Showing posts with label παιδικό βιβλίο. Show all posts
Showing posts with label παιδικό βιβλίο. Show all posts

Thursday, March 1, 2012

Roddy Doyle – A Greyhound of a Girl


Απολαυστικότατο. Ο Ρόντι Ντόιλ, ένας από τους αγαπημένους μου ιρλανδούς συγγραφείς, επιστρέφει μ’ ένα παιδικό βιβλίο, που ξεχειλίζει από το στοιχείο που με έκανε να αγαπήσω τα έργα του: το χιούμορ.
     Το A Greyhound of a Girl είναι μια ιστορία φαντασμάτων, αλλά φαντασμάτων καλών και πολύ πολύ αγαπητών.
     Βασική πρωταγωνίστρια εδώ είναι η Μαίρη Ο’ Χάρα, ένα κορίτσι δώδεκα χρονών, που αγαπά πολύ τη γιαγιά της Έμερ, και η οποία μισά το Νοσοκομείο της Ιερής Καρδιάς, όπου αυτή αργοπεθαίνει. Η Μαίρη, ωστόσο, δεν είναι μόνο γι’ αυτό λυπημένη. Είναι λυπημένη επίσης επειδή μόλις χθες η καλύτερή της φίλη, Άβα, μετακόμισε σε μια άλλη περιοχή του Δουβλίνου, όχι και πολύ μακριά, αλλά ούτε και αρκετά κοντά ώστε να μπορεί να τη βλέπει συχνά. Νιώθει ότι η καρδιά της έχει ραγίσει και όταν είναι έτσι φυσικά και θα έχει τα μούτρα της κατεβασμένα και φυσικά και δεν θα έχει κέφι για πολλά πολλά. Αλλά, ό,τι κι αν λένε οι άλλοι δεν είναι ούτε ξεροκέφαλη, ούτε αναιδής, απλά λέει πάντα την αλήθεια. Κι η αλήθεια είναι ότι αυτή τη στιγμή δεν θέλει να μιλά με κανένα. Έλα όμως που τούτη τη μέρα, θα γνωρίσει στο δρόμο, καθώς θα επιστρέφει στο σπίτι, μια παράξενη νέα ή και γριά -δεν μπορεί στα σίγουρα να πει- γυναίκα, που κατά κάποιο τρόπο θα καταφέρει και την κάνει για λίγο να ανοιχτεί και να ξεχαστεί. «Η Μαίρη δεν την ήξερε – αλλά την ήξερε», διαβάζουμε. Και όντως έτσι έχουν τα πράγματα, αφού αυτή η γυναίκα δεν είναι άλλη από την προγιαγιά της, την Τάνσι, ή μάλλον το φάντασμά της, ένα φάντασμα που παραδόξως καθόλου δεν την τρομάζει. Το αντίθετο μάλιστα. Η Τάνσι, με τον παλιομοδίτικο τρόπο ομιλίας της και τα παλιομοδίτικα ρούχα της και μ’ εκείνο το πλατύ χαμόγελο, δεν καταφέρνει μόνο να την κάνει να νιώσει καλύτερα, αλλά μετατρέπεται μεμιάς στην καλύτερή της φίλη.
     Μα τι γυρεύει εκεί αυτό το φάντασμα; Γιατί εξακολουθεί να περιπλανιέται στη γη; Προφανώς έχει τους λόγους του, λόγους σοβαρούς, τους οποίους μαθαίνουμε ταυτόχρονα με τη Μαίρη. Ο συγγραφέας μας ταξιδεύει μπρος πίσω στο χρόνο περιγράφοντας τι συμβαίνει σήμερα, αλλά μιλώντας μας και για το μακρινό παρελθόν, τότε που η Τάνσι ήταν νέα, και τότε που έτσι στα ξαφνικά πέθανε, αφήνοντας πίσω της ορφανό ένα τρίχρονο κορίτσι. Η ανησυχία, αυτή ήταν που την κράτησε στη γη. Η ανησυχία για το τι θα συνέβαινε στο παιδί της, την Έμερ.
     Η Μαίρη μέσα από τις αφηγήσεις αυτής της φαινομενικά νέας αλλά πολύ γριάς προγιαγιάς της, αρχίζει σιγά σιγά ν’ ανακαλύπτει τον εαυτό της και να βρίσκει μέσα του μια γαλήνη, την οποία δεν γνώριζε ότι κατείχε. Και τα πράγματα γίνονται ακόμη καλύτερα όταν στο παιχνίδι μπαίνει και η μαμά της, η Σκάρλετ, που σαν τελευταία χάρη στην ετοιμοθάνατη μάνα της, αποφασίζει μια νυχτιά να τις πάει όλες μαζί μια εκδρομή. Θα επισκεφτούν λοιπόν τα μονοπάτια του χθες, θα θυμηθούν, θα δακρύσουν και θα γελάσουν και θα συμβιβαστούν τόσο με το παρελθόν όσο και με το μέλλον που όπου να ’ναι ξημερώνει.
     Μια καλογραμμένη ιστορία που χαρίζει πολλά χαμόγελα στον αναγνώστη, μιλώντας του απλά και μόνο για τις γυναίκες τεσσάρων γενεών, τους μικρούς τους φόβους και τις μεγάλες αλήθειες τους.
     Οι εκδότες το συστήνουν για παιδιά ηλικίας δέκα ετών και πάνω. Προσωπικά πιστεύω ότι όσο και να αρέσει στα παιδιά, άλλο τόσο θα αρέσει και στους ενήλικες. Διαβάστε το.

Friday, December 2, 2011

Thanhha Lai – Inside Out & Back Again

Αγορά από το Book Depository

Το βιβλίο αυτό τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο Νεανικής Λογοτεχνίας του 2011 στις ΗΠΑ, και δικαιολογημένα. Δεν το λέω αυτό επειδή έχω διαβάσει τα υπόλοιπα υποψήφια βιβλία και έχω διαμορφώσει άποψη, αλλά επειδή, μιλώντας εντελώς υποκειμενικά, αν εξαρτιόταν από μένα αποκλειστικά κι εγώ θα το βράβευα. Όχι μόνο για τη γραφή, αλλά και για το θέμα του.
     Εδώ έχουμε την ιστορία της Χα, που στα δέκα της χρόνια και εν μέσω εμφυλίου πολέμου, ζει στη Σαϊγκόν του Βιετνάμ. Η Χα και οι αδελφοί της Κουάνγκ, Βου και Κχόι, είναι ορφανοί από πατέρα, ή τουλάχιστον αυτό πιστεύουν, μια κι αυτός είναι άφαντος από τον καιρό που η πρώτη ήταν ενός μόλις χρόνου. Η μάνα τους, στη διάρκεια της ημέρας δουλεύει σαν γραμματέας, ενώ τη νύχτα σχεδιάζει παιδικά ρούχα. Η οικονομική τους κατάσταση δεν είναι και η καλύτερη, αλλά τουλάχιστον δεν πεινούν. Και όσο περνά ο καιρός μαθαίνουν να ζουν με όλο και πιο λίγα. Καθώς τα πράγματα πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο και οι κομμουνιστές προελαύνουν (βρισκόμαστε στα 1975), αρχίζουν και θεριεύουν μέσα τους σκέψεις φυγής. Ο πόλεμος χάνεται, η κατάληψη της πόλης δεν θα αργήσει, η ξενιτιά πια μοιάζει μονόδρομος. Εξάλλου η καλή φίλη της Χα, η Τιτί, που είναι πλούσια έχει ήδη φύγει. Και για να φύγει αυτή πάει να πει… Η Χα όμως θέλει να μείνει. Θέλει να μείνει για να φροντίζει το δέντρο της, αυτό που κάνει παπάγιες, αλλά και για να ξαναδεί τον μπαμπά που ποτέ δεν γνώρισε.
     Η αποφράδα μέρα ωστόσο δεν αργεί να ’ρθει και έτσι η οικογένεια στριμώχνεται μέσα σ’ ένα υπερφορτωμένο καράβι, με προορισμό την Ταϊλάνδη. Υπάρχει τόσο πολύς κόσμος πάνω εκεί που ουσιαστικά στοιβάζονται ο ένας πάνω στον άλλο, ενώ οι συνθήκες υγιεινής είναι ουσιαστικά ανύπαρκτες. Μα δεν παραπονιούνται. Καλύτερα εκεί και ζωντανοί, παρά πίσω στην πόλη τους, που στις 30 του Απρίλη έχει πέσει στα χέρια του εχθρού, αιχμάλωτοι ή και νεκροί.
     Το καράβι τους τελικά, παρά τα όποια προβλήματα, αποδεικνύεται καλοτάξιδο, αλλά αντί να τους οδηγήσει στην Ταϊλάνδη, όπως λεγόταν αρχικά, τους παίρνει στο νησί Γκουάμ. Εκεί στοιβάζονται σ’ ένα προσωρινό καταυλισμό και πολύ σύντομα τους δίνεται η ευκαιρία να αποφασίσουν που θέλουν να πάνε. Η μάνα της Χα, ακολουθώντας τη συμβουλή ενός άγνωστου άντρα, επιλέγει τις ΗΠΑ, έτσι προτού περάσει και πολύς καιρός βρίσκονται σ’ ένα νέο καταυλισμό, αυτή τη φορά έξω από τη Φλόριδα, όπου καταφθάνουν μπουλούκια οι αμερικανοί, που έχοντας την οικονομική στήριξη του κράτους τους «υιοθετούν». Το μόνο που για να έχει κανείς τύχη οφείλει να είναι… χριστιανός. Γι’ αυτό και η μαμά της Χα, αλλάζει αμέσως το θρήσκευμα στα χαρτιά τους, και μ’ αυτό αλλάζει και η τύχη τους. Τους υιοθετεί ένας άντρας, τον οποίο ακολουθούν στην Αλαμπάμα. Και εκεί αρχίζει ένας νέος αγώνας. Όχι τόσο για την επιβίωση όσο για την προσαρμογή. Πρέπει να συνηθίσουν τη ζωή σ’ ένα θαυμαστό καινούριο κόσμο, όπου οι προκαταλήψεις και ο ρατσισμός είναι σχεδόν ο κανόνας, αλλά και όπου οι πράξεις αλτρουισμού δεν λείπουν.
     Η συγγραφέας μας χαρίζει με γλυκόπικρο χιούμορ μια βαθιά ανθρώπινη ιστορία, που δεν διαφέρει και πολύ από τη δική της. Και με το δικό της τρόπο μοιάζει να μας λέει ότι όπου υπάρχει η θέληση, υπάρχει και ο τρόπος. Και όπου υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχει ελπίδα. Εξαιρετικό.

Monday, November 28, 2011

Barack Obama – Of Thee I Sing

Αγορά από το Book Depository

Δεν υπολόγιζα να διαβάσω αυτό το βιβλίο, αλλά αφού έπεσε στα χέρια μου, ή μάλλον έφτασε στον υπολογιστή μου, είπα να του ρίξω μια ματιά. Εξάλλου δεν είναι και πολύ μεγάλο – το διαβάζει κανείς μέσα σε λίγα μόλις λεπτά.
     Για τι μιλά, ή μάλλον τραγουδά, ο αμερικανός πρόεδρος, σ’ αυτό το βιβλίο που έγραψε για τις κόρες του; Μα, για την Αμερική φυσικά. Τις ρωτά: «Σας έχω πει…;» αυτό κι εκείνο και το άλλο, και χωρίς να περιμένει απάντηση, τους λέει αυτά που έχει να τους πει. Τους μιλά δηλαδή για το αμερικανικό έθνος και για τους ανθρώπους που βοήθησαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην οικοδόμησή του και στη δημιουργία μιας σύγχρονης πολυφυλετικής κοινωνίας: για τη ζωγράφο Georgia O’ Keefe, που «μας βοήθησε να δούμε την ομορφιά σε καθετί μικρό», για τον Άλμπερτ Άινσταϊν, που χάρισε στην ανθρωπότητα ένα πλούτο γνώσης, για τον Τζάκι Ρόμπινσον, τον πρώτο μαύρο παίκτη του μπέιζμπολ, για τον επαναστάτη και θεραπευτή Καθιστό Ταύρο, για την τραγουδίστρια Μπίλλι Χόλιντει, για τη Χέλερ Κέλερ, που όντας τυφλή και κουφή παρέδωσε στους άλλους μαθήματα ζωής, για τη Μάγια Λιν, που σχεδίασε το μνημείο των πεσόντων του πολέμου στο Βιετνάμ, για τη νομπελίστρια Τζέιν Άνταμς, που έκανε ό,τι μπορούσε για να αλλάξει την κοινωνία προς το καλύτερο, για τον πασίγνωστο πολέμιο των φυλετικών διακρίσεων Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, για τον εξερευνητή Νιλ Άρμστρονγκ, για τον Cezar Chavez, που αγωνίστηκε για τα δικαιώματα των αγροτών, για τον Abraham Lincoln, που διακήρυξε ότι όλοι οι αμερικανοί είναι μέλη μιας μεγάλης οικογένειας και για τον Τζορτζ Ουάσιγκτον που είπε ότι «η Αμερική είναι φτιαγμένη από κάθε λογής ανθρώπους… Και όλοι αυτοί αποτελούν κομμάτι σας…»
     Διδακτικό; Ναι. Πατριωτικό; Σίγουρα. Όχι όμως εθνικιστικό. Ένα καλογραμμένο παιδικό βιβλίο, στο οποίο οι ζωγραφιές (της Λόρεν Λονγκ) δένουν αρμονικά με το κείμενο, από το οποίο δεν λείπει και η τρυφερότητα, αφού ανοίγει με τη γραμμή: «Σας έχω πει τώρα τελευταία πόσο υπέροχες είστε;» και κλείνει έτσι: «Και σας έχω πει ότι σας αγαπώ;»
     Υποθέτω ότι οι κόρες του Μπαράκ Ομπάμα θα είναι περήφανες γι’ αυτόν.

Wednesday, November 16, 2011

Ανακοινώθηκαν οι μικρές λίστες των βραβείων Costa

Ανακοινώθηκαν χθες το βράδυ οι μικρές λίστες των λογοτεχνικών βραβείων Costa. Υποψήφια είναι είκοσι βιβλία σε πέντε κατηγορίες. Ο νικητής της κάθε κατηγορίας θα ανακοινωθεί στις 4 Ιανουαρίου ενώ το καλύτερο βιβλίο της χρονιάς θα "αποκαλυφθεί" στις 24 του ίδιου μήνα. Τα υποψήφια βιβλία ανά κατηγορία είναι:

Μυθιστόρημα


The Sense of an Ending - Julian Barnes
A Summer of Drowning - John Burnside
Pure - Andrew Miller
My Darling I Wanted to Tell You - Louisa Young

Πρώτο μυθιστόρημα από συγγραφέα

City of Bohane - Kevin Barry
The Last Hundred Days - Patrick McGuinness
Tiny Sunbirds Far Away - Christie Watson
Pao - Kerry Young

Βιογραφία

Thin Paths: Journeys In and Around an Italian Mountain Village - Julia Blackburn
Henry’s Demons: Living with Schizophrenia - A Father and Son’s Story - Patrick and Henry Cockburn
Now All Roads Lead to France: The Last Years of Edward Thomas - Matthew Hollis
Charles Dickens: A Life - Claire Tomalin

Ποίηση

The Bees - Carol Ann Duffy
Night - David Harsent
Fiere - Jackie Kay
November - Sean O’Brien

Παιδικό Βιβλίο

Flip - Martyn Bedford
The Unforgotten Coat - Frank Cottrell Boyce
Small Change for Stuart - Lissa Evans
Blood Red Road - Moira Young

Thursday, September 1, 2011

Evan Munday – The Dead Kid Detective Agency

Αγορά από το Book Depository

Αυτό το βιβλίο θα το αγαπήσουν, υποθέτω, οι οπαδοί του Νιλ Γκέιμαν, για τον ένα ή τον άλλο λόγο. Καταρχήν ένα μεγάλο μέρος τω γεγονότων διαδραματίζονται σ’ ένα νεκροταφείο. Μετά η ηρωίδα του κάπου θυμίζει την Κοραλίν. Σε αρκετά σημεία γίνεται σκοτεινό και δεν του λείπει ούτε και το χιούμορ.
     Αυτή είναι η ιστορία της Οκτόμπερ Σουάρτζ, ενός κοριτσιού δεκατριών χρόνων που μετακομίζει με τον μανιοκαταθλιπτικό πατέρα της στην πόλη Στίκβιλ, στο σχολείο της οποίας ο τελευταίος προσλαμβάνεται σαν καθηγητής στον τομέα της επιστήμης.
     Η Οκτόμπερ είναι ένα μοναχικό κορίτσι, με πλούσια φαντασία και πολύ πολύ λυπημένο, από τότε που, δέκα χρόνια πριν, πέθανε η μητέρα της. Ουσιαστικά μεγαλώνει μόνη αφού ο πατέρας της είναι κλεισμένος στο δικό του κόσμο και μοναδική της συντροφιά και παρηγοριά είναι τα βιβλία. Της αρέσει να διαβάζει πολύ, ο αγαπημένος της συγγραφέας είναι ο Στίβεν Κινγκ, αλλά και να γράφει. Το πρώτο της μυθιστόρημα, που τώρα τελευταία κάπου έχει κολλήσει και δεν προχωρά, έχει τον τίτλο «Δυο μαχαίρια, χίλιοι δαίμονες».
     Ο αγαπημένος της χώρος στη νέα πόλη είναι το νεκροταφείο που βρίσκεται δίπλα από το σπίτι της. Πηγαίνει εκεί συχνά τα βράδια, σκέφτεται, θυμάται, διαβάζει. Μέχρι που κάποια φορά διακρίνει μια διάφανη μορφή να κινείται αέρινα στο σκοτάδι. Και μετά από καιρό άλλη μία. Ώσπου κάποτε θ’ ανακαλύψει ότι εκεί μέσα κόβουν κάθε νύχτα βόλτες τα φαντάσματα πέντε παιδιών. Μ’ αυτά ακριβώς τα παιδιά, τους νεκρούς της φίλους, θα δημιουργήσει την Εταιρία Ιδιωτικών Ντετέκτιβ του Νεκρού Παιδιού. Κι η πρώτη υπόθεση που θα κληθούν να διαλευκάνουν είναι αυτή της δολοφονίας του καθηγητή των γαλλικών, του αγαπημένου καθηγητή της Οκτόμπερ. Οι έξι τους, με τη βοήθεια επίσης των ζωντανών φίλων της, Γιούμι Τακέσι και Στέισι (αγόρι είναι αυτός) θα επιδοθούν σε μια έρευνα γεμάτη μυστήριο, πολλαπλά εμπόδια και αγωνία, που θα κάνει τη φιλία τους πιο δυνατή, αλλά και που θα αναδείξει κιόλας τις ικανότητες του καθενός. Η μοναχική Οκτόμπερ, χωρίς καλά καλά να το καταλάβει θα βρεθεί στο επίκεντρο της προσοχής, όχι μόνο των ανθρώπων που είναι γύρω της, αλλά και κάποιων άλλων, που κάθε άλλο παρά συμπάθεια τρέφουν προς το πρόσωπό της. Η κάθε μέρα θα της χαρίζει μία νέα έκπληξη, πολλές φορές δυσάρεστη, πού και πού ευχάριστη, η κάθε νύχτα μια νέα αγωνία. Κάποτε όμως θα φτάσει να πιστέψει ότι τελικά όλα όντως για κάποιο λόγο γίνονται, αφού σ’ εκείνον ακριβώς τον τόπο, στον οποίο πήγε απλά επειδή δεν είχε άλλη επιλογή, θα ανακαλύψει ένα νέο σκοπό στη ζωή της.
     Ο συγγραφέας μας περιγράφει ένα τοπίο ζοφερό, αλλά όχι τρομακτικό. Μιλά για το θάνατο και τ’ αχνάρια που αφήνει πίσω του, για τη μοναξιά, για τη φαντασία, που πολλές φορές είναι αυτή που μας κρατά ζωντανούς, και ρίχνει μια ουσιαστική ματιά στις εύθραυστες και περίπλοκες ψυχές των νεαρών ηρώων του. Η Οκτόμπερ είναι μια κοπέλα γενναία και φοβισμένη την ίδια ώρα, δυνατή και ευάλωτη, πεισματάρα και υποχωρητική, και φαίνεται να ανήκει ολοκληρωτικά στη γενιά και την εποχή της, κι ας πού και πού θυμίζει κάποια ηρωίδα από το χθες.
     Ένα καλογραμμένο βιβλίο, μια μεγάλη περιπέτεια σε μικρό χώρο, που μπορεί να χαρίσει αναγνωστική απόλαυση σε μικρούς και μεγάλους.

Thursday, January 1, 2009

Σώτη Τριανταφύλλου - Η Μαριόν στ' ασημένια νησιά και στα κόκκινα δάση


Το βιβλίο αυτό δε γνώρισε την επιτυχία που θα του αναλογούσε και κακώς, αφού πρόκειται για ένα από τα καλύτερα βιβλία της Σώτης Τριανταφύλλου. Πολλοί από τους αναγνώστες θα σκέφτηκαν: «Καλή είναι η Σώτη, αλλά όχι και να αρχίσουμε να διαβάζουμε παιδικά βιβλία για χάρη της.»

Μα η «Μαριόν…» δεν είναι ένα παιδικό βιβλίο. δεν είναι ένα συνηθισμένο παιδικό βιβλίο, δηλαδή, αφού και εδώ η συγγραφέας καταπιάνεται με τα αγαπημένα της θέματα: τα ταξίδια, την ελευθερία και τη μουσική. Αυτή η ιστορία αν δεν έβγαινε σε βιβλίο θα μπορούσε να βγει σε ταινία ή και σε δίσκο, μια και το «συνοδεύει» απ’ την αρχή μέχρι το τέλος η μουσική των Μπιτλς. Στα πιο πάνω να προσθέσουμε και το ότι δεν πρόκειται για ένα «πολιτικώς ορθό» παραμύθι, αφού μιλά στα παιδιά για εκείνα που κάποτε ονειρεύονταν οι μεγάλοι, προτού τα αφήσουν να πάνε χαμένα, κατακρίνει τα πρέπει που κρατούν τους ανθρώπους –και όχι μόνο-, δέσμιούς τους.

«…Γίνονταν κάθε μέρα και πιο ανυπόφορα –γίνονταν γεροπαράξενα- κι ήταν όλο Μη, και Δεν Πρέπει,, κι όλο Πρέπει το ένα, Πρέπει το άλλο…», λέει για τα άλλα… ξωτικά, ο Φλουπ, το ξωτικό του ρολογιού της Μαριόν, που είχε την ικανότητα να σταματάει το χρόνο. Γι’ αυτό τα εγκατέλειψε, «για να γλιτώσει απ’ τη γκρίνια κι απ’ τη κακοριζικιά τους.» Σας θυμίζει κάτι αυτό;

Αλλά, ας πάρουμε την ιστορία από την αρχή. Η Μαριόν ζει ευτυχισμένη με την οικογένειά της σε μια πόλη του βορρά, όπου το καλοκαίρι σχεδόν ποτέ δε φθάνει, και όταν φθάσει είναι μόνο για πολύ λίγο. Ο μπαμπάς της είναι ένας καλός άνθρωπος που αγαπά πολύ τη μαγειρική, ενώ η μαμά της λατρεύει τα ταξίδια. Η Μαριόν ακούει συχνά πυκνά ιστορίες για κάποια μέρη μακρινά, σχεδόν παραμυθένια, όπου το καλοκαίρι κρατάει πολύ, όπου υπάρχουν ασημένια νησιά και κόκκινα δάση, και θέλει τόσο μα τόσο πολύ να πάει εκεί. Αλλά, πώς να τα καταφέρει;

Η τύχη ωστόσο είναι με το μέρος της και σιγά σιγά θα βρει το δρόμο της προς τον έξω κόσμο, τον άγνωστο και μαγευτικό. Κάποια μέρα η μαμά της της αποκαλύπτει ότι ταξιδεύει ακούγοντας τα τραγούδια των Μπιτλς. Στην αρχή της φαίνεται παράξενο, αλλά αναλογιζόμενη ότι μια φίλη της ταξιδεύει μέσα από τις ζωγραφιές τελικά σκέφτεται πως ναι, αυτό είναι δυνατόν. Έτσι, κάθεται και ακούει με προσοχή τα τραγούδια των Μπιτλς το ένα μετά το άλλο, προετοιμαζόμενη για το μεγάλο ταξίδι των ονείρων της. Σ’ αυτή της την προσπάθεια θα τη βοηθήσει πολύ και ο Φλουπ, ο οποίος θα αναλάβει να κρατήσει ακίνητο το χρόνο καθ’ όλη τη διάρκεια της απουσίας της. Και το ταξίδι αρχίζει.

Η Μαριόν ταξιδεύει πολύ, διασχίζει βουνά και θάλασσες και δάση. Πιάνει φιλίες με τα πιο παράξενα και φανταστικά ζώα, ζώα βγαλμένα μέσα από τα παραμύθια και τα τραγούδια των Μπιτλς. Φθάνει στις ζεστές χώρες, εκεί όπου το καλοκαίρι κρατάει πολύ. Στη διάρκεια του ταξιδιού της μαθαίνει διάφορα πράγματα, όπως το ότι για πολλά από τα στραβά αυτού του κόσμου «…φταίει το σύστημα», αλλά ευτυχώς «…Τα τραγούδια ξεκλειδώνουν τα παραμύθια! Και ζωντανεύουν τις ζωγραφιές!» Αλλά ακούει και μερικές ανατρεπτικές κουβέντες: «…Μόλις έφτασαν, άρχισαν να κάνουν το δάσκαλο: Εγκράτεια, Υπακοή! Βρε, δε μας παρατάνε!...», «…Μην παραβιάζεται τους ηθικούς νόμους, διότι θα επέλθει ηθικόν χάος! ΜΗ! Βρε, άντε χάσου κι εσύ και το χάος σου.»

Τι άλλο ακούει η Μαριόν; Επικρίσεις για τους παπάδες, αλλά και για ένα νέο είδος μουσικής, τα «βουβαλοβατραχομπλουζ»…

Η Σώτη Τριανταφύλλου έχει γράψει ένα ανατρεπτικό ροκ παραμύθι, πλούσιο σε χιούμορ και φαντασία, που καθηλώνει τον αναγνώστη, παρασύροντάς τον την ίδια ώρα σε πολύχρωμα νοητικά ταξίδια.