Showing posts with label Ευγενία Φακίνου. Show all posts
Showing posts with label Ευγενία Φακίνου. Show all posts

Monday, April 4, 2011

Ευγενία Φακίνου – Οδυσσέας και Μπλουζ

Οι ήρωες σ’ αυτό το μυθιστόρημα είναι αυτοί που του δίνουν και τον τίτλο του. Ο Οδυσσέας, ένας εκκεντρικός, μοναχικός και μονόχνοτος συγγραφέας, και η Μπλουζ, μια νεαρή επιμελήτρια κειμένων και σκηνοθέτις ντοκιμαντέρ με κοινωνικά ή μάλλον ανθρώπινα θέματα.
     Οι δυο τους μοιάζουν διαμετρικά αντίθετοι χαρακτήρες, αλλά μάλλον είναι περισσότερα εκείνα που τους ενώνουν απ’ αυτά που τους χωρίζουν. Ένα από τα βασικά τους κοινά χαρακτηριστικά είναι η βαθιά τους απογοήτευση απ’ τους ανθρώπους, μια απογοήτευση που τους αναγκάζει να ορθώνουν κατ’ επανάληψη τείχη άμυνας τριγύρω τους.
     Η πρώτη τους συνάντηση είναι μάλλον αναγνωριστική. Η Μπλουζ καταφθάνει στο μυστηριώδες Χωριό που φιλοξενεί, μα δεν ανέχεται, τον Οδυσσέα και πηγαίνει στο σπίτι του για να τον επισκεφθεί, θέλοντας να του πλασάρει μισές αλήθειες σε μια προσπάθεια να τον προσεγγίσει. Του λέει ότι θέλει να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του, που δεν είναι ψέμα, αλλά παραλείπει να του αναφέρει ότι πήγε εκεί μετά από παράκληση του εκδότη-αφεντικού της, αφού πρέπει οπωσδήποτε να πείσει τον συγγραφέα να τελειώσει το βιβλίο που γράφει, και το οποίο φέρει τον τίτλο «Τρένο των νεφών».
     Ο Οδυσσέας στην αρχή υποδέχεται ψυχρά την κοπέλα, τη θεωρεί παρείσακτη, αλλά σιγά σιγά αυτή αρχίζει να τον κατακτά: με το πείσμα και την επιμονή της, με την άρνησή της να δει στο πρόσωπό του τον μισάνθρωπο που της προβάλλει, με τους τρόπους της. Κι όσο περνά ο καιρός, τόσο πιο πολύ δένεται μαζί της, τα τείχη του το ένα μετά το άλλο γκρεμίζονται, κι αυτός νιώθει ότι για πρώτη φορά στη ζωή του συναντά μια γυναίκα που πραγματικά τον καταλαβαίνει. Της μιλάει λοιπόν για τη ζωή του, το φιλοσοφεί («Τις νύχτες δεν κοιμάμαι επειδή νυστάζω αλλά γιατί πρέπει. Για να κρατηθεί η τάξη της νύχτας και της μέρας…», της λέει κάποια στιγμή, ενώ λίγο πιο κάτω με πίκρα της ομολογεί ότι: «…πέθαναν οι λέξεις. Ο συγγραφέας έχει για ψωμί τις λέξεις. Θα πεθάνω από ασιτία…»), την ξεναγεί στο σπίτι-μουσείο του, που φιλοξενεί τα πιο παράξενα αντικείμενα, και μπροστά στα μάτια της αλλά και στο φακό της κάμερας, που αρχικά αποφεύγει, αλλά ο οποίος όσο περνά ο καιρός όλο και λιγότερο τον ενοχλεί, αρχίζει να μεταμορφώνεται σ’ έναν άλλο άνθρωπο: σ’ έναν άνθρωπο τρυφερό, καλοσυνάτο, σίγουρο για τον εαυτό του. Η Μπλουζ, κι αυτή με τη σειρά της αλλάζει, απλά οι αλλαγές πάνω της δεν είναι τόσο έντονες. Καθώς αρχίζει να καταλαβαίνει όλο και πιο καλά τον μοναχικό εκείνο άντρα, γεννιούνται μέσα της παράξενα συναισθήματα, μια αγάπη που δεν μπορεί να ομολογήσει, αλλά που προσπαθεί να εκφράσει δίχως λόγια. Την ίδια ώρα μοιάζει να απελευθερώνεται απ’ την προηγούμενη, την καθόλου ρόδινη ζωή της. Ο Οδυσσέας γίνεται γι’ αυτήν ο ιδανικός συνομιλητής, μια αδελφή ψυχή. Οι άλλοι όμως, οι συνήθεις ύποπτοι, είναι αποφασισμένοι να μην τους αφήσουν να χαρούν τη γλυκιά νιογέννητη πραγματικότητά τους. Οι πράξεις τους ωστόσο δε θα φέρουν τόσο την καταστροφή όσο την κάθαρση.
     Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα που μιλά με απλό και άμεσο τρόπο για τη μοναξιά, την κακία, τη στενομυαλιά και την όλο και πιο σπάνια καλοσύνη, για των ανθρώπων τα λάθη και τα πάθη. Διαβάζεται σε μια καθισιά κι αφήνει πίσω του μια πικρόγλυκη γεύση.

Thursday, December 16, 2010

Ευγενία Φακίνου – Για να δει τη θάλασσα

Αυτή είναι η ιστορία μιας γυναίκας που έχει χάσει τη μνήμη της, την οποία, ακολουθώντας σχεδόν άθελά της τις οδηγίες του γιατρού, προσπαθεί να ανακτήσει μέσα από τη γεύση. Έτσι τη βλέπουμε από τη μια στιγμή στην άλλη, να εγκαταλείπει, έστω προσωρινά, τον άντρα της τον οποίο δε θυμάται, και το σπίτι της, που φαινομενικά πια δεν της ανήκει, και να πιάνει δουλειά σε μια μικρή ταβέρνα. Η επαφή της με τους ανθρώπους εκεί, η συνομιλία της με ένα φάντασμα, οι σκέψεις της που την πληγώνουν, αλλά και που την κρατούν σε εγρήγορση, μα πάνω απ’ όλα η σχέση της με τη μαγειρική θα τη βγάλουν σιγά σιγά στο φως, θα της θυμίσουν ποια είναι, αλλά και θα την αλλάξουν, θα δέσουν μέσα της το μαγικό γαϊτανάκι των ατόμων και των ιστοριών που την αποτελούν.
Το «Για να δει τη θάλασσα» είναι ένα από εκείνα τα βιβλία που απλά απολαμβάνει να διαβάζει κανείς τόσο για το θέμα όσο και για τη γραφή τους. Η Φακίνου, με αφορμή μια προσωπική ιστορία, καταβυθίζεται στις ψυχές κάποιων ανθρώπων, για να αναδυθεί ξανά βγάζοντας στο φως τις αλήθειες τους. Αλήθειες γλυκές και πικρές, σκληρές και ανώδυνες, της αληθινής ζωής. Η Ελένη, όπως βαφτίζει την πρωταγωνίστρια ο υπεύθυνος της ταβέρνας, ο Ρούλα, είναι μια γυναίκα σε αναζήτηση της ταυτότητάς της, μια ψυχή μοναχική που σε κάποιο σημείο φτάνει να παρακαλεί «να είχε κι αυτή μια πινακοθήκη με εικόνες γευμάτων, ένα φανταστικό μουσείο γεύσεων», κάποια που τώρα πια δεν έχει τίποτα να χάσει. Γι’ αυτό και αγωνίζεται. Για να φτιάξει το φανταστικό της μουσείο, την προσωπική της πινακοθήκη. Αυτός ο αγώνας, αυτή η αγωνία, θ’ αρχίσουν βήμα το βήμα να μετατρέπονται σε χαρά, ν’ αποδίδουν καρπούς. Καθώς θα αρχίσει να χαρίζει στους άλλους τις νοστιμιές της, θα βαλθούν κι εκείνοι με τη σειρά τους να τη βοηθούν για να ανασύρει απ’ τα βάθη του μυαλού τις αναμνήσεις της. Γιατί όσοι δίνουν παίρνουν. Επειδή «τα μοναδικά πράγματα που μας ακολουθούν στην άλλη ζωή είναι όσα χαρίσαμε στην επίγεια». Γιατί «έτσι πρέπει να πηγαίνει η αγάπη, από χέρι σε χέρι».
Η Φακίνου φτιάχνει με υλικά αγνά μια συναρπαστική τοιχογραφία χαρακτήρων, μια αγιογραφία της καθημερινής ζωής. Μέσα από τις σκέψεις, τα λόγια και τις αναμνήσεις των ηρώων της, του μοναδικού Ρούλα, του αόρατου ευεργέτη των φτωχών Μιχαήλ, του ιδιόρρυθμου ζωγράφου και των μαστόρων της γειτονιάς, των οποίων οι γεύσεις αλλάζουν τη ζωή, αλλά και της ίδιας της Ελένης, μοιάζει να θέλει να μας φανερώσει ποια είναι τα πράγματα που αξίζουν στη ζωή, να αναδείξει όλες εκείνες τις μικρές στιγμές που της δίνουν αξία. Σα μια μπαλάντα και σαν ένας ύμνος διαβάζεται αυτή η καλογραμμένη ιστορία – σαν ένας ύμνος στο θαύμα της κάθε μέρας.
Μια από τις πιο όμορφες στιγμές της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.