Showing posts with label κωστής γκιμοσούλης. Show all posts
Showing posts with label κωστής γκιμοσούλης. Show all posts

Tuesday, November 23, 2010

Κωστής Γκιμοσούλης – το φάντασμά της

Πάνε χρόνια απ’ την τελευταία φορά που διάβασα Γκιμοσούλη, από τότε που κυκλοφόρησε το εξαιρετικό «Βρέχει φως» για και με τη Μαρία Πολυδούρη, και μπορώ να πω, με μια δόση ικανοποίησης, ότι δεν άλλαξε. Τι εννοώ; Ότι ο Γκιμοσούλης είναι ένας από εκείνους τους συγγραφείς των οποίων μου αρέσει να διαβάζω βιβλία κάθε τόσο ξανά και που μου προσφέρουν πάντα την ίδια χαρά: για τη λυρική τους πού και πού γραφή, για τα θέματά τους, για την ελευθερία που αποπνέουν. Κάποιες φορές δεν υπάρχει λόγος να αλλάζει η επιτυχημένη συνταγή κι αυτό το βιβλίο το αποδεικνύει.
«το φάντασμά της» είναι μια ιστορία έρωτα και μια ιστορία φυγής μ’ ένα μικρό άγγιγμα από το μεταφυσικό στοιχείο. Είναι η ιστορία κάποιου που αφήνει την πόλη και πιάνει τα βουνά με τη μοτοσικλέτα του, για να ξεφύγει από τα προσωπικά του φαντάσματα, κάποιου που πιστεύει ότι «η πραγματικότητα είναι μια παραζάλη» και πως «τίποτα δεν πρέπει εκτός από όσα επιτάσσει η ανάγκη». Ενός ελεύθερου πνεύματος, το οποίο ωστόσο μοιάζει να τα έχει χαμένα. Θα του δώσει η φυγή τις απαντήσεις που αναζητά ή θα του προσφέρει νέα ερωτήματα στο πιάτο;
Σ’ αυτή την ιστορία οι νεκροί με τους ζωντανούς μοιάζουν να συνυπάρχουν αρμονικά. Τα φαντάσματα περιφέρονται από δω κι από κει, συνομιλούν με τους ανθρώπους και τους επιβάλλουν χωρίς πίεση τα θέλω τους, αφού οι τελευταίοι νιώθουν ότι από τη στιγμή που δεν έχουν τίποτα να χάσουν, μπορούν να δοκιμάσουν τα πάντα. Εξάλλου κι αυτή η ελευθερία που όλοι τους μοιάζουν να αποζητούν τι είναι; «Είναι ένα άπιαστο πουλί που φτερουγίζει μέσα σου. Όλο απλώνεις το χέρι να το πιάσεις κι εκείνο ανοίγει τα φτερά και πετάει παραπέρα».
Ένας άντρας και μια γυναίκα λοιπόν συναντώνται, μιλάνε, αδειάζουν το μέσα τους, κάνουν έρωτα, ταξιδεύουν, φιλοσοφούν και μοιράζονται τους φόβους τους, αν και «το μόνο που οφείλει να μας τρομάζει είναι ο ψεύτικος εαυτός μας». Ακροβατούν ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία, το χθες που τους στοιχειώνει και το αύριο που ξεπροβάλλει αβέβαιο στον ορίζοντα. Πού θα τους οδηγήσει αυτή η σχέση; Θα τους πάει κάπου ή θα τους αφήσει μοναχούς να παραδέρνουν στις ερημιές της ύπαρξης; Οι απαντήσεις θα δοθούν στο τέλος, αλλά μέχρι τότε ο αναγνώστης θα έχει απολαύσει το ταξίδι, θα έχει συμμεριστεί την αμίλητη άποψη του αφηγητή ότι, όλοι χρειαζόμαστε κάποιον στον οποίο να μιλάμε, αλλά και να τον ακούμε, θα μοιραστεί μαζί του την αποκάλυψη μιας όμορφης, νωχελικής, γεμάτης έρωτα και σιωπής, αλλά και ξέχειλης από ουσία μικρής ζωής.
Ένα βιβλίο σαν ερωτική μπαλάντα.

Thursday, December 25, 2008

ΚΩΣΤΗΣ ΓΚΙΜΟΣΟΥΛΗΣ: Βρέχει Φως

Φέτος συμπληρώθηκαν εκατό χρόνια από τη γέννηση της Μαρίας Πολυδούρη, και ένας από τους λίγους που τη θυμήθηκαν ήταν ο Κωστής Γκιμοσούλης (οι άλλοι ήταν το περιοδικό Οδός Πανός και η Νένα Βενετσάνου), που εδώ μας παρουσιάζει μια μυθιστορηματική βιογραφία της.
Αφηγητής είναι ένας αιωνόβιος άντρας, κάποιος που αγάπησε με πάθος την ποιήτρια στα νιάτα του, που την ερωτεύτηκε με όλο του το είναι, χωρίς να μπορέσει ποτέ να την κατακτήσει. Αυτό το γεροντάκι, λοιπόν, θυμάται τα νιάτα του, τη Μαρία και τον Άλλο (Κώστα Καρυωτάκη) και μας μεταφέρει στην Αθήνα της δεκαετίας του ΄20, σε μια εποχή που χαρακτηρίστηκε “ηττημένη”.
Με πλήθος “δανείων” από τη Λιλή Ζωγράφου, το Γιάννη Χονδρογιάννη, το Γ.Π. Σαββίδη, τον Τάκη Μενδράκο και πολλούς άλλους, ο συγγραφέας καταφέρνει να δημιουργήσει ένα αρκετά πειστικό πορτρέτο της Πολυδούρη. Τη βλέπει σα γυναίκα-ποίηση και όχι σα γυναίκα-ποιήτρια. Μιλά για τα πάθη της, τα λάθη της, την αγάπη της για το θάνατο και τη δίψα της για ζωή. Και αντιμετωπίζει τον Καρυωτάκη σα μια μέγιστη φυσιογνωμία, κι ας ήταν υπόδουλος στα διάφορα “πρέπει” του, που τον έπνιγαν και τον ενέπνεαν.
“Η αληθινή ζωή είναι ανάγλυφη, κινείται με ρυθμούς που είναι έξω από στατιστικές και κατατάξεις. Η αληθινή ζωή, με τους χυμούς της και το αίμα της και τ’ άλεκτά της, δεν περιγράφεται…”, διαβάζουμε στη σελ.129. Αληθινή ζωή ήταν κι αυτή που έζησε η Πολυδούρη, κι ας φλέρταρε τόσο πολύ με την ιδέα του θανάτου. Κολυμπούσε στο σκοτάδι για να βρει το φως, χαμογελούσε στο σκοτάδι για να ζει τη στιγμή.
Ο Γκιμοσούλης δεν προσπαθεί να αγιοποιήσει την Πολυδούρη. Αντίθετα, την παρουσιάζει πολύ ανθρώπινη, με πολλές αδυναμίες. Και επιπλέον τη βάζει να μιλά και να σκέφτεται για την αυταρέσκεια της, για τα λάθη της. “Η Μαρία-άνθρωπος έζησε και έσβησε μέσα σε μια ματαιότητα. Ανθισμένη ματαιότητα, όμως”, φαίνεται να είναι το επιμύθιο αυτού του βιβλίου.
Όσοι από εσάς γνωρίζετε τη Μαρία Πολυδούρη, θα βρείτε εδώ μερικά πράγματα, που θα σας γεννήσουν κάποιες σκέψεις σχετικά με τη ζωή και το έργο της. Οι υπόλοιποι θα έχετε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να κάνετε τη γνωριμία με μια απ’ τις πιο παθιασμένες μορφές του ελληνικού 20ου αιώνα.
Ένα αξιόλογο βιβλίο για πιστούς, και όχι μόνο.
Από τις εκδόσεις Κέδρος.