Showing posts with label ιαπωνική λογοτεχνία. Show all posts
Showing posts with label ιαπωνική λογοτεχνία. Show all posts

Sunday, January 4, 2009

Γιασουνάρι Καβαμπάτα – Κιότο

Για κάποιο λόγο, που δεν είναι του παρόντος να εξηγήσω, εδώ και λίγες μέρες άρχισα σιγά-σιγά ν’ ασχολούμαι με την ιαπωνική λογοτεχνία. Είπα πρώτα να ανατρέξω στη βιβλιοθήκη μου προτού πάρω στα χέρια μου τα βιβλία που είναι καθ’ οδόν από τας Αμερικάς και το Άμαζον.
Πριν λίγες μέρες σας μίλησα για το Κάπα του Ακουταγκάουα, ενώ σήμερα θα αναφερθώ στο Κιότο του Γιασουνάρι Καβαμπάτα, ενός ακόμη αυτόχειρα συγγραφέα.
Το ανά χείρας βιβλίο είναι και δεν είναι η ιστορία της Κιέκο, μιας συνηθισμένης κοπέλας, την οποία παράτησαν οι γονείς της έξω από ένα σπίτι στο Κιότο, και την οποία ανέλαβε να αναθρέψει η οικογένεια που τη βρήκε. Τώρα, καθώς βρίσκεται στα είκοσί της χρόνια συλλαμβάνει τον εαυτό της όλο και πιο συχνά ν’ αναρωτιέται γιατί την εγκατέλειψαν, ποιοι ήταν οι αληθινοί της γονείς και πώς θα ήταν η ζωή της αν ήταν ακόμη μαζί τους.
Φυσικά, σε όλα αυτά τα ερωτήματα φαίνετ’ απίθανο να βρει κάποια μέρα τις απαντήσεις, αλλά οι μοίρες έχουν άλλη άποψη. Έτσι, κάποια φορά, εντελώς στα ξαφνικά, οδηγούν στο δρόμο της τη δίδυμη αδελφή της. Και τότε όλα αλλάζουν.
Το Κιότο είναι ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος: ένα βιβλίο που μιλά για την ιαπωνική πόλη. Ο μύθος του είναι μάλλον φτωχός κι η αφήγηση αργή, αλλά και τα δύο εξυπηρετούν την ιστορία μια χαρά. Οι δύο αδελφές, ο χωρισμός κι η επανασύνδεσή τους, αποτελούν μονάχα τις αφορμές, τα άλλοθι του συγγραφέα, που μοιάζει να θέλει πιότερο να μιλήσει με νοσταλγία πικρή για την πόλη του, που στο πέρασμα του χρόνου μοιάζει να χάνει την ψυχή της, να δυτικοποιείται και να βαδίζει με όλο και πιο γοργά βήματα προς ένα μέλλον που στα μάτια του φαντάζει ψεύτικο κι αβέβαιο, ασύμβατο με την ιαπωνική ψυχή. Ένας από τους ήρωές του λέει κάπου: «Στις μέρες μας πια μιλάμε μόνο για ιδέες και αισθήσεις. Ακόμα και για τα χρώματα αναφερόμαστε στα δυτικά πρότυπα.» Το παράπονο μεγάλο και μοιάζει να ξεχειλίζει.
Όσο, ωστόσο, το βιβλίο αυτό θυμίζει μια ελεγεία για τη ζωή που χάνεται, άλλο τόσο αποτελεί έναν ύμνο στη φύση. Είναι ένα καταπράσινο και με τον τρόπο του οικολογικό βιβλίο. Η ηρωίδα του, η Κιέκο, μοιάζει να αγαπά όλα τα δέντρα και όλα τα λουλούδια, τα βουνά, τα ποτάμια, ακόμη και τη βροχή. Βλέπει την ομορφιά σε όλα τα στοιχεία της φύσης και τη διαλαλεί, όπως κι ένας νεαρός φίλος της εξάλλου, ο Χιντεό: «Τα λουλούδια έχουν ζωή. Ζωή σύντομη, που όμως δεν περνάει απαρατήρητη. Τα χρόνια πάνε κι έρχονται, μπουμπούκια ανοίγουν...» λέει αυτός. Ενώ ο πατριός της παρατηρεί ότι: «Οποιοδήποτε λουλούδι, ανάλογα με τον τρόπο ή τη στιγμή που το βλέπεις, μπορεί να σε μαγέψει.»
Το Κιότο είναι ένα λίγο λυπημένο, μα καλογραμμένο βιβλίο, που οπωσδήποτε δεν προσφέρεται για ανάγνωση σε κάποια παραλία. Αν θελήσετε να το διαβάσετε κάντε το κάποια λυπημένη νύχτα του χειμώνα, ώστε να νιώσετε σε βάθος αυτά που προσπαθεί να μεταδώσει.

Κενζάμπουρο Όε – Μια προσωπική υπόθεση

Συνεχίζοντας με τις αναγνώσεις της ιαπωνικής λογοτεχνίας παίρνουμε στα χέρια μας το Μια προσωπική υπόθεση του Κενζάμπουρο Όε, ένα μυθιστόρημα σκληρό και σκοτεινό που μιλά με ωμή γλώσσα για των ανθρώπων τα πάθη και τα λάθη, τις δειλίες και τους μικρούς ηρωισμούς.
Βασικός πρωταγωνιστής σ’ αυτή την ιστορία είναι ο Μπερντ, ένας αντικοινωνικός και περίκλειστος στον κόσμο του καθηγητής, που από τη μια στιγμή στην άλλη βρίσκεται αντιμέτωπος μ’ ένα μεγάλο πρόβλημα: η γυναίκα του έχει μόλις φέρει στον κόσμο ένα αφύσικο μωρό, που μοιάζει να έχει δύο κεφάλια.
Στη θέα και μόνο του γιου του ο Μπερντ μοιάζει να χάνει τα λογικά του και προσπαθώντας να ξεφύγει απ’ την σκληρή πραγματικότητα που τον περιβάλλει επισκέπτεται μια φίλη από τα παλιά. Η Χιμίκο τον δέχεται αδιαμαρτύρητα στο σπίτι και τη ζωή της και του παρέχει όλη τη φροντίδα και κατανόηση που ποτέ δε γνώρισε απ’ τη γυναίκα του. Ωστόσο, η εικόνα του κακόμοιρου παιδιού του, που μάλλον πρέπει να πεθάνει για να μην καταντήσει φυτό, τον κυνηγά συνεχώς, τον στοιχειώνει, δεν τον αφήνει για στιγμή να ησυχάσει.
Τι να κάνει, λοιπόν; Ν’ αφήσει τους γιατρούς ν’ ανοίξουν το κεφάλι του μωρού προσπαθώντας να το γιατρέψουν; Ή, να επιχειρήσει προσωπικά να βάλει τέλος σ’ αυτή τη φάρσα που του έκανε η ζωή;
Ο Μπερντ είναι ένας αντιήρωας με τα όλα του -δεν είναι τυχαίο ότι σε κάποιο σημείο του μυθιστορήματος γίνεται αναφορά στον Κάφκα- και σαν τέτοιος μοιάζει να ισορροπεί σ’ ένα τεντωμένο σκοινί, που είτε θα τον οδηγήσει σε μια μικρή λύτρωση ή στην απόλυτη καταστροφή. Μεγάλο το δίλημμα που έχει να αντιμετωπίσει και κανείς δεν μπορεί να προδικάσει την απόφασή του. Θα προσπαθήσει άραγε κι αυτή τη φορά να θάψει τα προβλήματά του κάτω από το χαλί, ή θα σταθεί επιτέλους δυνατός και θα τα αντιμετωπίσει;
Ο συγγραφέας, με αφορμή την ιστορία, κάνει κι ένα σχόλιο για τη σύγχρονη ιαπωνική κοινωνία, που όλο και αλλάζει, που όλο και κινείται με πιο γρήγορες ταχύτητες, που όλο και κυλάει πιο βαθιά στο μηδενισμό. Και δε συμπεριφέρεται με ιδιαίτερη συμπάθεια στους ήρωές του. Τους αφήνει να πληγώνονται και να ματώνουν ασύστολα, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην πραγματικότητα. «Οι άνθρωποι πια δε ζουν, μονάχα επιβιώνουν,» μοιάζει να είναι το μήνυμά του.

Από τις εκδόσεις Καστανιώτη

Ριουνοσούκε Ακουταγκάουα – Κάπα

Δυο απορίες γεννήθηκαν στο μυαλό μου όταν ξαναδιάβασα αυτή τη νουβέλα μετά από δεκατρία τόσα χρόνια: Α) Πώς και εκδόθηκε και στην Ελλάδα; Β) Αν την είχε γράψει κάποιος έλληνας συγγραφέας θα είχε άραγε δει ποτέ το φως της μέρας;
Θα απαντήσω στο δεύτερο ερώτημα πρώτα μ’ ένα ξερό: Όχι! Αλλά, ας προσθέσω μία ακόμη λέξη: Αποκλείεται. Όσο για την απάντηση στην πρώτη ερώτηση είναι κι αυτή απλή: εκδόθηκε στην Ελλάδα επειδή ο συγγραφέας είχε πεθάνει το 1927, οπότε τα πνευματικά δικαιώματα έχουν ήδη λήξει.
Θα με ρωτήσετε τώρα, μα τόσο κακό είναι αυτό το βιβλίο; Η αλήθεια είναι πώς όχι, δεν είναι καθόλου κακό. Είναι πολύ καλογραμμένο μάλιστα, πλούσιο σε εικόνες αποκυήματα μιας ξεχειλίζουσας φαντασίας. Τότε; Απλά είναι τόσο παράξενο βιβλίο, τόσο μικρό και αντιεμπορικό, τόσο εκτός πλαισίων και άγραφων εμπορικών κανόνων, που η έκδοσή του κάτω από διαφορετικές περιστάσεις θα αποτελούσε ένα μικρό ή μεγαλύτερο ρίσκο.
Για τι μιλά το Κάπα; Μα, για τους Κάπα φυσικά, μια φυλή πλασμάτων που ζουν στο έδαφος της Ιαπωνίας ή μάλλον κάτω από αυτό, κρυμμένοι από τους ανθρώπους, κάποιοι από τους οποίους όμως συχνά-πυκνά τους επισκέπτονται. Η κοινωνία των Κάπα είναι μια κοινωνία διαφορετική από την ανθρώπινη, η οποία ωστόσο πού και πού τη θυμίζει πολύ. Οι Κάπα είναι πλάσματα γεμάτη πάθη, χαρές, πίκρες και απογοητεύσεις ακριβώς όπως και οι άνθρωποι, αλλά να, αυτοί βλέπουν διαφορετικά τον κόσμο, μέσα από το δικό τους φακό. Αυτό ακριβώς το βλέμμα προσπαθεί να κατανοήσει ένας άνθρωπος όταν πέφτει στο βασίλειο των Κάπα. Σ’ αυτή του την προσπάθεια θα έχει αρωγό το φιλόσοφο Μαγκ, που έχει μάλιστα γράψει και ένα βιβλίο με τίτλο Τα Λόγια Του Τρελού, από το οποίο αντιγράφουμε:
Αν ζούμε τη ζωή μας με βάση τη λογική, κάποια στιγμή, αναπόφευκτα, θ’ απαρνηθούμε την ύπαρξή μας. Το γεγονός ότι ο Βολταίρος, που θεοποίησε τη λογική, τελείωσε ευτυχισμένα τη ζωή του αποδεικνύει ότι το ανθρώπινο ον δεν είναι τόσο εξελιγμένο όσο ο Κάπα.
Και σαν εξελιγμένη φυλή που είναι οι Κάπα έχουν και το δικό τους θεό, ο οποίος: «..έπλασε αυτό τον κόσμο σε μία μόνο μέρα. Παρόλο που χρησιμοποιούμε τη λέξη δέντρο στη φράση Δέντρο της Ζωής, δεν υπάρχει τίποτε που να μην μπορεί να κάνει. Όπως ήταν φυσικό, δημιούργησε και το θηλυκό του είδους Κάπα. Όταν βρήκε κάπως μονότονη την ύπαρξή της, η θηλυκή Κάπα άρχισε να ψάχνει για τον αρσενικό Κάπα. Κι ο θεός μας, που τη λυπήθηκε, πήρε το μυαλό της και έφτιαξε τον αρσενικό Κάπα. Έπειτα, αφού ευλόγησε το ζευγάρι, τους είπε: Φάτε. Ενωθείτε. Ζήστε έντονα».
Η νουβέλα αυτή αποτελεί ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να σας συστήσω να την αγοράσετε αφού ίσως να μην συμπίπτει με τα γούστα σας και μετά θα έχω εγώ το... κρίμα στο λαιμό μου!