τον περιμένει στην εξώπορτα του σπιτιού του ένας φίλος από τα παλιά, ο Σόλομον Χασσάν, που έχει δραπετεύσει από την Ταγγέρη όπου καταζητείται για μια υπόθεση δολοφονίας.
Ο Σόλομον επιμένει ότι είναι αθώος, αλλά δεν εμπιστεύεται την αστυνομία στο Μαρόκο, γι’ αυτό ζητά από τον Σπάικ να τον βοηθήσει. Ο τελευταίος υπόσχεται να το κάνει, υπό την προϋπόθεση ότι θα παραδοθεί στις αρχές του Γιβραλτάρ, όπως και γίνεται.
Στη συνέχεια ταξιδεύει στην Ταγγέρη με σκοπό να μάθει όσα περισσότερα πράγματα μπορεί για το θύμα, την κόρη ενός εκκεντρικού εκατομμυριούχου, αλλά και για ν’ ανακαλύψει αν υπήρχαν κάποια άλλα άτομα που θα την ήθελαν νεκρή.
Ο Σπάικ βρίσκει την πόλη τόσο ελκυστική όσο κι απωθητική. Καθώς περπατά στους δρόμους και στα στενά, καθώς πληρώνει μπαξίσια και μετακινείται από τόπο σε τόπο, από κτήριο σε κτήριο, νιώθει καλά, αλλά την ίδια ώρα ξέρει ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να ζήσει εκεί, αφού είναι ερωτευμένος με το Βράχο και την ιστορία του, με τον τόπο του που ξέρει απέξω κι ανακατωτά.
Στη διάρκεια της περιπλάνησής του θα συναντήσει αρσενικές και θηλυκές πόρνες, διεφθαρμένους αστυνομικούς, φιλόδοξους επιχειρηματίες, μπράβους, τρωγλοδύτες, και ένα θεότρελο τύπο που κυκλοφορεί παράνομες ταινίες και ο οποίος ονειρεύεται την Ευρώπη.
Όσο πιο πολύ θα διερευνά την υπόθεση τόσο πιο πολύ θα του βρωμάει. Και όσο πιο πολύ του βρωμάει, σε τόσο μεγαλύτερο κίνδυνο θα βρίσκεται. Κι αυτό επειδή, θέλοντας και μη, θα προκαλέσει την οργή κάποιων ισχυρών ανθρώπων, που είναι αποφασισμένοι να κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους ώστε να αποκτήσουν μεγαλύτερη δόξα και ακόμη περισσότερο χρήμα.
Ο κίνδυνος παραμονεύει σε κάθε γωνία, ο θάνατος κόβει βόλτες στις ταράτσες, στην ακροθαλασσιά και στις παραγκουπόλεις, και ο Σπάικ θα φλερτάρει μαζί τους ξανά και ξανά.
Η τύχη κι ένας απρόσμενος σύμμαχος θα τον βγάλουν κατ’ επανάληψη απ’ τα αδιέξοδά του και θα του δείξουν το δρόμο. Μέχρι τότε ωστόσο θα έχει ζήσει μια μεγάλη περιπέτεια, γεμάτη ανατροπές, αλλά και με μικρές και όμορφες ανθρώπινες στιγμές.
Ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που μυρίζει θάλασσα, έρωτα και θάνατο. Εξαιρετικό.
Wednesday, August 8, 2012
Sean Doolittle – Lake Country
Το Lake Country δεν είναι ένα συνηθισμένο αστυνομικό βιβλίο. Εδώ δεν έχουμε μια ιστορία με ντετέκτιβ, αλλά ούτε και ένα θρίλερ – έχουμε την ιστορία κάποιων ανθρώπων μ’ ένα παρελθόν σκληρό που τους στοιχειώνει, που όσο κι αν θέλουν να ξεφύγουν απ’ αυτό, δεν το μπορούν.
Τι μού άρεσε περισσότερο σ’ αυτό το βιβλίο; Ίσως να ακουστεί παράξενο αλλά: Το μέγεθός του. Ο συγγραφέας έγραψε ακριβώς όσα ήθελε και έπρεπε να γράψει για να πει την ιστορία του. Έστω και μια λέξη εδώ δεν είναι περιττή, δεν υπάρχουν πολλές ανατροπές, αλλά ούτε και οι συνήθεις παρατραβηγμένες περιγραφές που στοχεύουν στο να προκαλέσουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Το μόνο που ενδιαφέρεται να κάνει ο Ντουλίτλ είναι να πει μια ιστορία, κι αυτό το κάνει πολύ καλά.
Δύο από τους βασικούς πρωταγωνιστές σ’ αυτό το μυθιστόρημα είναι πρώην στρατιώτες, βετεράνοι του πολέμου στο Ιράκ, και ο καθένας απ’ αυτούς φέρει τα δικά του ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα.
Ο Ντάριλ Πότερ είναι ένας προβληματικός χαρακτήρας, ένας νέος άντρας που έζησε πολλά και είδε άφθονο αίμα να χύνεται στα πεδία των μαχών, και ο οποίος με τον ένα ή τον άλλο τρόπο καταφέρνει πάντα να δημιουργεί μπελάδες. Απεχθάνεται τη ζωή του, έτσι όπως έχει καταντήσει, μισά το σύστημα της δικαιοσύνης που έχει δύο μέτρα και δύο σταθμά σε ό,τι αφορά τους πλούσιους και τους φτωχούς, ρίχνει την ευθύνη στον εαυτό του επειδή δεν μπόρεσε να σώσει τη ζωή ενός συμπολεμιστή του και νιώθει ενοχές γι’ αυτά που συνέβηκαν στην οικογένεια του τελευταίου στη συνέχεια. Μισεί σχεδόν τους πάντες και τα πάντα κι η καθημερινή του ζωή είναι πνιγμένη στη μιζέρια. Τώρα, ωστόσο, είναι αποφασισμένος να κάνει κάτι για να αλλάξει τα πιο πάνω – ο μόνος τρόπος για να το πετύχει αυτό όμως είναι να πάρει το νόμο στα χέρια του.
Ο Μάικ Μπάρλοου απ’ την άλλη μεριά, ο «αδελφός του στα όπλα» όπως λένε οι αμερικανοί, δεν φαίνεται να μισά κανένα. Απλά νιώθει λυπημένος για τη ζωή που κάνει και προσπαθεί να ανακουφίσει τα ψυχολογικά, αλλά και σωματικά του βάσανα, αφού φέρει μια σοβαρή πληγή στο γόνατο, καταναλώνοντας μεγάλες ποσότητες αλκοόλ και ηρεμιστικά χάπια.
Αλλά αυτοί οι δύο δεν είναι τα μοναδικά «ανθρώπινα κουρέλια» που συναντάμε σ’ αυτή την ιστορία. Μέσα εδώ κόβουν βόλτες και κάποιες άλλες τυραννισμένες ψυχές, που έχασαν τα πάντα σ’ ένα δυστύχημα, στη διάρκεια ενός πολέμου, σε μια στιγμή τρέλας. Αν και οι περισσότεροι απ’ αυτούς μοιάζουν να ζουν ήσυχες και ειρηνικές ζωές, η εικόνα που προβάλλουν προς τα έξω είναι ψεύτικη. Έχουν κι αυτοί πληγώσει κάποιους άλλους ανθρώπους και έχουν με τη σειρά τους πληγωθεί. Κι επίσης υποφέρουν: Είτε από μοναξιά, είτε από θλίψη, είτε θρηνώντας μιαν απώλεια. Νιώθουν ευγνώμονες για τα λίγα που έχουν, αλλά δεν θα μπορούσε ποτέ να τους χαρακτηρίσει κανείς ευτυχισμένους.
Ο συγγραφέας δεν συμπεριφέρεται με το γάντι στους ήρωές του: Είναι γεμάτοι ελαττώματα, ξεχειλίζουν από ανεξέλεγκτα πάθη. Αλλά αυτό ακριβώς είναι και το στοιχείο που κάνει το βιβλίο να μοιάζει σαν κάτι το εξαιρετικό. Μιλά για ανθρώπους απλούς που ίσως να ζουν δίπλα μας ή λίγο πιο κάτω, προς το τέλος του δρόμου, ανθρώπους που συναντώνται μια φορά το χρόνο για να γιορτάσουν μια νέα ζωή ή να θρηνήσουν ένα παλιό θάνατο, κι ανθρώπους που κάθονται στις σκοτεινές γωνιές των μπαρ, όπου προσπαθούν απεγνωσμένα να κρύψουν τις φοβίες τους.
Όσο για την πλοκή του έργου, λίγες γραμμές είναι αρκετές για να την περιγράψουν: Πέντε χρόνια πριν, ο επιτυχημένος αρχιτέκτονας Γουέιντ Μπένσον αποκοιμήθηκε καθώς οδηγούσε με αποτέλεσμα να εμπλακεί σ’ ένα δυστύχημα το οποίο προκάλεσε το θάνατο μιας νέας γυναίκας. Η τιμωρία του: Συνολικά δέκα μέρες φυλάκιση. Για τον φίλο της οικογένειας, Ντάριλ Πότερ, αυτή η τιμωρία δεν είναι αρκετή. Έτσι αποφασίζει να απαγάγει την εικοσάχρονη κόρη του Μπένσον, ώστε να απονείμει τη δική του δικαιοσύνη. Τα υπόλοιπα είναι, ιστορία.
Συστήνεται ανεπιφύλακτα.
Tuesday, August 7, 2012
Tabish Khair – The Thing about Thugs
Αν και το The Thing about Thugs έρχεται κάτω από την ταμπέλα του αστυνομικού βιβλίου δεν θα το χαρακτήριζα ακριβώς τέτοιο. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι εδώ έχουμε ένα ιστορικό μυθιστόρημα, μια ανθρωπολογική μελέτη ή ίσως και μια ιστορία αγάπης με φόντο το Λονδίνο της Βικτωριανής εποχής.
Βασικός πρωταγωνιστής σ’ αυτή την ιστορία που διαδραματίζεται στα 1840 είναι ο Αμίρ Αλί, ένας, σύμφωνα τουλάχιστον με τα λεγόμενά του, κοινός δολοφόνος. Το μόνο που ο Αμίρ δεν είναι ούτε κοινός, αλλά ούτε και δολοφόνος, είναι απλά ψεύτης. Εφηύρε την σκοτεινή του ιστορία και την αφηγήθηκε στον ευεργέτη του, Λοχαγό Γουΐλλιαμ Τ. Μίντοους, απλά και μόνο για να μπορέσει να ξεφύγει από το σκοτεινό του μέλλον. Ο Αμίρ ήταν μέλος μιας συμμορίας, που είχε σαν βάση της ένα χωριό στο Μπιχάρ της Ινδίας, της οποίας ηγείτο ένας θείος του. Όταν ο τελευταίος δολοφονήθηκε από ένα γείτονα, ο Αμίρ, που δεν είχε ποτέ μέχρι τότε βάψει τα χέρια του με αίμα, δεν είχε άλλη επιλογή: έπρεπε είτε να σκοτώσει ή να σκοτωθεί.
Απ’ αυτό το δίλημμα τον έσωσε ο Λοχαγός, ο οποίος του έταξε αμνηστία, αλλά και σύλληψη του γείτονα-δολοφόνου, με αντάλλαγμα αυτός να του πει την ιστορία του. Αφού ο σωτήρας του λοιπόν, ζητούσε την ιστορία ενός φονιά, αυτήν ακριβώς του παρέδωσε ο Αμίρ. Το μόνο που αυτό του το ψέμα θα τον έβαζε σε μεγάλους μπελάδες στο μέλλον, όταν συνοδεύοντας τον Λοχαγό θα έφτανε στο Λονδίνο. Κι αυτό, επειδή η φήμη του είχε ήδη προηγηθεί. «Κατά κάποιο τρόπο όλοι γινόμαστε αυτό που υποκρινόμαστε πώς είμαστε», λέει, κι έτσι αυτός, θέλοντας και μη, γίνεται φονιάς, τουλάχιστον στα μάτια των φυλλάδων και του κοινού.
Όλα αρχίζουν όταν μια σειρά από αποτρόπαιες δολοφονίες συνταράζουν την πόλη. Κάποιος ή κάποιοι σκοτώνουν κατά συρροή και κλέβουν τα κεφάλια των θυμάτων τους. Ο τύπος της εποχής υποστηρίζει ότι πίσω από τα εγκλήματα κρύβονται μάλλον κάποιοι ξένοι, που αναβιώνουν στις σκοτεινές και επικίνδυνες γειτονιές της πρωτεύουσας, κάποια σατανιστικά έθιμα.
Ο Αμίρ Αλί, λόγω κυρίως της φήμης του, θεωρείται ο βασικός ύποπτος, και το κακό είναι ότι δεν μπορεί να αποδείξει την αθωότητά του χωρίς να εκθέσει κάποιαν που αγαπά, την φτωχούλα αγγλίδα Τζένη. Αναγκαστικά λοιπόν αποφασίζει να εξαφανιστεί από προσώπου γης – όχι μόνο για να προστατευτεί, αλλά και για να λύσει το μυστήριο του ποιοι κρύβονται πίσω από τα φονικά. Αλλάζει λοιπόν εμφάνιση και όνομα και μετακομίζει σε ένα από τα πολλά σπίτια της πόλης, που φιλοξενούν ανθρώπους σαν κι αυτόν.
Στο μεταξύ μια γυναίκα από το Παντζάμπ, προσπαθεί με τη βοήθεια του ιρλανδού μεθύστακα άντρα της, και μερικής απασχόλησης αφηγητή, αλλά και κάποιων άλλων φτωχοδιάβολων, να φέρει τους ένοχους στη δικαιοσύνη. Είναι σίγουρη πώς ό,τι δεν μπορεί να κάνει η αστυνομία, μπορεί να το κάνει αυτή, η βασίλισσα της φτωχολογιάς, και το δίκτυο κατασκόπων της, που επεκτείνεται σε ολόκληρη την πόλη.
Ο συγγραφέας μας δίνει ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα εποχής, με αστυνομική πλοκή και ολίγον μυστήριο, που μιλά πάνω απ’ όλα για τους ανθρώπους: πλούσιους και φτωχούς, ευγενείς και αλήτες, ψεύτες και υποκριτές, ερωτευμένους και συμβιβασμένους. Αν είναι κάτι που απολαμβάνει κανείς πιο πολύ εδώ είναι η γλώσσα, μια γλώσσα γλυκιά, αβίαστη, που κάνει την αφήγηση να ρέει στα μονοπάτια του χρόνου σαν χάδι, και η οποία μοιάζει να αναβιώνει δίχως κόπο στα μάτια του αναγνώστη μια ολόκληρη εποχή.
Wednesday, August 1, 2012
J.I. Baker – The Empty Glass
Το The Empty Glass καταπιάνεται με μια από τις πλέον γνωστές θεωρίες συνομωσίας της αμερικανικής ιστορίας: το θάνατο της Μέριλιν Μονρόε.
Βασικός πρωταγωνιστής σ’ αυτή την ιστορία είναι ο αναπληρωτής ιατροδικαστής στην κομητεία του Λος Άντζελες, Μπεν Φιτζέραλντ. Ο Μπεν είναι ένας φιλόδοξος άντρας που κάνει μεγάλα όνειρα, αλλά που στην ουσία ζει μια κάπως πληκτική και πολύ περιορισμένη ζωή. Η ζωή του όλη είναι η δουλειά του. Άλλοτε ήταν και η οικογένειά του, αλλά η γυναίκα του, Ρόουζ , τον εγκατέλειψε, παίρνοντας μαζί της και το γιο τους, Μαξ, τον οποίο τώρα συναντά κάθε τόσο, οπότε και τον φιλοξενεί στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου μένει.
Ο Μπεν θέλει να φτάσει ψηλά, αλλά για να το κάνει αυτό πού και πού πρέπει να κλείνει τα μάτια. Τα έκλεισε σε κάποιες ασήμαντες υποθέσεις, ψευδομαρτύρησε σε μια άλλη, αλλά όταν η υπόθεση που φτάνει στα χέρια του έχει να κάνει με το θάνατο της Μέριλιν Μονρόε, δεν μπορεί να κάνει πίσω.
Όλα πάνε στραβά απ’ την αρχή σ’ αυτή την ιστορία και όλοι μοιάζουν να κρύβουν κάτι. Το πτώμα της σταρ το είχε ανακαλύψει λίγο μετά τα μεσάνυχτα η οικονόμος της, αλλά αντί να ειδοποιήσει την αστυνομία, τηλεφώνησε στον ψυχίατρο της Μέριλιν. Όταν έφτασε εκείνος και εξακρίβωσε προσωπικά ότι ήταν όντως νεκρή, επικοινώνησε με τον προσωπικό της γιατρό. Μέχρι να καταφθάσει κι εκείνος για να επιβεβαιώσει το γεγονός είχαν περάσει πια ώρες. Και τότε ακριβώς, λίγο πριν το χάραμα, ειδοποιήθηκε η αστυνομία.
Όταν ο Μπεν φθάνει στη σκηνή, δεν μπορεί να πιστέψει στα μάτια του, αλλά ούτε και στ’ αυτιά του. Μέσα εκεί είναι κάθε σχετικός και άσχετος, ακόμη και μια δημοσιογράφος που βγάζει φωτογραφίες, και στο χώρο επικρατεί το χάος. Όταν βλέπει το πτώμα, η πρώτη του σκέψη είναι ότι κάποιος τη σκότωσε, αφού είναι φανερό ότι αυτή, για κάποιο λόγο, τοποθετήθηκε σε μια συγκεκριμένη στάση, λες και προσπαθούσε να τηλεφωνήσει σε κάποιον. Ωστόσο οι υπόλοιποι πιστεύουν ότι πρόκειται για αυτοκτονία.
Όπως και νάχει, ο Μπεν τους αφήνει να κάνουν –ή, μη- τη δουλειά τους κι αρχίζει να τριγυρνά στο σπίτι. Κάποια στιγμή λοιπόν ανακαλύπτει το ημερολόγιο της Μέριλιν, μέσα στο οποίο πιστεύει ότι ίσως κρύβεται κάποιο στοιχείο που να εξηγεί αυτό που συνέβηκε. Διαβάζει μερικά αποσπάσματα, αλλά μετά φεύγει αφήνοντάς το εκεί που το βρήκε. Η ιδέα του και μόνο όμως δεν τον αφήνει να ησυχάσει, έτσι επιστρέφει σαν τον κλέφτη μες στη νύχτα και το παίρνει.
Τις επόμενες ημέρες διαβάζοντας τις καταγραφές μέσα εκεί και διερευνώντας πεισματικά την υπόθεση, καταφέρνει και στρέφει την οργή των ανωτέρων του εναντίον του: Πρόκειται για αυτοκτονία, τελεία και παύλα, μοιάζουν να του λένε, αλλά αυτός δεν μασά. Το μόνο που κανείς δεν συμμερίζεται τις υποψίες του.
Τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα όταν όλοι όσοι είχαν να κάνουν με τη διερεύνηση της υπόθεσης, αρχίζουν ο ένας μετά τον άλλο ν’ αναχωρούν για διακοπές. «Συγκάλυψη», σκέφτεται. Αλλά ποιον προσπαθούν να καλύψουν και γιατί; Μήπως έχει ανάμιξη η μαφία στην υπόθεση, ή, όπως φημολογείται, ένας ανερχόμενος πολιτικός;
Ο Μπεν δίνει ένα μοναχικό αγώνα, έχοντας στο πλευρό του, πού και πού, τη δημοσιογράφο Τζο -αυτήν που εισέβαλε στη σκηνή του εγκλήματος- έναν αγώνα που όσο κι αν προσπαθεί σίγουρα δεν μπορεί να κερδίσει.
Το ότι απέτυχε το μαθαίνουμε απ’ τις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου, οπότε ο συγγραφέας δεν στηρίζει το μύθο του στη λύση του μυστηρίου, αλλά στο πώς ο ήρωάς του έφτασε εδώ που έφτασε.
Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, με νουάρ αποχρώσεις, που θα ικανοποιήσει τους φίλους του αστυνομικού βιβλίου, αλλά και όλους αυτούς που ασχολούνται με θεωρίες συνομωσίας, αφού τουλάχιστον σε ότι αφορά το τελευταίο στοιχείο, ο συγγραφέας κτυπά τα ρέστα του.
Friday, July 27, 2012
Lee Child – Deep Down
Το Deep Down που μόλις κυκλοφόρησε είναι ένα ακόμη ebook single, όπως τα αποκαλούν οι αμερικανοί – ένα διήγημα δηλαδή που κυκλοφορεί μονάχα σε ηλεκτρονική μορφή και, συνήθως τώρα πια, βγαίνει δυο-τρεις μήνες πριν από το νέο μυθιστόρημα κάποιου συγγραφέα, ώστε να το προδιαφημίσει.
Σ’ αυτή την ιστορία, όπως και στα δύο προηγούμενα βιβλία του συγγραφέα, συναντάμε μια νεανική εκδοχή του θρυλικού πια ήρωά του, Τζακ Ρίτσερ. Τα γεγονότα της υπόθεσης διαδραματίζονται στην Ουάσιγκτον το 1986, όταν ο νέος τότε στρατονόμος Ρίτσερ, ανακαλείται επειγόντως στην πόλη από τη Γερμανία, όπου είναι το πόστο του.
Ο άμεσος προϊστάμενος του συνταγματάρχης Κορνήλιους Κρίστοφερ θέλει να του αναθέσει μια κατεπείγουσα μυστική αποστολή: ν’ ανακαλύψει τον προδότη ή μάλλον την προδότρια, που σύμφωνα με όλα τα στοιχεία προσπαθεί να μεταδώσει κάποιες πληροφορίες σχετικά μ’ ένα νέο ντουφέκι ελεύθερου σκοπευτή σε κάποιον στο εξωτερικό – κυβέρνηση ή εταιρία, ακόμη κανείς δεν γνωρίζει.
Στον Ρίτσερ δεν αρέσει και τόσο η ιδέα του να κάνει αυτό που του ζητούν, επειδή, πάνω απ’ όλα, πρόκειται για ένα σχέδιο της στιγμής, το οποίο δεν λαμβάνει υπόψη του καμιά από τις παραμέτρους, και που σίγουρα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα οδηγήσει στην καταστροφή. Ωστόσο δεν μπορεί παρά να υπακούσει στις διαταγές που του δίνουν αφού: «Έχουμε πολιτικούς που πρέπει να ευχαριστήσουμε, οι οποίοι έχουν χρηματοδότες που πρέπει να προστατεύσουν», όπως λέει το αφεντικό.
Έτσι από τη μια μέρα στην άλλη αλλάζει ρόλο και βαθμό στο στράτευμα και βάζει πλώρη για το Καπιτώλιο, όπου μια επιτροπή εξετάζει την έγκριση ή μη της κατασκευής του εν λόγω ντουφεκιού. Ο Ρίτσερ ξέρει τι πρέπει να κάνει για να ανακαλύψει ποια από τις τέσσερις γυναίκες είναι η προδότρια, αλλά όλα ανατρέπονται όταν η βασική ύποπτος σκοτώνεται σ’ ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα λίγο πριν την έναρξη της συνεδρίας.
Τώρα πρέπει να βρει τρόπο να προσεγγίσει όσο διακριτικά μπορεί τις άλλες γυναίκες, για να δει μήπως είχε κάνει λάθος στις αρχικές εκτιμήσεις του. Ο θάνατος της βασικής υπόπτου του προσφέρει την ευκαιρία που ζητά για να το κάνει αυτό. Το μόνο που απομένει πια είναι να λύσει το γρίφο και αν χρειαστεί να ρίξει και μερικές γροθιές για να σώσει τη ζωή του.
Μια ακόμη καλογραμμένη ιστορία, που διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα. Ο Ρίτσερ μας θυμίζει και πάλι κάποιον ήρωα της κλασικής νουάρ λογοτεχνίας, τον οποίο τίποτα δεν τον εκπλήσσει και που μπροστά σε τίποτα δεν σταματά ώστε να φέρει εις πέρας την αποστολή του.
Στο τέλος του διηγήματος προδημοσιεύονται τα δύο πρώτα κεφάλαια από το επόμενο μυθιστόρημα με πρωταγωνιστή τον ίδιο, A Wanted Man, που θα κυκλοφορήσει στις 11 Σεπτεμβρίου.
Tuesday, July 17, 2012
Martin Limón - The Joy Brigade
Τα γεγονότα που περιγράφονται στο νέο εξαιρετικό μυθιστόρημα του Martin Limón The Joy Brigade, που μόλις κυκλοφόρησε, διαδραματίζονται στην Κορεατική χερσόνησο στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όπου η κατάσταση, μετά το τέλος του πολέμου, εξακολουθεί να μοιάζει εκρηκτική. Η παρουσία στο νότο του αμερικανικού στρατού κάνει τους ντόπιους να νιώθουν όλο και πιο άβολα, ενώ στο βορρά τα πράγματα δεν είναι και καλύτερα καθώς ο Λαϊκός Στρατός φαίνεται να ετοιμάζεται για ένα μεγάλο γεγονός: μια μαζική επίθεση κατά του νότου με σκοπό την επανένωση της χώρας.
Οι αμερικανοί στρατηγοί νιώθουν να κάθονται σε αναμμένα κάρβουνα και πιστεύουν ότι αν δεν κάνουν κάτι σύντομα η κατάσταση θα ξεφύγει εντελώς από τα χέρια τους. Γι’ αυτό και επιστρατεύουν τις υπηρεσίες του Τζορτζ Σουένιο, ενός μεξικανο-αμερικανού στρατονόμου, που βρίσκεται σε επ’ αόριστο απόσπαση εκεί. Η αποστολή που θα του αναθέσουν κάθε άλλο παρά συνηθισμένη είναι: αυτή τη φορά δεν θα τον διατάξουν να βάλει σε τάξη μερικούς φαντάρους ή να επιλύσει κάποιες διαφορές εντός του σώματος, αλλά να επιχειρήσει να επιτύχει το θεωρητικά αδύνατο: να διεισδύσει στους ενδότερους κύκλους του Κομμουνιστικού Κόμματος της Βορείου Κορέας.
Γιατί να το κάνει αυτό; Για να πάρει στα χέρια του ένα αρχαίο χάρτη, που καταγράφει όλα τα μυστικά τούνελ, που υπάρχουν κάτω από την αποστρατικοποιημένη ζώνη, ανάμεσα στις δύο χώρες. Πώς θα το κάνει αυτό; Συναντώντας τη γυναίκα που τον έχει στην κατοχή της, τη Δόκτορα Γιονγκ, όπως την αποκαλεί, μια πρώην ερωμένη του που αναγκάστηκε να καταφύγει στο βορρά, αφού τη βάραιναν κατηγορίες για δολοφονίες στο νότο.
Τα πράγματα δείχνουν από την αρχή περίπλοκα, αλλά θα γίνουν ακόμη χειρότερα όταν θα καταφθάσει στο Βορειοκορεατικό λιμάνι του Νάμπο, μ’ ένα αλβανικό καράβι. Πρώτα πρέπει να καταφέρει να διαφύγει της προσοχής των αρχών του λιμανιού και μετά να συναντήσει έναν απογοητευμένο από την σκληρή πραγματικότητα ήρωα της επανάστασης, που θα τον οδηγήσει στην πρωτεύουσα Πιονγκγιάνγκ. Εκεί θα συναντήσει την Γιονγκ, αλλά θα λάβει μέρος και σε ένα τουρνουά Ταεκβοντό με σκοπό να επιτύχει τους στόχους του. Πιο περίπλοκα, θα λέγαμε, δεν γίνεται!
Σύμφωνα μ’ ένα αρχαίο γνωμικό: Όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, οι θεοί γελούν. Λοιπόν, οι θεοί θα έριχναν το γέλιο της ζωής τους αν έπαιρναν χαμπάρι τα σχέδια του Τζορτζ, καθώς αυτό δεν είναι ένα από εκείνα τα μυθιστορήματα, όπου αναρωτιέται κανείς αν κάτι μπορεί να πάει λάθος, αλλά όπου θα εκπλήττονταν αν τίποτα δεν πήγαινε στραβά.
Ακόμη και ο ήρωάς μας έχει τις αμφιβολίες του κατά πόσο μπορεί να φέρει εις πέρας την αποστολή, αφού φοβάται ότι όχι μόνο θα συλληφθεί, αλλά πώς θα τον βασανίσουν κιόλας. Το σχέδιο είναι γελοίο, κι αυτό το ξέρει καλά, όλοι το ξέρουν, αλλά δεν έχει και άλλη επιλογή: είτε θα προσπαθήσει και, αν τα καταφέρει, θα σταματήσει ένα πόλεμο εν τη γενέσει του, ή δεν θα κάνει τίποτα και θα πληρώσει τα σπασμένα.
Προσπαθεί λοιπόν. Προσπαθεί σκληρά, απεγνωσμένα. Και πετυχαίνει. Κι αποτυγχάνει. Κι αυτό γιατί η αποστολή του έχει πολλές πτυχές, που έχουν διαφορετικό βαθμό δυσκολίας.
Στη διάρκεια του ταξιδιού του στην έρημη χώρα θα μάθει πολλά για τους ανθρώπους της, θ’ αντιμετωπίσει πολλούς κινδύνους και θα γνωρίσει την ευγένεια των ξένων, θα νιώσει την τρυφερότητα και το οδυνηρό κέντρισμα της εξαπάτησης.
Ο συγγραφέας μοιάζει να κατέχει τόσο καλά το θέμα του, ώστε τα γεγονότα που περιγράφει φαντάζουν λίγο πολύ αληθινά. Τον πόλεμο, τα τοπία, την τρέλα, τα περιγράφει με λέξεις, σε προτάσεις, πλούσιες μέσα στην απλότητά τους. Όσο για τους ήρωές του, είναι άνθρωποι γεμάτοι πάθη και με βαθιά πίστη σ’ αυτά που κάνουν, ακόμη και οι λιγότερο συμπαθείς από αυτούς, όπως η πανέμορφη και σαδίστρια λοχαγός Ρι Μι-σουκ και ο Φεγγαροκυνηγός (Moon Chaser), ένας άντρας με πολλά ελαττώματα και άλλα τόσα προτερήματα.
Ωστόσο αυτό το βιβλίο δεν είναι μόνο θρίλερ. Είναι και μια ιστορία για πατέρες και κόρες, για την τιμή εν καιρώ πολέμου αλλά και την ατίμωση, και, τέλος, για την αγάπη, στις πιο αγνές και τις πιο αποτρόπαιές της μορφές.
Η αγάπη είναι ομορφιά, η αγάπη είναι ζωή, αλλά την ίδια ώρα μπορεί να είναι ασχήμια και θάνατος. Οι διαφορετικές μορφές και εκδηλώσεις αγάπης που μαεστρικά μπλέκει μέσα στον ιστό της αφήγησης ο συγγραφέας, πού και πού προσφέρουν στον αναγνώστη μεγαλύτερες συγκινήσεις κι απ’ την ασταμάτητη δράση και τις πολλές ανατροπές.
Συστήνεται.
Monday, July 16, 2012
Timothy Hallinan - The Fear Artist
Το The Fear Artist του Τίμοθι Χάλλιναν που κυκλοφορεί αύριο στο εξωτερικό είναι ένα θρίλερ υψηλών οκτανίων, που διαδραματίζεται στην Μπανγκόκ.
Οφείλω να ομολογήσω ότι αυτή είναι η πρώτη φορά που διάβασα ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στη χώρα που ζω και ίσως γι’ αυτό μου άρεσε τόσο. Δεν είναι μόνο το ότι περιγράφει πράγματα και καταστάσεις που γνώρισα από κοντά και λίγο πολύ έχω ζήσει όμως, είναι και το γεγονός ότι ο συγγραφέας μοιάζει να ξέρει την πόλη σαν την τσέπη του, έτσι ώστε τα γεγονότα που περιγράφει να φαίνονται λίγο πολύ αληθοφανή και να προσθέτουν αρκετά στην ιστορία του. Μου άρεσαν ιδιαίτερα οι περιγραφές των διάφορων ντόπιων-ξένων, αλλά και επισκεπτών, που τριγυρνούν στις πιο βρώμικες γειτονιές της πόλης και παριστάνουν ότι σοκάρονται απ’ όλ’ αυτά που βλέπουν.
Όπως και νάχει, αυτό είναι το πέμπτο βιβλίο σε μια σειρά από μυθιστορήματα με πρωταγωνιστή τον Πόουκ Ράφφερτι, έναν αμερικανό που ζει στην Μπανγκόκ με την ιθαγενή γυναίκα του, Ρόουζ και την υιοθετημένη κόρη τους Μιάου, και ο οποίος με τον ένα ή τον άλλο τρόπο καταφέρνει πάντα να βάζει τον εαυτό του σε μπελάδες.
Αυτή τη φορά ωστόσο οι εν λόγω μπελάδες κυριολεκτικά πηγαίνουν και τον βρίσκουν και όπως φαίνεται δεν θα είναι και τόσο εύκολο να ξεφύγει απ’ αυτούς. Τι συμβαίνει; Καθώς βγαίνει από ένα μαγαζί, όπου πήγε να αγοράσει μπογιά για να βάψει το διαμέρισμά του, ένας άντρας, επίσης αμερικανός όπως όλα δείχνουν, πέφτει νεκρός στην αγκαλιά του, χτυπημένος από τις σφαίρες κάποιου αόρατου δολοφόνου. Προτού προλάβει να ξεψυχήσει ωστόσο καταφέρνει να ψιθυρίσει λίγες λέξεις στ’ αυτί του Πόουκ, ένα όνομα και μια τοποθεσία, και να τοποθετήσει ένα χαρτάκι στην τσέπη του.
Ο Πόουκ, όπως θα ανέμενε κανείς τα έχει χαμένα. Και σαν κι αυτό που συνέβηκε να μην ήταν αρκετό, καταφθάνει άμεσα στη σκηνή και ένα τηλεοπτικό συνεργείο. Εκτός λοιπόν κι αν έρθει ο κόσμος ανάποδα, θα γίνει έστω και για μια μέρα διάσημος, μια φήμη που καθόλου δεν επιθυμεί. Ωστόσο οι μπελάδες του δεν τελειώνουν εκεί, καθώς σύντομα κάνουν την εμφάνισή τους και δύο αστυνομικοί και πλακώνουν τις ερωτήσεις. Ο Πόουκ είναι φανερά εκνευρισμένος, αλλά προσπαθεί να κρατήσει την αυτοκυριαρχία του, αφού το ξέρει πολύ καλά ότι ο θύμος μόνο μεγαλύτερα προβλήματα θα μπορούσε να του δημιουργήσει.
Προς το παρόν θεωρείται μάρτυρας για το έγκλημα, αλλά κι αυτό σύντομα πρόκειται ν’ αλλάξει, αφού η περιέργεια και το πείσμα του θα πάρουν το πάνω χέρι και θα τον οδηγήσουν σε επικίνδυνα μονοπάτια. Η μανία του να το παίζει ντετέκτιβ θα ανατρέψει τα πάντα στη ζωή του και θα τον υποχρεώσει να εγκαταλείψει όλα όσα έχει, όχι μόνο για να σώσει τον εαυτό του, αλλά και για να προστατέψει την οικογένειά του, που ευτυχώς όταν συμβαίνουν όλ’ αυτά βρίσκεται μακριά. Φυσικά αυτό δεν πάει να πει ότι θα παρατήσει τις έρευνές του. Αντίθετα θα τις συνεχίσει με μεγαλύτερη οργή και πείσμα.
Ακολουθώντας τον σ’ αυτήν την επίμονη και επίπονη διαδρομή του σε μπαράκια δίχως όνομα και καταγώγια, σε αγορές και σε δρομάκια, θα μάθουμε αρκετά πράγματα για την πόλη, αλλά και κάποια άλλα που έχουν να κάνουν με τα προβλήματα στο Νότο, τα παιχνίδια των πρώην και νυν κατασκόπων, τις μεγάλες και κρυφές μπίζνες, ακόμη και για τον πόλεμο στο Βιετνάμ.
Ο συγγραφέας μας παραδίδει μια εκρηκτική περιπέτεια που δεν απευθύνεται μόνο στους φίλους των θρίλερ, αλλά και στους αναγνώστες της λεγόμενης «ποιοτικής» λογοτεχνίας, αφού οι περιγραφές των τόπων και των ανθρώπων, των συνηθειών και των πρακτικών κάποιων, των λαθών και των παθών κάποιων άλλων, εμπλουτίζουν σε μεγάλο βαθμό την πλοκή αυτού του μυθιστορήματος και ως εκ τούτου και την αναγνωστική απόλαυση.
Friday, July 13, 2012
Richard Castle – A Raging Storm
Ο δεύτερος ηλεκτρονικός τόμος του μυθιστορήματος με πρωταγωνιστή τον Ντέρρικ Στορμ, A Raging Storm, αρχίζει μ’ αυτά τα λόγια: «Είχε το πτώμα ενός αμερικανού γερουσιαστή στα χέρια του».
Καλή αρχή, ε; Όπως αναφέραμε στην παρουσίαση του A Brewing Storm, ο Ντέρρικ Στορμ, πρώην πράκτορας, επέστρεψε εσπευσμένα στο πόστο του, έπειτα από απαίτηση του φίλου και μέντορά του Τζεντάια Τζόουνς. Ο Στορμ θα βοηθούσε στη διάσωση του γιου ενός γερουσιαστή ονόματι Θέρστον Γουΐνσλου, ο οποίος είχε απαχθεί από αγνώστους.
Τελικά τα πράγματα πήγαν τόσο στραβά που και ο νεαρός πέθανε, αλλά και ο γερουσιαστής έπεσε νεκρός από τα πυρά ενός ελεύθερου σκοπευτή. Οι τελευταίες λέξεις που είπε στον Στορμ, προτού ξεψυχήσει ήταν: «Μίδας. Ο Τζεντάια Τζόουνς ξέρει».
Ο ήρωάς μας έμεινε αποσβολωμένος για μια στιγμή, αλλά μια και δεν διέθετε την πολυτέλεια του χρόνου, έπιασε αμέσως δουλειά. Βάλθηκε στο κυνήγι του δολοφόνου, που όπως φαίνεται πυροβόλησε τον γερουσιαστή από την ταράτσα του αρχηγείου της αστυνομίας στην Ουάσιγκτον.
Τα πράγματα όμως θα πάνε και πάλι στραβά κι ο Στορμ, παρέα με την πράκτορα του FBI, Έιπριλ Σάουερς, θα μείνουν ξανά με άδεια χέρια. Ωστόσο δεν θα μείνουν ανενεργοί, καθώς τα αφεντικά τους θα τους στείλουν στο Λονδίνο για να μιλήσουν με τον Ιβάν Πετρόβ, ένα αυτοεξόριστο ρώσο ολιγάρχη και ορκισμένο εχθρό του ρώσου προέδρου Όλεγκ Μπαρκόβσκι.
Ο Μπαρκόβσκι, όπως περιγράφεται από το συγγραφέα, μοιάζει μ’ ένα πιστό αντίγραφο του Πούτιν: λαϊκιστής, αυταρχικός και αποφασισμένος να γυρίσει τη χώρα στις ένδοξες ημέρες της Σοβιετικής Ένωσης, επιτρέποντας ωστόσο τη διεξαγωγή εκλογών και την ελεύθερη αγορά. Η ρητορική του συχνά στρέφεται κατά των ξένων οι οποίοι, όπως λέει, προσπαθούν να καταργήσουν τις παραδοσιακές αξίες των ρώσων.
Οι αμερικάνοι και οι βρετανοί δεν είναι εχθροί πια, αλλά ούτε κι ακριβώς καλοί φίλοι με τους ρώσους. Έτσι, με υπόγειο έστω τρόπο, με τρόπο δηλαδή που αν αποκαλυφθεί η ανάμιξή τους, θα μπορούν να αρνηθούν τα πάντα, προσπαθούν να βοηθήσουν τον Πετρόβ να προχωρήσει με τα σχέδιά του για υπονόμευση των σχεδίων του Μπαρκόβσκι.
Φτάνοντας λοιπόν στο Λονδίνο, οι Στορμ και Σάουερς θα πέσουν με τα μούτρα στη δουλειά. Και σύντομα θ’ ανακαλύψουν ότι κάποιος σαμποτάρει την αποστολή τους εκ των ένδον. Δεν είναι μόνο ότι η άφιξη της Σάουερς αποκαλύπτεται στην τηλεόραση, είναι και το ότι κάποιοι βάζουν κοριούς στα δωμάτιά τους, τους ακολουθούν παντού, και οι άνθρωποι με τους οποίους μιλούν μοιάζουν να τους κρύβουν περισσότερα απ’ αυτά που τους λένε.
Ο Στορμ, σ’ αυτό το παιχνίδι είναι πολύ πιο έμπειρος από τη συνάδελφό του, αλλά στη διάρκεια των ημερών που θ’ ακολουθήσουν θα έρθουν, θέλοντας και μη παρέα, κατ’ επανάληψη πρόσωπο με πρόσωπο με διπλούς πράκτορες, εκπαιδευμένους δολοφόνους και προδότες, και θα προσπαθήσουν να διασώσουν ό,τι μπορεί να διασωθεί. Το μεγάλο τους πρόβλημα ωστόσο είναι ότι δεν μπορούν να εμπιστευτούν κανένα.
Η συνέχεια και το τέλος τον ερχόμενο μήνα με την κυκλοφορία του A Bloody Storm.
Παρουσιάσεις βιβλίων του ίδιου:
Naked Heat
Heat Rises
Thursday, July 5, 2012
Richard Castle – A Brewing Storm
Το συγκεκριμένο ηλεκτρονικό βιβλίο θα έλεγε κανείς ότι αποτελεί κατά κάποιο τρόπο υβρίδιο για την εποχή μας, κι αυτό γιατί έχει τη μορφή μίνι σήριαλ, θα ολοκληρωθεί δηλαδή σε τρεις συνέχειες.
Το θετικό είναι ότι η τιμή του κάθε τόμου είναι χαμηλή οπότε η τιμή του τελικού προϊόντος δεν θα είναι ψηλότερη από κάποιο άλλο μυθιστόρημα.
Το A Brewing Storm αρχίζει με τον πρωταγωνιστή του, Ντέρρικ Στορμ, να κάθεται και να ψαρεύει σε κάποιο ρέμα στο Σίλβερ Κρικ της Μοντάνα. Ο Στορμ είναι ένας εν αποστρατεία πράκτορας της CIA, κι ο οποίος, τουλάχιστον σύμφωνα με τα επίσημα αρχεία, είναι νεκρός. Ο θάνατός του είναι η ασφάλειά του αφού στη διάρκεια της θητείας του στην Υπηρεσία, δημιούργησε πολλούς εχθρούς.
Ωστόσο θα συμβεί κάτι που θα τον αναγκάσει μετά από καιρό να επιστρέψει στην Ουάσιγκτον. Το πρώην αφεντικό του, Τζεντάια Τζόουνς, τον χρειάζεται. Ο Τζόουνς είναι επικεφαλής της Εθνικής Κατασκοπευτικής Υπηρεσίας και για να ζητήσει τα φώτα του πάει να πει ότι δεν έχει άλλη επιλογή.
Στην αρχή ο Στορμ αρνείται ν’ ακολουθήσει τους πράκτορες που στέλνει ο τελευταίος για να τον συνοδεύσουν στην πρωτεύουσα, αλλά όταν του αναφέρουν μια λέξη κλειδί, που σημαίνει πολλά γι’ αυτόν, αποφασίζει ότι δεν έχει επιλογή.
Φτάνοντας στην πόλη μαθαίνει ότι ο σκοπός της επιστροφής του, έστω και για λίγο, στη δράση είναι η απαγωγή του γιου ενός πανίσχυρου γερουσιαστή. Το FBI που είχε αναλάβει την υπόθεση τα έχει κάνει θάλασσα, η ζωή του απαχθέντος μοιάζει να κρέμεται από μια κλωστή και τώρα όλοι περιμένουν τον Στορμ να βγάλει τα κάστανα απ’ τη φωτιά. Και όλοι τον αντιμετωπίζουν με καχυποψία: ειδικά η πράκτορας του FBI, που μάλλον σε κάποιον από τους επόμενους τόμους θα μετατραπεί σε ερωμένη του, Έιπριλ Σάουερς.
Ο Στορμ λοιπόν θα επιδοθεί σε ένα αγώνα δρόμου, στη διάρκεια του οποίου θ’ ανακαλύψει πολλά και ανησυχητικά. Δεν είναι μόνο ότι του κρύβουν πολλά μυστικά, δεν είναι μόνο ότι η CIA και το FBI τον παρακολουθούν στενά, είναι και το ότι σ’ αυτή την υπόθεση εμπλέκονται πολλοί ύποπτοι ή και πάνω από κάθε υποψία χαρακτήρες.
Προτού περάσει και πολύς καιρός θα αρχίσει ν’ αμφισβητεί τους πάντες και τα πάντα, ακόμη και τον φίλο και πρώην αφεντικό του Τζόουνς, και έχοντας εμπιστοσύνη μοναχά στο ένστικτό του, θα προσπαθήσει να βρει ποιος ή ποιοι κρύβονται πίσω απ’ αυτά που συμβαίνουν.
Όπως λέει και ο λαός, πίσω έχει η γάτα την ουρά, αλλά πάνω που πάει να μάθει την αλήθεια, συμβαίνει κάτι που ανατρέπει τα πάντα.
Άφθονη δράση και πολλές ανατροπές που κρατούν το ενδιαφέρον αμείωτο από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα.
Ο δεύτερος τόμος της σειράς, A Raging Storm, κυκλοφόρησε προχθές, κι αν βρω το χρόνο θα τον παρουσιάσω από βδομάδας ή λίγο πιο μετά.
Παρουσιάσεις βιβλίων του ίδιου συγγραφέα:
Naked Heat
Heat Rises
Friday, June 29, 2012
Sara Blaedel – Only One Life
Οι σκανδιναβοί συγγραφείς εξακολουθούν να με εκπλήσσουν. Όχι τόσο με τις ιστορίες τους όσο με την παντελή σχεδόν αδιαφορία τους σε ό,τι έχει να κάνει με τις προσπάθειες εντυπωσιασμού του αναγνώστη στις οποίες διαπρέπουν τόσο οι αμερικανοί συνάδελφοί τους.
Το Only One Life της Sara Blaedel δεν είναι απλά μια αστυνομική ιστορία, αλλά πρόκειται για μια κοινωνιολογική σχεδόν μελέτη. Η συγγραφέας, που έγινε από την πρώτη στιγμή μια από τις αγαπημένες μου λόγω του καταπληκτικού Call Me Princess (παρουσίαση εδώ), φαίνεται να μη δίνει μία για την πλοκή του μυθιστορήματος. Οι ανατροπές που μας χαρίζει είναι λιγοστές, οι εκπλήξεις ακόμη πιο λίγες.
Σ’ αυτό το βιβλίο εκείνο που μετρά δεν είναι ποιος σκότωσε, ούτε καν το γιατί σκότωσε. Αυτό που αναρωτιέται από την πρώτη κιόλας στιγμή ο αναγνώστης είναι το τι στο διάολο έγινε.
Ένα δεκαπεντάχρονο κορίτσι από την Ιορδανία, ονόματι Σάμρα, ανακαλύπτεται νεκρό από κάποιο ψαρά στα νερά γύρω από το Φιόρδ του Χολμπράεκ (δεν υπάρχει ούτε μια πιθανότητα στις χίλιες να το προφέρω σωστά) στη Δανία, από ένα ψαρά. Η καλύτερή της φίλη, Ντίκτα, πιστεύει ότι τη σκότωσε κάποιο από τα μέλη της οικογένειάς της, ότι πρόκειται για ένα έγκλημα τιμής δηλαδή, και προς αυτή την κατεύθυνση κινούνται και οι έρευνες της αστυνομίας.
Το μόνο που δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο ότι όντως η οικογένεια κρύβεται πίσω από τη δολοφονία. Μήπως το κορίτσι δεν ήταν τόσο αθώο όσο ήθελαν να το περιγράφουν οι δικοί του; Μήπως έκανε κάτι που προκάλεσε την οργή του πιστού στις παραδόσεις της χώρας από όπου κατάγονταν πατέρα της, τον οποίο η μητέρα της είχε στο παρελθόν καταγγείλει για βιαιοπραγία; Ή μήπως κρύβεται κάποιος άλλος πίσω από το έγκλημα; Κάποιος που είναι υπεράνω πάσης υποψίας;
Το έγκλημα, όπως είναι φυσικό, προκαλεί μεγάλη αναταραχή στη μικρή κοινότητα, και όσο περνά ο καιρός μια σιωπηλή στην αρχή οργή και ένα όλο και πιο φανερό στη συνέχεια, -για τους ξένους, και ειδικά τους μουσουλμάνους- μίσος, αρχίζει να βγαίνει στην επιφάνεια.
Τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα όταν η Ντίκτα δολοφονείται εν ψυχρώ στο κέντρο της πόλης. Τώρα η οικογένεια της Σάμρα βρίσκεται για τα καλά στο στόχαστρο και η μητέρα της γίνεται στόχος ρατσιστικών επιθέσεων.
Καθώς συμβαίνουν όλ’ αυτά οι αρχές της πόλης, σε συνεργασία με μια ειδική μονάδα της αστυνομίας και την επιθεωρητή Λουίζ Ρικ, προσπαθούν να βγάλουν άκρη χωρίς να οδηγήσουν την υπόθεση στα άκρα. Σ’ αυτή την προσπάθεια ωστόσο δεν έχουν τη βοήθεια της οικογένειας της Σάμρα, τα μέλη της οποίας επιμένουν αδικαιολόγητα να σιωπούν: λες και ο θάνατος της κοπέλας απειλεί να βγάλει τα άπλυτά τους στη φόρα.
Η συγγραφέας με αφορμή αυτά τα εγκλήματα μελετά συστηματικά τα υπόγεια ρεύματα του μίσους και της ξενοφοβίας που επικρατούν στην κοινωνία της χώρας, αλλά και τις ψυχές των ηρώων της. Μας μιλά για τα όνειρα και τους φόβους τους, για τη σημαντική ή άνευ ουσία καθημερινότητά τους, μας τους παρουσιάζει γυμνούς, με όλες τις μικροπρέπειες, τις στιγμές τρέλας και τις αδυναμίες τους.
Σ’ αυτή την ιστορία κανείς δεν είναι τέλειος. Μοιάζουν όλοι σαν παίκτες ή μάλλον σαν πιόνια σε ένα παιχνίδι σκάκι, στο οποίο κανείς ποτέ δεν κερδίζει. Η βασική της ηρωίδα, Λουίζ Ρικ, είναι κατά βάθος μια λυπημένη ψυχή, που προσπαθεί να δώσει αξία στη ζωή της μέσω της δουλειάς και βοηθώντας τους άλλους. Η καλύτερή της φίλη και δημοσιογράφος, Καμίλλα, είναι μια οργισμένη κι απελπισμένη γυναίκα, που έχει δύο μοναχά χαρές στη ζωή: τη δουλειά της και το γιο της Μάρκους, τον οποίο μεγαλώνει μόνη, και που -όσο κι αν δεν το παραδέχεται- δεν πολυκαταλαβαίνει. Η Σάμρα ήταν μια νέα κοπέλα που προσπαθούσε απελπισμένα να προσαρμοστεί σε ένα κόσμο, όπου ένιωθε απόλυτα ξένη. Η Ντίκτα ζούσε μέσα σε μια τσιχλόφουσκα, κατασκευασμένη από τους πλούσιους γονείς και τη δίχως όρια ελευθερία που της παραχώρησαν.
Γύρω τους περιπλανιόνται και κάποιες άλλες ψυχές, το ίδιο ονειροπόλες, το ίδιο απελπισμένες, που προσπαθούν κι αυτές να κρατηθούν από κάποιον ή από κάτι.
Αυτό το βιβλίο δεν μας μιλά τόσο για το έγκλημα όσο για τους ανθρώπους και τη σύγχρονη καταναλωτική μας κοινωνία που μοιάζει να καταβροχθίζει τις ψυχές και να φτύνει σε αντάλλαγμα παλιές προκαταλήψεις και μοντέρνα κίβδηλα όνειρα. Ένα μυθιστόρημα εξαιρετικό, που ακολουθεί τους κανόνες του αστυνομικού, αλλά δεν περιορίζεται απ’ αυτούς, μα τους προεκτείνει.
Tuesday, March 13, 2012
Lisa Gardner – The 7th Month
Αυτή η ιστορία κυκλοφόρησε μόνο σε ηλεκτρονική μορφή και όπως διαβάζουμε είναι το πρώτο διήγημα που έχει γράψει η Λίσα Γκάρντνερ, της οποίας το τελευταίο μυθιστόρημα Catch Me, παρουσίασα μόλις πρόσφατα.
«Ο έβδομος μήνας» βγήκε στα ηλεκτρονικά ράφια λίγο προτού κυκλοφορήσει το τελευταίο και όπως αφήνει να εννοηθεί και ο τίτλος, η συνήθης ηρωίδα της συγγραφέως, η ντετέκτιβ D.D. Warren, βρίσκεται στον έβδομο μήνα της εγκυμοσύνης της. Και όντας σ’ αυτή την κατάσταση βράζει στα ζουμιά της. Στην Ντι.Ντι. αρέσει η κίνηση, η δράση, το να κυνηγάει και να συλλαμβάνει δολοφόνους και τώρα που, θέλοντας και μη, είναι αναγκασμένη να μένει νύχτα μέρα κολλημένη σ’ ένα γραφείο, σε μια καρέκλα, στον αστυνομικό σταθμό της Βοστώνης, δεν ξέρει τι να κάνει. Και είναι και οι σκέψεις που δεν την αφήνουν στιγμή να ησυχάσει. Η Ντι.Ντι. σε ό,τι έχει να κάνει με τον κίνδυνο, με το έγκλημα, τα καταφέρνει μια χαρά, αλλά όταν πέφτει στο τραπέζι το θέμα της οικογενειακής ζωής, της σταθερότητας, της αποκατάστασης, τότε νιώθει να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια της. Ο Άλεξ, ο πατέρας του αγέννητου παιδιού της, ο υπέροχος αυτός άντρας που ποτέ δεν την πιέζει για κάτι, που την αφήνει να ζει τη ζωή όπως τη θέλει, και που την καταλαβαίνει απόλυτα, της ζήτησε να μετακομίσει στο σπίτι του. Και της είπε ότι θέλει την απάντησή της σήμερα. Τι να κάνει άραγε; Τι να κάνει;
Από τις σκέψεις κι από το δίλημμά της τη σώζει προσωρινά ο Ντόνι Μπίλγκερ, ένας παραγωγός κινηματογράφου, που καταφθάνει στο σταθμό ζητώντας να προσλάβει ένα ντετέκτιβ σαν σύμβουλο για τα γυρίσματα μιας ταινίας. Τα λεφτά που προσφέρει είναι πολλά και η Ντι.Ντι. αποφασίζει να πάρει εκείνη τη δουλειά, μετά από τη συγκατάθεση του αφεντικού της φυσικά, αφού έχει ήδη αρχίσει να σκέφτεται το μέλλον του παιδιού της. Όπως θα της πει ο Ντόνι, την χρειάζονται επειγόντως, το ίδιο κιόλας βράδυ, αφού ο προηγούμενος σύμβουλος, ένας συνταξιούχος αστυνομικός, έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης.
Όταν τελικά καταφθάνει η Ντι.Ντι. στο μέρος όπου θα γίνουν τα γυρίσματα, ένα νεκροταφείο, η νύχτα έχει πέσει πια για τα καλά και το κρύο είναι έντονο. Τα πράγματα όμως δεν θα εξελιχθούν ακριβώς όπως τα περιμένει καθώς εκεί που περίμενε να ξοδέψει μια σχετικά ήσυχη και καλοπληρωμένη βραδιά, θα βρει τον εαυτό της στον επίκεντρο ενός κυκλώνα που θα περιλαμβάνει: επίδοξους ηθοποιούς, ψυχρούς δολοφόνους, ρώσους μαφιόζους, ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και τα λοιπά τραγικά. Όπως φαίνεται, όπου και να πάει αυτή τα προβλήματα την ακολουθούν. Αλλά, ποιος ξέρει; Ίσως απ’ αυτόν το μεγάλο μπελά, στον οποίο έχει τοποθετήσει τον εαυτό της, να προκύψει και κάτι το καλό.
Μια καλογραμμένη ιστορία με μικρές ανατροπές και εκπλήξεις και ένθετο το εγχειρίδιο του καλού δολοφόνου. Διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα.
Thursday, February 9, 2012
Parker Bilal – The Golden Scales
Αγορά από το Book Depository
Σαν ένα λυπητερό τραγούδι για το Κάιρο διαβάζεται αυτό το βιβλίο. Ο συγγραφέας, με αφορμή μια απλή εξαφάνιση ή ίσως μια απαγωγή, μας ταξιδεύει στην προ της επανάστασης πρωτεύουσα της Αιγύπτου και μας περιγράφει μ’ ένα κάπως ανάλαφρο τρόπο, που όμως δεν μπορεί να μεταμφιέσει το ζοφερό τοπίο, την κατάσταση που λίγο πολύ επικρατεί εκεί.
Μας μιλά λοιπόν για διεφθαρμένους αστυνομικούς και αξιωματούχους του κράτους που έχουν ύποπτα πάρε δώσε με κάποιους επιχειρηματίες, για το νέο χρήμα που εισέρρευσε στη χώρα από την πρώην Σοβιετική Ένωση, και το οποίο επιτρέπει σε ορισμένους ανθρώπους να φτιάχνουν ή να ακολουθούν τους δικούς τους νόμους, για τους φτωχούς της πόλης, που γίνονται όλο και περισσότεροι και που ζουν κάτω από όλο και πιο άθλιες συνθήκες, για τους πλούσιους, που ζουν σε βίλες-φρούρια, αδιαφορώντας για τη γύρω τους πραγματικότητα, για τον τρόμο και το σκοτάδι που κρύβεται πίσω από την εγχώρια σώου μπιζ, για το σεξ και τα ναρκωτικά.
Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια αστυνομική ιστορία και ένα κοινωνικό σχόλιο την ίδια ώρα, είναι δηλαδή ακριβώς όπως θα έπρεπε να είναι. Στο επίκεντρο δεν είναι τόσο το έγκλημα όσο η κοινωνία στην οποία διαπράχθηκε αυτό. Μια κοινωνία, που όπως και τότε, το 1998, έτσι και τώρα, είναι βαθιά διχασμένη.
Όλα αρχίζουν όταν κάποιοι μπράβοι καταφθάνουν στη βάρκα όπου διαμένει ο Μακάνα -πρώην αστυνομικός από το Σουδάν και νυν πολιτικός πρόσφυγας- οι οποίοι του ανακοινώνουν ότι πρέπει να τους ακολουθήσει αφού θέλει να τον συναντήσει το αφεντικό τους. Ο Μακάνα, θέλοντας και μη, το κάνει, κυρίως επειδή χρειάζεται επειγόντως δουλειά. Όπως σύντομα θα ανακαλύψει το εν λόγω αφεντικό δεν είναι άλλος από τον Σαάντ Χανάφι, ένα πάμπλουτο άντρα, στον οποίο ανήκει σύμφωνα με τις φήμες το μεγαλύτερο κομμάτι της αριστοκρατικής συνοικίας της Ηλιούπολης. Όπως γνωρίζει ο Μακάνα ο Χανάφι είναι ένας από εκείνους τους ανθρώπους που «…πουλούν όνειρα», ένα από τα οποία είναι και η ποδοσφαιρική του ομάδα, η πιο δημοφιλής της χώρας. Ο λόγος που τον κάλεσε εκεί είναι για να ανακαλύψει που πήγε και χάθηκε ο Αντίλ Ρομάριο, ο σταρ της ομάδας. Εδώ και δέκα μέρες έχουν χαθεί τα ίχνη του και δεν έχει δώσει πουθενά σημεία ζωής. Ο Μακάνα δέχεται αρχικά επιφυλακτικά την αποστολή, αφού ο Χανάφι θα μπορούσε να προσλάβει οποιοδήποτε στη θέση του και δεν μπορεί να καταλάβει γιατί διάλεξε αυτόν. Αλλά -όπως και να το κάνουμε- τα λεφτά του τα έχει ανάγκη, οπότε δεν θα μπορούσε να πει όχι.
Αρχίζει λοιπόν σιγά σιγά τις έρευνες. Έρευνες που θα τον φέρουν πολλές φορές πρόσωπο με πρόσωπο με τον κίνδυνο, αλλά και που θα τον ταξιδέψουν σε διάφορες κακόφημες και μη γειτονιές της πόλης, σε καταγώγια και σε παλάτια, και που θα τον οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι τελικά εκείνοι που στ’ αλήθεια νοιάζονταν για τον Ρομάριο ήταν πολύ λίγοι. Για τους περισσότερους μάλιστα ήταν ανεπιθύμητος. Καθώς η υπόθεση θα περιπλέκεται όλο και περισσότερο και ο καλός ντετέκτιβ θα οδηγείται από το ένα αδιέξοδο στο άλλο, θα συμβεί ένα ακόμη γεγονός που θα αναστατώσει πιο πολύ τον ήδη ανήσυχο μέσα του κόσμο: θα γνωρίσει μια γυναίκα από την Αγγλία, που εδώ και δεκαεφτά χρόνια αναζητεί τη χαμένη κόρη της, και η οποία λίγο αργότερα θα ανακαλυφθεί δολοφονημένη. Ποιος βρίσκεται πίσω από τη δολοφονία της και γιατί; Την σκότωσαν άραγε επειδή μετά από τόσα χρόνια βρέθηκε για πρώτη φορά στα ίχνη των απαγωγέων; Να ένα ακόμη μυστήριο που πρέπει να λύσει.
Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα που μας ταξιδεύει σε δρόμους που πολλοί από εμάς ίσως με τον ένα ή τον άλλο τρόπο περπατήσαμε, μα που ποτέ δεν γνωρίσαμε. Ο συγγραφέας γράφοντας και περιγράφοντας μοιάζει να μας χαρίζει τα ψυχογραφήματα κάποιων ανθρώπων, αλλά και μιας πόλης, να μας μιλά για μια ουσία που σαν ξένοι που είμαστε στις πραγματικότητές της, μας ξεφεύγει. Ένα βιβλίο πραγματικά εξαιρετικό.
Μας μιλά λοιπόν για διεφθαρμένους αστυνομικούς και αξιωματούχους του κράτους που έχουν ύποπτα πάρε δώσε με κάποιους επιχειρηματίες, για το νέο χρήμα που εισέρρευσε στη χώρα από την πρώην Σοβιετική Ένωση, και το οποίο επιτρέπει σε ορισμένους ανθρώπους να φτιάχνουν ή να ακολουθούν τους δικούς τους νόμους, για τους φτωχούς της πόλης, που γίνονται όλο και περισσότεροι και που ζουν κάτω από όλο και πιο άθλιες συνθήκες, για τους πλούσιους, που ζουν σε βίλες-φρούρια, αδιαφορώντας για τη γύρω τους πραγματικότητα, για τον τρόμο και το σκοτάδι που κρύβεται πίσω από την εγχώρια σώου μπιζ, για το σεξ και τα ναρκωτικά.
Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια αστυνομική ιστορία και ένα κοινωνικό σχόλιο την ίδια ώρα, είναι δηλαδή ακριβώς όπως θα έπρεπε να είναι. Στο επίκεντρο δεν είναι τόσο το έγκλημα όσο η κοινωνία στην οποία διαπράχθηκε αυτό. Μια κοινωνία, που όπως και τότε, το 1998, έτσι και τώρα, είναι βαθιά διχασμένη.
Όλα αρχίζουν όταν κάποιοι μπράβοι καταφθάνουν στη βάρκα όπου διαμένει ο Μακάνα -πρώην αστυνομικός από το Σουδάν και νυν πολιτικός πρόσφυγας- οι οποίοι του ανακοινώνουν ότι πρέπει να τους ακολουθήσει αφού θέλει να τον συναντήσει το αφεντικό τους. Ο Μακάνα, θέλοντας και μη, το κάνει, κυρίως επειδή χρειάζεται επειγόντως δουλειά. Όπως σύντομα θα ανακαλύψει το εν λόγω αφεντικό δεν είναι άλλος από τον Σαάντ Χανάφι, ένα πάμπλουτο άντρα, στον οποίο ανήκει σύμφωνα με τις φήμες το μεγαλύτερο κομμάτι της αριστοκρατικής συνοικίας της Ηλιούπολης. Όπως γνωρίζει ο Μακάνα ο Χανάφι είναι ένας από εκείνους τους ανθρώπους που «…πουλούν όνειρα», ένα από τα οποία είναι και η ποδοσφαιρική του ομάδα, η πιο δημοφιλής της χώρας. Ο λόγος που τον κάλεσε εκεί είναι για να ανακαλύψει που πήγε και χάθηκε ο Αντίλ Ρομάριο, ο σταρ της ομάδας. Εδώ και δέκα μέρες έχουν χαθεί τα ίχνη του και δεν έχει δώσει πουθενά σημεία ζωής. Ο Μακάνα δέχεται αρχικά επιφυλακτικά την αποστολή, αφού ο Χανάφι θα μπορούσε να προσλάβει οποιοδήποτε στη θέση του και δεν μπορεί να καταλάβει γιατί διάλεξε αυτόν. Αλλά -όπως και να το κάνουμε- τα λεφτά του τα έχει ανάγκη, οπότε δεν θα μπορούσε να πει όχι.
Αρχίζει λοιπόν σιγά σιγά τις έρευνες. Έρευνες που θα τον φέρουν πολλές φορές πρόσωπο με πρόσωπο με τον κίνδυνο, αλλά και που θα τον ταξιδέψουν σε διάφορες κακόφημες και μη γειτονιές της πόλης, σε καταγώγια και σε παλάτια, και που θα τον οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι τελικά εκείνοι που στ’ αλήθεια νοιάζονταν για τον Ρομάριο ήταν πολύ λίγοι. Για τους περισσότερους μάλιστα ήταν ανεπιθύμητος. Καθώς η υπόθεση θα περιπλέκεται όλο και περισσότερο και ο καλός ντετέκτιβ θα οδηγείται από το ένα αδιέξοδο στο άλλο, θα συμβεί ένα ακόμη γεγονός που θα αναστατώσει πιο πολύ τον ήδη ανήσυχο μέσα του κόσμο: θα γνωρίσει μια γυναίκα από την Αγγλία, που εδώ και δεκαεφτά χρόνια αναζητεί τη χαμένη κόρη της, και η οποία λίγο αργότερα θα ανακαλυφθεί δολοφονημένη. Ποιος βρίσκεται πίσω από τη δολοφονία της και γιατί; Την σκότωσαν άραγε επειδή μετά από τόσα χρόνια βρέθηκε για πρώτη φορά στα ίχνη των απαγωγέων; Να ένα ακόμη μυστήριο που πρέπει να λύσει.
Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα που μας ταξιδεύει σε δρόμους που πολλοί από εμάς ίσως με τον ένα ή τον άλλο τρόπο περπατήσαμε, μα που ποτέ δεν γνωρίσαμε. Ο συγγραφέας γράφοντας και περιγράφοντας μοιάζει να μας χαρίζει τα ψυχογραφήματα κάποιων ανθρώπων, αλλά και μιας πόλης, να μας μιλά για μια ουσία που σαν ξένοι που είμαστε στις πραγματικότητές της, μας ξεφεύγει. Ένα βιβλίο πραγματικά εξαιρετικό.
Thursday, January 19, 2012
Stephen King – The Colorado Kid
Αγορά από το Book Depository
Τούτο το βιβλίο το διάβασα βασικά από περιέργεια, αφού σ’ αυτό βασίζεται η επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά Haven. Το μόνο που η σχέση της με το βιβλίο είναι τόσο… χαλαρή, που αν δεν γνώριζα γι’ αυτήν ίσως και να μην το καταλάβαινα ποτέ. Αυτό που έκαναν η παραγωγοί ήταν να πάρουν μία από τις πολλές μυστηριώδεις υποθέσεις που απασχολούν το βιβλίο και να κτίσουν πάνω σ’ αυτή, ρίχνοντας το βάρος της αφήγησης σε μάλλον δευτερεύοντες χαρακτήρες.
Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το 1980 ένα ζευγάρι νεαρών ανακαλύπτει στις όχθες ενός νησιού στο Μέιν, το πτώμα ενός άντρα, το οποίο οι αρχές βαφτίζουν The Colorado Kid. Κανείς δεν γνωρίζει ποιος είναι, ούτε και πώς βρέθηκε εκεί, ενώ αρχικά και ο θάνατός του ο ίδιος αποτελεί μυστήριο.
Την ιστορία του Κιντ, αλλά και κάποιες άλλες εξίσου παράξενες ή τρομακτικές ιστορίες αφηγούνται στη μαθητευόμενη δημοσιογράφο Στέφανι ΜακΚαν, οι παλαίμαχοι δημοσιογράφοι της ντόπιας εφημερίδας, Βινς Τιγκ και Ντέιβ Μπόουι, ενενήντα και εξηνταπέντε χρόνων αντίστοιχα. Σύμφωνα λοιπόν με τους δυο τους στην περιοχή συνέβαιναν σχεδόν από πάντα παράξενα περιστατικά, τα οποία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έχουν πια αποκτήσει μυθικές διαστάσεις: Κάποτε μια ομάδα ανθρώπων έπεσε θύμα μαζικής δηλητηρίασης από κατάποση τσαγιού, περιπέτεια από την οποία δύο μόνο άτομα βγήκαν ζωντανοί, ο ένας χωρίς κανένα απολύτως σύμπτωμα, ύστερα ένα παρατημένο καράβι προσάραξε στις ακτές, στις οποίες σύμφωνα με το θρύλο το οδήγησαν κάποια φαντάσματα, και μετά έγινε το ανήκουστο, ένα Αγνώστου Ταυτότητας Ιπτάμενο Αντικείμενο (βλέπε Ούφο), εμφανίστηκε κάποια βραδιά στον ουρανό της πόλης.
Η Στέφανι ακούει με περισσή προσοχή της αφηγήσεις των δύο ηλικιωμένων συναδέλφων και μεντόρων της και προσπαθεί να βρει μέσα της τις απαντήσεις στα μυστήρια που της προσφέρουν απλόχερα στο πιάτο. Οι δυο τους μοιάζουν να θέλουν να δοκιμάσουν τις αναλυτικές της ικανότητες αλλά και να προκαλέσουν τη λογική της, να της ανοίξουν τα μάτια σε πιθανότητες που ποτέ πριν δεν γνώριζε ότι υπήρχαν.
Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο κάποιος νιώθει ότι, δεν μπορεί, κάποια εξήγηση θα υπάρχει γύρω από όλα αυτά που συμβαίνουν, ωστόσο ο μύθος εξακολουθεί να τον προκαλεί, το μυστήριο να τον προσελκύει. Κάποιες απαντήσεις ή λύσεις στο τέλος θα δοθούν, κάποια ερωτήματα ή γρίφοι όμως θα παραμείνουν ως έχουν. Στο τέλος της ημέρας όμως εκείνο που μετρά είναι η ιστορία. Κι αυτή είναι μια ιστορία καλογραμμένη, όπου ο συγγραφέας δεν θέλει να παίξει το χαρτί του τρόμου, αλλά απλά να ψυχαγωγήσει τον αναγνώστη. Εξάλλου, όπως διαβάζουμε κάπου: «Βασικά αυτό που συμβαίνει είναι ότι οι άνθρωποι πλάθουν μια ιστορία και επιμένουν σ’ αυτή».
Αν κάποιοι από εσάς έχουν δει τη σειρά θ’ αναγνωρίσουν λίγα μονάχα σημεία αναφοράς: τους Ντέιβ και Βινς, το τοπίο, το Κολοράντο Κιντ -στη θηλυκή του μορφή- και κάποια από τις ιστορίες. Ωστόσο θα θέλαμε να δώσουμε τα εύσημα στους δημιουργούς, αφού παίρνοντας μοναχά κάποιες ιδέες από ένα μικρό σε έκταση βιβλίο κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα ολόκληρο κόσμο, μ’ ένα πάνθεον χαρακτήρων και περισσό μυστήριο.
Παρουσιάσεις βιβλίων του ίδιου συγγραφέα
Mile 81
The Dark Tower: The Gunslinger
Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το 1980 ένα ζευγάρι νεαρών ανακαλύπτει στις όχθες ενός νησιού στο Μέιν, το πτώμα ενός άντρα, το οποίο οι αρχές βαφτίζουν The Colorado Kid. Κανείς δεν γνωρίζει ποιος είναι, ούτε και πώς βρέθηκε εκεί, ενώ αρχικά και ο θάνατός του ο ίδιος αποτελεί μυστήριο.
Την ιστορία του Κιντ, αλλά και κάποιες άλλες εξίσου παράξενες ή τρομακτικές ιστορίες αφηγούνται στη μαθητευόμενη δημοσιογράφο Στέφανι ΜακΚαν, οι παλαίμαχοι δημοσιογράφοι της ντόπιας εφημερίδας, Βινς Τιγκ και Ντέιβ Μπόουι, ενενήντα και εξηνταπέντε χρόνων αντίστοιχα. Σύμφωνα λοιπόν με τους δυο τους στην περιοχή συνέβαιναν σχεδόν από πάντα παράξενα περιστατικά, τα οποία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έχουν πια αποκτήσει μυθικές διαστάσεις: Κάποτε μια ομάδα ανθρώπων έπεσε θύμα μαζικής δηλητηρίασης από κατάποση τσαγιού, περιπέτεια από την οποία δύο μόνο άτομα βγήκαν ζωντανοί, ο ένας χωρίς κανένα απολύτως σύμπτωμα, ύστερα ένα παρατημένο καράβι προσάραξε στις ακτές, στις οποίες σύμφωνα με το θρύλο το οδήγησαν κάποια φαντάσματα, και μετά έγινε το ανήκουστο, ένα Αγνώστου Ταυτότητας Ιπτάμενο Αντικείμενο (βλέπε Ούφο), εμφανίστηκε κάποια βραδιά στον ουρανό της πόλης.
Η Στέφανι ακούει με περισσή προσοχή της αφηγήσεις των δύο ηλικιωμένων συναδέλφων και μεντόρων της και προσπαθεί να βρει μέσα της τις απαντήσεις στα μυστήρια που της προσφέρουν απλόχερα στο πιάτο. Οι δυο τους μοιάζουν να θέλουν να δοκιμάσουν τις αναλυτικές της ικανότητες αλλά και να προκαλέσουν τη λογική της, να της ανοίξουν τα μάτια σε πιθανότητες που ποτέ πριν δεν γνώριζε ότι υπήρχαν.
Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο κάποιος νιώθει ότι, δεν μπορεί, κάποια εξήγηση θα υπάρχει γύρω από όλα αυτά που συμβαίνουν, ωστόσο ο μύθος εξακολουθεί να τον προκαλεί, το μυστήριο να τον προσελκύει. Κάποιες απαντήσεις ή λύσεις στο τέλος θα δοθούν, κάποια ερωτήματα ή γρίφοι όμως θα παραμείνουν ως έχουν. Στο τέλος της ημέρας όμως εκείνο που μετρά είναι η ιστορία. Κι αυτή είναι μια ιστορία καλογραμμένη, όπου ο συγγραφέας δεν θέλει να παίξει το χαρτί του τρόμου, αλλά απλά να ψυχαγωγήσει τον αναγνώστη. Εξάλλου, όπως διαβάζουμε κάπου: «Βασικά αυτό που συμβαίνει είναι ότι οι άνθρωποι πλάθουν μια ιστορία και επιμένουν σ’ αυτή».
Αν κάποιοι από εσάς έχουν δει τη σειρά θ’ αναγνωρίσουν λίγα μονάχα σημεία αναφοράς: τους Ντέιβ και Βινς, το τοπίο, το Κολοράντο Κιντ -στη θηλυκή του μορφή- και κάποια από τις ιστορίες. Ωστόσο θα θέλαμε να δώσουμε τα εύσημα στους δημιουργούς, αφού παίρνοντας μοναχά κάποιες ιδέες από ένα μικρό σε έκταση βιβλίο κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα ολόκληρο κόσμο, μ’ ένα πάνθεον χαρακτήρων και περισσό μυστήριο.
Παρουσιάσεις βιβλίων του ίδιου συγγραφέα
Mile 81
The Dark Tower: The Gunslinger
Thursday, December 1, 2011
Janet Evanovich – Explosive Eighteen
Αγορά από το Book Depository
Με μία ακόμη διασκεδαστική περιπέτεια της βασικής πρωταγωνίστριας των τελευταίων της βιβλίων, Στέφανι Πλαμ, επιστρέφει η Τζανέτ Ιβάνοβιτς.
Η Στέφανι, για κάποιο λόγο, καταφέρνει πάντα και βάζει τον εαυτό της σε μπελάδες – ακόμη και όταν βρίσκεται σε διακοπές. Το μόνο που αυτή τη φορά οι μπελάδες είναι προσωπικής φύσης, αφού ο μερικής απασχόλησης εραστής της, αστυνομικός Μορέλι, καταφθάνει στη Χαβάη απροειδοποίητα για να της κάνει έκπληξη, και την πιάνει στα πράσα με τον επίσης μερικής απασχόλησης εραστή της, Ρέιντζερ, με το οποίον και πλακώνονται. Η Στέφανι, μη ξέροντας τι να κάνει μ’ αυτούς τους δύο, και αδυνατώντας ν’ αποφασίσει ποιον προτιμά, το σκάει με προορισμό την πατρίδα. Όχι πώς αυτό θα τη βοηθήσει και πολύ, αφού επιστρέφοντας εκεί θα βρει να την περιμένουν νέοι μπελάδες. Ο ξάδελφος και αφεντικό της, Βίννι, έχει συλληφθεί αφού μπλέχθηκε σε ένα καυγά με τον εργολάβο που ανακαινίζει το καταστραμμένο γραφείο του, τον Σαλβατόρε ΝτιΆντζελο, που τον απειλεί ότι θα του κάψει το τροχόσπιτο, από το οποίο εδώ καιρό λειτουργεί η επιχείρησή του. Όπως θα περίμενε κανείς η απειλή δεν αργεί να γίνει πραγματικότητα και ο Βίννι, σαν καθώς πρέπει ιταλός ορκίζεται να πάρει την εκδίκησή του καταστρέφοντας το υπερπολυτελές αμάξι του Σαλβατόρε. Κι αυτό ακριβώς κάνει. Το μόνο που τα πράγματα δεν είναι όπως ακριβώς δείχνουν.
Στο μεταξύ η Στέφανι προσπαθεί να ξεφύγει από τους προσωπικούς της δαίμονες γι’ αυτό πέφτει με τα μούτρα στη δουλειά. Αρχίζει δηλαδή να κυνηγάει όλους αυτούς για τους οποίους πλήρωσε εγγύηση ο Βίννι, αλλά δεν εμφανίστηκαν στο δικαστήριο. Ο μεγάλος της στόχος είναι μια γνώριμη από τα παλιά, η Τζόις Μπέρνχαρντ, που κατηγορείται ότι έχει κλέψει ένα περιδέραιο από κάποιο κοσμηματοπώλη, ο οποίος έχει στο μεταξύ εξαφανιστεί. Ωστόσο αποφασίζει ότι δεν είναι έτοιμη να την αντιμετωπίσει αυτή τη στιγμή, έτσι παρέα με την πολύχρωμη και παμφάγο Λούλα, το ρίχνουν στο κυνήγι των υπολοίπων: μιας γυναίκας που κατηγορείται για απάτες με πιστωτικές κάρτες, ενός τσαντάκια και κάποιου που είναι ύποπτος για διάρρηξη. Οι προσπάθειές τους ωστόσο θα αποδειχθούν μάταιες, αφού για κάποιο απροσδιόριστο λόγο, η τύχη μοιάζει να τους έχει γυρίσει την πλάτη. Έτσι θα περιφέρονται από το ένα μέρος στο άλλο, θα τρώνε τα χαστούκια τους και θα επανέρχονται ξανά και ξανά ελπίζοντας ότι αυτή τη φορά τα πράγματα θα πάνε καλά.
Και, σαν να μην την έφταναν όλα αυτά η Στέφανι, που είναι «μαγνήτης προβλημάτων», σύμφωνα με έναν από τους αγαπημένους της, βρίσκει τον εαυτό της στο επίκεντρο ενός άλλου κυκλώνα. Ο άντρας που καθόταν δίπλα της στο αεροπλάνο της επιστροφής ανακαλύπτεται νεκρός, για κάποιο λόγο όλοι πιστεύουν ότι αυτή έχει στην κατοχή της μια υπερπολύτιμη φωτογραφία που κουβαλούσε εκείνος, κι έτσι βρίσκονται στο κατόπιν της. Ποιοι είναι αυτοί οι όλοι; Ένας σκληροτράχηλος αφρικανός που δουλεύει για λογαριασμό των μυστικών υπηρεσιών της Σομαλίας, δύο ουσιαστικά ακίνδυνοι άντρες τους οποίους προσέλαβε κάποιος άγνωστος, η αρραβωνιαστικιά του νεκρού και το FBI.
Όπως θα ανέμενε κανείς έχοντας όλους αυτούς στο κατόπιν της η καημένη η κοπέλα παίρνει ανάποδες και πάει να τρελαθεί. Ευτυχώς όμως που έχει τη Λούλα που την κάνει να γελά, αλλά και την ανισόρροπη οικογένειά της («τουλάχιστον καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι για φαγητό»), που της χαρίζει κάποιου είδους ισορροπία.
Σιγά σιγά, όπως γίνεται συνήθως, οι απαντήσεις δίνονται, τα μυστήρια λύνονται και όλα παίρνουν το δρόμο τους. Η προσωπική της ζωή ωστόσο θα συνεχίσει να βαδίζει σε τεντωμένο σκοινί.
Ένα ακόμη μυθιστόρημα το οποίο απολαμβάνει κανείς όχι τόσο για το μυστήριο και τη δράση, όσο για τα ευτράπελα γεγονότα που περιγράφει και τους πολύχρωμους χαρακτήρες του.
Η Στέφανι, για κάποιο λόγο, καταφέρνει πάντα και βάζει τον εαυτό της σε μπελάδες – ακόμη και όταν βρίσκεται σε διακοπές. Το μόνο που αυτή τη φορά οι μπελάδες είναι προσωπικής φύσης, αφού ο μερικής απασχόλησης εραστής της, αστυνομικός Μορέλι, καταφθάνει στη Χαβάη απροειδοποίητα για να της κάνει έκπληξη, και την πιάνει στα πράσα με τον επίσης μερικής απασχόλησης εραστή της, Ρέιντζερ, με το οποίον και πλακώνονται. Η Στέφανι, μη ξέροντας τι να κάνει μ’ αυτούς τους δύο, και αδυνατώντας ν’ αποφασίσει ποιον προτιμά, το σκάει με προορισμό την πατρίδα. Όχι πώς αυτό θα τη βοηθήσει και πολύ, αφού επιστρέφοντας εκεί θα βρει να την περιμένουν νέοι μπελάδες. Ο ξάδελφος και αφεντικό της, Βίννι, έχει συλληφθεί αφού μπλέχθηκε σε ένα καυγά με τον εργολάβο που ανακαινίζει το καταστραμμένο γραφείο του, τον Σαλβατόρε ΝτιΆντζελο, που τον απειλεί ότι θα του κάψει το τροχόσπιτο, από το οποίο εδώ καιρό λειτουργεί η επιχείρησή του. Όπως θα περίμενε κανείς η απειλή δεν αργεί να γίνει πραγματικότητα και ο Βίννι, σαν καθώς πρέπει ιταλός ορκίζεται να πάρει την εκδίκησή του καταστρέφοντας το υπερπολυτελές αμάξι του Σαλβατόρε. Κι αυτό ακριβώς κάνει. Το μόνο που τα πράγματα δεν είναι όπως ακριβώς δείχνουν.
Στο μεταξύ η Στέφανι προσπαθεί να ξεφύγει από τους προσωπικούς της δαίμονες γι’ αυτό πέφτει με τα μούτρα στη δουλειά. Αρχίζει δηλαδή να κυνηγάει όλους αυτούς για τους οποίους πλήρωσε εγγύηση ο Βίννι, αλλά δεν εμφανίστηκαν στο δικαστήριο. Ο μεγάλος της στόχος είναι μια γνώριμη από τα παλιά, η Τζόις Μπέρνχαρντ, που κατηγορείται ότι έχει κλέψει ένα περιδέραιο από κάποιο κοσμηματοπώλη, ο οποίος έχει στο μεταξύ εξαφανιστεί. Ωστόσο αποφασίζει ότι δεν είναι έτοιμη να την αντιμετωπίσει αυτή τη στιγμή, έτσι παρέα με την πολύχρωμη και παμφάγο Λούλα, το ρίχνουν στο κυνήγι των υπολοίπων: μιας γυναίκας που κατηγορείται για απάτες με πιστωτικές κάρτες, ενός τσαντάκια και κάποιου που είναι ύποπτος για διάρρηξη. Οι προσπάθειές τους ωστόσο θα αποδειχθούν μάταιες, αφού για κάποιο απροσδιόριστο λόγο, η τύχη μοιάζει να τους έχει γυρίσει την πλάτη. Έτσι θα περιφέρονται από το ένα μέρος στο άλλο, θα τρώνε τα χαστούκια τους και θα επανέρχονται ξανά και ξανά ελπίζοντας ότι αυτή τη φορά τα πράγματα θα πάνε καλά.
Και, σαν να μην την έφταναν όλα αυτά η Στέφανι, που είναι «μαγνήτης προβλημάτων», σύμφωνα με έναν από τους αγαπημένους της, βρίσκει τον εαυτό της στο επίκεντρο ενός άλλου κυκλώνα. Ο άντρας που καθόταν δίπλα της στο αεροπλάνο της επιστροφής ανακαλύπτεται νεκρός, για κάποιο λόγο όλοι πιστεύουν ότι αυτή έχει στην κατοχή της μια υπερπολύτιμη φωτογραφία που κουβαλούσε εκείνος, κι έτσι βρίσκονται στο κατόπιν της. Ποιοι είναι αυτοί οι όλοι; Ένας σκληροτράχηλος αφρικανός που δουλεύει για λογαριασμό των μυστικών υπηρεσιών της Σομαλίας, δύο ουσιαστικά ακίνδυνοι άντρες τους οποίους προσέλαβε κάποιος άγνωστος, η αρραβωνιαστικιά του νεκρού και το FBI.
Όπως θα ανέμενε κανείς έχοντας όλους αυτούς στο κατόπιν της η καημένη η κοπέλα παίρνει ανάποδες και πάει να τρελαθεί. Ευτυχώς όμως που έχει τη Λούλα που την κάνει να γελά, αλλά και την ανισόρροπη οικογένειά της («τουλάχιστον καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι για φαγητό»), που της χαρίζει κάποιου είδους ισορροπία.
Σιγά σιγά, όπως γίνεται συνήθως, οι απαντήσεις δίνονται, τα μυστήρια λύνονται και όλα παίρνουν το δρόμο τους. Η προσωπική της ζωή ωστόσο θα συνεχίσει να βαδίζει σε τεντωμένο σκοινί.
Ένα ακόμη μυθιστόρημα το οποίο απολαμβάνει κανείς όχι τόσο για το μυστήριο και τη δράση, όσο για τα ευτράπελα γεγονότα που περιγράφει και τους πολύχρωμους χαρακτήρες του.
Από την ίδια συγγραφέα
Subscribe to:
Posts (Atom)

















