Showing posts with label Patricia Cornwell. Show all posts
Showing posts with label Patricia Cornwell. Show all posts

Tuesday, January 17, 2012

Patricia Cornwell – Red Mist

Αγορά από το Book Depository

Απ’ ό,τι φαίνεται η καλή ιατροδικαστής Κέι Σκαρπέτα οδεύει αργά, αλλά σταθερά προς τη συνταξιοδότηση. Όχι πως αυτό το βιβλίο είναι και τόσο κακό, αλλά να: η ηρωίδα του μοιάζει κουρασμένη, ξεπερασμένη θα λέγαμε, ανίκανη ν’ αλλάξει και να αναγεννηθεί. Το να βλέπει κανείς ένα χαρακτήρα να κάνει ξανά και ξανά τα ίδια πράγματα, ή και λίγο διαφορετικά, αργά ή γρήγορα καταντά κουραστικό. Όσα εμπόδια κι αναποδιές κι αν ρίξει κανείς στο δρόμο του, τίποτα δεν θα μπορέσει να τοn σταματήσει από το να είναι ο εαυτός τους. Εαυτός που καταντά μοναχικός, μονόχνοτος, που βλέπει παντού φαντάσματα και απλά δεν μπορεί να αποδεχτεί το γεγονός ότι κάποτε οι άνθρωποι αλλάζουν και ότι η τετράγωνη λογική δεν έχει τη δύναμη, ή αν θέλετε την ικανότητα να ορίζει τα πάντα.
     Σ’ αυτό το βιβλίο ακολουθούμε την Σκαρπέτα σε μια από τις γνωστές της σταυροφορίες. Όχι, δεν προσπαθεί να σώσει τον κόσμο, αλλά απλά να μάθει τι ακριβώς έγινε σε ό,τι αφορά τη δολοφονία του στενού της συνεργάτη Τζακ Φίλντινγκ. Ο τελευταίος σκοτώθηκε έξη μήνες πριν, στη διάρκεια ενός επεισοδίου που λίγο έλειψε να στερήσει και τη δική της ζωή, και τώρα αυτή είναι αποφασισμένη να μάθει το γιατί. Το μόνο που δεν είναι και στα καλύτερά της. Το γεγονός της προκάλεσε ψυχολογικά τραύματα τα οποία αρνείται να αναγνωρίσει, οι σχέσεις της με τους στενούς φίλους και συνεργάτες της, ακόμη και με την αγαπημένη ανιψιά της έχουν μπει στον πάγο και νιώθει πιο μόνη παρά ποτέ. Διαθέτει ωστόσο ακόμη το ίδιο πείσμα που πάντα τη διέκρινε. Και αυτό ακριβώς το πείσμα, ευλογία ή κατάρα, δεν μπορεί στα σίγουρα να πει κανείς, είναι που θα την οδηγήσει στις γυναικείες φυλακές της Τζόρτζια, όπου θα συναντήσει μία γυναίκα που όπως όλα δείχνουν έχει πληροφορίες όχι μόνο για το θάνατο του Φίλντινγκ, αλλά και για μια σειρά από κάποιες άλλες εν ψυχρώ δολοφονίες.
     Τα πράγματα ωστόσο δεν θα αποδειχτούν τόσο εύκολα κι απλά. Η φυλακή-πρότυπο, στην οποία καταφθάνει, ίσως να μοιάζει με το τέλειο σωφρονιστικό ίδρυμα, όπου ισχύουν ανθρωπιστικοί κανόνες, όμως κάτι της λέει ότι η πραγματικότητα διαφέρει πολύ από τη βιτρίνα. Η διευθύντρια της φυλακής δεν της γεμίζει το μάτι, και νιώθει τρομαγμένες σιωπές να γεμίζουν τους χώρους και φοβερά μυστικά να καθηλώνουν τις καρδιές των κρατουμένων. Ο καμβάς μπορεί να μοιάζει λευκός, αλλά σύντομα κάποιοι λεκέδες θ’ αρχίσουν να κάνουν την εμφάνισή τους στην επιφάνεια. Κι όταν αυτοί οι λεκέδες πάρουν το χρώμα του αίματος, τότε όλα θ’ αρχίσουν ν’ αλλάζουν. Η Κέι πιστεύει ότι μπορεί να τα βάλει με όλους και με όλα μόνη, αλλά τα γεγονότα σύντομα θα τη διαψεύσουν. Σύντομα θ’ ανακαλύψει ότι έχει νέους φίλους και θα ξαναανακαλύψει κάποιους παλιούς, ωστόσο δεν θα την εγκαταλείψει στιγμή η αίσθηση της απώλειας, θα νιώθει όλο και πιο έντονα ότι κάτι έχει πια φτάσει οριστικά στο τέλος του.
     Θα λέγαμε ότι αν η συγγραφέας δεν κάνει μια σοβαρή προσπάθεια να ρίξει νέο φως στο χαρακτήρα της ηρωίδας της, να τον ανανεώσει, ο θάνατος θα βρει έναν από τους πλέον αγαπημένους χαρακτήρες της αστυνομικής λογοτεχνίας. Κι αυτό θα είναι κρίμα. Ίσως θα ήταν καλό να ρίξει μια ματιά στη δουλειά του Μάικλ Κόνελι για να μάθει πώς μπορεί κάποιος να κρατήσει ένα χαρακτήρα, όπως τον Χάρι Μπος, ζωντανό και ενδιαφέροντα, παρά τα όποια ολισθήματα (βλέπε το Overlook).

Monday, November 23, 2009

Patricia Cornwell – At Risk


 
Αγορά από το Book Depository

Περισσότερο νουβέλα παρά μυθιστόρημα θυμίζει αυτό το βιβλίο, που μάλλον είναι το χειρότερο απ’ αυτά της συγγραφέως που έχω διαβάσει. Κι αυτό επειδή είναι γεμάτο στερεότυπα, ενώ οι εκπλήξεις -εκτός από δυσάρεστες- κάθε άλλο παρά εκπλήξεις είναι. Είναι τραγικό όταν βλέπεις καταξιωμένους συγγραφείς να βγάζουν βιβλία «αρπαχτές». Το έκανε ο Μάικλ Κόνελι με το “Outlook”, το έκανε κι η Πατρίσια Κόρνγουελ με το “At Risk”.
Όλα αρχίζουν με την ανάκληση στη βάση του στη Μασαχουσέτη ενός ντετέκτιβ, που παρακολουθεί κάποια μαθήματα Εγκληματολογίας στην Εθνική Ακαδημία του Τεννεσί. Η άμεση προϊστάμενή του, μια ελκυστική αλλά πολύ σκληρή εισαγγελέας, του αναθέτει να λύσει μια υπόθεση δολοφονίας που συνέβηκε πριν είκοσι χρόνια, χρησιμοποιώντας τις νέες τεχνολογίες. Αν όλα πάνε καλά, τότε θα αυξηθούν οι πιθανότητες της ανάδειξής της στη θέση της Κυβερνήτη της πολιτείας.
Ο Γουίν (Νίκη, αυτό κι αν είναι στερεότυπο), όπως λέγεται ο ντετέκτιβ, αναλαμβάνει λίγο διστακτικά την υπόθεση, αφού τον βρίσκει στο τέλος σχεδόν των μαθημάτων στην Ακαδημία, λίγο πριν τις εξετάσεις και πάρει την αξιολόγησή του. Δεν μπορεί να καταλάβει ποιος είν’ ο λόγος που έπρεπε ντε και καλά να ανοίξει εσπευσμένα αυτή η παλιά υπόθεση. Ωστόσο, από τη στιγμή που του ανατέθηκε είναι αποφασισμένος να τη λύσει.
Ως συνήθως, τα μυστικά και ψέματα είναι ο κανόνας και τίποτα δεν είναι όπως μοιάζει, αλλά κάποιο ρόλο στην όλη υπόθεση παίζει και η πολιτική. Η Κόρνγουελ προσπαθεί ανεπιτυχώς να αναδείξει τη διαφθορά και τις φιλοδοξίες που επικρατούν στα «πάνω ράφια» του αστυνομικού σώματος, καταφέρνοντας τελικά να δημιουργήσει μια σειρά από ήρωες-καρικατούρες: η σέξι πλην αδίστακτη εισαγγελέας, ο μέντορας βρώμικος μπάτσος, ο ανεπρόκοπος γιος, και ο καλός ντετέκτιβ, που δε μοιάζει να διαθέτει κανένα απολύτως ψεγάδι – σαν καινούριος φούρνος μικροκυμάτων είναι.
Όπως και νάχει, στο τέλος φυσικά όλα θα πάνε καλά, οι κακοί θα μπουν στη θέση τους, και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Μόνο ο αναγνώστης μένει με την απορία: υπήρχε λόγος να γραφτεί αυτό το βιβλίο; Σαν φίλος της καλής αστυνομικής λογοτεχνίας θα έλεγα, Όχι!

Monday, November 16, 2009

Patricia Cornwell – The Last Precinct

 
 Αγορά από το Book Depository

Κυνηγοί και κυνηγημένοι αλλάζουν ρόλους σ’ αυτό το καλογραμμένο θρίλερ της Πατρίσια Κόρνγουελ. Αν και παλιό διαβάζεται γρήγορα, όπως όλα τα καθώς πρέπει αστυνομικά, και καταφέρνει να κρατήσει την αγωνία ζωντανή από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα.
Όλα αρχίζουν με τη σύλληψη ενός γάλλου κατά συρροή δολοφόνου, που του αρέσει να αποκαλεί τον εαυτό του «Λυκάνθρωπο». Στην ουσία πρόκειται για ένα άτομο που γεννήθηκε με γενετικές δυσμορφίες και το οποίο είναι καταδικασμένο να ζει στις σκιές, αφού κανείς δεν αντέχει στη θέα του. Το εγκληματικό του έργο το αρχίζει στο Παρίσι και το συνεχίζει στις ΗΠΑ, σε μια -θα έλεγε κανείς- καλά οργανωμένη αποστολή, αφού το επιλεγμένο θύμα του είναι η ιατροδικαστής Κέι Σκαρπέτα, από τα χέρια της οποίας πέρασαν μετά θάνατο κάποια από τα θύματά του. Το μόνο που η τελευταία δε θα αποτελέσει εύκολη λεία, καθώς δε θα καταφέρει μόνο να γλιτώσει από σίγουρο θάνατο, αλλά θα τον τραυματίσει κιόλας, οδηγώντας στη σύλληψή του. Τι απομένει να γίνει λοιπόν; Μα όλα! Κι αυτό επειδή τα στοιχεία που προκύπτουν από τους χώρους των εγκλημάτων και τις νεκροψίες είναι πολλές φορές συγκρουόμενα, κάτι που αναδεικνύει και η μαρτυρία ενός ακόμη παραλίγο θύματος.
Η Σκαρπέτα αρχικά νιώθει ανακούφιση που επέζησε από βέβαιο θάνατο -αν και τραυματισμένη στο ένα χέρι- αλλά σύντομα θ’ ανακαλύψει ότι τα προβλήματά της τώρα ακριβώς αρχίζουν, καθώς από τη μια στιγμή στην άλλη θα βρεθεί ύποπτη για τη δολοφονία μιας ανερχόμενης και αδίστακτης γυναίκας, μέλους του αστυνομικού σώματος, ονόματι Ντάιαν Μπρέι – με την οποία ήταν σε διαρκή διαμάχη, αφού η τελευταία προσπαθούσε με κάθε τρόπο να υποβαθμίσει το έργο της και να της ροκανίσει την καρέκλα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που λογομάχησαν, αλλά όσο και να το ήθελε, η Σκαρπέτα δεν μπόρεσε ποτέ να τη μισήσει, αφού: «Το μίσος είναι ένα έγκλημα του πνεύματος, που οδηγεί σε εγκλήματα του σώματος».
Ευρισκόμενη για πρώτη φορά κάτω από το μικροσκόπιο των αρχών, αλλά και μιας καλής της φίλης, η πρωταγωνίστρια βρίσκει το χρόνο να σκεφτεί για πρώτη φορά τους δρόμους που ακολούθησε στη ζωή, τα σωστά και τα λάθη της, τα γεγονότα που την οδήγησαν μέχρι εκεί. Και για πρώτη φορά μοιάζει να τα έχει χαμένα, αφού πέρα από τη δυναμική της ανιψιά Λούσι και τον μονόχνοτο ντετέκτιβ Μαρίνο, που στιγμή δεν αμφιβάλλουν για κείνην, δεν ξέρει πια ποιον να εμπιστευτεί. Για καμπόσες μέρες μοιάζει να μετακινείται από αδιέξοδο σε αδιέξοδο, από τον ένα εφιάλτη στον επόμενο. Μέχρι να δοθεί η τελική λύση στο δράμα, εκείνη που προέβλεψε ο πότης και προκλητικός Μαρίνο, η ζωή θ’ αρχίσει ν’ αποκτά νέο νόημα για την Σκαρπέτα.
Κλείνοντας θα ήθελα να επισημάνω εκείνο που ανέφερα στην παρουσίαση του μυθιστορήματος της Κάθι Ράις: εκείνοι που συγκρίνουν τις δυο τους και λένε ότι η Ράις είναι καλύτερη, κάνουν λάθος. Η Ράις γράφει κινηματογραφικά, προσπαθώντας συνεχώς να κερδίζει τις εντυπώσεις, ενώ η Κόρνγουελ πολύ πιο λογοτεχνικά. Η τελευταία είναι της αγγλικής σχολής, η πρώτη του χόλιγουντ.

Sunday, March 15, 2009

Patricia Cornwell – Book of the Dead


Αγορά από το Book Depository

Η τελευταία φορά που διάβασα ένα βιβλίο της Πατρίσια Κόρνουελ ήταν το 1999 στην Κάρπαθο. Και σ’ εκείνο, του οποίου ο τίτλος τώρα μου διαφεύγει, ηρωίδα ήταν η ιατροδικαστής Κέι Σκαρπέτα, η αγαπημένη ηρωίδα της συγγραφέως.
Στον ανά χείρας τόμο παρακολουθούμε τις προσπάθειες της τελευταίας να βάλει ένα τέλος στα φρικτά εγκλήματα ενός κατά συρροή δολοφόνου – προσπάθειες που μοιάζουν να πέφτουν στο κενό.
Όλα αρχίζουν με τη δολοφονία στη Ρώμη μιας νεαρής και διάσημης τενίστριας, που μοιάζει να εκτελέστηκε τελετουργικά από κάποιο σαδιστή δολοφόνο. Η Σκαρπέτα καλείται να βοηθήσει στη διερεύνηση του εγκλήματος, αλλά δεν μπορεί να κάνει και πολλά, αφού όποιος και να κρύβεται πίσω απ’ αυτό, είναι ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος, που ξέρει να καλύπτει τα νότα του.
Την πιο πάνω δολοφονία θα ακολουθήσουν κι άλλες, στις ΗΠΑ όμως. Καθώς η Σκαρπέτα, σιγά-σιγά κι οδυνηρά θ’ αρχίσει να ξετυλίγει το νήμα της υπόθεσης, η μια ανατροπή θα οδηγεί στην άλλη, η μια απογοήτευση στην επόμενη. Μέχρι που θα αντιληφθεί ότι τα εγκλήματα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σχετίζονται και με την ίδια.
Την ώρα που συμβαίνουν αυτά, η ιατροδικαστής έχει ν’ ασχοληθεί και με πολλά άλλα πράγματα που της κλέβουν τη γαλήνη, που δεν την αφήνουν στιγμή να ησυχάσει. Το ένα είναι ο δεσμός της με τον πράκτορα Μπέντον που μοιάζει να οδεύει προς γάμου κοινωνία, αλλά με την ίδια να διατηρεί τις επιφυλάξεις της κατά πόσο αυτός μπορεί να πετύχει. Ύστερα είναι η αρρώστια της αγαπημένης της γραμματέως, Ρόουζ, οι παρασπονδίες του παντοτινού της υπάλληλου -και παντοτινά ερωτευμένου μαζί της- Μαρίνο, η τρέλα κι η οδύνη της ανιψιάς της, Λούσι, η αδιάκριτη γειτόνισσά της, που τη βάζει σε μπελάδες, αλλά κι ο μικρόκοσμος της πόλης που δεν τη βλέπει με καλό μάτι.
Μ’ αυτά κι αυτά η Κόρνουελ μοιάζει να μας λέει ότι τα εγκλήματα δεν είναι παρά η αφορμή για να διυλίσει με το μικροσκόπιό της το σώμα της κοινωνίας, να επισημάνει τα στραβά της, να μιλήσει για την υποκρισία, αλλά και την αυθαιρεσία, που έχουν γίνει ο κανόνας στη σύγχρονη ζωή.
Αν και ακολουθεί τη δοκιμασμένη συνταγή του «ποιος το έχει κάνει» η συγγραφέας δεν φαίνεται να έχει και πολλά κοινά με τους άλλους αμερικανούς ομότεχνους της. Τα δικά της βιβλία είναι περισσότερο λογοτεχνικά κι ανθρωποκεντρικά. Δεν δείχνει να την ενδιαφέρουν τόσο η καταιγιστική δράση κι οι συνεχείς ανατροπές, όσο τα γιατί. Τι είναι εκείνο που όπλισε το χέρι του δολοφόνου; Σε τι ψυχική κατάσταση βρίσκεται; Πώς έφτασε στο σημείο ν’ απαρνηθεί εντελώς κάθε στοιχείο ανθρωπιάς; Γιατί βρίσκεται πάντα ένα βήμα πιο μπροστά από εκείνους;
Αν συνηθίσατε στα απολαυστικά, σαν πυροτεχνήματα αναγνώσματα των (επίσης αγαπημένων μου συγγραφέων) Ντέιβιντ Μπαλτάτσι, Τζέφρι Ντίβερ, Μάικλ Κόνελι και Τζον Κόνολι, αυτό το βιβλίο πιθανόν να μη σας αρέσει. Αλλά, αν «μεγαλώσατε» με τα μυθιστορήματα των ευρωπαίων γραφιάδων της αστυνομικής λογοτεχνίας, των γιαπωνέζων ή έστω των παλιών αμερικανών, σίγουρα θα το χαρείτε. Όσο κι αν ακούγεται παράξενο για ένα σύγγραμμα του είδους, το «Βιβλίο των Νεκρών» δεν προσφέρεται για ανάγνωση στην παραλία το καλοκαίρι. Για τις χειμωνιάτικες νύχτες είναι γραμμένο.