Ακόμη μια ιστορία απ’ την εποχή της δικτατορίας στην Ελλάδα μας προσφέρουν στο ολιγοσέλιδο αυτό βιβλίο οι δύο συγγραφείς.
Μέσα από τις σελίδες του αφηγήματος ζωντανεύει και πάλι η Αθήνα εκείνης της εποχής. Διαβάζουμε για μπασκίνες και χαφιέδες, για επαναστάτες και βολεμένους, για φωτεινά όνειρα και σκληρές αλήθειες.
«Μα, όλο για τα ίδια και τα ίδια θα διαβάζουμε;», ίσως να αναρωτηθεί κάποιος. Η απάντηση είναι όχι. Εξάλλου, η κάθε ιστορία μπορεί να ειπωθεί από διαφορετική οπτική γωνία, πόσο μάλλον όταν δε μοιάζει με τις υπόλοιπες. Κι αυτή, είναι μια διαφορετική ιστορία, ειπωμένη σε πρώτο πρόσωπο, από κάποιον που βασανίστηκε κι επιβίωσε, από κάποιον που συνέχισε να αγωνίζεται για τα πιστεύω του μέχρι τέλους.
Οι συγγραφείς μιλάνε για μια εποχή επαναστατική, για ανθρώπους που ήταν πρόθυμοι να θυσιάσουν τα πάντα για την ελευθερία, για το καλύτερο αύριο που θα ερχόταν: «Ο μαρξισμός ανοίγει μάτια και κλείνει σπίτια, έλεγε ένας γέρος τσαγκάρης. Σοφή κουβέντα, μόνο που εγώ, ο Διαμαντής και ο Αντώνης δεν είχαμε σπίτι να μας κλείσει κι έτσι βρήκαμε κι άλλους και κολλήσαμε μαζί τους.» Όμως, δεν ήταν μόνο αυτοί που δεν είχαν τίποτα να χάσουν που συμμετείχαν στον αγώνα, αφού μαζί τους ενωθήκανε κι άλλοι, πολλοί, που «…είχαν σπίτια, αλλά μπροστά σ’ αυτό που νομίζαμε ότι θα ’ρθει δεν τα υπολόγισαν. Έτσι λυθήκανε απ’ τα κατάρτια τους για ν’ ακολουθήσουν μαζί μας τη φωνή των σειρήνων πούλεγαν για τον όμορφο κόσμο που θα ’ρθει και που για να ’ρθει πρέπει εμείς ν’ ανοίξουμε το δρόμο. Το δρόμο για την “Ιθάκη” που ακόμα την ψάχνουμε».
Η πιο πάνω παράγραφος τα λέει όλα: όνειρα, επαναστατική ορμή, ουτοπία, και στο τέλος απογοήτευση για την Ιθάκη που δε βρέθηκε ποτέ.
Το «Φόνος στη Δικτατορία» είναι ένα από εκείνα τα βιβλία που μέσα σε λίγες σελίδες μπορούν να δώσουν το στίγμα μιας ολόκληρης εποχής, ενός λαού, μιας χώρας. Η γλώσσα του, που τη μια γίνεται ποιητική και την άλλη απόλυτα ρεαλιστική, παρασύρει εύκολα κι αβίαστα τον αναγνώστη σ’ ένα ταξίδι στο χρόνο, του δείχνει κάποιες σκηνές απ’ την ιστορία, για να τον αφήσει στη συνέχεια ελεύθερο ν’ ακολουθήσει τη δική του ξεχωριστή πορεία γνώσης και αυτογνωσίας.
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γραφές
Showing posts with label ντοκουμέντα. Show all posts
Showing posts with label ντοκουμέντα. Show all posts
Monday, December 29, 2008
ΕΛΕΝΑ ΔΑΣΟΥΤΣΗ: Οι άγγελοι στα σκουπίδια
Το βιβλίο αυτό, αν θα έπρεπε να το κατατάξουμε κάπου, θα το κατατάσσαμε στην κατηγορία της μαρτυρίας/ ντοκουμέντου. Πρόκειται για ένα ασυνήθιστα ρεαλιστικό μυθιστόρημα που μας μιλά για τις προσπάθειες μιας γυναίκας να αλλάξει κάτι στη ζωή των ναρκομανών, που όλοι βλέπουμε να περιφέρονται στην πλατεία Ομονοίας και τους γύρω δρόμους, στην Αθήνα.
Η αφηγήτρια, που μοιάζει να έζησε από κοντά όλα όσα περιγράφει, προσπαθεί να μπει στη ζωή και στις ψυχές των ναρκομανών, να γίνει φίλη τους, να τους βοηθήσει όπως μπορεί, και αν καταστεί δυνατόν να σώσει μερικούς από αυτούς. Ο κόσμος που περιγράφει είναι ένας κόσμος σκληρός, όπου επικρατούν κάποιοι άλλοι νόμοι πέρα απ’ το νόμο, οι νόμοι της ανάγκης αλλά κάποτε και της συντροφικότητας. Στον κόσμο αυτό δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσει κανείς τι είναι σωστό και τι λάθος, ποιο το δίκιο και ποιο τ’ άδικο. Ο κόσμος της χαρμάνας είναι ένας περίκλειστος κόσμος, όπου μόνο τα μέλη του μπορούν να κατανοήσουν την ιδιαίτερη γλώσσα του, να νιώσουν τον πόνο του διπλανού, να τον κατανοήσουν.
Το «Άγγελοι στα σκουπίδια» είναι ένα συγκλονιστικό ανάγνωσμα, που απ’ τη μια θυμίζει μυθιστόρημα κι απ’ την άλλη κοινωνιολογική ανάλυση. Η συγγραφέας θέλει να τα πει όλα και να τα πει τώρα, κάτι που εκ πρώτης όψης είναι επικίνδυνο για τη δομή του ίδιου του βιβλίου. Ωστόσο, οι σκόπελοι αποφεύγονται, και στο τέλος της αφήγησης ο αναγνώστης νιώθει ένα κόμπο στο στομάχι. Όχι σαν και κείνον που ένιωσε η αφηγήτρια ζώντας από κοντά αυτά που έζησε, αλλά έναν πιο ελαφρύ, ένα κόμπο ενοχής. Ενοχής για την αδιαφορία του, για τον εγωισμό του, για την αδυναμία του να καταλάβει αυτά τα παιδιά, τα πρεζάκια, τα τόσο κοντινά κι όμως εκτός του διανοητικού οπτικού του πεδίου.
«Απάνθρωπες οι αλήθειες του κόσμου μας! Σχεδόν σαν την Ηρωίνη. Τα παιδιά, καταδικάστηκαν να ζούνε μαζί της, αθέλητα. Εμείς, συνηθίσαμε να ζούμε μαζί τους, ηθελημένα. Ποιών τάχα το ποσοστό μαστούρας υπερέχει σ’ αυτό;»
Το πιο πάνω ερώτημα θέτει κάπου η αφηγήτρια και εναπόκειται στον καθένα από μας να δώσει τη δική του απάντηση, της παραδοχής δηλαδή και της δικής του ενοχής, ή της τόσο βολικής και απενοχοποιητικής αδιαφορίας. «Στο κάτω κάτω της γραφής», θα πουν οι δεύτεροι, «ποιοι είμαστε εμείς που θα προσπαθήσουμε ν’ αλλάξουμε τον κόσμο;»Αυτό το βιβλίο είναι ένα από εκείνα τα λίγα που σοκάρουν με τις αλήθειες τους, και καλό θα ήταν να διαβαστεί από όλους, από αδαείς, γνώστες και… παντογνώστες!
Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γραφές
Η αφηγήτρια, που μοιάζει να έζησε από κοντά όλα όσα περιγράφει, προσπαθεί να μπει στη ζωή και στις ψυχές των ναρκομανών, να γίνει φίλη τους, να τους βοηθήσει όπως μπορεί, και αν καταστεί δυνατόν να σώσει μερικούς από αυτούς. Ο κόσμος που περιγράφει είναι ένας κόσμος σκληρός, όπου επικρατούν κάποιοι άλλοι νόμοι πέρα απ’ το νόμο, οι νόμοι της ανάγκης αλλά κάποτε και της συντροφικότητας. Στον κόσμο αυτό δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσει κανείς τι είναι σωστό και τι λάθος, ποιο το δίκιο και ποιο τ’ άδικο. Ο κόσμος της χαρμάνας είναι ένας περίκλειστος κόσμος, όπου μόνο τα μέλη του μπορούν να κατανοήσουν την ιδιαίτερη γλώσσα του, να νιώσουν τον πόνο του διπλανού, να τον κατανοήσουν.
Το «Άγγελοι στα σκουπίδια» είναι ένα συγκλονιστικό ανάγνωσμα, που απ’ τη μια θυμίζει μυθιστόρημα κι απ’ την άλλη κοινωνιολογική ανάλυση. Η συγγραφέας θέλει να τα πει όλα και να τα πει τώρα, κάτι που εκ πρώτης όψης είναι επικίνδυνο για τη δομή του ίδιου του βιβλίου. Ωστόσο, οι σκόπελοι αποφεύγονται, και στο τέλος της αφήγησης ο αναγνώστης νιώθει ένα κόμπο στο στομάχι. Όχι σαν και κείνον που ένιωσε η αφηγήτρια ζώντας από κοντά αυτά που έζησε, αλλά έναν πιο ελαφρύ, ένα κόμπο ενοχής. Ενοχής για την αδιαφορία του, για τον εγωισμό του, για την αδυναμία του να καταλάβει αυτά τα παιδιά, τα πρεζάκια, τα τόσο κοντινά κι όμως εκτός του διανοητικού οπτικού του πεδίου.
«Απάνθρωπες οι αλήθειες του κόσμου μας! Σχεδόν σαν την Ηρωίνη. Τα παιδιά, καταδικάστηκαν να ζούνε μαζί της, αθέλητα. Εμείς, συνηθίσαμε να ζούμε μαζί τους, ηθελημένα. Ποιών τάχα το ποσοστό μαστούρας υπερέχει σ’ αυτό;»
Το πιο πάνω ερώτημα θέτει κάπου η αφηγήτρια και εναπόκειται στον καθένα από μας να δώσει τη δική του απάντηση, της παραδοχής δηλαδή και της δικής του ενοχής, ή της τόσο βολικής και απενοχοποιητικής αδιαφορίας. «Στο κάτω κάτω της γραφής», θα πουν οι δεύτεροι, «ποιοι είμαστε εμείς που θα προσπαθήσουμε ν’ αλλάξουμε τον κόσμο;»Αυτό το βιβλίο είναι ένα από εκείνα τα λίγα που σοκάρουν με τις αλήθειες τους, και καλό θα ήταν να διαβαστεί από όλους, από αδαείς, γνώστες και… παντογνώστες!
Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γραφές
Subscribe to:
Posts (Atom)