Showing posts with label έλληνες συγγραφείς. Show all posts
Showing posts with label έλληνες συγγραφείς. Show all posts
Wednesday, July 11, 2012
Δημοσθένης Παπαμάρκος – ΜεταΠοίηση
Αυτό είναι ένα από εκείνα τα βιβλία που σε μαγεύουν για τον ένα ή τον άλλο λόγο. Δεν είναι μόνο οι ιστορίες που έχει να πει, δεν είναι μόνο οι ήρωές του, είναι και εκείνες οι μοναδικές στιγμές που μοιάζει τη μια να πατά στη γη και την άλλη να κόβει βόλτες στον άλλο κόσμο, τη μια να μιλά για καθημερινές μικρές αλήθειες και την άλλη να καταπιάνεται με τα πιο μεγάλα θέματα.
Αν υπάρχει ένα στοιχείο που κυριαρχεί σ’ αυτά του διηγήματα, που θυμίζουν παραμύθια, είναι ο θάνατος. Οι άνθρωποι πεθαίνουν συνεχώς, με τρόπους διαφορετικούς, σε τόπους αλλιώτικους, αλλά πεθαίνουν. Κι αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι ζούνε τη ζωή μέχρι της τελευταία της στιγμή με πάθος. Αγαπούν, μισούν, δέχονται τα χτυπήματα της μοίρας και τις μικρές χαρές όπως τους έρχονται, επαναστατούν, σκοτώνονται και σκοτώνουν.
Ο ένας πηγαίνει στον πόλεμο και επιστρέφοντας ανακαλύπτει ότι όλα όσα είχε έχουν πια χαθεί κι αποφασίζει να πάρει την εκδίκησή του, παραδίδοντας την ψυχή του στο διάβολο.
Ο άλλος είναι μοναχικός και όταν επιτέλους βρίσκει μια γυναίκα, έστω άστεγη, να του κρατά για λίγο συντροφιά, τη σκοτώνει.
Κάποιος άλλος ταξιδεύει στα μέρη της Ανατολής αναζητώντας μια χαμένη πόλη, όπου εξακολουθούν να λατρεύουν την Αστάρτη.
Και ένας ναυτικός ταξιδεύει στα λιμάνια του κόσμου επιθυμώντας να διατηρήσει αυτό που αγαπάει πιο πολύ: τη μοναξιά του.
Οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, οι ήρωες σ’ αυτές τις ιστορίες, μοιάζουν απελπισμένοι, σαν να ζουν τη ζωή από συνήθεια, ή μάλλον απλά σαν να επιβιώνουν μέρα με τη μέρα. Αν ψάχνουν τη χαρά, την ευτυχία, αυτό δεν γίνεται αντιληπτό μέσα από τα έργα και τις πράξεις τους. Τα τοπία του έξω και του μέσα τους μοιάζουν ζοφερά.
Όταν μιλούν ωστόσο έχουν κάτι σημαντικό να πουν: «Έρχεται και γεμίζει ένα κενό η κάθε νέα ζωή», «Όλες οι ταινίες με ζόμπι έχουν happy end. Στο τέλος τρώνε τους πάντες και δεν απομένει κανείς να θυμάται», «Έτσι πεθαίνουν οι άνθρωποι. Πρώτα τους ξεχνάνε οι κοντινοί τους», «Όσες θυσίες κι αν έκανα στον προπάτορα αυτός δεν έλυνε τα δεσμά του χώματος».
Ταξιδεύουν όμορφα τον αναγνώστη αυτές οι ιστορίες. Τον πηγαίνουν σε μέρη γνώριμα πού και πού, αλλά πιο συχνά τον παρασύρουν στα μονοπάτια της φαντασίας, τον κάνουν να αντικρίσει όψεις της ζωής μέσα από τα κάτοπτρα του μύθου.
Ακόμη και οι τίτλοι τους μοιάζουν να κλείνουν το μάτι στον αναγνώστη: «Γκρίχου», «Τίσις», «Σποδός», «Καΐνα», «Σαρκώζα» κτλ.
Μια εξαιρετική συλλογή, από ένα συγγραφέα που μοιάζει να γνωρίζει πολύ καλά τα υλικά που χρησιμοποιούσαν για να πουν τις ιστορίες τους οι παραμυθάδες των παλιών καιρών.
Συστήνεται ανεπιφύλακτα σε κάθε φίλο της καλής ελληνικής λογοτεχνίας.
Tuesday, December 6, 2011
Στο "Ανεμώλια" του Ισίδωρου Ζούργου το Βραβείο Αναγνωστών
Tο Βραβείο Αναγνωστών 2011 απονέμεται στο βιβλίο «Aνεμώλια» του Ισίδωρου Ζουργού (Εκδόσεις Πατάκη). Είναι το μυθιστόρημα που υποστήριξαν ένθερμα τόσο οι 40 Λέσχες Ανάγνωσης ανά την Ελλάδα, που συμμετείχαν φέτος, όσο και το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό που έλαβε μέρος στη φετινή ψηφοφορία (2.569 ψήφοι).
Το μυθιστόρημα «Ανεμώλια» αποτελεί το έκτο βιβλίο του Θεσσαλονικιού συγγραφέα (γεν. 1964). Πρόκειται για ένα οδοιπορικό πέντε φίλων με ιστιοπλοϊκό σκάφος, οι οποίοι αναζητούν τη διάσταση της πραγματικότητας μέσα από το βλέμμα των 45 χρόνων τους, τη συναισθηματική αναμόχλευση που τους δημιουργεί το παρελθόν, την επιθυμία της χαράς σήμερα και τη ζεστασιά της συντροφικότητας.
Στην «κούρσα» της τελικής βαθμολογίας τερμάτισαν επίσης: δεύτερο το βιβλίο «Τα σακιά» της Ιωάννας Καρυστιάνη (Εκδόσεις Καστανιώτη) και τρίτο το βιβλίο «Για μια χούφτα βινύλια» της Χίλντας Παπαδημητρίου (Εκδόσεις Μεταίχμιο).
Friday, August 5, 2011
Χάρης Μαυρομάτης – Ο κήπος των νεκρών
Αυτό είναι ένα από εκείνα τα βιβλία που πραγματικά απολαμβάνω να διαβάζω. Είναι ολιγοσέλιδο, διαθέτει χιούμορ, εμφανές και υπόγειο, και λέει όλα όσα έχει να πει χωρίς να γίνεται ούτε μια στιγμή φλύαρο. Και φυσικά ο τίτλος του δεν αφήνει καμία αμφιβολία στον αναγνώστη σχετικά με το τι καταπιάνεται.
Όλα αρχίζουν όταν πεθαίνει η Αικατερίνα, μια μεγαλοκυρά και νονά του αφηγητή. Στην κηδεία της μαζεύονται πολλοί και διάφοροι για να της πουν το στερνό αντίο. Ανάμεσά τους είναι και η μητέρα του αφηγητή, που είναι νεκρή εδώ και είκοσι χρόνια. Στην αρχή όταν την βλέπει αυτός μένει με το στόμα ανοικτό, όχι τόσο από την τρομάρα, όσο από την έκπληξη, αλλά όταν εκείνη του εξηγεί ότι απλά πήγε εκεί για να οδηγήσει τη νονά του στον κόσμο των νεκρών, όπου γίνεται η ανακύκλωση των ψυχών, εκείνος μοιάζει να την καταλαβαίνει. Τι πιο φυσικό άλλωστε;
Τις σαράντα μέρες που θα ακολουθήσουν οι δυο τους, αλλά και άλλοι πολλοί, θα τις ξοδέψουν στο κτήμα, σ’ ένα τόπο όπου οι νεκροί κι οι ζωντανοί θα συναντηθούν ξανά μετά από χρόνια πολλά και θα τα πούνε, θα θυμηθούνε τα παλιά και θα ρίξουν και τις μπηχτές τους για την Αικατερίνα, η οποία κάθε άλλο παρά συμπαθής ήταν. Διαβάζουμε: «Εκεί που ζούσε δεν υπήρχε κόσμος. Υπήρχε ένας κώδικας ελεγχόμενων αναπνοών», «Η νονά ζούσε στον κόσμο της κυρίας, που δεν ανεχόταν να ξέρουν οι άλλοι περισσότερα από αυτή», «Μα μητέρα, πόνεσε ποτέ η Αικατερίνα για να πονέσει και τώρα;» - «Πόνεσε, παιδί μου, στην τελευταία αναλαμπή, λίγο πριν σβήσει… Έπρεπε επιτέλους να ζήσει και κάτι. Μέχρι τότε δεν ζούσε. Έβλεπε μόνο, άκουγε και σχολίαζε. Είναι τραγικό να πιστεύεις πως ζεις, όταν περνάς τη ζωή σου όπως εκείνη…»
Η Αικατερίνα φυσικά δεν είναι, έστω και διά της απουσίας της, η μοναδική πρωταγωνίστρια σ’ αυτή την ιστορία. Από τις σελίδες της κάνουν βιαστικά το πέρασμά τους διάφοροι, εκκεντρικοί ή μη χαρακτήρες, οι περισσότεροι συγγενείς, έστω και μέσα από τις αναφορές των άλλων. Όπως η Κλέα, η οποία «Μας επισκεπτόταν μόνο να-σας-φιλήσω-και-να-φύγω», ή ο Γιάννης, που ήταν «ο συνειρμός τριών προηγούμενων αδελφών», και ο Τεύκρος «που προτιμούσε να ζει ανώνυμα και λυρικά». Διάφοροι άλλοι θείοι επίσης, ο καθείς με τα κουσούρια του.
Ο συγγραφέας έχει γράψει ένα κείμενο με κέφι πολύ, αλλά και με έντονη ποιητική διάθεση, αφού εκτός από να μας χαρίζει χαμόγελα με τις εμπνεύσεις του, μας προσφέρει και μερικές εκπληκτικές περιγραφές του τοπίου, του εντός και του εκτός. Ενός κτήματος του οποίου οι γωνίες ήταν επιτάφιοι, των ψυχών, νεκρών ή ζωντανών, που όλες έχουν κάτι να πουν, όσο ασήμαντο κι αν είναι αυτό, όσο ασήμαντοι κι αν υπήρξαν κι οι ίδιοι. Κι ας μην έχουν σημασία «τα ονόματα εκείνων που δεν μπορούν να σφραγίσουν τη μεγάλη ιστορία».
Ένα εξαιρετικό βιβλίο, το οποίο μοιάζει να θέλει να μας πει ότι τα λίγα λόγια είναι πλούτος. Και γίνεται πιστευτό. Διαβάστε το.
Όλα αρχίζουν όταν πεθαίνει η Αικατερίνα, μια μεγαλοκυρά και νονά του αφηγητή. Στην κηδεία της μαζεύονται πολλοί και διάφοροι για να της πουν το στερνό αντίο. Ανάμεσά τους είναι και η μητέρα του αφηγητή, που είναι νεκρή εδώ και είκοσι χρόνια. Στην αρχή όταν την βλέπει αυτός μένει με το στόμα ανοικτό, όχι τόσο από την τρομάρα, όσο από την έκπληξη, αλλά όταν εκείνη του εξηγεί ότι απλά πήγε εκεί για να οδηγήσει τη νονά του στον κόσμο των νεκρών, όπου γίνεται η ανακύκλωση των ψυχών, εκείνος μοιάζει να την καταλαβαίνει. Τι πιο φυσικό άλλωστε;
Τις σαράντα μέρες που θα ακολουθήσουν οι δυο τους, αλλά και άλλοι πολλοί, θα τις ξοδέψουν στο κτήμα, σ’ ένα τόπο όπου οι νεκροί κι οι ζωντανοί θα συναντηθούν ξανά μετά από χρόνια πολλά και θα τα πούνε, θα θυμηθούνε τα παλιά και θα ρίξουν και τις μπηχτές τους για την Αικατερίνα, η οποία κάθε άλλο παρά συμπαθής ήταν. Διαβάζουμε: «Εκεί που ζούσε δεν υπήρχε κόσμος. Υπήρχε ένας κώδικας ελεγχόμενων αναπνοών», «Η νονά ζούσε στον κόσμο της κυρίας, που δεν ανεχόταν να ξέρουν οι άλλοι περισσότερα από αυτή», «Μα μητέρα, πόνεσε ποτέ η Αικατερίνα για να πονέσει και τώρα;» - «Πόνεσε, παιδί μου, στην τελευταία αναλαμπή, λίγο πριν σβήσει… Έπρεπε επιτέλους να ζήσει και κάτι. Μέχρι τότε δεν ζούσε. Έβλεπε μόνο, άκουγε και σχολίαζε. Είναι τραγικό να πιστεύεις πως ζεις, όταν περνάς τη ζωή σου όπως εκείνη…»
Η Αικατερίνα φυσικά δεν είναι, έστω και διά της απουσίας της, η μοναδική πρωταγωνίστρια σ’ αυτή την ιστορία. Από τις σελίδες της κάνουν βιαστικά το πέρασμά τους διάφοροι, εκκεντρικοί ή μη χαρακτήρες, οι περισσότεροι συγγενείς, έστω και μέσα από τις αναφορές των άλλων. Όπως η Κλέα, η οποία «Μας επισκεπτόταν μόνο να-σας-φιλήσω-και-να-φύγω», ή ο Γιάννης, που ήταν «ο συνειρμός τριών προηγούμενων αδελφών», και ο Τεύκρος «που προτιμούσε να ζει ανώνυμα και λυρικά». Διάφοροι άλλοι θείοι επίσης, ο καθείς με τα κουσούρια του.
Ο συγγραφέας έχει γράψει ένα κείμενο με κέφι πολύ, αλλά και με έντονη ποιητική διάθεση, αφού εκτός από να μας χαρίζει χαμόγελα με τις εμπνεύσεις του, μας προσφέρει και μερικές εκπληκτικές περιγραφές του τοπίου, του εντός και του εκτός. Ενός κτήματος του οποίου οι γωνίες ήταν επιτάφιοι, των ψυχών, νεκρών ή ζωντανών, που όλες έχουν κάτι να πουν, όσο ασήμαντο κι αν είναι αυτό, όσο ασήμαντοι κι αν υπήρξαν κι οι ίδιοι. Κι ας μην έχουν σημασία «τα ονόματα εκείνων που δεν μπορούν να σφραγίσουν τη μεγάλη ιστορία».
Ένα εξαιρετικό βιβλίο, το οποίο μοιάζει να θέλει να μας πει ότι τα λίγα λόγια είναι πλούτος. Και γίνεται πιστευτό. Διαβάστε το.
Wednesday, June 1, 2011
Αλέξης Σταμάτης – Ζωή
Αυτή είναι μια νουβέλα που υποδύεται το θεατρικό έργο ή και αντίστροφα. Ή ίσως και να είναι ένα δράμα δωματίου όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο.
Τα γεγονότα που περιγράφονται εδώ διαδραματίζονται στη διάρκεια μίας μόλις νύχτας. Ένας φίλος από το παρελθόν επιστρέφει και οι γνωστοί του ετοιμάζονται να τον υποδεχτούν στο σπιτικό τους. Το μόνο που δεν είναι και τόσο ευπρόσδεκτος, αφού τα μέλη της οικογένειας έχουν κάποιες μεγάλες διαφορές μαζί του, οι οποίες καθιστούν τη συνάντηση γι’ αυτούς μία δοκιμασία.
Ο Αντρέας είναι ένας αχαΐρευτος άντρας, που έχει ωστόσο τον τρόπο του με τις γυναίκες. Καταφέρνει πάντα, με κάποιο τρόπο, να τις παίρνει με το μέρος του, χωρίς να σκέφτεται ούτε στιγμή τα προβλήματα που θα μπορούσε να δημιουργήσει. Ανάμεσα στις κατακτήσεις του ήταν και η Ζωή, η οικοδέσποινά του, κάτι που γνωρίζει ο άντρας της, ο Λυκούργος, ο οποίος όμως παρόλα αυτά δεν φαίνεται να έχει κανένα πρόβλημα να υποδεχτεί τον πρώτο στο σπίτι τους. Ετοιμάζει μάλιστα προς τιμήν του ένα μεγάλο δείπνο, μια και τυγχάνει δεινός μάγειρας. Η Ζωή από την άλλη είναι, λίγο ή πολύ, στον κόσμο της: μια γυναίκα αγοραφοβική, που νοιάζεται μοναχά για τον εαυτούλη της και την εμφάνισή της και η οποία εδώ και χρόνια γράφει ένα βιβλίο, που μάλλον δεν θα τελειώσει ποτέ.
Καθώς ετοιμάζονται λοιπόν για τη μεγάλη βραδιά καταφθάνει στο σπίτι και η κόρη τους η Μάγια, η οποία έχει τη δική της ατζέντα, καθώς και η Αιμιλία, η επίσημη αγαπημένη του Λυκούργου, και η, κατά κάποιο τρόπο, γυναίκα για όλες τις δουλειές της Ζωής.
Μέσα από τις σκέψεις και τις αναμνήσεις των πιο πάνω, αλλά και το ολοζώντανο παρόν του Αντρέα, θα ταξιδέψουμε στο χθες των πρωταγωνιστών, το γεμάτο μυστικά, τα οποία μόνο ένας απ’ αυτούς γνωρίζει στο σύνολό τους. Με εξαίρεση τον Λυκούργο, που είναι ο μόνος που μοιάζει να ξέρει που πατά και που πηγαίνει, οι υπόλοιποι φαίνονται να παραπαίουν ανάμεσα στις φοβίες και τις αναμνήσεις τους. Την παράσταση ωστόσο δεν την κλέβει αυτός, αλλά η Ζωή. Αυτή είναι στο επίκεντρο, κι ας αδυνατεί να κινήσει τα νήματα. Είναι μια γυναίκα ερωτευμένη με το πάθος, σκόρπια, μπερδεμένη, χαοτική, την οποία ενδιαφέρουν οι άλλοι μοναχά σαν εικόνες, ώστε να μπορεί να προβάλλει πάνω τους τα φαντάσματά της. Όπως διαβάζουμε κάπου, στις πρώτες σελίδες: «Είναι κάτι σαν ηθοποιός η Ζωή. Στη ζωή, όχι στη σκηνή», η οποία αντιμετωπίζει την αγάπη σαν κατόρθωμα.
Παρόλα τα κουσούρια της όμως διαθέτει χιούμορ που σκοτώνει («Αχ, αυτή η Αιμιλία, δεν είναι ούτε καν δήθεν, τρίθεν είναι», έλεγε) και επιμένει να λέει πάντα την αλήθεια – μια συνήθεια που θα της κοστίσει κάποτε ακριβά.
Οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές μοιάζουν να περιστρέφονται γύρω από τον αστερισμό της. Όλοι αδύναμοι. Όλοι υποτακτικοί της. Αυτή ορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού, αλλά δεν μπορεί να καθορίσει το αποτέλεσμά του. Έτσι, όταν κάποτε έρθει το τέλος, θα τη βρει απροετοίμαστη.
Ένα βιβλίο που διαβάζεται εύκολα και γρήγορα, σε μια καθισιά και χαρίζει στον αναγνώστη αρκετά χαμόγελα. Πολύ διαφορετικό από τα μεγάλα μυθιστορήματα του συγγραφέα, αλλά το ίδιο καλό με αυτά.
Διαβάστε επίσης:
Σκότωσε ό,τι αγαπάς
Οδός Θησέως
Μητέρα Στάχτη
Βίλα Κομπρέ
Μπαρ Φλωμπέρ
Τα γεγονότα που περιγράφονται εδώ διαδραματίζονται στη διάρκεια μίας μόλις νύχτας. Ένας φίλος από το παρελθόν επιστρέφει και οι γνωστοί του ετοιμάζονται να τον υποδεχτούν στο σπιτικό τους. Το μόνο που δεν είναι και τόσο ευπρόσδεκτος, αφού τα μέλη της οικογένειας έχουν κάποιες μεγάλες διαφορές μαζί του, οι οποίες καθιστούν τη συνάντηση γι’ αυτούς μία δοκιμασία.
Ο Αντρέας είναι ένας αχαΐρευτος άντρας, που έχει ωστόσο τον τρόπο του με τις γυναίκες. Καταφέρνει πάντα, με κάποιο τρόπο, να τις παίρνει με το μέρος του, χωρίς να σκέφτεται ούτε στιγμή τα προβλήματα που θα μπορούσε να δημιουργήσει. Ανάμεσα στις κατακτήσεις του ήταν και η Ζωή, η οικοδέσποινά του, κάτι που γνωρίζει ο άντρας της, ο Λυκούργος, ο οποίος όμως παρόλα αυτά δεν φαίνεται να έχει κανένα πρόβλημα να υποδεχτεί τον πρώτο στο σπίτι τους. Ετοιμάζει μάλιστα προς τιμήν του ένα μεγάλο δείπνο, μια και τυγχάνει δεινός μάγειρας. Η Ζωή από την άλλη είναι, λίγο ή πολύ, στον κόσμο της: μια γυναίκα αγοραφοβική, που νοιάζεται μοναχά για τον εαυτούλη της και την εμφάνισή της και η οποία εδώ και χρόνια γράφει ένα βιβλίο, που μάλλον δεν θα τελειώσει ποτέ.
Καθώς ετοιμάζονται λοιπόν για τη μεγάλη βραδιά καταφθάνει στο σπίτι και η κόρη τους η Μάγια, η οποία έχει τη δική της ατζέντα, καθώς και η Αιμιλία, η επίσημη αγαπημένη του Λυκούργου, και η, κατά κάποιο τρόπο, γυναίκα για όλες τις δουλειές της Ζωής.
Μέσα από τις σκέψεις και τις αναμνήσεις των πιο πάνω, αλλά και το ολοζώντανο παρόν του Αντρέα, θα ταξιδέψουμε στο χθες των πρωταγωνιστών, το γεμάτο μυστικά, τα οποία μόνο ένας απ’ αυτούς γνωρίζει στο σύνολό τους. Με εξαίρεση τον Λυκούργο, που είναι ο μόνος που μοιάζει να ξέρει που πατά και που πηγαίνει, οι υπόλοιποι φαίνονται να παραπαίουν ανάμεσα στις φοβίες και τις αναμνήσεις τους. Την παράσταση ωστόσο δεν την κλέβει αυτός, αλλά η Ζωή. Αυτή είναι στο επίκεντρο, κι ας αδυνατεί να κινήσει τα νήματα. Είναι μια γυναίκα ερωτευμένη με το πάθος, σκόρπια, μπερδεμένη, χαοτική, την οποία ενδιαφέρουν οι άλλοι μοναχά σαν εικόνες, ώστε να μπορεί να προβάλλει πάνω τους τα φαντάσματά της. Όπως διαβάζουμε κάπου, στις πρώτες σελίδες: «Είναι κάτι σαν ηθοποιός η Ζωή. Στη ζωή, όχι στη σκηνή», η οποία αντιμετωπίζει την αγάπη σαν κατόρθωμα.
Παρόλα τα κουσούρια της όμως διαθέτει χιούμορ που σκοτώνει («Αχ, αυτή η Αιμιλία, δεν είναι ούτε καν δήθεν, τρίθεν είναι», έλεγε) και επιμένει να λέει πάντα την αλήθεια – μια συνήθεια που θα της κοστίσει κάποτε ακριβά.
Οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές μοιάζουν να περιστρέφονται γύρω από τον αστερισμό της. Όλοι αδύναμοι. Όλοι υποτακτικοί της. Αυτή ορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού, αλλά δεν μπορεί να καθορίσει το αποτέλεσμά του. Έτσι, όταν κάποτε έρθει το τέλος, θα τη βρει απροετοίμαστη.
Ένα βιβλίο που διαβάζεται εύκολα και γρήγορα, σε μια καθισιά και χαρίζει στον αναγνώστη αρκετά χαμόγελα. Πολύ διαφορετικό από τα μεγάλα μυθιστορήματα του συγγραφέα, αλλά το ίδιο καλό με αυτά.
Διαβάστε επίσης:
Σκότωσε ό,τι αγαπάς
Οδός Θησέως
Μητέρα Στάχτη
Βίλα Κομπρέ
Μπαρ Φλωμπέρ
Monday, May 23, 2011
Ευγένιος Τριβιζάς – Η τελευταία μαύρη γάτα
Ένα βιβλίο φανταστικό. Γεμάτο περιπέτεια και χιούμορ και κρυφά διδάγματα – κρυφά ώστε να μη στερούν από τον αναγνώστη κάτι από την απόλαυση του ταξιδιού.
Ναι, ένα ταξίδι είναι αυτό το μυθιστόρημα για παιδιά και νέους κάθε ηλικίας. Ένα ταξίδι στις ψυχές ή, αν προτιμάτε, τις γατοψυχές, αφού υποδηλώνει και ο τίτλος σ’ αυτό ακολουθούμε στις περιπέτειές της την τελευταία μαύρη γάτα, ή μάλλον γάτο.
Όλα αρχίζουν όταν ο ήρωάς μας αντιλαμβάνεται ότι σιγά σιγά άρχισαν να εξαφανίζονται οι μαύρες γάτες απ’ το νησί. Εντάξει, οι περισσότερες είναι αλήτισσες, ταξιδιάρες, αλλά όπως και να έχουν τα πράγματα κάτι δεν μοιάζει να πηγαίνει καλά. Τις υποψίες του θα ενισχύσει η σχεδόν συνάντησή του με τον κοντό με την τραγιάσκα, ένα γατομπόγια.
Ωστόσο το τι πρόκειται να συμβεί δεν μπορεί να το φανταστεί ούτε στους πιο σοβαρούς του εφιάλτες, αφού σύντομα θα ξεσπάσει σ’ ολόκληρο το νησί ένας λυσσαλέος διωγμός κατά των μαύρων γάτων, με την έγκριση μάλιστα του πρωθυπουργού. Μέσω μιας έξυπνης διαφημιστικής εκστρατείας οι αρχές και κάποιοι επιχειρηματίες θα πείσουν την κοινή γνώμη ότι για όλα τα κακά της μοίρας τους φταίνε οι μαύρες γάτες. Έτσι οι άνθρωποι αρχίζουν να τις καταδιώκουν, να τις συλλαμβάνουν, να τις χτυπάνε και να τις σκοτώνουν, ελπίζοντας έτσι να δουν άσπρη μέρα.
Ο φίλος μας βλέποντας την κατάσταση να πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο συγκαλεί μια γατοσυνέλευση ώστε οι γάτες ν’ αποφασίσουν ποια γραμμή θ’ ακολουθήσουν, αφού θα ήταν ασυγχώρητες αν εξακολουθούσαν να παρακολουθούν τις εξελίξεις με κατεβασμένη την ουρά. Τα γεγονότα όμως θα τον απογοητεύσουν, αφού η μια μετά την άλλη οι διάφορες φυλές θα αρνηθούν να συμμαχήσουν με τις μαύρες, μια και φοβούνται ότι θα θεωρηθούν συνεργοί τους. Και σαν να μην τους έφταναν όλ’ αυτά κάποιος τους προδίδει κιόλας. Ποιος όμως και γιατί;
Ο καλός γάτος, όλο και πιο μόνος, περιφέρεται απ’ το ένα μέρος στο άλλο, κρύβεται μέσα σε κουτιά και ντουλάπες, ακόμη και μέσα σε χαλιά, μαθαίνει κάποια πράγματα, παθαίνει πολλά περισσότερα και φτάνει στο σημείο να μισήσει τη ζωή του. Πρώτα τον απογοήτευσαν τ’ αδέλφια του, η οικογένειά του, και μετά οι άνθρωποι. Ωστόσο, όσο κι αν τους αξίζει, δεν μισεί κανένα απ’ αυτούς. Κι εκεί που πιάνει πια απόλυτα πάτο, αντί να τους επιτεθεί, απλά τους συγχωρεί. Τι σημασία έχει εξάλλου η εκδίκηση; Εκείνος το μόνο που ζητά είναι να γίνουν όλα όπως παλιά: να βρει και πάλι τους φίλους του, μια χαριτωμένη γάτα για να αγαπά, να συνεχίσει να κόβει τις βόλτες του στις στέγες και στα πεζοδρόμια, η ζωή του ν’ αποκτήσει και πάλι νόημα.
Ο συγγραφέας μέσω των γάτων του φτιάχνει μια μικρογραφία της ανθρώπινης κοινωνίας. Μιλά για την ευπιστία των ανθρώπων, την ανάγκη τους να δείξουν κάποιον με το δάχτυλο και να πουν ότι αυτός φταίει για όλα, των προκαταλήψεών τους, της τάσης τους να επιδίδονται σε αποτρόπαιες πράξεις, του πως όλα μπορούν να αλλάξουν από τη μια στιγμή στην άλλη, της αγάπης που χάνεται. Όλοι σχεδόν αντιπροσωπεύουν το κακό. Ο μαύρος γάτος μας, μια μικρούλα και μια μεγαλόψυχη γριά, αντιπροσωπεύουν το καλό, την αγνότητα των ψυχών. Με μία λέξη, είναι και οι τρεις τους γαταπληκτικοί, κι αυτοί ακριβώς είναι που εξακολουθούν και δίνουν κάποια αξία στη ζωή, που την εμποδίζουν να κυλήσει ολότελα στο σκοτάδι.
Καλογραμμένο όσο πάει, μάς χαρίζει πολλά χαμόγελα, γεννά μέσα μας αμέτρητες σκέψεις. Αξίζει να διαβαστεί απ’ τον καθένα.
Ναι, ένα ταξίδι είναι αυτό το μυθιστόρημα για παιδιά και νέους κάθε ηλικίας. Ένα ταξίδι στις ψυχές ή, αν προτιμάτε, τις γατοψυχές, αφού υποδηλώνει και ο τίτλος σ’ αυτό ακολουθούμε στις περιπέτειές της την τελευταία μαύρη γάτα, ή μάλλον γάτο.
Όλα αρχίζουν όταν ο ήρωάς μας αντιλαμβάνεται ότι σιγά σιγά άρχισαν να εξαφανίζονται οι μαύρες γάτες απ’ το νησί. Εντάξει, οι περισσότερες είναι αλήτισσες, ταξιδιάρες, αλλά όπως και να έχουν τα πράγματα κάτι δεν μοιάζει να πηγαίνει καλά. Τις υποψίες του θα ενισχύσει η σχεδόν συνάντησή του με τον κοντό με την τραγιάσκα, ένα γατομπόγια.
Ωστόσο το τι πρόκειται να συμβεί δεν μπορεί να το φανταστεί ούτε στους πιο σοβαρούς του εφιάλτες, αφού σύντομα θα ξεσπάσει σ’ ολόκληρο το νησί ένας λυσσαλέος διωγμός κατά των μαύρων γάτων, με την έγκριση μάλιστα του πρωθυπουργού. Μέσω μιας έξυπνης διαφημιστικής εκστρατείας οι αρχές και κάποιοι επιχειρηματίες θα πείσουν την κοινή γνώμη ότι για όλα τα κακά της μοίρας τους φταίνε οι μαύρες γάτες. Έτσι οι άνθρωποι αρχίζουν να τις καταδιώκουν, να τις συλλαμβάνουν, να τις χτυπάνε και να τις σκοτώνουν, ελπίζοντας έτσι να δουν άσπρη μέρα.
Ο φίλος μας βλέποντας την κατάσταση να πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο συγκαλεί μια γατοσυνέλευση ώστε οι γάτες ν’ αποφασίσουν ποια γραμμή θ’ ακολουθήσουν, αφού θα ήταν ασυγχώρητες αν εξακολουθούσαν να παρακολουθούν τις εξελίξεις με κατεβασμένη την ουρά. Τα γεγονότα όμως θα τον απογοητεύσουν, αφού η μια μετά την άλλη οι διάφορες φυλές θα αρνηθούν να συμμαχήσουν με τις μαύρες, μια και φοβούνται ότι θα θεωρηθούν συνεργοί τους. Και σαν να μην τους έφταναν όλ’ αυτά κάποιος τους προδίδει κιόλας. Ποιος όμως και γιατί;
Ο καλός γάτος, όλο και πιο μόνος, περιφέρεται απ’ το ένα μέρος στο άλλο, κρύβεται μέσα σε κουτιά και ντουλάπες, ακόμη και μέσα σε χαλιά, μαθαίνει κάποια πράγματα, παθαίνει πολλά περισσότερα και φτάνει στο σημείο να μισήσει τη ζωή του. Πρώτα τον απογοήτευσαν τ’ αδέλφια του, η οικογένειά του, και μετά οι άνθρωποι. Ωστόσο, όσο κι αν τους αξίζει, δεν μισεί κανένα απ’ αυτούς. Κι εκεί που πιάνει πια απόλυτα πάτο, αντί να τους επιτεθεί, απλά τους συγχωρεί. Τι σημασία έχει εξάλλου η εκδίκηση; Εκείνος το μόνο που ζητά είναι να γίνουν όλα όπως παλιά: να βρει και πάλι τους φίλους του, μια χαριτωμένη γάτα για να αγαπά, να συνεχίσει να κόβει τις βόλτες του στις στέγες και στα πεζοδρόμια, η ζωή του ν’ αποκτήσει και πάλι νόημα.
Ο συγγραφέας μέσω των γάτων του φτιάχνει μια μικρογραφία της ανθρώπινης κοινωνίας. Μιλά για την ευπιστία των ανθρώπων, την ανάγκη τους να δείξουν κάποιον με το δάχτυλο και να πουν ότι αυτός φταίει για όλα, των προκαταλήψεών τους, της τάσης τους να επιδίδονται σε αποτρόπαιες πράξεις, του πως όλα μπορούν να αλλάξουν από τη μια στιγμή στην άλλη, της αγάπης που χάνεται. Όλοι σχεδόν αντιπροσωπεύουν το κακό. Ο μαύρος γάτος μας, μια μικρούλα και μια μεγαλόψυχη γριά, αντιπροσωπεύουν το καλό, την αγνότητα των ψυχών. Με μία λέξη, είναι και οι τρεις τους γαταπληκτικοί, κι αυτοί ακριβώς είναι που εξακολουθούν και δίνουν κάποια αξία στη ζωή, που την εμποδίζουν να κυλήσει ολότελα στο σκοτάδι.
Καλογραμμένο όσο πάει, μάς χαρίζει πολλά χαμόγελα, γεννά μέσα μας αμέτρητες σκέψεις. Αξίζει να διαβαστεί απ’ τον καθένα.
Monday, December 20, 2010
Αλέξης Σταμάτης – Σκότωσε ό,τι αγαπάς
Το «Σκότωσε ό,τι αγαπάς» είναι κάπως διαφορετικό από τα προηγούμενα βιβλία του Αλέξη Σταμάτη. Η θεματολογία του δεν αλλάζει -κι εδώ κάποιος ψάχνει ν’ ανακαλύψει κατά κάποιο τρόπο τον εαυτό του- αλλάζει όμως η γραφή, γίνεται λίγο περισσότερο πειραματική, σχεδόν παιχνιδιάρικη, ενώ και οι σελίδες μειώνονται.Ο ήρωας του Σταμάτη, ο Άρης Μανιάτης, ένας κινηματογραφιστής που ήρθε σ’ αυτόν τον κόσμο απλά για «να καταλάβει», είναι μια δυστυχισμένη ψυχή, που επιλέγει να ζει μέσα σε μια απομόνωση που σιγά σιγά τον σκοτώνει, που του κλέβει κάθε χαρά και τον καθιστά ανήμπορο ν’ αναζητήσει την ευτυχία. «Έχω κόρη που δεν βλέπω, έχω ζωή που δεν ζω. Μερικές φορές νομίζω ότι είμαι φάντασμα», μονολογεί ή μάλλον σκέφτεται.
Πώς να ανακτήσει λοιπόν την απολεσθείσα ζωή; Θα αποτελέσει η νέα ταινία, το σενάριο της οποίας έχει μόλις τελειώσει, την αφετηρία για κάτι καινούριο ξεκίνημα. Θα σταθεί αυτή ικανή να τον βγάλει από τα αδιέξοδά του; Θα τον βοηθήσει να κερδίσει τη μονομαχία με το χρόνο; Πρέπει. Πρέπει να γίνει αυτό, αφού ο Άρης ξέρει μοναχά να λέει, «ιστορίες με εικόνες». Και: «Μια ιστορία είναι η μεταφορά μιας ζωής και η ζωή βιώνεται με το χρόνο».
Όσο κι αν ελπίζει όμως δε νιώθει καθόλου σίγουρος ότι θα μπορέσει να ξεφύγει από τους προσωπικούς του δαίμονες, να βγει απ’ τα αδιέξοδά του. Οι μοίρες ωστόσο θα θελήσουν να παίξουν εις βάρος του ή ίσως και υπέρ του ένα παράξενο παιχνίδι. Μετά από ένα καθόλα απρόσμενο αυτοκινητικό δυστύχημα -που θα ξυπνήσει μέσα του κάποιους εφιάλτες του χθες- θα τον οδηγήσουν σ’ ένα αγρόκτημα όπου θ’ αναζητήσει βοήθεια. Εκεί θα γνωρίσει μια πανέμορφη και ολίγον φευγάτη γυναίκα, τη Δάφνη, που κάτι του θυμίζει αλλά δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι, αλλά κι ένα γέροντα, το Γιατρό, που καταφέρνουν αναβιώνοντάς του τις κακές συνήθειες, τις οποίες είχε κόψει, να τον κάνουν να ρίξει μια βαθιά ματιά στο μέσα του για να φέρει στο φως όλα εκείνα που του σημάδεψαν τη ζωή κι εξακολουθούν ακόμη να τον τυραννάνε.
Κάνοντας λοιπόν ένα ακόμη μακροβούτι στο χθες, πιο μεγάλο και πιο αληθινό από εκείνο που τον οδήγησε στη συγγραφή του αυτοβιογραφικού του σεναρίου θ’ αρχίσει σιγά σιγά να τα βρίσκει με τον εαυτό και τα φαντάσματά του, να φτάνει σε κάποια αβίαστα συμπεράσματα για της ζωής τις μεγάλες αλήθειες. «Αν δεν εξαντλήσεις αυτό που είσαι, δεν έχει νόημα», του λέει ο Γιατρός, κι αυτός, σχεδόν άθελά του μοιάζει να συμφωνεί μαζί του. Γι’ αυτό και παίρνει να γράφει ξανά το σενάριο και να το εμπλουτίζει με τις πραγματικές αλήθειες και όχι μ’ εκείνες που τα θέλω του επέβαλαν. Στο κάτω κάτω της γραφής: «Καλλιτέχνης, είναι ο ανταποκριτής του πάθους και της αλήθειας. Όχι ο παθών…» Ενώ: «Απελπισμένος είναι εκείνος που κρύβει τα πραγματικά του συναισθήματα στο υπόγειο της ψυχής του…» «Ένας άνθρωπος που αποζητά να φύγει από παντού (όπως ο Άρης), όσο κι αν το κρύβει, είναι ένας απελπισμένος…»
Η Δάφνη και ο Γιατρός γίνονται από τη μια στιγμή στην άλλη οι καλύτεροι -μα και πολύ σκληροί- φίλοι, καθοδηγητές και εξομολογητές του Άρη. Τον βοηθούν να αδειάσει το μέσα του, να παραδεχτεί τα κρίματά του, τον οδηγούν στην κάθαρση και του δείχνουν το μονοπάτι για τη νέα ζωή.
Το βιβλίο αυτό, γραμμένο ως συνήθως με μικρές κοφτές προτάσεις, θυμίζει σενάριο κινηματογραφικής ταινίας αλλά και κάποιο έργο θεατρικό. Οι διάλογοι, τα βλέμματα και οι σιωπές μοιάζουν να σηκώνουν το ίδιο βάρος στην εξέλιξη της ιστορίας. Όλα τα λεφτά όμως είναι η ανατροπή που μας επιφυλάσσει στο τέλος. Μια ανατροπή, για την οποία ο συγγραφέας αφήνει κάποιες μικρές υπόνοιες, αλλά που όταν έρχεται καταφέρνει να μας εκπλήξει ευχάριστα.
Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα που διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα και το οποίο όλο και κάτι έχει να μας πει για την ανθρώπινη κατάσταση.
Wednesday, September 15, 2010
Αλέξης Σταμάτης – Μητέρα Στάχτη
Μια ιστορία που αναδίδει μυστήριο και τρομερά μυστικά και επιφυλάσσει φοβερές ανατροπές είναι αυτό το (παλιό) μυθιστόρημα του Αλέξη Σταμάτη. Και αν και ο τίτλος αναφέρεται στη μητέρα, ο πατέρας είναι αυτός που κρατά τον πρωταγωνιστικό ρόλο εδώ. Η πρώτη δίνει το στίγμα της με την απουσία της, ο δεύτερος με την έντονη, καταλυτική του παρουσία. Από την πρώτη στιγμή που συναντάμε αυτούς τους τόσο αντίθετους χαρακτήρες αναρωτιόμαστε πώς κατάφεραν να ξοδέψουν μαζί μια ολόκληρη ζωή (38 χρονιά), να κάνουν παιδιά και να τα μεγαλώσουν, να συνυπάρξουν σε ένα σπίτι αλλά ζώντας δυο διαφορετικές ζωές, που δε συμπλήρωναν καν η μια την άλλη, αλλά μάλλον αποτελούσαν γι’ αυτή κάποτε ένα ανυπέρβλητο, αόρατο και ορατό εμπόδιο.Με δεδομένα τα πιο πάνω δεν εκπλήσσει καθόλου τον αναγνώστη το γεγονός ότι όλα τα παιδιά τους, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, απομακρύνθηκαν απ’ αυτούς. Δεν μπορούσαν να αντέξουν την τυραννία του πατέρα, τα λυπούσε η παθητικότητα της μάνας. Μετά από ένα μεγάλο καυγά με τον πρώτο ήταν αποφασισμένα να μη γυρίσουν ξανά στο νησί, τη Σαντορίνη, αλλά να που ξαφνικά καταφθάνει στα χέρια τους μια πρόσκληση απ’ τον πατέρα για να πάνε εκεί για τις γιορτές του Πάσχα. Για το δικό του λόγο ο καθένας δέχονται. Ο πρωτότοκος, ο εστιάτορας Μηνάς, για να ζητήσει απ’ το γέρο άρχοντα την περιουσία που του έχει υποσχεθεί, η Ρηνιώ, που εδώ και χρόνια έκανε καριέρα σα φωτογράφος στη Γερμανία, για κάποιο προσωπικό της λόγο, κι ο μικρότερος ο Άλκης, που έγινε γιατρός, απλά και μόνο επειδή δεν μπορούσε να αρνηθεί το κάλεσμα του γεννήτορά του.
Από την πρώτη στιγμή που καταφθάνουν εκεί αρχίζουν να μαζεύονται τα πρώτα σκοτεινά νεφικά πάνω από το πατρικό τους σπίτι. Ο πατέρας τους μοιάζει το ίδιο πεισματάρης όπως πάντα, η μάνα τους φαίνεται κλεισμένη μέσα σ’ ένα ολόδικό της κόσμο, κι εκείνοι νιώθουν συνεχώς αμήχανοι και εν αναμονή μιας καταιγίδας που, δεν μπορεί, σύντομα σίγουρα θα ξεσπάσει. Ο Ηλίας, ο πατέρας, που όπως ο ίδιος ομολογεί: «Μια κουράδα είμαι, η κουράδα που τρέφει το δέντρο» (και που μ’ αυτό μάλλον εννοεί το δέντρο της δικής τους ζωής) και ο οποίος είναι απόλυτος όταν λέει ότι: «Εδώ κάτω είναι το παιχνίδι, όχι στα σύννεφα», δε φαίνεται να έχει μετανιώσει για τίποτα απ’ όσα έχει κάνει στο παρελθόν, ενώ μοιάζει έτοιμος να κάνει και άλλα τόσα. Έτσι η σύγκρουση, την οποία προσπαθεί με κάθε τρόπο να προλάβει ο Άλκης, δε θα αργήσει να επέλθει, με τραγικές συνέπειες για όλους.
Ο Σταμάτης, ταξιδεύοντάς μας μπρος-πίσω στο χρόνο και σκιαγραφώντας αδρά τους χαρακτήρες του, μας παραδίδει μια ιστορία για τα ακραία ανθρώπινα πάθη και τις βασανισμένες ψυχές, ενώ ένα σημαντικό ρόλο επιφυλάσσει και για τον τόπο, το νησί που μοιάζει να συμπάσχει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με τους ήρωες, χαρίζοντάς τους ομορφιά και γαλήνη τη μια και σκοτεινά και τρόμο την επόμενη.
Το τέλος του βιβλίου, εκεί όπου βγαίνουν στη φορά όλα τα σκοτεινά μυστικά, είναι λίγο προβλέψιμο, αλλά καθηλωτικό. Εξάλλου σ’ αυτή την ιστορία εκείνο που μετρά περισσότερο είναι το ταξίδι και το καταβύθισμα στις ψυχές των ηρώων μας. Με τα φλάσμπακ, τα διάφορα επίπεδα αφήγησης και τη συνεχή σχεδόν δράση η «Μητέρα Στάχτη» στα χέρια ενός καλού μάστορα της έβδομης τέχνης, θα μπορούσε να γίνει μια εξαιρετική κινηματογραφική ταινία. Αξίζει να διαβαστεί.
Monday, February 22, 2010
Σώτη Τριανταφύλλου – Ο χρόνος πάλι
Επινοημένη αυτοβιογραφία; Ίσως, ίσως και όχι. Ωστόσο κάτι μού λέει ότι η Σώτη Τριανταφύλλου άδραξε με χαρά την ευκαιρία να γράψει αυτό το βιβλίο, το κείμενο του οποίου άλλοτε κυλά σα ρυάκι και άλλοτε σαν ποτάμι ορμητικό, που σε πολλά σημεία μοιάζει εξομολογητικό και σε άλλα κρυπτικό. Κάποτε είχα γράψει ότι το «Εργοστάσιο των μολυβιών» μοιάζει σαν «βιβλίο δρόμου στην ιστορία». Το «Ο χρόνος πάλι» μοιάζει ακριβώς το ίδιο, αν εξαιρέσουμε τα ένθετα διηγήματα και κάποιες αναλύσεις, το μόνο που εδώ μιλάμε για μια ιστορία βιωμένη προσωπικά από τη συγγραφέα. Μια μέρα χρειάστηκα όλη κι όλη για να το διαβάσω, μία ακόμη θα χρειαστώ για να το διαβάσω ξανά. Γιατί ναι, θα το ξαναδιαβάσω στα σίγουρα, αφού περισσότερο με μυθιστόρημα μοιάζει παρά με βιογραφία, μ’ ένα μυθιστόρημα γραμμένο άμεσα, στο πρώτο πρόσωπο, το οποίο δεν ακολουθεί μια γραμμική πορεία αλλά «σκορπίζεται» σε διαφορετικά μονοπάτια, που μας ταξιδεύει στους τόπους και τους ανθρώπους, που μας μιλά για μια ζωή που κτίστηκε με βάση τα δικά της θέλω και πρέπει, για μια ψυχή που ακολούθησε τη δική της ξεχωριστή διαδρομή.Διασχίζοντας τις σελίδες αυτού του τόμου συναντούμε και πάλι κάποια πρόσωπα που πρωτογνωρίσαμε στα μυθιστορήματα και τα διηγήματα της συγγραφέως, μαθαίνουμε για τις πηγές της έμπνευσής της, παρατηρούμε όλα εκείνα τα μικρά και μεγάλα, σημαντικά και ασήμαντα γεγονότα που διαμόρφωσαν τη γραφή και τον χαρακτήρα της. Και διαπιστώνουμε ότι ναι, όπως και στις μυθοπλασίες, έτσι και στη ζωή, το όνειρό της ήταν να γίνει κάποτε «εκστατικά ευτυχισμένη», μια φράση που επανέρχεται ξανά και ξανά στα κείμενά της.
Οι μουσικές, τα βιβλία, οι φίλοι οι αγαπημένοι, τα ταξίδια και λιγότερο οι σπουδές της, ήταν αυτά που τη διαμόρφωσαν, μοιάζει να μας λέει. Και δε χάνει και πάλι την ευκαιρία να τα χώσει στους «ιερούς και όσιους» θεσμούς της ελληνικής κοινωνίας, την πατρίδα δηλαδή, τη θρησκεία και την οικογένεια. Αλλά τα χώνει και στους πολιτικούς, ακόμη και στην καθαγιασμένη αριστερά, και στους κάθε λογής υποκριτές, που ξέχασαν το ποιοι ήτανε και ποιοι ήθελαν να γίνουν, που θυσίασαν τα πάντα στο βωμό μιας «θεσούλας» στο δημόσιο ή όπου αλλού.
Οι λέξεις της μοιάζουν να στάζουν οργή και θλίψη, τρυφερότητα και χαρά, αλλά και να μας περιγράφουν κατά κάποιο τρόπο τον ψυχισμό της. Τον ψυχισμό μιας συγγραφέως που μάλλον αν δεν έγραφε θ’ αρρωστούσε βαριά, που αν δεν ταξίδευε θα τρελαινόταν, που αν δεν είχε τους καλούς της φίλους θα χανόταν.
Οι λέξεις της. Οι πόλεις της. Η Αθήνα τότε και τώρα, το Παρισάκι, η Νέα Υόρκη και το Λος Άντζελες. Ένα παιδί των πόλεων, μια συγγραφέας των πλατιών οριζόντων.
Σ’ αυτό το βιβλίο έχουμε για πρώτη φορά μια ιστορία που διαδραματίζεται αποκλειστικά στο Παρίσι, σε μια από τις αγαπημένες της πόλεις, με τους μουντούς, τους άχρωμους πλην κουλτουριάδες κατοίκους της, αλλά και (όχι για πρώτη φορά φυσικά) μια μεγάλη αναφορά στην Αφρική, όπου μας ταξίδεψε πρόσφατα με ένα «ημερολόγιο», αλλά και το «Λίγο από το αίμα σου». Την Αφρική που τη σημάδεψε ψυχικά και σωματικά, που την ταλαιπώρησε και την ενέπνευσε.
Οι τόποι της. Οι άνθρωποί της.
«Ο χρόνος πάλι», θα μπορούσα να πω ότι για μένα είναι το βιβλίο με τις τσακισμένες σελίδες -σε τόσα πολλά σημεία στάθηκα, τόσα πολλά σημεία μουντζούρωσα- και θα μπορούσα να συνεχίσω να γράφω γι’ αυτό για πολύ ακόμη. Ωστόσο δε θα το κάνω. Θα βάλω μια τελεία εδώ, με την ελπίδα ότι τα ερωτήματα που γέννησε στο μυαλό μου θα απαντηθούν σε μια μελλοντική συνέντευξη. Έως τότε… enjoy!
Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη
Thursday, February 18, 2010
Αλέξης Σταμάτης – Βίλα Κομπρέ
Σ’ αυτό το βιβλίο του Αλέξη Σταμάτη ο βασικός ήρωας, που ακούει στο όνομα Θάνος, δεν κάνει άλλο τίποτα από το να ταξιδεύει: στο χώρο, στο χρόνο, στο μέσα του. Και το ταξίδι του αυτό είναι μια περιπέτεια, κι η περιπέτεια αυτή τον οδηγεί στο να ανακαλύψει τον εαυτό του, ποιος πραγματικά είναι, να ξεθάψει σκοτεινά μυστικά από το παρελθόν και να βρει το θάρρος να συγκρουστεί μετωπικά με τους δαίμονές του.Όλα αρχίζουν όταν ο πατέρας του Θάνου πεθαίνει. Ο αποξενωμένος πατέρας. Τότε εκείνος επιστρέφει μετά από πολλά χρόνια στο χωριό για την κηδεία, για να ανακαλύψει προς μεγάλη έκπληξή του ότι ο μπατίρης μακαρίτης του άφησε κάποια λεφτά, κάποια μεγάλης αξίας κοσμήματα, καθώς και μια παλιά ξεθωριασμένη «Πολαρόιντ», η οποία απεικονίζει μια νεκρή νέα γυναίκα, μαζί με ένα μισοσβησμένο στο χρόνο σημείωμα. Ο πατέρας του ήταν νεκροθάφτης και συνήθιζε να απαθανατίζει τους νεκρούς πριν το τελευταίο τους ταξίδι, ωστόσο η συγκεκριμένη φωτογραφία του τραβά την προσοχή και με το παραπάνω. Καταρχήν η κοπέλα απεικονίζεται σ’ ένα πλακόστρωτο, εκεί όπου υποθετικά ξεψύχησε, και όχι πριν την ταφή όπως συνήθως. Και ύστερα… Και ύστερα… Η περιέργεια θεριεύει μέσα του. Είναι σίγουρος ότι η εικόνα αυτή είναι ένα σημάδι. Αλλά ένα σημάδι για τι; Τι μυστικά κρύβει; Γιατί τον αναστατώνει τόσο; Ωστόσο τις απαντήσεις που ψάχνει δε θα τις βρει, τουλάχιστον όχι άμεσα.
Μετά την κηδεία επιστρέφει στην Αθήνα, όπου ουσιαστικά τίποτα και κανείς δεν τον περιμένει αφού έχει χάσει τη δουλειά του. Μη έχοντας τι άλλο να κάνει πουλά ένα από τα πανάκριβα -όπως θα αποδειχτούν- κοσμήματα και με τα λεφτά που παίρνει αγοράζει μια καινούρια ψηφιακή φωτογραφική μηχανή, ένα υπολογιστή και ένα πρόγραμμα επεξεργασίας φωτογραφιών, καθώς και έναν εκτυπωτή. Και το πρώτο πράγμα που κάνει μ’ αυτά είναι να επεξεργαστεί τη φωτογραφία της νεκρής, δίνοντάς της μια νέα ζωή. Ωστόσο, όσο πιο πολύ ασχολείται μ’ αυτή τόσο περισσότερο η περιέργειά του παίρνει να οργιάζει και, σε συνδυασμό με το μυστηριώδες σημείωμα, να φτιάχνει σενάρια, τα οποία μπροστά στην πραγματικότητα που θα ακολουθήσει, θα αποδειχτούν λειψά. Μια πραγματικότητα που θα αλλάξει τη ζωή του συνταρακτικά, ρίχνοντας φως σε κάποια γεγονότα, και συσκοτίζοντας κάποια άλλα, αναγκάζοντάς τον να πάρει μεγάλα ρίσκα και να συγκρουστεί με άλλους, γνωστούς και άγνωστούς του ανθρώπους, πιο βίαια απ’ ό,τι συγκρούστηκε ποτέ.
Η περιπέτειες που θα ζήσει θα είναι σαν ένα μακρινό ταξίδι στη ζωή, ένα ταξίδι που θα τον οδηγήσει σ’ αδιέξοδα και θα τον βγάλει απ’ αυτά, που θα τον φέρει στα όριά του και θα τον βοηθήσει να τα ξεπεράσει, που θα του χαρίσει το δώρο του έρωτα εκεί που δεν το περιμένει. Όλα είναι δρόμος, μοιάζει να θέλει να μας πει ο συγγραφέας, ένας δρόμος που όλοι, άλλος πιο νωρίς και άλλος πιο αργά, κάποια μέρα θέλοντας και μη θ’ ακολουθήσουμε.
Καλογραμμένο, με κινηματογραφικούς ρυθμούς, παρασύρει τον αναγνώστη.
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
Sunday, August 9, 2009
Μαρλένα Πολιτοπούλου - Ο κύριος Μάριος μετάνιωσε αργά
Πρόκειται για ένα είδος βιβλίου που δε γνωρίζει και μεγάλη επιτυχία στην ελληνική αγορά: ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Οι έλληνες αναγνώστες δεν έχουν ακόμη αγαπήσει αυτό το είδος λογοτεχνίας, αν και τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια ανοδική τάση στην κυκλοφορία τίτλων.“Παράξενο τούτο το ταξίδι στο νησί των ανέμων. Μήπως επειδή κρύβει μια δύσκολη και παράξενη ερωτική ιστορία που εξελίσσεται σε δράμα κι έτσι περνάει τα σύνορα του έρωτα για να φτάσει σ’ αυτά της αστυνομίας και της δικαιοσύνης;”.
Στο νησί των ανέμων, λοιπόν, διαδραματίζονται τα γεγονότα αυτής της ιστο-ρίας. Στη βρύση ενός χωριού του νησιού εντοπίζεται νεκρός κάποιος κύριος Μάριος, δολοφονημένος με κάποιο αιχμηρό αντικείμενο. Μια και στο χωριό συχνάζουν διάφο-ροι επώνυμοι - καλλιτέχνες, συγγραφείς, εκδότες -, οι οποίοι ετοιμάζονται να το εγκα-ταλείψουν για να επιστρέψουν στην Αθήνα, η διελεύκανση της μυστηριώδους δολο-φονίας πρέπει να γίνει σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, μια και δεν μπορούν να κρατούν όλο εκείνο τον κόσμο εκεί για πολύ. Έτσι σπεύδει στο νησί ο αστυνόμος Γιατζόγλου, που με τη βοήθεια του φίλου του Παύλου Γ. θα προσπαθήσει να λύσει το μυστήριο και να συλλάβει τους ενόχους. Το μόνο που η ιστορία αυτή είναι πιο πολύ-πλοκη απ’ ό,τι αρχικά φαίνεται. Όλοι φαίνονται να έχουν κάτι να κρύψουν, και έτσι όλοι είναι ύποπτοι για τη δολοφονία. Τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο όταν βρίσκεται δολοφονημένος και ένας από τους μόνιμους κατοίκους του νησιού…
Ο Παύλος Γ. είναι εκείνος που θα δώσει τελικά τη λύση στο μυστήριο, χάρη στην οξυδέρκεια και την παρατηρητικότητά του. Ίσως ο ένοχος να μην είναι εκείνος που νομίζει ο αναγνώστης, αλλά κάποιο άτομο υπεράνω υποψίας…
Η Πολιτοπούλου έχει γράψει μια ενδιαφέρουσα ιστορία, που κεντρίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, κρατώντας το αμείωτο μέχρι το τέλος. Ίσως να μη φτάνει στα λογοτεχνικά ύψη των σπεσαλίστων του είδους, αλλά σαν πρώτη απόπειρα είναι σίγουρα αξιόλογη. Περιμένουμε με ανυπομονησία τη συνέχεια.
Από τις εκδόσεις Νέα Σύνορα - Λιβάνη.
Από το αρχείο
Wednesday, August 5, 2009
Μαργαρίτα Καραπάνου – Φωτεινή Τσαλίκογλου: Μήπως;
Θα το πω το κρίμα μου: Περίμενα αυτό το βιβλίο να είναι κάποιου είδους συνέντευξη που πήρε η Τσαλίκογλου από την Καραπάνου! Γιατί αυτό; Μα επειδή είμαι φανατικός αναγνώστης της τελευταίας. Δώστε μου Καραπάνου, κι άλλη Καραπάνου, που λένε. Αλλά, δυστυχώς, η Μαργαρίτα δεν έγραψε πολλά, όλα κι όλα οκτώ βιβλία άφησε πίσω της, περιλαμβανομένων των ημερολογίων της κι ετούτου εδώ.Το Μήπως; είναι κι αυτό με τον τρόπο του ένα ξεχωριστό βιβλίο, όπως και τα άλλα της. Συνομιλώντας ανοιχτά με μια συνάδελφο και φίλη της η Καραπάνου ξεπλέκει κάπως της ζωής της το νήμα, ρίχνει φως σε κάποια από τα γεγονότα τα οποία ενέπνευσαν τις ιστορίες της. Οι παραδοχές της σκληρές, τα μυστικά της οδυνηρά, αλλά αυτή για μια ακόμη φορά τολμά να πει τα πράγματα με το όνομά τους, να μην ωραιοποιήσει τίποτα, να μη διαγράψει τίποτα.
Η Τσαλίκογλου μοιάζει να καταλαβαίνει πολύ καλά τι νιώθει η καλή της φίλη. Κάθεται και συζητά μαζί της, της λέει τις δικές της ιστορίες, ταξιδεύει μ’ εκείνη σε βιβλία, ταινίες και γεγονότα που σημάδεψαν και τις δύο.
Ο διάλογός τους μοιάζει άμεσος και μεστός, αβίαστος, μα παραγωγικός. Οδηγεί σε απαντήσεις, αλλά και σε νέα ερωτήματα. «Άραγε πρέπει πάντα να κρύβουμε αυτό που αισθανόμαστε για να κρατήσουμε αυτό που αγαπάμε;» αναρωτιέται κάπου η Φωτεινή.
Το θέμα της συγγραφής δε θα μπορούσε να λείψει από τη συνομιλία αυτή, κι έτσι με άμεσο πια τρόπο μαθαίνουμε πόσο ζωή και έργο ήταν ένα και το αυτό για την Μαργαρίτα: «Το γράψιμο μπορεί να είναι ο πιο καλός σου φίλος και ο χειρότερος εχθρός. Δεν είναι αστεία υπόθεση το γράψιμο. Είναι όλο σου το είναι που μπαίνει μέσα. Δίνεις τα ρέστα σου, δηλαδή». «Μέσα από τους ήρωές μας ζούμε κι εμείς τις άλλες ζωές που δεν ζήσαμε». «Την Κασσάνδρα την έγραψα σαν λεπίδα. Άφηνα τον εαυτό μου ελεύθερο και τσακ, το ’κοβα».
Καθώς περιφερόμαστε εδώ κι εκεί ανάμεσα στις σελίδες αυτού του βιβλίου συναντάμε από κοντά πρόσωπα που είδαμε να παρελαύνουν από τα βιβλία της, πηγαίνουμε σε χώρους όπου έκοβαν βόλτες τα σκυλιά της, εμβαθύνουμε στο μεγάλο θέμα της ψυχικής υγείας – ή μάλλον της απώλειάς της, που θα μπορούσε να οδηγήσει κάποιον μέχρι και την αυτοκτονία. Η Καραπάνου λέει κάπου ότι δε θα αυτοκτονούσε από… περιέργεια για το τι θα συμβεί στη συνέχεια, ενώ η Τσαλίκογλου τονίζει ότι: «Μια διαβεβαίωση για τη ζωή θέλω. Να ονειρεύομαι σαν τα παιδιά θέλω. Να μην υπάρχει θάνατος. Και αν ακόμη δεν μπορείς να τον αποφύγεις, να υπάρχει μια αυτόματη διαδικασία ακύρωσής του».
Αντί επίλογου αντιγράφω από το οπισθόφυλλο:
«Κι εμείς τώρα δα εδώ, δυο φίλες με εναλλασσόμενους ρόλους, συγγραφέας-καθηγήτρια-ψυχολόγος-άρρωστη-υγιής-θεραπευτής-θεραπευόμενος, ιδιότητες ρευστές και αβέβαιες, ρούχα άβολα και στενά που μας καθηλώνουν σε στενάχωρα και ασφυκτικά δωμάτια, τι επιθυμήσαμε, αλήθεια, μέσα απ’ αυτό το διαλογικό βιβλίο; Να αλλάξουμε ρόλους, να πετάξουμε τα στενά ρούχα που δεν σ’ αφήνουν να αναπνεύσεις και που ακόμα και στον ύπνο μάς λένε να τα φοράμε, και να δοκιμάσουμε έναν περίπατο στον ανοιχτό αέρα. Να συν-αποκαλυφθούμε και ό,τι ζήσουμε στη διάρκεια του ταξιδιού να το μοιραστούμε με τους άγνωστους συν-ταξιδιώτες μας σ’ αυτήν την περιπέτεια της ομιλούσας γραφής. Να σπάσουμε τη σιωπή…»
Να σπάσουν τη σιωπή! Αυτό ακριβώς έκαναν: έσπασαν τη σιωπή. Με ένα τρόπο μοναδικό και συγκλονιστικό.
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ωκεανίδα
Saturday, August 1, 2009
Μπελίκα Κουμπαρέλη - Αυτά να τα πεις αλλού
Όταν πρωτοπήρα στα χέρια μου αυτό το βιβλίο σκέφτηκα: Ωχ ακόμη ένα του τύπου Νέα γυναίκα, μόνη, ψάχνει άντρα για να τον σφάξει ή κάτι παρόμοιο. Διαβάζοντας τις πρώτες σελίδες, διατήρησα τις επιφυλάξεις μου, αλλά όσο προχωρούσα με την ανάγνωση άρχιζα σιγά σιγά να τις εγκαταλείπω, λίγο μετά τις 100 σελίδες με απορρόφησε η ιστορία, και στο τέλος τέλος έκλεισα το βιβλίο με ένα χαμόγελο στα χείλη και ικανοποίηση στην ψυχή.Κατ’ αρχήν να πούμε ότι η Κουμπαρέλη διηγείται μια σύγχρονη ιστορία που μας ταξιδεύει από την Αθήνα στο Παρίσι, κι από κει στην Πατμό, κι ακόμη πιο πέρα στη Λέρο. Είναι μια ιστορία που είτε θα την αγαπήσει κανείς είτε θα τον αφήσει αδιάφορο. Το σίγουρο είναι ότι δεν μπορεί να καταταχθεί δίχως σκέψη στην κατηγορία της λεγόμενης γυναικείας λογοτεχνίας. Μιλάμε για κάτι περισσότερο από μια ερωτική ιστορία, για κάτι πολύ ανώτερο. Μιλάμε για μια ιστορία όπου η βάση είναι η ψυχή κι όχι το σώμα, όπου ο χαρακτήρας είναι η κυρίαρχη δύναμη. Μιλάμε για μια ιστορία όπου ο έρωτας είναι πτήση και πληγή, πτώση και γιατρειά. Για μια ιστορία όπου ο αληθινός ήρωας είναι εκείνος που παρουσιάζεται στη σκηνή τελευταίος - σαν από μηχανής θεός - για να σώσει όλους από τα λάθη και τα πάθη τους, για να τους δείξει ότι ζωή είναι η κάθε στιγμή, κι ότι όταν ο άνθρωπος έχει κουράγιο και καθαρό μυαλό μπορεί να αντεπεξέλθει σε κάθε δυσκολία.
Το όνομα του ήρωα είναι Φραγκίσκος, και είμαστε της άποψης ότι δεν επιλέγηκε τυχαία αφού διαβάζοντας κανείς την ιστορία του, βλέποντας πως ζει και ενεργεί, αμέσως σχηματίζει στο μυαλό του την εικόνα του Φτωχούλη του Θεού. Ένας “φτωχούλης” της σύγχρονης εποχής λοιπόν: σοφός, χαμογελαστός, καλοσυνάτος, βγαλμένος σα μέσα από ένα παραμύθι. Και ηρωίδα, η Κάτια, μια γυναίκα που μόλις αποφασίζει να αλλάξει τη ζωή της, μετά από ένα αποτυχημένο δεσμό, βρίσκει στο δρόμο της τον θείο Φραγκίσκο, τον οποίον πιστεύαν για χρόνια νεκρό. Και μέσω του Φραγκίσκου το μεγάλο ίσως έρωτα της ζωής της.
Το βιβλίο αυτό μας ταξιδεύει στο χώρο και στο χρόνο, μας μιλά για τον έρωτα και την απώλεια, για επιτυχίες και αποτυχίες, για το ότι αν ανοίξουμε την καρδιά μας στους άλλους ίσως να είναι πρόθυμοι να μας καταλάβουν και να μας βοηθήσουν, για το ότι κάθε τόσο πρέπει να αλλάζουμε πορεία στη ζωή μας. για το ότι ίσως, ναι, τελικά, τα πιο μικρά είναι τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή.
Αν θέλαμε να πούμε με μια λέξη τι είναι αυτό που χαρακτηρίζει την ιστορία αυτή, θα λέγαμε: η αισιοδοξία! Από τη στιγμή που εμφανίζεται ο Φραγκίσκος στο προσκήνιο, όλοι νιώθουν πως τα πάντα θα πάνε καλά στη ζωή της Κάτιας - που για χάρη του αλλάζει το όνομά της σε Βιργινία -, αλλά και όλων όσοι την περιτριγυρί-ζουν. Ο Φραγκίσκος γίνεται το νήμα που τους ενώνει, γίνεται ο δάσκαλος και εξομολογητής τους. Ποιος; ένας μέχρι προτίνος έγκλειστος στο Ψυχιατρείο Λέρου!
Παρά το απρόσμενο τέλος το βιβλίο αυτό αξίζει να διαβαστεί από όλους όσοι ασχολούνται με την ελληνική λογοτεχνία, εμπορική ή μη. Ο τίτλος του βιβλίου είναι μάλλον παραπλανητικός, αφού το μήνυμά του είναι: Άκου την ψυχή! Αλλά, γι’ αυτό, και για οτιδήποτε άλλο έχει σχέση με το βιβλίο θα συνομιλήσουμε σύντομα με την ίδια τη Μπελίκα Κουμπαρέλη, οπόταν θα πάρουμε και όλες τις απαντήσεις στα ερωτήματά μας. Προς τα παρόν… καλή ανάγνωση!
Το βιβλίο κυκλοφορεί από την Ωκεανίδα.
Από το Αρχείο
Subscribe to:
Posts (Atom)




