Wednesday, September 8, 2010
Haruki Murakami – Norwegian Wood
Όσο πιο πολύ διαβάζω Χαρούκι Μουρακάμι τόσο πιο πολύ πείθομαι ότι ο καλός συγγραφέας είναι θύμα της φήμης του. Δεν εξηγείται αλλιώς το γεγονός ότι διάφοροι κριτικοί συνηθίζουν να «θάβουν» τα βιβλία του από καιρόν εις καιρόν. Ίσως αν μην ήταν τόσο επιτυχημένος, και αν δεν κοίταζε το σήμερα, αλλά το μακρινό χθες της χώρας του, να έχαιρε μεγαλύτερου σεβασμού. Όχι πώς το «Νορβηγικό Δάσος» αναφέρεται στο σήμερα αλλά να, άλλο ο γοητευτικός 19ος αιώνας και άλλος ο 20ος, των σίξτις μάλιστα. Των σίξτις της Ιαπωνίας, και όχι των ΗΠΑ, της Βρετανίας ή της Γαλλίας, τα οποία ωστόσο ήταν επενδυμένα με το ίδιο παντού σάουντρακ: τα τραγούδια των Μπιτλς. Από ένα τραγούδι της μπάντας είναι παρμένος εξάλλου και ο τίτλος του βιβλίου.
Σ’ αυτό παρακολουθούμε τη ζωή ενός φοιτητή στο Τόκιο, που μάλλον δεν ξέρει που πατά και που πηγαίνει. Ο Τορού, ο οποίος μοιάζει να ακροβατεί ανάμεσα στον ενθουσιασμό και την απάθεια, είναι ένας από εκείνους τους ανθρώπους που δε μοιάζουν ικανοί να πάρουν μια απόφαση στη ζωή τους, που αφήνουν τον εαυτό τους να παρασύρεται απ’ των καιρών τα ρεύματα, αλλά και που είναι ικανοί, όταν αγαπήσουν, να χαριστούν σώμα και ψυχή σ’ ένα άτομο, ακόμη κι αν αυτή η πράξη είναι σίγουρο ότι θα τους οδηγήσει σε αδιέξοδο. Σ’ ένα τέτοιο αδιέξοδο μοιάζει να βρίσκεται κι αυτός, όπως τον βλέπουμε να αναπλάθει τη ζωή του μέσα από τις αναμνήσεις του. Από τη μια είναι αθεράπευτα ερωτευμένος με την Ναόκο, το κορίτσι του νεκρού πια καλύτερού του φίλου, κι από την άλλη τον παρακολουθούμε να δένεται όλο και πιο πολύ με την Μιντόρι, μια κοπέλα που έχει καθημερινά πάρε-δώσε με το θάνατο και που πόνεσε περισσότερο από κάθε άλλη. Ο Τορού σ’ ολόκληρη τη διάρκεια της ιστορίας ακροβατεί ανάμεσα στην παράνοια που προβάλλει η δεύτερη και το ψυχικό χάος που καταλαμβάνει την πρώτη, ενώ πού και πού, για να ξεφύγει απ’ την τρέλα που τον απειλεί και να βρει ένα είδος εύθραυστης ισορροπίας, βγαίνει μ’ ένα πλούσιο φίλο του, τον Ναγκασάβα, που δεν έχει και σε μεγάλη υπόληψη τους ηθικούς κανόνες.
Το «Νορβηγικό Δάσος» είναι μια στρωτή ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, που μιλά για τα μη επαναστατημένα νιάτα και τα προβλήματά τους και για τη σύγχρονη Ιαπωνία, όπου οι άνθρωποι μοιάζουν απόλυτα αποξενωμένοι ο ένας απ’ τον άλλο. Ο Τορού, αν και ζει σε φοιτητική εστία μοιάζει να είναι τραγικά μόνος, ενώ η μοναξιά φαίνεται να κατατρώει και τις ζωές των άλλων ηρώων: της Μιντόρι, που παρά το ότι έχει φίλο νιώθει να πνίγεται, της Ναόκο, που μοιάζει να έχει χάσει κάθε επαφή με τον πραγματικό κόσμο, ακόμη και του Ναγκασάβα, που η αδυναμία του να αγαπήσει μία γυναίκα και να της μείνει πιστός τον μεταμορφώνει από ένα αδίστακτο χαρακτήρα σε μια τραγική φιγούρα.
Η μουσική ξεχειλίζει από τις σελίδες του βιβλίου και μοιάζει να είναι το νήμα που δένει τους ήρωες. Μέσα από τα τραγούδια δημιουργούνται νέες αναμνήσεις, επανέρχονται παλιές και γράφονται ακόμη και επικήδειοι λόγοι. Εδώ έχουμε ένα γλυκόπικρο καλογραμμένο κείμενο, που αν και δε φτάνει στο ύψος του Kafka on the Shore, διαβάζεται γρήγορα κι αφήνει έντονο στο μυαλό του αναγνώστη το αποτύπωμά του. Δυτικότροπο; Ίσως ναι. Αλλά αυτό δεν υποβαθμίζει την αξία του.
Sunday, September 5, 2010
Yukio Mishima – The Sailor Who Fell from Grace with the Sea
«Αν και οι περισσότεροι άντρες επιλέγουν να γίνουν ναυτικοί επειδή τους αρέσει η θάλασσα, ο Ριούτζι ακολούθησε αυτό το δρόμο λόγω της αντιπάθειάς του για τη στεριά».
Αυτή το βιβλίο θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε απλά, με δυο λέξεις, σαν μια νουβέλα ενηλικίωσης. Το μόνο που δε μοιάζει καθόλου με τα κείμενα που παράγουν εδώ και δεκαετίες με τη σέσουλα οι αμερικανοί, αφού μιλά για ένα κόσμο μικρό, τεράστιο και σκληρό, όπου για να επιβιώσει κανείς πρέπει πολλές φορές να κάνει και πράγματα πέρα από κάθε ηθική και δίκαιο.
Ο Μισίμα γράφει για των ανθρώπων τα πάθη – άλλα μικρότερα, άλλα μεγαλύτερα. Και μας μιλά για το βάσανο της εφηβείας, ειδικά όταν μεγαλώνει κανείς σ’ ένα σπίτι χωρίς πατέρα. Υφαίνει με ψιλοβελονιές ακριβείας την ψυχοσύνθεση του νεαρού Νομπούρου, του οποίου η ζωή μοιάζει να αλλάζει αργά αλλά σταθερά, το μέσα του να απονεκρώνεται για να γίνει αποδεκτός από τους άλλους. Πού και πού αφήνει να εισβάλει λίγο φως στο σκοτάδι που τον τυλίγει, προτού το καταπνίξει κι αυτό, με τη βοήθεια κάποιων φίλων και συνένοχών του, μιας άτυπης συμμορίας, που μοιάζει να προετοιμάζεται για τα εγκλήματα του μέλλοντος.
Όλα αρχίζουν όταν ο Νομπούρου και η δυναμική, αλλά λίγο λειψή στα μητρικά της καθήκοντα, μάνα του γνωρίζουν τον Ριούτζι, ένα ναυτικό, ο οποίος ξόδεψε τη μισή του ζωή στη θάλασσα. Ο πρώτος πετά στα σύννεφα μετά την πρώτη συνάντηση, αφού ο τελευταίος εκπροσωπεί ότι περισσότερο αγαπά σ’ αυτό τον κόσμο: την ελευθερία. Αλλά κυρίως θαυμάζει τον νέο ναυτικό (νέο αφού είναι μόλις 34 χρόνων) γι’ αυτά που έζησε, για τις ιστορίες που του διηγείται ξανά και ξανά κάνοντας τη φαντασία του να καλπάζει. Η μητέρα του, η Φουσάκο, αρχικά νιώθει επιφυλακτική απέναντι στον Ριούτζι, αλλά πολύ σύντομα νιώθει κάποιου είδους συμπάθεια για κείνον και προτού περάσει καιρός πολύς τον ερωτεύεται, κάτι που δε ξεφεύγει από το γιο της, που εδώ και καιρό την παρακολουθεί πολύ στενά. Ο μικρός στην αρχή δεν έχει καμία αντίρρηση για το δεσμό τους, μοιάζει να τον επικροτεί μάλιστα. Και όσο περνά ο καιρός, κι αφού ο ναυτικός φεύγει για ένα ακόμη ταξίδι, τόσο μεγαλώνει κι η αγάπη του για τη θάλασσα. Οι κάρτες που του στέλνει ο τελευταίος και τα γραμματόσημα από όλα τα μέρη που επισκέπτεται, του κάνουν τη ζωή πολύχρωμη, και γιγαντώνουν το θαυμασμό του για τον άντρα. Ωστόσο όταν εκείνος επιστρέφει και ξανασμίγει με τη μάνα του, τα πράγματα αρχίζουν σιγά-σιγά να αλλάζουν. Αν και αρχικά του αρέσει η συμβίωση μαζί του, ενώ και η ιδέα του να πάρει αυτός τη θέση του πατέρα του δεν τον χαλά, όταν ο Ριούτζι δεν αντιδρά με την πρέπουσα οργή σ’ ένα μεγάλο συνεχόμενο παράπτωμά του, νιώθει κάτι να σπάει μέσα του και ξαφνικά τη θέση της αγάπης παίρνει η απέχθεια, το μίσος. Θέλει και πρέπει να τον τιμωρήσει, αμείλικτα.
Ο αυτόχειρας αυτός συγγραφέας μας παραδίδει ένα κείμενο υποδειγματικής λιτότητας. Λυρικό πού και πού, λίγο τρυφερό σε κάποια σημεία και απέραντα σκληρό σε άλλα, με φιλοσοφικές πινελιές εδώ κι εκεί, διαβάζεται εύκολα, αλλά αφήνει μια στυφή γεύση στο «στόμα». Είναι σαν να θέλει να μας πει ότι, σε μια ιστορία σαν κι αυτή, «ευτυχισμένο τέλος» δε θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει. Και συμφωνούμε απόλυτα μαζί του. Ένα μικρό, μεστό και πάντα επίκαιρο βιβλίο.
Wednesday, September 1, 2010
Carlos Ruiz Zafón – The Shadow of the Wind
«Οι μεγάλες δόξες για τις οποίες τόσοι άνθρωποι υπερηφανεύονται -τα παλάτια, τα εργοστάσια και τα μνημεία, τα εμβλήματα με τα οποία ταυτίζονται- δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο από απομεινάρια ενός χαμένου πολιτισμού».
Αυτό είναι το πρώτο βιβλίο του Θαφόν που διαβάζω και μάλλον δε θα είναι το τελευταίο, παρά τις όποιες αδυναμίες του. Κι αυτό επειδή ο συγγραφέας μοιάζει με ένα παραμυθά του παλιού καλού καιρού, που πάνω απ’ όλα νοιάζεται να πει μια ιστορία, ενώ τα υπόλοιπα έρχονται σε δεύτερη μοίρα. Αν διαβάσετε αυτό το βιβλίο σαν ένα αστυνομικό μυθιστόρημα ίσως να απογοητευτείτε λίγο – ειδικά αν είστε εξασκημένοι στο είδος και μαντέψετε, όπως εγώ, τα δύο βασικά μυστικά του. Αν ωστόσο θελήσετε να το απολαύσετε για τις λογοτεχνικές του αρετές και μόνο, σίγουρα θα σας ικανοποιήσει.
Αυτό είναι ένα από εκείνα τα παράξενα βιβλία των οποίων οι ήρωες κάνουν κατάληψη στην ψυχή του αναγνώστη, που τον αναγκάζουν να νιώθει τον πόνο τους, να οργίζεται με την οργή τους, να χαίρεται για τις επιτυχίες τους. Όχι πώς υπάρχουν και πολλές από τις τελευταίες εδώ, αφού ένας εναλλακτικός τίτλος θα ήταν «Το βιβλίο των αποτυχημένων». Αποτυχημένοι έρωτες, αποτυχημένοι πατέρες, αποτυχημένοι συγγραφείς, αποτυχημένες ερωμένες, ακόμη κι αποτυχημένοι πλούσιοι, αυτοί είναι οι ήρωες. Άνθρωποι παραδομένοι στα πάθη τους, έτοιμοι να κάνουν τα πάντα για να πετύχουν ένα σκοπό, τυφλοί από τις φιλοδοξίες τους, γενναίοι και δειλοί, πολύχρωμοι και σκοτεινοί. Πρωταγωνιστές ωστόσο δεν είναι μόνο αυτοί, αλλά και τα κτήρια –τρομαχτικά σκοτεινά δωμάτια, τρελοκομεία, νοσοκομεία, επαύλεις- μα και η πόλη της Βαρκελώνης. Μια πόλη που μοιάζει με την κρυφή ερωμένη του συγγραφέα, την οποία όλο εκθειάζει, αλλά και που δεν της χαρίζεται. Η πόλη προπύργιο των αντιφασιστών στη διάρκεια του ισπανικού εμφύλιου πολέμου, αλλά και των δοσίλογων. Των ηρώων και των προδοτών. Άνθρωποι, κτήρια και πόλη λοιπόν χαράζουν τις σελίδες, αλλά όχι μόνο αυτά, αφού σημαντικό ρόλο στο μύθο παίζουν και τα βιβλία: βιβλία παιχνιδιάρικα και μυστηριώδη, γεμάτα ζωή, τα οποία όμως πού και πού προκαλούν το θάνατο.
Ο έρωτας κι ο θάνατος, δύο ταυτόσημες σχεδόν έννοιες. Ο έρωτας που γεννά ζωή, κι ο θάνατος που την παίρνει. Ο έρωτας που σπέρνει χαρά κι ο θάνατος που θερίζει δυστυχία. Κάπου ένας απ’ τους ήρωές μας λέει: «Ο θεός μας δίνει ζωή, αλλά ο σπιτονοικοκύρης του κόσμου είναι ο διάβολος». Ένας διάβολος μ’ ανθρώπινη μορφή, που εδώ ακούει στο όνομα Φουμέρο. Αυτός κρύβεται πίσω απ’ όλα σχεδόν τα κακά που βρίσκουν τους πρωταγωνιστές. Ένας άνθρωπος απάνθρωπος, ένας αδίστακτος οπορτουνιστής, που δε διστάζει ν’ αλλάζει πλευρές σαν τα πουκάμισα, ανάλογα με το που φυσάει ο άνεμος, ώστε να πετύχει τους στόχους του. Τη μια λοιπόν είναι αναρχικός και την άλλη κομουνιστής, για να καταλήξει όμως φασίστας, αφού το τέλος του πολέμου θα καθορίσει και την ιδεολογία του, αυτή των νικητών. Ποιους κυνηγάει ο Φουμέρο; Μα σχεδόν όλους τους ήρωές του βιβλίου: τον νεαρό Ντανιέλ, που ανακαλύπτοντας ένα χαμένο βιβλίο ανοίγει τους ασκούς του αίολου, τον φίλο του τελευταίου Φερμίν, τον ωρολογά της γειτονιές και όλους τους καλλιτέχνες της πόλης, ακόμη και τους παλιούς του φίλους, τους μοναδικούς που στάθηκαν δίπλα του και του κράτησαν συντροφιά στα σχολικά του χρόνια. Ο Φούμερο μοιάζει να λειτουργεί με το… μπουσικό σκεφτικό: «Όποιος δεν είναι μαζί μου είναι εναντίον μου», και έχοντας όλη τη δύναμη στα χέρια του κάνει ό,τι μπορεί για να αποκτήσει νέους εχθρούς, χωρίς να σκέφτεται ούτε στιγμή πως κάποιος από αυτούς θα μπορούσε να αποδειχτεί πιο δυνατός από τον ίδιο.
Αυτό το βιβλίο δεν το περιγράφει κανείς, απλά το διαβάζει και το απολαμβάνει, κι αν τυγχάνει συγγραφέας, ίσως νιώθει μέσα του και το τσίμπημα της ζήλιας, αφού ο Θαφόν είναι ένας μάστορας του λόγου, κάποιος που εύκολα μαγεύει και ταξιδεύει τον αναγνώστη με τις ιστορίες του. Εξαιρετικό.
Wednesday, August 25, 2010
Stieg Larsson – The Girl Who Kicked the Hornets’ Nest
Το «Κορίτσι στη φωλιά της σφήγκας» είναι πολύ καλύτερο από το δεύτερο τόμο της τριλογίας «Μιλλένιουμ» του Στιγκ Λάρσον, δηλαδή του «Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά». Η δράση εδώ κυλά ασταμάτητη, η μια μικρή ανατροπή οδηγεί στην επόμενη, και ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία ν’ απολαύσει ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα της σύγχρονης αστυνομικής λογοτεχνίας.
Οι 746 σελίδες της μικρής αγγλόφωνης έκδοσης διαβάζονται απνευστί, κι αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη μαεστρία του συγγραφέα. Ο Λάρσον επιλέγει να κλείσει τους ανοικτούς λογαριασμούς που άφησαν οι προηγούμενοι δύο τόμοι, κινούμενος με ταχύτητα από χώρο σε χώρο κι από χρόνο σε χρόνο, απλώνοντας στις σελίδες παράλληλες ιστορίες που κάποτε θα οδηγήσουν αναπόφευκτα σε παράλληλες λύσεις. Το μοναδικό σημείο στο οποίο χωλαίνει λίγο το βιβλίο είναι εκείνο που αναφέρεται εκτενώς στο παρελθόν, τα έργα και τις ημέρες των μυστικών υπηρεσιών της Σουηδίας, αλλά και στην πολιτική κατάσταση στη χώρα τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτό ωστόσο δε μας στερεί κάτι από τη δράση, την καθυστερεί μόνο λίγο.
Ο τόμος ανοίγει με την εσπευσμένη μεταφορά στο νοσοκομείο της περιβόητης πια Λίσμπεθ Σαλάντερ, η οποία χαροπαλεύει μετά την αιματοβαμμένη συνάντησή της με τον πατέρα και μισητό αντίπαλό της, τον κατάσκοπο Ζαλασένκο. Εκτός από τα διάφορα τραύματα που φέρει, η Λίσμπεθ έχει και μια σφαίρα καρφωμένη στο κεφάλι -ενθύμιο της εν λόγω συνάντησης- που απειλεί άμεσα τη ζωή της. Ο εφημερεύων γιατρός, με τη βοήθεια ενός αμερικανού συναδέλφου του, θα αφαιρέσει τη σφαίρα, θα περιποιηθεί τα άλλα τραύματά της και στις ημέρες που θ’ ακολουθήσουν, θα προσπαθήσει να κάνει ό,τι περνά από το χέρι του ώστε η κοπέλα να διαφύγει τον κίνδυνο. Στο μεταξύ, δύο δωμάτια πιο κάτω, νοσηλεύεται και ο πατέρας της, ο οποίος φέρει τραύματα στο κεφάλι, που του έχει καταφέρει η ίδια μ’ ένα τσεκούρι.
Τα γεγονότα που οδήγησαν πατέρα και κόρη στο νοσοκομείο ανησυχούν συγκεκριμένους κύκλους των μυστικών υπηρεσιών της χώρας, που σπεύδουν να κλείσουν στόματα, αλλά και να εξαφανίσουν φακέλους που τους εμφανίζουν σαν ένοχους για παράνομες ενέργειες. Ωστόσο τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όσο πιστεύουν οι τελευταίοι, αφού τα πιθανά νέα θύματά τους κάποια στιγμή αρχίζουν να παίζουν μαζί τους το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι. Με μισές αλήθειες και μεγάλα ψέματα, με πονηριά και συμμαχίες με το διάβολο (όποια μορφή κι αν έχει αυτός), η Σαλάντερ και ο καλύτερός της φίλος και μεγάλος (για τον ψυχισμό της) εχθρός, Μίκαελ Μπλόμκβιστ, θα οδηγήσουν την υπόθεση εκεί που ακριβώς θέλουν, φέρνοντας τους διώκτες τους αντιμέτωπους με τα προσωπικά τους φαντάσματα.
Σ’ αυτό τον τόμο ωστόσο παρατηρούμε και μια συνταρακτική, για τα δικά της δεδομένα, αλλαγή στη συμπεριφορά της Σαλάντερ. Για πρώτη φορά τη βλέπουμε να συμβιβάζεται με τους άλλους, να δέχεται τη βοήθειά τους και ν’ αντιλαμβάνεται ότι τελικά δεν είναι όλοι εχθροί της. Με μια μεγάλη καθυστέρηση, θα λέγαμε, μοιάζει να ξεπερνά τη δικαιολογημένα οργισμένη εφηβεία της και να κάνει τα πρώτα βήματα στον κόσμο των ενηλίκων. Σ’ ένα κόσμο που μάλλον είναι πιο ακίνδυνος από εκείνον στον οποίο ζούσε μέχρι τώρα. Στο τέλος όμως μοιάζει να τίθεται το ερώτημα: και μετά τι; Κι αυτό γιατί κάτι μας λέει ότι όντως ο συγγραφέας είχε την πρόθεση να γράψει ένα ακόμη τόμο με τις περιπέτειες της ιδιόρρυθμης ηρωίδας του, αφού κάποια από τα θέματα που τέθηκαν στο δεύτερο βιβλίο (κάνοντάς το μάλιστα κάπως βαρετό στις πρώτες εκατό σελίδες) δεν επιλύθηκαν σ’ αυτό, ενώ κι εδώ αναδύονται κάποια νέα ερωτήματα.
Είτε έτσι είτε αλλιώς, στα χέρια μας κρατάμε ένα εξαιρετικό θρίλερ, που έρχεται για να καθιερώσει τη Σαλάντερ, σαν έναν από τους πιο αξιομνημόνευτους χαρακτήρες της παγκόσμιας, αστυνομικής και μη, λογοτεχνίας.
Wednesday, August 18, 2010
Michael Connelly – 9 Dragons
Για κάποιο λόγο, μετά από το θλιβερό The Overlook, από τον Μάικλ Κόνελι περιμένω πάντα τα χειρότερα, αν και τόσο το Brass Verdict όσο και το The Scarecrow, που ακολούθησαν, δε με απογοήτευσαν. Όπως δε με απογοήτευσε και το 9 Dragons, στο οποίο πρωταγωνιστεί ο αγαπημένος ντετέκτιβ και καλύτερα σκιαγραφημένος χαρακτήρας του συγγραφέα, ο Χάρι Μπος.
Ο Μπος στον ανά χείρας τόμο μοιάζει λίγο κουρασμένος, ίσως και απηυδισμένος, αλλά οπωσδήποτε πιο ανθρώπινος απ’ ό,τι τον έχουμε συνηθίσει. Είναι πάντα ο ίδιος μονόχνοτος και μοναχικός αμείλικτος κυνηγός του εγκλήματος, αλλά εδώ μας παρουσιάζεται πιο έντονα παρά ποτέ, το άλλο του πρόσωπο, το ευαίσθητο, εκείνο που τον κάνει να παίρνει αποφάσεις πέρα από κάθε λογική και να τις περνά από το στάδιο της σκέψης σ’ αυτό της ουσίας, της πραγματικότητας. Μοιάζει σαν ένας άνθρωπος διχασμένος, που όμως ξέρει που πατά και που πηγαίνει, που γνωρίζει πολύ καλά ποιες είναι οι προτεραιότητές του, που μπορεί ακόμη να ξεχωρίζει το λάθος και το σωστό και να παίρνει όταν χρειάζεται σκληρές αποφάσεις, κι ας είναι μεγάλο το τίμημα που πρέπει να πληρώσει γι’ αυτές.
Όλα αρχίζουν με τη δολοφονία ενός ιδιόκτητη κάβας σε μια γειτονιά-γκέτο του Λος Άντζελες. Ο Μπος, φτάνοντας στο χώρο του εγκλήματος, αντιλαμβάνεται ότι είχε βρεθεί εκεί ξανά στο παρελθόν, στη διάρκεια κάποιων αιματηρών ταραχών και ότι το θύμα ήταν μια στιγμιαία γνωριμία του από εκείνο το μακρινό χθες. Ο άντρας μοιάζει να εκτελέστηκε από κάποιο μέλος της κινέζικης μαφίας, αλλά ο Μπος δεν είναι και τόσο σίγουρος γι’ αυτό, αφού το ένστικτό του τού λέει αλλιώς. Καθώς αρχίζει να διερευνά την υπόθεση μαθαίνει όλο και περισσότερα για τις περιβόητες συμμορίες των κινέζων, τις τριάδες, που ελέγχουν μεγάλες περιοχές της πόλης, κλέβοντας, σκοτώνοντας, εκβιάζοντας. Οι γνώσεις αυτές όμως, όπως είναι φυσικό, δεν αλλάζουν τον τρόπο σκέψης του, δεν τον αποθαρρύνουν. Αντίθετα τον πεισμώνουν ακόμη περισσότερο.
Όταν συλλαμβάνουν τον ύποπτο για τη δολοφονία πιστεύει ότι η υπόθεση θα κλείσει αλλά, όπως θα αποδειχθεί, πίσω έχει η γάτα την ουρά, αφού την ίδια ακριβώς μέρα η κόρη του θα πέσει θύμα απαγωγής από μια συμμορία στο Χονγκ Κονγκ και ο ίδιος θα πάρει ένα απειλητικό τηλεφώνημα. Μη έχοντας άλλη επιλογή θα επιβιβαστεί, δίχως αποσκευές, στο πρώτο αεροπλάνο για την πόλη-κρατίδιο της Άπω Ανατολής. Κι εκεί, μέσα στη γνωστή του φούρια, θα κάνει ένα λάθος, που θα του κοστίσει ακριβά, και ίσως στιγματίσει για πάντα τη σχέση του με την κόρη του – αν καταφέρει να τη σώσει δηλαδή.
Οι «Εννιά δράκοι» είναι ένα βιβλίο με καταιγιστική δράση, αλλά και μια ιστορία διαρκών ανατροπών και απίστευτων συμπτώσεων. Μια ιστορία για το έγκλημα, αλλά και για την οικογένεια, για τα λάθη και τα πάθη, που πολλές μας καθορίζουν τις ζωές. Μικρό (447 σελίδες η χαρτόδετη έκδοση) και καλογραμμένο διαβάζεται γρήγορα και θα μπορούσε να γίνει μια εξαιρετική ταινία δράσης. Οι φίλοι της καλής αστυνομικής λογοτεχνίας σίγουρα θα το απολαύσουν.
Θα θέλαμε ωστόσο να επισημάνουμε ένα μικρό λάθος ή ίσως αβλεψία: Σ’ ένα σημείο του βιβλίου κάποια ειδικός στην ανάλυση της εικόνας «αποκόβει» ένα πλάνο -την αντανάκλαση σ’ ένα τζάμι- από το βίντεο που γύρισαν οι απαγωγείς της κόρης του Μπος, και αν και εξαιρετικά χαμηλής ποιότητας, καταφέρνει με τη χρήση ειδικών προγραμμάτων να το καθαρίσει αρκετά ώστε να μπορέσει να δώσει στον ντετέκτιβ κάποιο σημείο αναφοράς. Ωστόσο του επισημαίνει ξανά και ξανά ότι δεν πρέπει να ξεχνά ότι η εικόνα που αντικρίζει είναι ανάποδη. Το ερώτημα είναι: Στα τόσο ειδικά προγράμματα της αστυνομίας δεν υπάρχει η δυνατότητα αντιστροφής της εικόνας; Φυσικά και υπάρχει, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται τα προγράμματα φωτογραφίας δεν είναι το δυνατό σημείο του Κόνελι, αλλά ούτε και των διάφορων επιμελητών του. Κρίμα…
Subscribe to:
Posts (Atom)




