Showing posts with label μετάφραση. Show all posts
Showing posts with label μετάφραση. Show all posts

Sunday, December 28, 2008

Όσνε Σέιερσταντ: Ο βιβλιοπώλης της Καμπούλ


Το βιβλίο αυτό δε θα το αποκαλούσα μυθιστόρημα, αν και με αυτό τον όρο το παραδίδει στο αναγνωστικό κοινό η συγγραφέας του. Θα το κατέτασσα μάλλον στην κατηγορία του «Χρονικού» ή αν προτιμάτε της «Μαρτυρίας».
Η Σέιερσταντ ταξίδεψε στο Αφγανιστάν, έζησε εκεί, γνώρισε τη χώρα και τους κατοίκους της και μας μεταφέρει με μυθιστορηματικό τρόπο τις εμπειρίες της, που κάθε άλλο παρά ευχάριστες είναι. Ο «Βιβλιοπώλης της Καμπούλ» είναι απλά η αφορμή, ας πούμε το κλειδί, για την είσοδό μας σ' ένα κόσμο που φαντάζει πολύ μακρινός και «παράλογος» για να 'ναι αληθινός. Σ' ένα κόσμο όπου τους νόμους τους φτιάχνουν και τους εφαρμόζουν μόνο οι άντρες, όπου και το να ερωτευτεί κανείς θεωρείται αμαρτία, όπου η κοινή λογική πεθαίνει στο όνομα μιας θρησκείας, με αφορμή την οποία γίνονται.
Στο Αφγανιστάν, οι γυναίκες στη διάρκεια της δικτατορίας των Ταλιμπάν ήταν δούλες, χωρίς δικαιώματα, μόνο με υποχρεώσεις. Μετά την πτώση του καθεστώτος, τίποτα δε φαίνεται να έχει αλλάξει για εκείνες, ενώ οι άντρες μοιάζουν επιτέλους να μπορούν να ανασάνουν ελεύθερα. Η συγγραφέας δεν χαρίζεται ούτε στις πρώτες, αλλά ούτε και στους τελευταίους. Οι μεν δεν τολμούν να αγωνιστούν και να πάρουν την τύχη τους στα δικά τους χέρια, υποτάσσονται ακόμη στις διαταγές του άντρα-αφέντη. Οι δε μοιάζουν να ζουν σ' ένα δικό ξεχωριστό τους κόσμο, σ' ένα κόσμο που ραγδαία αλλάζει σαρώνοντας πολλά στο πέρασμά του, αφήνοντας όμως πίσω του τις παλιές συνήθειες. Τις χειρότερες απ' τις παλιές συνήθειες. Εκείνες που σου κόβουν τα φτερά λίγο προτού τ' ανοίξεις, λίγο προτού πετάξεις προς ένα καλύτερο αύριο.
Το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα συνταρακτικό ντοκουμέντο, από εκείνα που αξίζει να διαβαστούν από όλους όσοι πραγματικά ενδιαφέρονται για το τι συμβαίνει, σ' αυτό το όχι και τόσο παγκόσμιο χωριό μας. Το γεγονός ότι «Ο βιβλιοπώλης της Καμπούλ», η πικρή και δύσκολη ετούτη ιστορία γνώρισε μεγάλη επιτυχία και στον ελλαδικό χώρο, είναι πέρα για πέρα ενθαρρυντικό. Και προσφέρει μια αποστομωτική απάντηση σ' εκείνους που υποστηρίζουν ότι οι έλληνες δε διαβάζουν παρά μόνο εύκολα βιβλία και εύπεπτα αναγνώσματα. Το παρόν είναι μια γροθιά στο στομάχι, μια γροθιά που ανοίγει στο δυτικό αναγνώστη ένα παράθυρο σ' ένα άγνωστό του κόσμο, όπου το άδικο είναι ο κανόνας.

Ακολουθεί ένα εκτενές απόσπασμα/ ντοκουμέντο από το βιβλίο:

Απαγορεύεται η είσοδος στον Παράδεισο

Όταν οι Ταλιμπάν μπήκαν στην Καμπούλ, τον Σεπτέμβριο του 1996, το ράδιο Σαρία μετέδιδε δεκαέξι εντολές. Μια νέα εποχή ξεκινούσε.

1. Απαγορεύεται στις γυναίκες να εκθέτουν το σώμα τους.
Απαγορεύεται οι οδηγοί να παίρνουν γυναίκες που δεν φορούν μπούρκα, αλλιώς θα συλλαμβάνονται. Αν τέτοιες γυναίκες εμφανιστούν στο δρόμο, θα γίνεται έφοδος στα σπίτια τους και οι άντρες τους θα τιμωρούνται. Αν οι γυναίκες φορούν προκλητικά ρούχα και δεν συνοδεύονται από άντρα συγγενή τους, απαγορεύεται στον οδηγό να τις επιβιβάσει στο αυτοκίνητο.

2. Απαγορεύεται η μουσική.
Κασέτες με μουσική απαγορεύονται σε μαγαζιά, ξενοδοχεία, οχήματα και δημόσιους χώρους. Αν σε κάποιο κατάστημα βρεθούν κασέτες, ο ιδιοκτήτης θα συλλαμβάνεται και το μαγαζί θα κλείνει. Αν βρεθεί κασέτα σε κάποιο όχημα, το όχημα θα κατάσχεται και ο οδηγός θα συλλαμβάνεται.

3. Απαγορεύεται το ξύρισμα.
Όποιος ξυρίσει ή κόψει τα γένια του θα φυλακίζεται μέχρι τα γένια του να φτάσουν στο μάκρος μιας γροθιάς.

4. Υποχρεωτική προσευχή.
Η προσευχή θα πραγματοποιείται σε συγκεκριμένες ώρες σε όλες τις περιοχές. Οι ακριβείς ώρες των προσευχών θα ανακοινωθούν από το υπουργείο Προστασίας της Αρετής και Καταπολέμησης της Αμαρτίας. Η κυκλοφορία πρέπει να σταματάει δεκαπέντε λεπτά πριν από την ώρα της προσευχής. Είναι υποχρεωτικό να επισκέπτεται κανείς τα τζαμιά την ώρα της προσευχής. Νέοι άντρες που θα εντοπίζονται στα μαγαζιά, θα φυλακίζονται.

5. Απαγορεύονται οι περιστερώνες και οι κοκορομαχίες.
Αυτή η συνήθεια θα καταργηθεί. Τα περιστέρια και τα πουλιά που θα χρησιμοποιούνται για αγώνες θα θανατώνονται.

6. Εξάλειψη των ναρκωτικών και των χρηστών.
Οι χρήστες ναρκωτικών θα συλλαμβάνονται και οι έμποροι και τα μαγαζιά τους θα κλείνονται. Και οι δύο, ο ιδιοκτήτης και ο χρήστης, θεωρούνται εγκληματίες και θα συλλαμβάνονται και θα τιμωρούνται.

7. Απαγορεύεται το πέταγμα του αετού.
Το πέταγμα του αετού έχει κακές συνέπειες, όπως τα στοιχήματα, οι θάνατοι παιδιών και οι αδικαιολόγητες απουσίες από τα μαθήματα. Τα μέρη που πουλάνε αετούς καταργούνται.

8. Απαγορεύεται η απεικόνιση.
Οι φωτογραφίες σε οχήματα, μαγαζιά, σπίτια, ξενοδοχεία και σε άλλα μέρη αποσύρονται. Οι ιδιοκτήτες πρέπει να καταστρέψουν όλες τις φωτογραφίες στα ανωτέρω μέρη. Οχήματα με φωτογραφίες έμβιων όντων θα ακινητοποιούνται.

9. Απαγορεύονται τα τυχερά παιχνίδια.
Τα κέντρα θα ανιχνεύονται και οι παίκτες θα φυλακίζονται για ένα μήνα.

10. Απαγορεύονται τα αγγλικά και τα αμερικάνικα κουρέματα.
Οι άντρες με μακριά μαλλιά θα συλλαμβάνονται και θα μεταφέρονται στο υπουργείο Προστασίας της Αρετής και Καταπολέμησης της Αμαρτίας για κούρεμα. Ο παραβάτης θα πληρώνει τον κουρέα.

11. Απαγορεύονται οι δανειστικοί τόκοι, οι προμήθειες στην αγορά ξένου συναλλάγματος και οι τόκοι συναλλαγών.
Αυτές οι μορφές συναλλαγών είναι απαγορευμένες από το Ισλάμ. Όποιος παραβεί τους κανόνες θα φυλακίζεται για μεγάλο διάστημα.

12. Απαγορεύεται το πλύσιμο των ρούχων στα ποτάμια.
Οι γυναίκες που παραβαίνουν αυτό το νόμο θα μεταφέρονται με τον απαιτούμενο σεβασμό του Ισλάμ στα σπίτια τους και οι άντρες τους θα τιμωρούνται αυστηρά.

13. Απαγορεύονται η μουσική και ο χορός στις γαμήλιες τελετές.
Αν κάποιος παραβεί αυτό το νόμο, τότε ο αρχηγός της οικογένειας θα συλλαμβάνεται και θα τιμωρείται.

14. Απαγορεύονται τα τύμπανα.
Αν κάποιος παίζει τύμπανα, θα παραπέμπεται στο θρησκευτικό δικαστήριο, που θα αποφασίζει για την τιμωρία του.

15. Απαγορεύεται οι ράφτες να ράβουν γυναικεία ρούχα και να παίρνουν μέτρα σε γυναίκες.
Αν βρεθούν περιοδικά μόδας στο μαγαζί, ο ράφτης θα συλλαμβάνεται.

16. Απαγορεύεται η μαγεία.
Όλα τα σχετικά βιβλία θα καίγονται και ο μάγος θα φυλακίζεται μέχρι να μετανοήσει.

Εκτός απ' αυτές τις δεκαέξι εντολές, μια συγκεκριμένη προειδοποίηση απευθυνόταν στις γυναίκες της Καμπούλ:

Γυναίκες, δεν θα βγαίνετε απ' τα σπίτια σας. Αν το κάνετε, δεν θα βγαίνετε όπως οι γυναίκες που κυκλοφορούσαν με μοντέρνα ρούχα, που βάφονταν έντονα και ήταν εκτεθειμένες σε όλους τους άντρες, πριν το Ισλάμ κυριαρχήσει στη χώρα.
Το Ισλάμ είναι μια λυτρωτική θρησκεία και έχει αποφασίσει ότι οι γυναίκες θα έχουν αξιοπρέπεια. Απαγορεύεται στις γυναίκες να τραβούν την προσοχή των αντρών που τις κοιτάζουν με λαγνεία. Οι γυναίκες έχουν την ευθύνη για την ανατροφή των παιδιών τους, τη φροντίδα της οικογένειάς τους και τη μέριμνα του φαγητού και των ρούχων. Αν χρειαστεί να βγουν από τα σπίτια τους, θα καλύπτονται σύμφωνα με το νόμο του Σαρία. Αν οι γυναίκες φορούν μοντέρνα ρούχα, στολισμένα, στενά και προκλητικά για να επιδεικνύονται, θα τιμωρούνται από τον ισλαμικό Σαρία και δεν πρέπει να περιμένουν ότι κάποτε θα πάνε στον Παράδεισο. Θα επιπλήττονται, θα ανακρίνονται και θα τιμωρούνται σκληρά από τη θρησκευτική αστυνομία, το ίδιο και ο αρχηγός της οικογένειας. Η θρησκευτική αστυνομία έχει χρέος και ευθύνη να καταπολεμήσει αυτά τα κοινωνικά προβλήματα και θα συνεχίσει το έργο της μέχρι να ξεριζωθεί το κακό.
Αλλάχου ακμπάρ - ο Θεός είναι μεγάλος.

Μετά από τα πιο πάνω ό,τι και αν προσθέσουμε εμείς θα 'ναι περιττό. Το μόνο που θα μπορούμε να κάνουμε είναι να ευχαριστήσουμε το Θεό ή τον Αλλάχ, ή εκείνο το αόριστο κάτι, για τη δική καλή μας τύχη.

ΧΙΝΕΡ ΣΑΛΕΜ: Το ντουφέκι του πατέρα μου


«Με λένε Αζάντ Σερό Σελίμ. Είμαι εγγονός του Σελίμ Μαλέι. Ο παππούς μου είχε πολύ χιούμορ. Έλεγε πως είχε γεννηθεί Κούρδος, σε μια ελεύθερη γη. Ύστερα ήρθαν οι Οθωμανοί και είπαν στον παππού μου: είσαι Οθωμανός, και έγινε Οθωμανός. Μετά την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έγινε Τούρκος…».
Το πιο πάνω απόσπασμα, που φιλοξενείται και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, ίσως να περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο το τι σημαίνει να είσαι Κούρδος. Το τι σημαίνει να ανήκεις σ' ένα κατατρεγμένο λαό, που για αιώνες μιλάει και ακούει για πατρίδα αλλά πατρίδα δε βλέπει, σ' ένα λαό συνώνυμο με την προσφυγιά, σ' ένα λαό εξαπατημένο απ' τους μεγάλους ηγέτες και ανήμπορο ν' αγωνιστεί αποτελεσματικά για το δικαίωμα του και μόνο να υπάρχει.
Ο Χινέρ Σαλέμ μας μιλά για μια ακόμη από τις μαύρες σελίδες του βίου και της πολιτείας του αξιοθαύμαστου κυρίου Σαντάμ Χουσέιν. Με απλά λόγια μας περιγράφει εικόνες φρίκης, μας αφηγείται γεγονότα ενοχλητικά, μας δείχνει το θάνατο που παραμονεύει σε κάθε γωνιά του δρόμου. Τα όσα αναφέρει σ' αυτό το βιωματικό βιβλίο καλό θα ήταν να μελετηθούν σε βάθος από όλους όσοι κάποτε υποστήριζαν το καθεστώς Σαντάμ, να τους προβληματίσει, να τους βγάλει από τη μεγάλη τους πλάνη.
Ο δρόμος, η ζωή, ο χρόνος, όλα είναι πόνος για τους Κούρδους. Παρ' όλα αυτά βρίσκουν το κουράγιο και συνεχίζουν. Κάνουν όνειρα για μια καλύτερη ζωή. Ζωγραφίζουν το χάρτη της πατρίδας τους στο χώμα, και τολμούν ακόμη και χαμογελούν.
Δεν είναι λίγο αυτό που καταφέρνει με τη γραφίδα του ο Χινέρ. Καταφέρνει να μας μιλήσει με πικρό χιούμορ για της φυλής του το μεγάλο αχ. Για τις παραδόσεις, τις τόσο αναχρονιστικές, αλλά και τόσο ζωντανές. Για την ανάγκη του κάθε ανθρώπου να αισθάνεται χρήσιμος και σημαντικός, κι ας μην είναι παρά ένα μικρό κι αδύναμο πιόνι στη σκακιέρα του κόσμου τούτου.
Το «Ντουφέκι του πατέρα μου», παρ' ότι ντοκουμέντο θα μπορούσε να διαβαστεί και σα μια αλληγορία: για το άνοιγμα των φτερών προς την ελευθερία, για τις απότομές πτώσεις. Είναι ένα γλυκόπικρο κείμενο, που πρέπει να διαβαστεί, γιατί - αν μη τι άλλο - μπορεί και μας ανοίγει τα μάτια. Τα μάτια που κρατούσαμε ερμητικά κλειστά σε καθετί που ξέφευγε απ' τα ετσιθελικά πιστεύω και τις ιδεοληψίες μας.
Η μετάφραση της Έφης Κορομηλά, πολύ καλή. Παραδίδει στον έλληνα αναγνώστη την αμεσότητα, το χιούμορ και την απλότητα του πρωτότυπου κειμένου, χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα.

ΑΝΙΤΑ ΜΠΡΟΥΚΝΕΡ: Το επόμενο μεγάλο γεγονός


Η Ανίτα Μπρούκνερ, μια από τις μεγαλύτερες συγγραφείς της σύγχρονης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, μας μιλά εδώ για τη μοναξιά των ηλικιωμένων ατόμων, και για τα προβλήματα που δημιουργεί στους ανθρώπους που υποφέρουν απ' αυτήν.
Είναι η ιστορία του Χερτς, ενός «μετρίου μέτριου και πάντα μετρημένου» ανθρώπου που έζησε τη ζωή του ολόκληρη σα μια συνήθεια. χωρίς εξάρσεις, χωρίς σκαμπανεβάσματα, μια ζωή άδεια, πληκτική. Το μόνο καλό πράγμα που συνέβηκε ποτέ στα 73 χρόνια της ύπαρξής του ήταν η γνωριμία του με την Τζόζη, μια γυναίκα που έζησε για λίγο μαζί του, τον έκανε να νιώσει άντρας, και μετά έφυγε. Απλά επειδή δεν τον άντεχε άλλο. Ούτε εκείνον, ούτε τους ηλικιωμένους του γονείς.
Η Τζόζη αγαπούσε και ήθελε να ζει τη ζωή. Ο Χερτς ήταν απλά μια παραφωνία μέσα σ' αυτή. Και τώρα, νιώθει πιο μόνος και απελπισμένος παρά ποτέ άλλοτε. Ζει μόνο με τις αναμνήσεις, ζει μες τις αναμνήσεις. Θυμάται την Τζόζη, θυμάται όλο και πιο συχνά τον πρώτο του έρωτα, τη Φάνυ, προσπαθεί να βρει κάποιο σημάδι ότι το μακρύ πέρασμά του απ' τη ζωή θ' αφήσει κάποιο σημάδι πίσω του, αλλά μάταια. Ο Χερτς μοιάζει απλά σα να μην υπήρξε ποτέ.
Το μόνο που τον σώζει απ' την τρέλα, την οποία πλησιάζει ωστόσο επικίνδυνα, είναι η άφιξη στο κτήριο όπου διαμένει μιας όμορφης νέας γυναίκας, που ακούει στο όνομα Σόφη. Η γυναίκα αυτή μοιάζει να ξυπνά μέσα του κάποια αιώνια ξεχασμένα ένστικτα, τον κάνει να θυμηθεί ότι είναι άντρας, κι ας ξέρει απ' την αρχή ότι το παιχνίδι είναι χαμένο.
Η τύχη μοιάζει να παίζει μαζί του και είναι σκληρή. Τη μια τον ανεβάζει στον ουρανό και την άλλη τον ρίχνει στο γκρεμό. Του χαμογελά και τον κτυπά. Τον παρηγορά και το χλευάζει.
Το «Επόμενο μεγάλο γεγονός» είναι η ιστορία ενός ανθρώπου καταδικασμένου στη μοναξιά απ' τον ίδιο του τον εαυτό. Κάποιου που δε θα μάθει ποτέ στ' αλήθεια τι πάει να πει ευτυχία, απλά γιατί δεν του ταιριάζει. Είναι μια ιστορία σκληρή, κι απόλυτα ρεαλιστική. Μιλά για κάποια πράγματα με τα οποία επιμελώς αρνούμαστε ν' ασχοληθούμε, για τον πόνο, τη μοναξιά, την απόγνωση του ανθρώπου μπροστά στη σκιά του θανάτου. Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, που έχει να πει πολλά για τη σύγχρονη κοινωνία του εγωισμού και της αποξένωσης, στην οποία ζούμε.

ΑΝΤΟΝΙ ΛΙΜΠΕΡΑ: Η δασκάλα των γαλλικών


Η “Δασκάλα των γαλλικών” είναι ένα λίγο παράξενο αλλά πολύ γοητευτικό βιβλίο, το οποίο διατρέχει μια γλυκόπικρη διάθεση που καθηλώνει.

Τα γεγονότα που αφηγείται ο Λιμπέρα διαδραματίζονται στη διάρκεια των γκρίζων χρόνων του σοβιετικού ελέγχου στην Πολωνία. Η χώρα μοιάζει να έχει πέσει σε χειμερία νάρκη απ’ την οποία φαινομενικά κανείς δεν μπορεί να ξυπνήσει. Κι όμως παρόλο το κρύο και το σκοτάδι, εξακολουθούν να υπάρχουν κάποιες εστίες φωτός. Τέτοια είναι και μια καθηγήτρια γαλλικών σ’ ένα γυμνάσιο. Μια γυναίκα που μοιάζει από πάγο, αλλά εκπέμπει θερμότητα. Κάτι που αντιλαμβάνεται μονάχα ο ήρωας και αφηγητής αυτού του βιβλίου που υπήρξε μαθητής της.

Ο αφηγητής φαίνεται να σκέφτεται με μια γλυκιά νοσταλγία το παρελθόν του, κι ας είχε σαν κυρίαρχα στοιχεία του την ανελευθερία και τις μεγάλες απογοητεύσεις. Όχι, δε νοσταλγεί το καθεστώς, απλά θυμάται τη γλυκιά νιότη που μες στην ορμητικότητά της τον έριχνε σε περιπέτειες, του άνοιγε δρόμους και τον έβαζε σε μπελάδες.

Το μεγάλο συν αυτού του βιβλίου είναι ότι ο συγγραφέας ξέρει από πρώτο χέρι αυτά που περιγράφει οπόταν το κείμενό του που και που παίρνει τη μορφή μαρτυρίας: για το χθες που έφυγε, για το αύριο που προδιαγράφεται πιο φωτεινό. Αφετηρία όλων φυσικά ο έρωτας. Ο έρωτας του μαθητή για την όμορφη καθηγήτρια, αλλά και ο έρωτάς του για την ελευθερία που αυτή αντιπροσωπεύει. Ένας έρωτας που τον βάζει σε κινδύνους και του ανοίγει προοπτικές, που τον ρίχνει ψυχολογικά επειδή δεν γνωρίζει ανταπόκριση, αλλά του πλαταίνει τους ορίζοντες.

Είναι πολλοί οι δρόμοι που οδηγούν στην αυτοδικαίωση. Ο νεαρός μας ήρωας επιλέγει τον πιο δύσκολο, το λιγότερο ταξιδεμένο. Το δρόμο που θα τον οδηγήσει είτε στην κορυφή είτε στη μοιραία πτώση. Όσο τον βαδίζει μαθαίνει πολλά, χάνει πολλές αυταπάτες, πέφτει, σηκώνεται, πεισμώνει, συνεχίζει. Είναι ένας καλλιτέχνης (συγγραφέας), που στην πορεία γίνεται ένας καλλιτέχνης της ζωής, αλλά και της πονηριάς. Κάποιος που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα φτάσει στο στόχο του, κι ας μην είναι ο πλέον επιθυμητός.

Ο συγγραφέας με μια προφορική σχεδόν γλώσσα μας περιγράφει με χιούμορ και στοργή πολλές τραγελαφικές καταστάσεις, αλλά και κάποιες τραγικές, που -σαν φτάσει και πάρει μπρος το κείμενο-, κρατούν σε εγρήγορση τον αναγνώστη, χαρίζοντάς του κάποιες πραγματικά απολαυστικές στιγμές.

Όπως γράφει η Sunday Times ο αφηγητής “… οικτιρεί την εποχή της μετριότητας στην οποία ζει…”, ενώ σύμφωνα με το Kirkus Reviews: “Όποιος αγάπησε το Διαβάζοντας στη Χάννα θα εκπλαγεί μ’ αυτό το υπέροχο μυθιστόρημα”.

Ο Άντονι Λιμπέρα γεννήθηκε το 1949 και εκτός από τη συγγραφή ασχολήθηκε με τη μετάφραση και την σκηνοθεσία. Έχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων, όλα τα έργα του Μπέκετ στα πολωνικά και έχει σκηνοθετήσει τα περισσότερα από αυτά με μεγάλη επιτυχία. Ο Λιμπέρα γράφει επίσης και μεταφράζει λιμπρέτα, κυρίως σε συνεργασία με τον κορυφαίο Πολωνό συνθέτη Κρίστοφ Πεντερέτσκι. Το 1998 εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα, τη “Δασκάλα των γαλλικών” που τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο μυθιστορήματος Ζνακ. Το βιβλίο κυκλοφορεί ήδη σε δέκα γλώσσες.

Στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη.

ΤΖΟΝΑΘΑΝ ΦΡΑΝΖΕΝ: Οι διορθώσεις


Ευχαριστούμε, αλλά δεν θα πάρουμε. Αν και απ’ αυτή τη στήλη δεν το συνηθίζουμε να «θάβουμε» βιβλία, σ’ αυτή την περίπτωση θα κάνουμε μια εξαίρεση. Βλέπετε, έχουμε μπουχτίσει. Έχουμε βαρεθεί να πιάνουμε στα χέρια μας πολυδιαφημισμένα και βραβευμένα βιβλία, που στο τέλος αποδεικνύονται… μάπες!

Τι μύγα μας τσίμπησε; Μα, η μύγα του δικαίου! Οι «Διορθώσεις» του κύριου Φράνζεν τιμήθηκαν με το αμερικανικό National Book Award, δηλαδή ανακηρύχθηκαν το καλύτερο βιβλίο της χρονιάς στις ΗΠΑ. Διαβάζοντάς το γεννήθηκε στο μυαλό μας μια μεγάλη απορία: «ΓΙΑΤΙ;» Να μας συγχωρούν οι πέρα του Ατλαντικού αναγνώστες, αλλά αν αυτό είναι το καλύτερο βιβλίο της χρονιάς γι’ αυτούς, τότε η λογοτεχνία τους περνά μια βαθιά κρίση.

Το βιβλίο αυτό είναι κάτι σαν το «Τόλμη και γοητεία» σε γραπτή μορφή με μια ιδέα κοσμοπολιτισμού. Μονάχα αυτό. Όταν διαβάζει κανείς ένα μυθιστόρημα 760 σελίδων που δεν έχει να πει απολύτως τίποτα, πως πρέπει να αντιδράσει; Ε, εγώ πήρα ανάποδες στροφές, οργίστηκα. Οι «Διορθώσεις» είναι μια ιστορία για αμερικανάκια, για την τόσο ιερή και γεμάτη υποκρισία οικογένειά τους. Μια καλογραμμένη ιστορία, δε λέω, αλλά χωρίς λόγο ύπαρξης. Σ’ ό,τι αφορά τον όγκο της μάλλον θα οφείλεται στο περίφημο πια Make it big των αμερικάνων. Δίχως καμία υπερβολή, αν αφαιρούσαμε τα δύο τρία από τις σελίδες αυτού του βιβλίου, δε θα άλλαζε συνταρακτικά κάτι. Ίσως να γινόταν και πιο ευανάγνωστο.

Καλά, θα μου πείτε, τόσο κακό είναι; Ναι! θα σας απαντούσα χωρίς δεύτερη σκέψη. Ο συγγραφέας απλώς κατασκεύασε ένα ογκώδες πόνημα, χωρίς οικονομία λόγου, χωρίς ουσία. Και στη συνέχεια, όλοι έτρεξαν να χαιρετήσουν αυτό το τίποτα, να το αγοράσουν και στο τέλος να το βραβεύσουν κιόλας. Οι εγχώριοι κριτικοί τι έκαναν; Ακολούθησαν το χαραγμένο δρόμο: Εντόπισαν τις ανύπαρκτες αρετές και χαιρέτισαν το ταλέντο του συγγραφέα. (Αυτό δεν έκαναν;). Αν ταλέντο θεωρείται η περιγραφή της μάχης ενός άρρωστου γέρου με τα… κουράδια του, επί τρεις σελίδες, εγώ τι να πω!

Οι αμερικανοί (και οι αγγλοσάξονες γενικότερα) μας πουλούν για μία ακόμη φορά χάντρες για μαργαριτάρια. Η πλάκα είναι πως όντως πιστεύουν ότι οι χάντρες αυτές είναι μαργαριτάρια. Και για να ρίξω την μπηχτή μου ερωτώ: «Αν αυτό είναι ό,τι καλύτερο έχουν να μας προσφέρουν οι αμερικανοί, γιατί να μην τους στείλουμε τη Σώτη Τριανταφύλλου να τους παραδώσει μερικά μαθήματα δημιουργικής γραφής; Έτσι, κι αλλιώς και τα της Αμερικής καλύτερα απ’ αυτούς τα περιγράφει!»

Μετά την υπερτιμημένη «Εξιλέωση», έφτασαν οι υπερτιμημένες «Διορθώσεις». Τι άλλο θα δουν τα μάτια μας; Προφανώς πολλά. Έτσι, νομίζω πως έφτασε η ώρα ν’ αρχίσουμε να λέμε «Όχι» στις διαφημιστικές σειρήνες των διεθνών μπεστ σέλερ, και να κάνουμε πιο προσεκτικές επιλογές. Ή, ακόμη καλύτερα θα ήταν, αν στρέφαμε το βλέμμα μας στην εγχώρια λογοτεχνική παραγωγή που έχει πολλά να μας προσφέρει, και που παρά τα όποια προβλήματα ή παρατράγουδα τα τελευταία χρόνια περνά μια παρατεταμένη άνοιξη.

Όσο για το συγγραφέα αυτού του βιβλίου θα του λέγαμε: «Κύριε Φράνζεν, το βραβείο (που σας έδωσαν) είναι δικό σας, αλλά χάσατε.» Α, μα πια!

Οι «Διορθώσεις» κυκλοφορούν από την Ωκεανίδα.

ΤΖΑΝΕΤ ΦΙΤΣ: Η αγάπη είναι γένους θηλυκού


Καταρχήν οφείλω να επισημάνω ότι αυτό το μυθιστόρημα το αδικεί και το εξώφυλλο, αλλά και ο ελληνικός του τίτλος. Βέβαια έγινε και ταινία μ’ αυτό τον τίτλο, το θέμα είναι όμως ότι δεν ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο του βιβλίου. Διαβάζοντας κάποιος πως «Η αγάπη είναι γένους θηλυκού», και βλέποντας τις αμερικανίδες σταρ στο εξώφυλλο δεν μπορεί παρά να σκεφτεί ότι κι εδώ έχουμε «μία απ’ τα ίδια», ένα συνηθισμένο «γυναικείο» μυθιστόρημα. Αλλά, δεν είναι έτσι. Το μυθιστόρημα αυτό είναι εξαιρετικό, και μπορεί να διαβαστεί άνετα και από τα δύο φύλα, και να τα προβληματίσει.

Ο πρωτότυπος τίτλος της αγγλικής έκδοσης «Λευκή ροδοδάφνη» (πικροδάφνη) είναι απόλυτα εύστοχος. Αφού η πικροδάφνη είναι εκείνη που έρχεται για να αλλάξει ριζικά τη ζωή των δύο βασικών πρωταγωνιστριών: μιας μητέρας μποέμ και ποιήτριας, ικανής και αποφασισμένης για όλα, και της κόρης της που είναι απλά ένα υποχείριο, που βρίσκει διέξοδο μονάχα στη ζωγραφική.

Η μάνα θα δηλητηριάσει τον εραστή της και η έφηβη κόρη θα βρεθεί ξαφνικά αντιμέτωπη με τη ζωή και την σκληρότητα ενός κόσμου που δεν καταλαβαίνει. Θα πηγαίνει από τη μια ανάδοχη οικογένεια στην άλλη, προσπαθώντας να ανακαλύψει ποια είναι. Η πορεία της θα είναι δύσκολη και θα της χαρίσει περίσσιο πόνο, αλλά ταυτόχρονα σιγά σιγά θα της ανοίξει και τα μάτια. Θα καταλάβει ότι ο μόνος τρόπος για να συναντήσει την αληθινή ζωή, τον προορισμό της, είναι ένα ξεφύγει από την ασφυκτική επιρροή που ασκεί πάνω της η μητέρα της, ακόμη και πίσω από τα σίδερα της φυλακής. Κάνει αμέτρητα λάθη, αλλά μέσα απ’ αυτά μαθαίνει να ζει, μέσα απ’ αυτά γνωρίζει την αγάπη.

Το βιβλίο αυτό είναι ελάχιστα ερωτικό. Η ηρωίδα του, η Άστριντ, δεν ψάχνει να βρει τον έρωτα, αλλά κάνει ένα ταξίδι αυτοανακάλυψης, καθώς ανοίγει τα μάτια στο γύρω της κόσμο: «…Έτσι καθώς γύριζα στη γειτονιά, συνειδητοποίησα ότι κάθε σπίτι περιέκλειε μέσα του μια τελείως διαφορετική πραγματικότητα. Σε ένα μόνο τετράγωνο, υπήρχαν πενήντα διαφορετικοί κόσμοι. Κανείς δεν ήξερε όμως τι γινόταν πράγματι στη διπλανή πόρτα». Κι αυτό γιατί όλοι τους, αν και μέσα στο πλήθος, ήταν μόνοι, και «ποιος ο λόγος να ζεις με τους ανθρώπους, όταν υπάρχει τόση μοναξιά;»

Η Άστριντ, λοιπόν, όπου κι αν κοιτάξει βλέπει, του κάθε είδους μοναξιά και απελπισία, και θέλει να κάνει κάτι γι’ αυτό. Θέλει να λυτρώσει το μοναδικό πλάσμα που της έδειξε αγάπη, από τα πάθη που το κατατρώνε: «Ήθελα να της πω να μην τρατάρει την απελπισία. Η απελπισία δεν είναι μουσαφίρης, να του βάλεις την αγαπημένη μουσική του, να του προσφέρεις την πιο αναπαυτική καρέκλα. Η απελπισία είναι εχθρός».

Σταθερότητα, κάτι να προσμονεί, κάτι να πιστεύει. Αυτά ζητά η Άστριντ. Κι ενώ η μητέρα της φωνάζει: «Είμαι αυτή που λέω πως είμαι και αύριο θα είμαι τελείως διαφορετική», εκείνη κλείνει τ’ αυτιά. Δε θέλει ν’ ακολουθήσει το δρόμο που της υποδεικνύει η σκληρή πρόγονός της.

Το βιβλίο αυτό έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα σε σχέση με τα άλλα μπεστ σέλερ, με τα οποία μας βομβαρδίζουν καθημερινά οι εκδοτικοί οίκοι: είναι πραγματικά καλό. Με χαρακτήρες ανθρώπινους, γεμάτους πάθη, έτοιμους ανά πάσα στιγμή για το καλύτερο ή το χειρότερο. Όπως σημειώνει και ο κριτικός της San Francisco Chronicle, πρόκειται για: «Ένα εκπληκτικό πρώτο μυθιστόρημα. Ο αναγνώστης μπαίνει σ’ ένα κόσμο πυκνό και σκοτεινό σαν δάσος».

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

ΑΛΟΝΑ ΚΙΜΧΙ: Όχι άλλα δάκρυα Σουζάνα


Ένα βιβλίο τρυφερό και με χιούμορ είναι το “Όχι άλλα δάκρυα Σουζάνα” της Αλόνα Κίμχι. Είναι η ιστορία μιας πολύ ευαίσθητης νέας γυναίκας που κλαίει πολύ, και πιστεύει πολύ λίγο στον εαυτό της. Πρόκειται για μια ουκρανικής καταγωγής εβραία που ζει μια απόλυτα βαρετή και μονότονη ζωή, προσδεδεμένη στο άρμα της μητέρας της, που καθορίζει τη ζωή της ως την τελευταία λεπτομέρεια.

Η Σουζάνα, όπως και κάθε άλλο καθώς πρέπει υπερβολικά ευαίσθητο άτομο, τυγχάνει “θεραπείας”, αφού η μητέρα της πιστεύει ότι μόνο μέσω αυτής της οδού θα μπορέσει η κόρη της να ενταχθεί στην κοινωνία. Κι ας μην της προσφέρει ουσιαστικά τίποτα η θεραπεία αυτή.

Των δυο τους η ζωή φαίνεται να κάνει κύκλους και να μην φτάνει πουθενά. Κάθε μέρα είναι ακριβώς η ίδια με την προηγούμενη, λένε τα ίδια λόγια, κάνουν τα ίδια πράγματα, μιλούν με τους ίδιους ανθρώπους, σε μια κοινωνία που μοιάζει εγκλωβισμένη στον εαυτό της. Η μητέρα είναι ευχαριστημένη με την καθημερινότητά της, αλλά όχι κι η κόρη. Η Σουζάνα θέλει να ζήσει κάτι διαφορετικό, κάτι ονειρικό, κάτι που δεν υπάρχει εκεί, και μια και δεν μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτό κλείνεται στη σιωπή και ζωγραφίζει, προσπαθώντας ταυτόχρονα να ανακαλύψει τι δεν πάει καλά.

Ξαφνικά, μπαίνει στη ζωή τους ένας “ξένος”. Πρόκειται για ένα συγγενή τους από την Αμερική με άγνωστο παρελθόν, ύποπτο παρόν και αβέβαιο μέλλον που εισβάλλει σα σίφουνας στον μικρόκοσμό τους παρασύροντας τα πάντα στο πέρασμά του. Στο σπίτι επιτέλους ανθίζει το χαμόγελο, και η Σουζάνα, αν και επιφυλακτική απέναντί του, βρίσκει στο πρόσωπό του ένα αναπάντεχο σύμμαχο. Ο “ξένος” θα γίνει ο μέντοράς της στη ζωή και την τέχνη, και το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου της. Θα τον αγαπήσει κρυφά, θα τον ποθήσει στο σκοτάδι και εν τη απουσία του. Θα φτάσει ως τα όρια για να τον κάνει δικό της, ολόδικό της, εκείνον που την κατάλαβε, που την ανάστησε, που την έκανε ράκος.

Η συγγραφέας φτιάχνει περίτεχνα το ψυχογράφημα μιας νέας, ανέραστης γυναίκας, που δεν ξέρει που πατά και που πηγαίνει. Μιας γυναίκας που βρίσκεται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, μεταξύ δημιουργίας και καταστροφής. Κάποιας που, παρ’ όλα τα προβλήματά της, θα μπορούσε να πραγματοποιήσει τα όνειρά της, αλλά και να τα παρατήσει, να τα φτύσει. Η Σουζάνα περπατάει συνέχεια σ’ ένα τεντωμένο σκοινί, πάνω από ένα όλο και πιο επικίνδυνο κόσμο. Θα μπορέσει να περάσει απέναντι; ή θα πέσει με πατάγο;

Μια καλογραμμένη ιστορία για τα αδιέξοδα του σήμερα, δοσμένη μ’ ένα γλυκόπικρο χιούμορ που αναγκάζει τον αναγνώστη να σκεφτεί και τη δική του ζωή, τις δικές του ακροβασίες πάνω απ’ την άβυσσο της ύπαρξης.

Σύμφωνα με τη Le Monde: “Υπάρχουν βιβλία για τα οποία μιλάς μόνο με κάποιους πολύ καλούς φίλους σου, και στα κρυφά. Υπάρχουν, πάλι, βιβλία για τα οποία συζητάς με τους συγγενείς και τους γνωστούς σου ελπίζοντας ότι θα ευχαριστηθούν κι αυτοί όπως κι εσύ όταν τα διαβάσουν. Υπάρχουν, τέλος, βιβλία που προκαλούν τον ενθουσιασμό: τότε θέλεις πάση θυσία να τα προτείνεις σε όλους, να τα διαβάσουν όσο το δυνατόν περισσότεροι. Ένα απ’ αυτά τα τελευταία είναι χωρίς καμιά αμφιβολία το Όχι άλλα δάκρυα Σουζάνα…”.

Η Αλόνα Κίμχι γεννήθηκε στην Ουκρανία το 1966. Σπούδασε θέατρο και εργάστηκε ως ηθοποιός, δημοσιογράφος, σεναριογράφος και σκηνοθέτης στο θέατρο. Το 1993 άρχισε να γράφει ποιήματα και θεατρικά έργα. Τρία χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε τη συλλογή διηγημάτων “Εγώ, η Αναστασία”. Το “Όχι άλλα δάκρυα Σουζάνα” είναι το πρώτο της μυθιστόρημα. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

ΣΕΡΓΚΟΥΝ ΑΓΑΡ: Φίλησα μια φορά την Ευδοξία


Το «Φίλησα μια φορά την Ευδοξία» είναι ένα νοσταλγικό βιβλίο. Μιλά για την Πόλη του χθες, για τις γειτονιές της, για τούρκους και ρωμιούς που ζούσαν δίπλα δίπλα, αγαπούσαν οι μεν τους δε, γιόρταζαν μαζί, παντρεύονταν, μοιράζονταν τις χαρές και τους καημούς τους.

Ο Αγάρ, μέσα από ένα ταξίδι του σήμερα στο χθες, μας ξεναγεί σε κάποιες άλλες εποχές, σ’ ένα κόσμο που ξεχείλιζε από αγάπη κι αθωότητα, μίσος και αίμα. Αυτή η ιστορία δεν είναι η ιστορία της Ευδοξίας, αλλά της τρομερής κυρά Ευφροσύνης και του Χασάνι της, αλλά και όλων εκείνων, ρωμιών και τούρκων που κινήθηκαν και υπήρξαν στο περιβάλλον τους. Είναι μια ψηφίδα στην ιστορία της Πόλης, πριν τον τελικό αφανισμό του εκεί ελληνισμού. Ο συγγραφέας αγαπά τους ρωμιούς και το δείχνει. Θυμάται, χαμογελά και δακρύζει. Η πόλη του, η Πόλη, τώρα πια είναι παρελθόν. Τη διασχίζει και δεν τη βλέπει. Οι εικόνες μέσα στις οποίες μεγάλωσε χάθηκαν. Νιώθει μόνος, φτωχός, κι ας έχει δίπλα του μια όμορφη γυναίκα, συνοδοιπόρο στο ταξίδι της νοσταλγίας.

Εδώ έχουμε μια βαθιά ανθρώπινη ιστορία. Απ’ αυτές που σε κάνουν να κλείνεις τα μάτια και ν’ αναρωτιέσαι γιατί: Γιατί έγιναν αυτά που έγιναν; Γιατί χάθηκε όλη εκείνη η ομορφιά; Γιατί πάντα να επιβάλλει τους κανόνες του το κακό;

«Παρ’ όλο που δεν καταγράφεται στα κατάστιχα της επίσημης ιστορίας, η ζωή των απλών ανθρώπων είναι η ίδια η ιστορία», υποστηρίζει ο συγγραφέας. Κι έχει απόλυτο δίκιο. Η ιστορία που δικαιώνει και η ιστορία που εκδικείται, η ιστορία που ματώνει και η ιστορία που γιατρεύει.

Ο ήρωας/ αφηγητής μοιάζει να είναι ένα άτομο γεμάτο ανασφάλειες, ωστόσο κρύβει μεγάλη δύναμη μέσα του. Μοιάζει να φοβάται να ερωτευτεί, να ζήσει. δείχνει να είναι εγκλωβισμένος στα δεσμά ενός χθες το οποίο έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Τι θα κάνει; Θα βρει το δρόμο του; Θα μπορέσει να αγαπήσει στ’ αλήθεια αυτή την όμορφη γυναίκα που συνάντησε στο μεταίχμιο της μοναξιάς; «… Η Αϊσεγκιούλ θα ήταν η πρόκληση στη σχέση μας που ο χαρακτήρας της δεν είχε ακόμα οριστεί, θα μπορούσε όμως να οριστεί οποιαδήποτε στιγμή. Κάποιος θα μας τον ψιθύριζε στ’ αυτί τρεις φορές, στη γωνιά ενός δρόμου, μελετώντας τα ονόματά μας. Κι έπειτα κάθε βράδυ θα ποτίζαμε τη γη όπου θα ευδοκιμούσαν τα αισθήματά μας. Οι καρδιές μας θα δένονταν και δεν θα βλέπαμε τίποτε άλλο εκτός από εμάς. Ίσως να μην έμοιαζε με τον πρώτο μας έρωτα η ιστορία αυτή, αλλά κάτι θα έφερνε στο νου από τις μέρες εκείνες…».

Διαβάζουμε για το περίφημο Πάσχα Ελλήνων στην Πόλη: «Όταν απόλυσε η εκκλησία… ένα μεγάλο πλήθος από το Ταξίμ ως το Τουνέλ, με τις αναμμένες λαμπάδες στο χέρι, κυλούσε σαν πλημμύρα από φως. Όχι μόνο ρωμιοί, αλλά και τούρκοι και εβραίοι, άνθρωποι ανακατεμένοι ο ένας με τον άλλο, προσπαθούσαν να πάνε το κερί που κρατούσαν στο χέρι τους αναμμένο ως το σπίτι…».

Το «Φίλησα μια φορά την Ευδοξία» είναι ένα όμορφο, καλογραμμένο βιβλίο για ένα χθες μακρινό, αλλά ζωντανό. Για ένα τότε που ρωμιοί και τούρκοι «είχαν φοβηθεί, γελάσει και κλάψει μαζί!». Όσο για το συγγραφέα του αποδεικνύεται ένας εξαιρετικός παραμυθάς, που -χάρη και στην εξαιρετική, ρέουσα μετάφραση της Φραγκώ Καραογλάν-, καταφέρνει να κατακτήσει τον αναγνώστη.

Από τις εκδόσεις Ωκεανίδα.

ΝΙΚ ΧΟΡΝΜΠΥ: Πώς να είσαι καλός


Ο Νικ Χόρνμπυ είναι ένας πολύ καλός συγγραφέας που δίκαια βλέπει βιβλίο με βιβλίο οι μετοχές του στον αγγλοσαξονικό κόσμο της λογοτεχνίας να ανεβαίνουν. Το «Πώς να είσαι καλός» είναι ένα μυθιστόρημα για τις σύγχρονες σχέσεις και τα αδιέξοδα, για τη μοναξιά που γίνεται κανόνας, για τις σανίδες σωτηρίας που ψάχνουν όλοι για να ξεφύγουν απ’ τις μικρές φυλακές τους.

Ο Ντέιβιντ είναι ο πιο οργισμένος άνθρωπος στο Βόρειο Λονδίνο. Τουλάχιστον έτσι συστήνεται στο κοινό στη στήλη που διατηρεί σε μια εφημερίδα. Και δεν υπερβάλλει. Είναι όντως οργισμένος. Είναι όντως γκρινιάρης. Και χωρίς να το καταλαβαίνει καλά καλά οδηγεί το γάμο του προς την καταστροφή.

Η Κέιτι, όπως δηλώνει η ίδια, δεν είναι κακή άνθρωπος. Είναι γιατρός. Έλα όμως που η αιώνια γκρίνια του άντρα της, Ντέιβιντ, την σπρώχνει αργά αλλά σταθερά κι αυτή προς την απελπισία. Αγαπά τον άντρα της, αλλά δεν τον αντέχει. Ο έρωτάς τους πέθανε μέσα στη γκρίνια του, και μες στη μόνιμη απασχόλησή της στη δουλειά. Αυτή είναι ο κουβαλητής, κι ο Ντέιβιντ φροντίζει το παιδί τους και το σπίτι. Ένα σπίτι που δε φαίνεται ν’ αγαπάει η χαρά, με αποτέλεσμα όλα να πηγαίνουν απ’ το κακό στο χειρότερο.

Παρόλα τα πιο πάνω όμως, το τεντωμένο σκοινί παραμένει τεντωμένο, δε λέει να σπάσει. Μέχρι που ο Ντέιβιντ γνωρίζει ένα θεραπευτή και ξαφνικά γίνεται… καλός. Υπερβολικά καλός. Τόσο καλός που σου σπάει τα νεύρα. Κι η Κέιτι αυτό δεν το αντέχει. Τουλάχιστον πριν ήξερε τι είχε να αντιμετωπίσει. Τώρα, βρίσκεται αντιμέτωπη μ’ ένα διαφορετικό άνθρωπο. Ο γκρινιάρης, ιδιότροπος, μόνιμα κατσούφης άντρας της, μετατρέπεται σε κάποιον άλλο. Σε κάποιον που έχει καλή ψυχή, που αγαπά όλο τον κόσμο, που θέλει να βοηθήσει όλο τον κόσμο. Πώς να το αντέξει αυτό η καημένη η Κέιτι; Αντιγράφουμε: «Δεν είναι πάντως μόνο ο Ντέιβιντ που θέλω να αποφύγω. Είναι κι αυτός ο άλλος άντρας, αυτός που του αρέσει το θέατρο και μοιράζει λεφτά και προσπαθεί να είναι ευγενικός με τον κόσμο, αλλά δεν είμαι σίγουρη αν θέλω να κοιμηθώ μαζί του, αφού δεν τον ξέρω πραγματικά κι έχει αρχίζει να με τρομάζει. Το να αντιπαθείς ένα σύζυγο μπορεί να θεωρηθεί κακοτυχία, αλλά το αντιπαθείς δύο μοιάζει απερισκεψία».

Ο Χόρνμπυ είναι ένας ταλαντούχος γραφιάς. Με πιο δυνατό του όπλο το χιούμορ, κατορθώνει να μας δώσει με σπαρταριστό τρόπο μια ιστορία για τους ανθρώπους της σύγχρονης εποχής. Τους πολύ βιαστικούς, τους πολύ αγχωμένους, τους «πολύ κακό για το τίποτα» που απλά δεν ξέρουν πώς να ζήσουν. Εκείνους που πιότερο συνεδριάζουν παρά συζητούν. Και τους κατακεραυνώνει: «Το διήμερο σεμινάριο τέλειωσε μια μέρα νωρίτερα. Τι έγινε, ξεφουρνίσατε όλοι τις μαλακίες σας με διπλάσια ταχύτητα;» Δε θα καταφύγω σε άλλες παραπομπές απ’ το βιβλίο, αλλά θα ήθελα να σας συστήσω να διαβάσετε προσεκτικά τη λίστα των ανθρώπων, που ο Ντέιβιντ θεωρούσε ατάλαντους, υπερεκτιμημένους ή απλώς μαλάκες, μέχρι να γίνει καλός.

Το «Πώς να είσαι καλός» είναι ένα απολαυστικό μυθιστόρημα που βγάζει αβίαστα γέλιο. Αν σας αρέσει η γραφή του Χόρνμπυ, τότε δοκιμάστε και το “High Fidelity”. Το τελευταίο έγινε ταινία πριν μερικά χρόνια, όπως και το «Για ένα αγόρι».

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΑΚ ΛΙΑΜ ΓΟΥΙΛΣΟΝ: Μπέλφαστ Blues


Για να παραφράσουμε το σύνθημα κάποιας μεγάλης ποδοσφαιρικής ομάδας: «Είναι τρελός ο ιρλανδός». Και όντως είναι! Ωραίος τρελός κι υπέροχος παραμυθάς. Και ξέρετε ποιο είναι το παράξενο; όλοι οι ιρλανδοί που έχω διαβάσει μέχρι τώρα ή τρελοί είναι, ή υπέροχοι παραμυθάδες, ή και τα δύο. Ο Γουίλσον ανήκει στην τελευταία κατηγορία, κι ας μην κατάγεται απ’ τον αγαπημένο μου νότο, αλλά απ’ τον «απεχθές» βορρά της Ιρλανδίας και πιο συγκεκριμένα απ’ το διάσημο Μπέλφαστ.

Στο Μπέλφαστ διαδραματίζεται και το μεγαλύτερο μέρος αυτής της τρυφερής στην ουσία της ιστορίας που μιλά για δυο φίλους και την πορεία τους στη ζωή, μέσα σ’ ένα μόνιμα διαταραγμένο περιβάλλον. Είναι η ιστορία του Τζέικ και του Τσάκι, δύο φίλων κολλητών που ο καθένας τραβάει το δικό του ανήφορο. Ο πρώτος, εγκαταλειμμένος απ’ τη φίλη του προσπαθεί απεγνωσμένα να βρει μια γυναίκα που να τον αντέχει, αλλά μάταια, καθώς η αθυροστομία του μοιάζει να είναι πιο δυνατή απ’ την επιθυμία του. Είναι καθολικός, όμως δεν αντέχει την ηλιθιότητα που επικρατεί γύρω του, τους θρησκευτικούς και πολιτικούς φανατισμούς που δεν αφήνουν την πόλη του να ορθοποδήσει. Απ’ την άλλη ο Τσάκι, που είναι προτεστάντης, φαίνεται να ζει στο δικό του κόσμο. Οι περισσότεροί του φίλοι είναι καθολικοί και το χαίρεται. Απέχει απ’ την πολιτική και το μόνο που τον νοιάζει είναι να αποκτήσει χρήματα γρήγορα. Και έχει καλή ψυχή, όπως και ο Τζέικ.

Θα έλεγε κανείς ότι είναι δυο αταίριαστοι φίλοι, αλλά ακριβώς αυτό είναι και το πιο δυνατό τους σημείο. Ο ένας νοιάζεται και αγαπά τον άλλο παρά τις διαφορές τους και παρά τις αλλιώτικες δυνάμεις της μοίρας που ορίζουν τις ζωές τους. Ό,τι αγγίζει ο Τζέικ μοιάζει να καταρρέει κι ό,τι αγγίζει ο Τσάκι να γίνεται χρυσάφι, αλλά πάντα έχουν ο ένας τον άλλο.

Με εκκίνηση αυτή τη φιλία ο συγγραφέας αναλαμβάνει να ξεναγήσει τον αναγνώστη στην άγνωστη γεωγραφία της πόλης του, αλλά και των συμπατριωτών του, καθολικών και προτεσταντών. Μας μιλά με λόγια σκληρά για το αίμα που αναίτια για χρόνια πολλά βάφει τους δρόμους του Μπέλφαστ, μας δίνει μέσα από συγκλονιστικές κάποτε περιγραφές μια εικόνα που κάθε άλλο παρά δικαιώνει τη μια ή την άλλη παράταξη, μας αναλύει τα συμπτώματα μιας κοινωνίας που φαίνεται να υποφέρει από βίαια εφηβικά σύνδρομα. Μας λέει για φονικά και περίσσιο πόνο, για τη μοναξιά που δεν τελειώνει. Μερικές σελίδες είναι αληθινά σπαρακτικές, αλλά όταν το επιτάσσουν οι περιστάσεις δεν διστάζει να επιστρατεύσει και το χιούμορ, χαρίζοντας άφθονο γέλιο στον αναγνώστη: «… η σάτιρα δεν είναι ποτέ άσκοπη. Μας κάνει να φαινόμαστε όσο ηλίθιοι είμαστε», «… λίγο αργότερα μπήκε η Σάρα στη ζωή μου και με σιδέρωσε, μου έκοψε όλο το ζοριλίκι. Τότε μόνο κατάλαβα γιατί μου ήταν τόσο εύκολο να δέρνω τον κοσμάκη. Επειδή δεν είχα φαντασία», «Έμπαινες στου Λέιβερι ένα βράδυ στα δεκαπέντε σου κι όταν έβγαινες, τρεκλίζοντας, ανακάλυπτες ότι είχες περάσει τα τριάντα. Κόσμος και κοσμάκης είχαν πιει τα καλύτερά τους χρόνια εκεί μέσα», «Τέλειωσα τον καφέ μου, έσφιξα τη γραβάτα μου. Του έβγαλα το πρωινό του στο πιατάκι (του γάτου) και κίνησα να δω τι μπορούσα να κάνω για την παγκόσμια ειρήνη».

Είναι εκπληκτικό το πώς ο συγγραφέας καταφέρνει να πιάσει τον αναγνώστη απ’ το χέρι και τον οδηγήσει στο μικρόκοσμό του, προκαλώντας του μια γκάμα συναισθημάτων: από βαθιά συγκίνηση ως ακράτητα γέλια, από αγανάκτηση ως αγαλλίαση. Αυτό νομίζω είναι το μεγάλο ατού του βιβλίου: ο μύθος του, η αλήθεια του. Αλλά και οι εικόνες του: σκληρές και τρυφερές, σαν καταιγίδα και σα χάδι. Μαθαίνει κανείς πολλά διαβάζοντας αυτή την ιστορία, αλλά και νιώθει πολλά. Ένα από τα καλύτερα ξένα μυθιστορήματα που κυκλοφόρησαν αυτή τη χρόνια στην ελληνική γλώσσα.

Λίγα λόγια για το συγγραφέα: Γεννήθηκε στο δυτικό Μπέλφαστ το 1964 και ζει στην Αγγλία. Από τις εκδόσεις Εξάντας έχει ήδη κυκλοφορήσει το πρώτο του μυθιστόρημα «Έργα και ημέρες του Ρίπλεϊ Μπογκλ (1996). Έχει γράψει ακόμη τα μυθιστορήματα Manfreds pain και The Dispossessed.

Το Μπέλφαστ Blues (πρωτότυπος τίτλος Eureka Street) σε εξαιρετική μετάφραση της Χρύσας Τσαλικίδου, κυκλοφορεί επίσης από τις εκδόσεις Εξάντας.

ΙΑΝ ΜΑΚ ΓΙΟΥΑΝ: Εξιλέωση


Πολλοί χαρακτήρισαν την “Εξιλέωση” σαν το καλύτερο μυθιστόρημα του Μακ Γιούαν. Αν είναι υπερβολικές ή όχι αυτές οι εκτιμήσεις δεν μπορούμε εμείς να το κρίνουμε, μια και δε διαβάσαμε όλα του τα έργα. Εκείνο που μπορούμε να πούμε με σιγουριά είναι ότι εδώ έχουμε ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα και τίποτα παραπάνω. Μια απλή ιστορία που φαίνεται να θέλει να μας πει πολλά, αλλά κάπου δεν τα καταφέρνει. Και τότε μας έρχονται στο μυαλό άλλες ιστορίες, παρόμοιες, ελλήνων συγγραφέων πολύ καλύτερα γραμμένες και περισσότερο ψαγμένες, που μαζεύουν σκόνες στα ράφια των βιβλιοπωλείων, και γεννιέται το ερώτημα: “Για να γράφει κανείς καλά και να πουλάει, πρέπει να είναι ξένος και επώνυμος, ή έστω μόνο επώνυμος;”.

“Τι μύγα τον τσίμπησε;” θα αναρωτιέστε. Ε, η μύγα του δίκιου βρε παιδιά! Αν έγραφε κάποιος άγνωστος έλληνας αυτό το βιβλίο δε θα έβρισκε εκδότη, αλλά επειδή το έγραψε ο κ. Μακ Γιούαν αμέσως μας το πλάσαραν σαν αριστούργημα. Αν είναι αυτό αριστούργημα τι να πει κανείς για τα βιβλία του Νίκου Θέμελη, του Παύλου Μάτεσι, της Σώτης Τριανταφύλλου; Αλήθεια, πέστε μου ένα ξένο συγγραφέα που να γράφει το ίδιο τρυφερά, ανθρώπινα, κοφτά και ρεαλιστικά με τη Σώτη!

Αλλά, ας ρίξουμε μια ματιά και στην “Εξιλέωση”. Κάπου στα 1935 ένα φαντασιόπληκτο κοριτσάκι, με το όνομα Βριώνη, σ’ ένα κτήμα στην αγγλική ύπαιθρο, βλέπει να συμβαίνουν μπρος στα μάτια του θάματα και πράματα, και σα σωστή και καθωσπρέπει δεσποινιδούλα τρέχει να τα προφτάσει στους μεγάλους, παραλλάζοντας λίγο τα γεγονότα, για να εισπράξει τα μπράβο τους. Μες στον ενθουσιασμό της όμως δεν μπορεί να προβλέψει τις συνέπειες που είναι ολέθριες για την οικογένεια, ανατρέποντας όλες τις ισορροπίες. Νέοι άνθρωποι πληγώνονται και διασύρονται, έρωτες πεθαίνουν προτού καλά καλά ανθίσουν, το ένα ψέμα οδηγεί στο άλλο, χαρίζοντας πόνο στους αθώους και χαρά στους ένοχους.

Τα χρόνια περνούν και αρχίζει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο αθώος ένοχος αγαπημένος της αδελφής της, ο Ρόμπι, βρίσκεται στα χαρακώματα στη Γαλλία, η ίδια η αδελφή της, η Σεσίλια, είναι νοσοκόμα και φροντίζει τους τραυματίες που φτάνουν από το μέτωπο, ενώ και η Βριώνη εκπαιδεύεται για νοσοκόμα. Τότε είναι που ξυπνούν μέσα της οι τύψεις για το κακό που έκανε και νιώθει την ανάγκη να ζητήσει τη συγχώρεση απ’ αυτούς που πλήγωσε, την εξιλέωση. Θα της δοθεί, όμως, αυτή η άφεση αμαρτιών ή θα συνεχίσει να μεταφέρει για πάντα το σταυρό του μαρτυρίου της; Κι ο Ρόμπι, θα γυρίσει ζωντανός απ’ το μέτωπο; ή δε θα μπορέσει ποτέ να του εκφράσει τη συγγνώμη της;

Ένα μυθιστόρημα εποχής, με πλούσιες περιγραφές, ειδικά για την κατάσταση που επικρατούσε στα νοσοκομεία της Αγγλίας τον καιρό του πολέμου, το οποίο ωστόσο είναι τόσο… αγγλικό που κι αν λείψει απ’ τη βιβλιοθήκη σας, η απουσία του θα περάσει απαρατήρητη.

Κυκλοφορεί από τη Νεφέλη. Στις ίδιες εκδόσεις θα βρείτε τα μυθιστορήματα του Μακ Γιούαν “Άμστερνταμ” και “Έμμονη αγάπη”.

ΦΙΛΙΠ ΡΟΘ: Το ζώο που ξεψυχά


Σαν ένας από τους καλύτερους ψυχογράφους του σύγχρονου αμερικανού παρουσιάζεται ο Φίλιπ Ροθ. Σ’ αυτό το μυθιστόρημα καταπιάνεται με τις περιπέτειες ενός καθηγητή πανεπιστημίου και παρουσιαστή επιτυχημένης τηλεοπτικής εκπομπής. Ο Ντέιβιντ Κέπες, είναι η προσωποποίηση αυτού που οι αμερικανοί αποκαλούν “επιτυχημένος”. Τα έχει όλα: δυο δουλειές που αγαπά, χρήμα, πολλούς θαυμαστές και περισσότερες θαυμάστριες.

Τι του λείπει; Το ακραίο πάθος. Αυτός που φαίνεται να δοκίμασε τα πάντα, που έκανε έρωτα με αμέτρητες νεαρές γυναίκες, που φαίνεται να έχει όλες τις απαντήσεις, δε γνώρισε το απόλυτο στον έρωτα. Κι είναι κάτι που του λείπει, κι ας μην τον ξέρει ακόμη.

Ο Ροθ μελετά και αναλύει σε βάθος τον ψυχισμό του ήρωά του, μας μιλά για τα πλεονεκτήματά του αλλά και την αδυναμία του να κατανοήσει ότι κάτι του ξεφεύγει.

Κάποια μέρα, μια νεαρή κουβανή φοιτήτριά του θα μπει σα σίφουνας στη ζωή του, γκρεμίζοντας θεωρίες και βεβαιότητες. Η Κονσουέλα είναι το κάτι άλλο. Μια ατρόμητη, πανέξυπνη κοπέλα, μια αμαζόνα του έρωτα, κάποια που ίσως να τρόμαζε τον κάθε άντρα. Όπως τρομάζει και τον Ντέιβιντ, κι ας αρνείται άμεσα να το ομολογήσει.

“Τώρα στα γεράματα, μάθε γέρο γράμματα”, κάπου φαίνεται να ειρωνεύεται κρυφά τον εαυτό του, αφού μετά τον έρωτά του με την ορμητική Κονσουέλα, λες και νιώθει να γκρεμίζεται το οικοδόμημα της ύπαρξής του. Αυτός, ο υπεράνω λόγιος, αυτός, που δεν ερωτεύεται, αυτός, που δεν έχει αδυναμίες, αυτός… κάνει βουτιά απ’ τις ψευδαισθήσεις του στο κενό. Και ξεχνά… Ξεχνά ότι τίποτα δεν είναι αιώνιο. Ξεχνά ότι η ζωή κάνει κουμάντο, και καθώς αυτή είναι που ορίζει τα πάντα, έχει τη δύναμη ν’ αλλάξει τα πάντα, και πολλές φορές με τον πιο σκληρό τρόπο.

Το βιβλίο αυτό μιλά για μια ερωτική απογείωση και μια ζωική πτώση. Για τον άνθρωπο και τον άνθρωπο!

Από τις εκδόσεις Πόλις.

ΤΖΑΣΤΙΝ ΧΙΛ: Τεϊοποτείον “Το Όνειρο”


Το “Τεϊοποτείον το όνειρο” είναι το πρώτο μυθιστόρημα του πολλά υποσχόμενου νέου συγγραφέα, Τζάστιν Χιλ.

Μπορεί κάποιος δυτικός να καταλάβει τον τρόπο σκέψης των κινέζων και να εκφραστεί με το δικό τους τρόπο; Ο συγγραφέας φαίνεται να είναι της άποψης πως: Ναι, μπορεί! και βάζει το δικό του στοίχημα. Τα καταφέρνει; Ναι, τα καταφέρνει! Τόσο απλά. Για να εξηγηθώ: Διαβάζοντας κανείς αυτό το βιβλίο, καταβυθιζόμενος στον κόσμο, τους ανθρώπους και τις καταστάσεις που περιγράφει, πολύ σύντομα ξεχνά ότι ο συγγραφέας δεν είναι κινέζος. Ο Χιλ φαίνεται να μπαίνει στο πετσί των κινέζων ηρώων του, που βιώνουν τις ραγδαίες αλλαγές μιας εποχής που μοιάζει να τους ξεπερνά.

Διαβάζοντας κανείς αυτό το βιβλίο μαθαίνει για τις αλλαγές στον τρόπο σκέψης και ζωής που γίνονται στη χώρα του άλλοτε “Μεγάλου τιμονιέρη” Μάο, το πως οι κάτοικοι της χώρας, άλλος περισσότερο και άλλος λιγότερο αρχίζουν να δένονται στο άρμα του άλλοτε μισητού καπιταλισμού.

Ο μεγάλος πλούτος και η συγκλονιστική φτώχεια φαίνονται να είναι τα κυρίαρχα στοιχεία στη νέα Κίνα. Οι εργάτες του χθες, εκείνοι που έκτισαν τη χώρα, παραπεταμένοι στη γωνιά του δρόμου, κι οι πλούσιοι νέοι που ξοδεύουν αλόγιστα το χρήμα, που κέρδισαν με θεμιτά κι αθέμιτα μέσα, είναι οι βασικοί πρωταγωνιστές σ’ αυτή την ιστορία. Ανάμεσά τους κινείται κι ένα πολύχρωμο πλήθος που ξεχειλίζει από πόθους και πάθη, έτοιμο να αρπάξει την κάθε ευκαιρία για ένα καλύτερο αύριο, εκείνο που του υποσχέθηκαν παλιά, ή τούτο που επιβάλλει η νέα κοινωνία.

Οι πιο τραγικές φιγούρες, φυσικά, είναι οι ηλικιωμένοι, εκείνοι που πίστεψαν σε κάποιες ουτοπίες, που βασανίστηκαν και έφτυσαν αίμα γι’ αυτές, για να καταντήσουν τελικά ζητιάνοι της ζωής, που έφτασαν πια να έχουν σα μοναδικό τους όνειρο ένα καλό γάμο για το παιδί τους και τίποτ’ άλλο. Κι αυτά σε μια χώρα όπου όλα αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν. Ηγέτες πάνε κι έρχονται, επαναστάσεις γίνονται και καταστέλλονται, όλοι είναι ίσοι αλλά κάποιοι πολύ πολύ πιο ίσοι, κι οι ιδεολογίες; έχουν καταντήσει αδειανά πουκάμισα. Ο νέος θεός ακούει στ’ όνομα Πλούτος, κι ας κάποιοι απ’ τους παλαιότερους επιμένουν να μένουν προσδεμένοι στα άρματα του χθες.

Ο συγγραφέας μας περιγράφει με μελανά χρώματα και περίσσιο χιούμορ τη νέα Κίνα που μοιάζει να βγαίνει από το λήθαργο και να προσαρμόζεται στις ανάγκες των νέων ηθών. Κατέχει καλά το θέμα του και κατορθώνει να παρασύρει τον αναγνώστη με τη γραφή του. Οι άνθρωποι και τα τοπία παίρνουν ζωή μέσα από τις περιγραφές του, και οι καταστάσεις, ακόμη και οι πιο τραγικές, μοιάζουν να είναι ιδωμένες μέσα από ένα πολύχρωμο φακό. Ο συγγραφέας δεν προσπαθεί να μας διδάξει, αλλά μας λέει πολλά, δε θέλει να μας εκπλήξει αλλά να μας παρασύρει. Και τα καταφέρνει. Κι αυτό είναι ένα μεγάλο επίτευγμα. Ειδικά όταν μιλά κανείς για μια μεγάλη χώρα, όπως είναι η Κίνα.

Όσο για την ιστορία, παραθέτουμε ένα απόσπασμα από την περίληψη: “Σε μια μικρή πόλη της Κίνας οι κάτοικοι είναι αναστατωμένοι και ανήσυχοι. Όταν το εργοστάσιο που όλοι θεωρούσαν δικό τους δημιούργημα κλείνει, οι εργάτες και οι οικογένειές τους καταλαβαίνουν ότι έχει φτάσει πια η ώρα να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα μιας Κίνας καινούργιας και άγνωστης”. Προσθέστε σ’ αυτά μια παλιά ιστορία αγάπης που άφησε πίσω της αθώα θύματα, και μια νέα που μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή και, το γλυκό έδεσε.

Ένας από τους ήρωες κάπου λέει: “Η ζωή είναι ένα ατέλειωτο ποτάμι. Δεν πρέπει να το αφήσουμε να στεγνώσει”. Έτσι είναι και αυτό το βιβλίο: ένα ατέλειωτο ποτάμι που χαρίζει απόλαυση σ’ αυτόν που κολυμπάει μέσα στις 400 τόσες σελίδες του.

Ας ρίξουμε τώρα μια ματιά στο βιογραφικό του συγγραφέα:

Ο Τζάστιν Χιλ γεννήθηκε στις Μπαχάμες το 1971. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία και Μεσαιωνική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Ντέραμ και τώρα κάνει μεταπτυχιακό στον τομέα της Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο του Λάνκαστερ. Έζησε για επτά χρόνια σε μια μικρή πόλη της Κίνας καθώς και στην Ερυθραία της Ανατολικής Αφρικής, όπου πρόσφερε εθελοντική εργασία διδάσκοντας αγγλικά. Το φθινόπωρο του 1999 επέστρεψε στην Αγγλία όπου ασχολήθηκε με τη συγγραφή του βιβλίου αυτού. Είχε προηγηθεί το αφήγημα A Bend in the Yellow River. Πρόσφατα κυκλοφόρησε και το δεύτερό του μυθιστόρημα με τίτλο Ciao Asmara.

Οι άγγλοι κριτικοί υποδέχθηκαν με θετικά σχόλια το “Τεϊοποτείον…”. Αντιγράφουμε:

“Μέσα από την Πολιτιστική Επανάσταση και τα τραγικά γεγονότα στην πλατεία Τιέν-Αν-Μεν το 1989, οι ήρωες του Τζάστιν Χιλ φέρνουν στο φως τα διάφορα πολιτικά ρεύματα στην Κίνα, καθώς και το χάσμα ανάμεσα στις γενιές, που είναι βαθύτερο κι απ’ τον ωκεανό”. BOOKLIST.

“Πρόκειται για ένα έξυπνο και ενδιαφέρον μυθιστόρημα για το χάσμα ανάμεσα στον κινέζικο κομουνισμό και τον δυτικό καπιταλισμό. Η μάχη των δύο ιδεολογιών επικεντρώνεται εκεί ακριβώς όπου είναι πιο ορατή: στην οικογενειακή ζωή”. Times.

Από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

ΦΙΛΙΠ ΠΟΥΛΜΑΝ: Το Κεχριμπαρένιο Τηλεσκόπιο


Ο Φίλιπ Πούλμαν μας προσκαλεί να ανακαλύψουμε, για μία ακόμη φορά, το παιδί μέσα μας. Το “Κεχριμπαρένιο Τηλεσκόπιο”, με το οποίο συμπληρώνεται η Τριλογία του Κόσμου, είναι ένα από εκείνα τα βιβλία που έχουν τη μαγική ικανότητα να σε ταξιδεύουν στον κόσμο του φανταστικού, να σε συναρπάζουν με την πλοκή τους, να σε απογειώνουν με τα υπόγεια ρεύματά τους.

Είναι παιδικό βιβλίο; Και ναι, και όχι. Είναι ένα βιβλίο που μπορούν με την ίδια άνεση να διαβάσουν και μικροί και μεγάλοι, και να το απολαύσουν εξίσου. Εξάλλου σ’ αυτό, βλέπουμε τους νεαρούς ήρωες που γνωρίσαμε στα δύο προηγούμενα μυθιστορήματα της σειράς, να μεγαλώνουν, να ανακαλύπτουν τον εαυτό τους και τον έρωτα. Αλλά, εδώ έχουμε και μια συναρπαστική περιπέτεια, όπου οι δυνάμεις του καλού και του κακού συγκρούονται δίχως ανάσα, όπου η μία δύναμη μπορεί να έχει το πρόσωπο της άλλης και αντιστρόφως, όπου οι ανατροπές είναι στην ημερησία διάταξη.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή: Το καλό και το κακό ετοιμάζονται να δώσουν την τελειωτική τους μάχη για επικράτηση στους διάφορους κόσμους. Όποια δύναμη νικήσει θα εγκαθιδρύσει τη δική της αυτοκρατορία. Όλα όμως, εξαρτώνται από ένα αγόρι, το Γουίλ, που έχει στην κατοχή του ένα μαγικό μαχαίρι, το οποίο μπορεί και ανοίγει περάσματα από τον ένα στον άλλο κόσμο, καθώς και τη φίλη του Λύρα, που σύμφωνα με μια προφητεία, αν δεν υποκύψει σε κάποιο πειρασμό θα παίξει σημαντικό ρόλο στη σωτηρία των κόσμων. Δυο παιδιά λοιπόν, με τη συμπαράσταση διάφορων ορατών και αόρατων φίλων, αλλά και κυνηγημένα από αμέτρητους εχθρούς έχουν να κουβαλήσουν στις πλάτες τους ένα ασήκωτο βάρος. Θα τα καταφέρουν ή μήπως οι δυνάμεις του κακού τελικά θα επικρατήσουν;

Αν σας αρέσει να ταξιδεύετε μέσα από την ανάγνωση το βιβλίο αυτό αποτελεί εγγύηση για πολλά, μακρινά και φανταστικά ταξίδια. Αν ψάχνετε κάτι για να ξεσκάσετε, τι καλύτερο από μια ιστόρια του είδους!

Ο Πούλμαν είναι ένας μάστορας της αφήγησης, έτσι δεν είναι τυχαίο που το βιβλίο αυτό προτάθηκε για το αξιόλογο βραβείο Μπούκερ, ενώ έχει αποσπάσει τα βραβεία Whitbread, W.H. Smith και Nibbies. Όσοι πιστοί προσέλθετε.

Από τις εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση Κώστιας Κοντολέων.

ΤΖΙΟΥΖΕΠΠΕ ΠΟΝΤΙΤΖΙΑ: Γεννημένοι δυο φορές


Μια βαθιά ανθρώπινη ιστορία είναι αυτή που μας διηγείται ο ιταλός Τζιουζέππε Ποντίτζια. Μας μιλά για ένα παιδί, τον Πάολο, που ήρθε στον κόσμο ανάπηρο εξαιτίας ενός δύσκολου τοκετού. Το τι συμβαίνει σ’ αυτό το διαφορετικό παιδί το μαθαίνουμε μέσα από τις αφηγήσεις του πατέρα του, ενός καθηγητή που φαίνεται διατεθιμένος να κάνει τα πάντα γι’ αυτό.

Το βιβλίο αυτό, που το διατρέχει μια μελαγχολική διάθεση αλλά που περιέχει και μερικές νότες αισιοδοξίας, έχει πολλά να διδάξει σε μας, τους απέξω, σχετικά με τα παιδιά με ειδικές ανάγκες και τον τρόπο αντιμετώπισής τους.

Ο Πάολο δίνει μαθήματα ζωής στον πατέρα του και στους γύρω, τους δείχνει ότι με κάποιο μαγικό τρόπο όλα είναι καλά, κι ας μην είναι, τους διδάσκει πως να δέχονται τις αλήθειες και να τις φέρνουν στα μέτρα τους. Τα ψυχικά αποθέματα του μικρού παιδιού είναι πολύ μεγαλύτερα από εκείνα των γονιών του, φαίνεται αποφασισμένο να ζήσει όση χαρά του αναλογεί, να κλέψει στιγμές ευτυχίας και να τις χαρίσει και στους άλλους.

Όχι, δεν είναι μια δακρύβρεχτη ιστορία. Είναι μια ιστορία για την περιπέτεια του ανθρώπου, για τη θέλησή του για ζωή και δημιουργία.

Ο αφηγητής/συγγραφέας θέτει ερωτήματα και ψάχνει τις απαντήσεις, και που και που φτάνει σε πικρά συμπεράσματα, τα οποία αφορούν τον καθένα από μας, όπως κι αν είναι η κατάσταση της υγείας μας: “Στυλώνουμε τα πόδια αρνούμενοι να δεχτούμε τα ελαττώματα που φοβόμαστε ότι έχουμε, βλέποντάς τα γιγαντωμένα στους άλλους”, λέει στη σελ. 86, ενώ κάπου αλλού τονίζει: “Ποτέ μην επαναλαμβάνεσαι, ο κόσμος δεν προσέχει πια την πρωτοτυπία, προσέχει πως επαναλαμβάνεσαι”.

Όπως γράφει η Corriere della Sera: “Ο Ποντίτζια πραγματοποίησε ένα μικρό θαύμα, ένα έργο κλασικό, χαρίζοντάς μας ένα αφήγημα που αγγίζει τις πιο μύχιες χορδές της ψυχής και ταυτόχρονα επιτυγχάνει μια γραφή όλο χάρη και ειρωνική ευαισθησία”.

Ένα πραγματικά αξιόλογο βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί, αν μη τι άλλο, για την ανθρωπιά του.

Στην Ιταλία το “Γεννημένοι δυο φορές” τιμήθηκε με το βραβείο Campiello.

Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ωκεανίδα, σε μετάφραση Άννας Παπασταύρου.

ΝΤΟΥΙΓΚΟΥ ΑΣΕΝΑ: Είσαι ελεύθερη


Είναι η ιστορία δύο γυναικών, που αν και η καθεμιά με τον τρόπο της, μοιάζουν να είναι ευχαριστημένες από τη ζωή, είναι περισσότερο από εμφανές ότι κάτι τους λείπει.

Η Μπελγκίν είναι παντρεμένη κι απογοητευμένη από το γάμο της, η Μπερνά είναι ερωτευμένη με τον έρωτα. Η πρώτη βρίσκεται σ’ ένα αδιέξοδο που δεν μπορεί να ομολογήσει ούτε στον ίδιο της τον εαυτό, η δεύτερη θεωρεί ότι ζει με πάθος τη ζωή αλλά νιώθει, ότι κάτι της ξεφεύγει.

Οι δυο φίλες συνομιλούν στο τηλέφωνο, στα σπίτια τους, σε καφετέριες, ακόμη και γράμματα ανταλλάζουν σ’ αυτή την εποχή των μεγάλων ταχυτήτων. Μέσα απ’ αυτές τις συνομιλίες παρακολουθούμε τις εξελίξεις στη ζωή τους για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο. τότε που όλα φαίνονται να έρχονται τα πάνω κάτω.

Η συγγραφέας μας μιλά για την οικογενειακή ζωή που πνίγεται στη συνήθεια, για την ανεξαρτησία που πολλές φορές σημαίνει μοναξιά, για τους τρόπους που βρίσκει ο άνθρωπος για να υποδουλώνει ο ίδιος τον εαυτό του. Οι ηρωίδες της, τόσο τρωτές, φαίνονται να το φιλοσοφούν: “… Η ζωή συνεχίζεται. Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο. Τι νόημα έχει να στεναχωριόμαστε για πράγματα που έγιναν; Αφού και να στενοχωριέσαι, δεν αλλάζει τίποτα… Κατά τη γνώμη μου, μόνο μια αλήθεια υπάρχει, ο θάνατος. Όλα τ’ άλλα είναι περαστικά…”. Αλλά, τα λόγια παραμένουν λόγια. Εκείνο που έχει σημασία είναι οι πράξεις. Θα τολμήσουν οι δυο φίλες ν’ αλλάξουν κάτι στη ζωή τους, να ξεφύγουν απ’ τις ξεχωριστές τους αυταπάτες; Κι αν ναι, τι θα συμβεί στο τέλος; “Δεν μπορούμε να ξέρουμε κανένα τέλος. Όλα αλλάζουν συνεχώς. Ας είναι η στιγμή μας ευτυχισμένη, ας την απολαμβάνουμε και φτάνει”.

Το “Είσαι ελεύθερη” είναι ένα βιβλίο για τις σύγχρονες σχέσεις, για τις σύγχρονες μοναξιές. Για τους μικρούς θανάτους που βιώνουμε καθημερινά στο βωμό της επιβίωσης και της φαινομενικής ευτυχίας, για τους φόβους μας πως αν χάσουμε κάτι θα χαθούμε: “Πρέπει κανείς να είναι αποφασισμένος. Ακόμα κι αν χάνει κάποια πράγματα, πρέπει να ξέρει να φεύγει”. Στο κάτω κάτω της γραφής, μια ζωή την έχουμε και πρέπει να τη ρουφήξουμε όσο πιο λαίμαργα γίνεται, να ζήσουμε πολλές εμπειρίες και -σύμφωνα με τη συγγραφέα-, να μιλήσουμε γι’ αυτές: “Όταν ο άνθρωπος βιώνει πράγματα, μιλάει γι’ αυτά… Σωπαίνουν μόνο όσοι δεν βιώνουν τίποτα ή δεν μπορούν να βιώσουν τίποτα…”.

Έξυπνο, ανάλαφρο, καλογραμμένο. Της λεγόμενης “γυναικείας λογοτεχνίας”.

Από τις εκδόσεις Ωκεανίδα.