Thursday, April 15, 2010

Μαρία Φακίνου – Το καπρίτσιο της κυρίας Ν.

«Υπάρχουν ειδών και ειδών πάθη. Λιγότερο ή περισσότερο καταστροφικά, πάντως πάθη. Είτε για να τα ζεις είτε για να τα καταγράφεις. Χωρίς τα πάθη, δε θα υπήρχε τέχνη».
Ιστορίες παθών περιλαμβάνει και το σπονδυλωτό αυτό μυθιστόρημα της Μαρίας Φακίνου. Μεγάλων παθών και μεγάλων λαθών. Η συγγραφέας φτιάχνει μια πρωτότυπη ιστορία σε τρία μέρη, το καθένα από τα οποία μπορεί να λειτουργήσει αυτόνομα, αλλά και σε σχέση με τα άλλα.
Τα «Διάσημα τελευταία λόγια» με τα οποία ανοίγει το βιβλίο θα μπορούσε να είναι μια αυτόνομη νουβέλα. Ένας ηλικιωμένος διανοούμενος ασχολείται με ένα μεγαλειώδες έργο: την καταγραφή των τελευταίων λόγων διάφορων σημαντικών ανθρώπων. Απ’ αυτούς συναντάμε μοναχά τον Σάμουελ Μπέκετ, τον οποίο επισκέπτεται στο Παρίσι όταν μαθαίνει ότι χαροπαλεύει, μια φήμη που θα αποδειχτεί υπερβολική. Ο εν λόγω κύριος δε μοιάζει να αποτελεί και τόσο το βασικό χαρακτήρα, όσο το κέντρο ενός κύκλου, αφού η πλοκή μοιάζει να περιστρέφεται γύρω από αυτόν, που στο τέλος της ημέρας θυμίζει τον πιο αδύναμο κρίκο. Κάποιον δηλαδή που αδυνατεί να ορίσει τη μοίρα του, αφού όπως με τρόμο μαθαίνει, όλα είναι από καιρό σε κάποιο τεφτέρι γραμμένα.
Η δεύτερη ιστορία περιγράφει τα συνταρακτικά και απίστευτα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα στο «Σπίτι της οδού Γκούσταβ Μάλερ». Εκεί ζει μια διάσημη συγγραφέας, που έγραψε ένα σημαντικό βιβλίο, αλλά από τότε παραπαίει. Η εν λόγω βάζει αγγελία σε μια εφημερίδα ζητώντας «συγκάτοικο», στην οποία ανταποκρίνεται μια νέα γυναίκα. Η κοπέλα είναι πολύ συμπαθητική, αλλά και καθηγήτρια γαλλικών, κάτι που αποτελεί μεγάλο προτέρημα στα μάτια της συγγραφέως, αφού θεωρεί ότι αυτή θα μπορούσε να διδάξει την απείθαρχη κόρη της. Με μια δόση αγωνίας και κάποιο μικρό δισταγμό η μετακόμιση τελικά γίνεται, αλλά η ζωή της κοπέλας αντί ν’ αλλάξει προς το καλύτερο μάλλον χειρότερη γίνεται, κι αυτό αφού πέφτει βαριά άρρωστη. Για πολύ καιρό παραπαίει ανάμεσα στους κόσμους της πραγματικότητας και του ονείρου και όσο κι αν προσπαθεί να βάλει το νου της να δουλέψει δεν μπορεί να καταλάβει τι στ’ αλήθεια της συμβαίνει. Όταν τελικά, με τη βοήθεια της μαθήτριάς της, ανοίξει τα μάτια στην σκληρή πραγματικότητα θ’ αποφασίσει να πάρει την κατάσταση στα χέρια της, αφού δεν πάει άλλο. Δεν αντέχει πια να υποφέρει δίχως λόγο. Πρέπει να γράψει η ίδια το σενάριο της ζωής της, ή μάλλον της ζωής τους.
«Μια δική τους ζωή» τιτλοφορείται το τρίτο μέρος της ιστορίας, κι αυτό τα λέει όλα. Μια γυναίκα και η κόρη της βρίσκονται σ’ ένα ξενοδοχείο για διακοπές. Γύρω τους κινείται ένας συρφετός ιδιόρρυθμων χαρακτήρων: ένα ζευγάρι το οποίο συνεχώς τσακώνεται, ένας ηλικιωμένος άντρας που μοιάζει να γνωρίζει τους πάντες και τα πάντα αφού επισκέπτεται εκείνο το μέρος για χρόνια και χρόνια, το σαγηνευτικό αγόρι της πισίνας, ένας ύποπτος λατίνος και άλλοι πολλοί. Σ’ αυτό το σκηνικό διαδραματίζονται πολλά, μικρά και μεγάλα, σημαντικά και ασήμαντα γεγονότα, που θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στην απόφαση ζωής που θα πάρει η γυναίκα γι’ αυτή και την κόρη της. Μια απόφαση που θ’ αλλάξει τα πάντα, διατηρώντας τα σχεδόν όπως ακριβώς είναι, που θα τις οδηγήσει στο τέλος παίρνοντάς τες ξανά στην αρχή.
Το «Καπρίτσιο της κυρίας Ν.» είναι ένα έξυπνο, καλογραμμένο βιβλίο, που χαρίζει πολλές στιγμές απολαυστικής ανάγνωσης. Η συγγραφέας πλέκει μαστορικά το μύθος τη παρασύροντάς μας σε κόσμους όπου η πραγματικότητα και η φαντασία μοιάζουν να είναι ένα και το αυτό.
Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.

Monday, April 12, 2010

Jeffery Deaver – Roadside Crosses

 
 Αγορά από το Book Depository

Δεν μπορώ να πω ότι δεν το περίμενα: Ο Τζέφρι Ντίβερ άρχισε να κάνει κοιλιά! Όχι κυριολεκτικά βέβαια (ίσως και κυριολεκτικά, δεν ξέρω), αλλά στη γραφή του. Το νέο του βιβλίο με τίτλο “Roadside Crosses” θυμίζει σε όλα τα παλιά του, και έτσι τίποτα απ’ αυτά που παρουσιάζει εδώ δε μοιάζει να μας εκπλήσσει πια. Οι ανατροπές αναμενόμενες, οι ρυθμοί πιο αργοί παρά ποτέ, αλλά και η δράση, όπου υπάρχει, πολλή και η αγωνία στα ύψη. Αν και όπως διαβάζω ετοιμάζει τρίτο τόμο με τις περιπέτειες της κινησιολόγου Κάθριν Ντανς, κάτι μου λέει ότι αυτή η ηρωίδα έφαγε τα ψωμιά της προτού καλά-καλά πάρει μορφή. Ίσως ο καλός συγγραφέας να προσπάθησε μ’ αυτή να φτιάξει τη θηλυκή εκδοχή του Λίνκολν Ράιμ, αλλά σαν να μην τα πολυκατάφερε. Γύρω από το Ράιμ (που σύντομα επιστρέφει με μια νέα περιπέτεια) κινούνται πολλοί ενδιαφέροντες και «ζωντανοί» χαρακτήρες, ενώ εδώ όλα περιστρέφονται γύρω από τη Ντανς, μια ηρωίδα πιο «θνητή», αλλά και πολύ πιο αδύναμη, που σε τίποτα δε θυμίζει το άλλο του σημαντικό γυναικείο δημιούργημα, τη Ρουν, που με τα κατορθώματά της μας καθήλωσε για τρεις τόμους.
Ας πάρουμε τα πράγματα όμως από την αρχή. Όλα αρχίζουν με ένα δυστύχημα. Το αυτοκίνητο που οδηγεί ένας νεαρός ξεφεύγει από την πορεία του με αποτέλεσμα να σκοτωθούν δύο νεαρές γυναίκες και άλλη μία να τραυματιστεί. Ως εδώ, όλα σχετικά καλά. Η κατάσταση ωστόσο δε θα αργήσει να ξεφύγει, καθώς το άρθρο ενός γνωστού μπλόγκερ για το δυστύχημα, θα σταθεί η αφορμή για το ξέσπασμα ενός ανώνυμου κυρίως κύματος μίσους εναντίον του νεαρού οδηγού. Θ’ αρχίσουν όλοι να τον κατηγορούν για το ένα και για το άλλο, θα κατηγορούν τις αρχές για ολιγωρία, και θα τον καταδικάζουν στα μάτια του κόσμου σαν ένα διεστραμμένο εγκληματία. Μέχρι που δε θα αντέξει πια και θα ραγίσει. Και τότε θα πάρει την κατάσταση στα χέρια του, ψάχνοντας για εκδίκηση. Μια εκδίκηση που θα είναι σκληρή και πέρα από κάθε φαντασία.
Το βιβλίο αυτό μοιάζει με κατασκευή. Ο προσεκτικός αναγνώστης πολύ εύκολα θα αντιληφθεί ότι τα πράγματα δεν είναι όπως ακριβώς δείχνουν, και ο τακτικός θα καταλάβει δίχως κόπο ότι ο συγγραφέας παρατραβάει κάπως το κείμενό του στην προσπάθεια να γράψει τις «αναγκαίες» τετρακόσιες σελίδες. Ωστόσο, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, ο Ντίβερ τολμά. Τολμά να βουτήξει βαθιά στον απίθανο ψηφιακό κόσμο, γράφοντας για ηλεκτρονικά παιχνίδια, άβαταρ, μπλογκς, για την άλλη πραγματικότητα, εκείνη που οι περισσότεροι συνάδελφοί του της ίδιας ηλικίας αγνοούν. Αλλά επιμένουμε: το βιβλίο χωλαίνει. Αν ήταν εκατό σελίδες πιο μικρό θα μιλούσαμε για μια καταιγιστική περιπέτεια. Όπως είναι όμως, δε θα μπορούσαμε παρά να το χαρακτηρίσουμε απλά, σα μια περιπέτεια που κρατάει πολύ, κι ας διαδραματίζονται σε λίγες μόλις μέρες τα γεγονότα που ανιστορεί.
Όσοι δεν ξέρουν καλά τη δουλειά του συγγραφέα θα το απολαύσουν. Οι υπόλοιποι ας κρατήσουν ζωντανή την ελπίδα για μια καλύτερη συνέχεια.

Friday, April 9, 2010

Νίκος Βλαντής – Λήθη

«Λήθη δεν είναι να μη σε θυμούνται οι άλλοι αλλά να ξεχνάς τον εαυτό σου», λέει ένας από τους ήρωές του βιβλίου και μάλλον έχει δίκιο, αφού αυτός ακριβώς ο κίνδυνος παραμονεύει για τον βασικό πρωταγωνιστή της πρωτότυπης αυτής ιστορίας.
Η «Λήθη» είναι ένα από εκείνα τα βιβλία που είτε αρέσουν σε κάποιον πολύ είτε τα απεχθάνεται. Η «Λήθη» είναι ένα παιχνίδι: με το χώρο, με το χρόνο, με την ψυχική κατάσταση του ήρωά του. Η «Λήθη» είναι μια ιστορία φαντασίας και έρωτα, αλλά και ένα ψυχολογικό θρίλερ με μικρότερες ή μεγαλύτερες δόσεις μακάβριου και μη χιούμορ. Και ναι, θυμίζει Κάφκα, περισσότερο τον «Πύργο» του, αν και ο ήρωας που δίνει το παρόν του εδώ είναι ο Γκρέγκορ Σάμσα της «Μεταμόρφωσης».
Ο Βλαντής δανείζεται υλικό, πρωταγωνιστές και ιδέες, από μεγάλα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και κατασκευάζει ένα ξεχωριστό δικό του κόσμο, όπου όλα μπορούν να συμβούν ανά πάσα στιγμή και συμβαίνουν, όπου όλες οι βεβαιότητες ανατρέπονται και επιβεβαιώνονται, και τέλος, όπου πού και πού δεν μπορεί πια κανείς να ξεχωρίσει την πραγματικότητα από τη φαντασία.
Όλα αρχίζουν όταν ένας συγγραφέας, που μάλλον δεν τα πάει και πολύ καλά με τους συνάδελφούς του, λαμβάνει ένα περίεργο τηλεφώνημα πολύ αργά τη νύχτα. Στην άλλη άκρη της γραμμής είναι ο μοναδικός γραφιάς με τον οποίο κάπου τα βρίσκει, ο οποίος του λέει ότι είναι επείγον να τον συναντήσει. Στην αρχή σκέφτεται να του αρνηθεί, αλλά από την άλλη γεννιέται μέσα του η περιέργεια για το τι θέλει άραγε να του πει. Έτσι ντύνεται και βγαίνει έξω, στους δρόμους της νυχτερινής Θεσσαλονίκης, τους οποίους άξαφνα μοιάζει να τυλίγει μια μαγική και παράταιρη ομίχλη. Τότε ακριβώς σταματά μπροστά του ένα λεωφορείο, που μοιάζει βγαλμένο από αμερικανική ταινία, και του οποίου ο οδηγός τον καλεί να μπει μέσα για να τον πάει στον προορισμό του. Εκείνος, διστακτικά, δέχεται. Στο λεωφορείο υπάρχουν και κάποιοι άλλοι επιβάτες οι οποίοι όμως μοιάζουν να κοιμούνται. Από εκείνη τη στιγμή αρχίζει μια μεγάλη και φαινομενικά ατελείωτη διαδρομή, που θα τον οδηγήσει σε μια πολιτεία μαγική και την καταδίκη του, αφού από τη στιγμή που θα φτάσει εκεί θα γίνει ο με το ζόρι κατ’ οίκον συγγραφέας του πατέρα Καραμαζόφ. Όπως θα μάθει με σκληρό τρόπο θα μείνει για πάντα αιχμάλωτος εκεί και το καταναγκαστικό του έργο θα είναι να γράφει. Να γράφει κάθε μέρα χρησιμοποιώντας σαν ήρωες τους κατοίκους της αποικίας, τους ήρωες δηλαδή των μεγάλων μυθιστορημάτων αλλά και τους συγγραφείς τους, που αν δεν συνεχίσει κάποιος να αφηγείται τις ιστορίες τους θα ξεχαστούν και θα πεθάνουν. Στην αρχή αρνείται, αλλά δε θα του πάρει και πολύ να καταλάβει ότι δεν έχει άλλη επιλογή από το να υπακούσει, αν θέλει να επιβιώσει, αφού να αποδράσει δεν μπορεί. Το μοναδικό άτομο που του προσφέρει κάποιου είδους παρηγοριά στη ζοφερή αυτή πραγματικότητα που ζει είναι η μυστηριώδης Άλια, που γίνεται η ερωμένη του, ενώ κάπου εκεί κόβει βόλτες και ο καλός υιός Καραμαζόφ, ο Αλιόσα, που μοιάζει να του προσφέρει μια κάποια ψευδαίσθηση ελπίδας.
Εδώ έχουμε ένα καλογραμμένο βιβλιοφιλικό και κλειστοφοβικό βιβλίο, που χαρίζει μερικές στιγμές αναγνωστικής απόλαυσης στους φίλους της καλής, κλασικής και μη, παγκόσμιας και μη λογοτεχνίας.

Wednesday, April 7, 2010

Waris Dirie – Desert Children

 
Αγορά από το Book Depository

«Η αγάπη πονάει τρεις φορές: όταν σε Κόβουν, όταν παντρεύεσαι και όταν γεννάς». Αυτή είναι η πραγματικότητα για ένα μεγάλο αριθμών γυναικών στην κεντρική Αφρική και την Ασία, αλλά ακόμη και στην «πολιτισμένη» Ευρώπη και τις ΗΠΑ.
Τα «Παιδιά της ερήμου» δεν είναι ένα ευκολοδιάβαστο βιβλίο, θα λέγαμε μάλιστα ότι είναι κάπως κακογραμμένο, αλλά αυτό δεν αφαιρεί τίποτα από την ουσία του, τις σκληρές δηλαδή αλήθειες που καταθέτει. Η Γουάρις Ντίρι γράφει με πάθος γι’ αυτό που της συνέβηκε, για τον ακρωτηριασμό δηλαδή των γεννητικών της οργάνων σε μικρή ηλικία, και καταγράφει με πάθος τις μαρτυρίες γυναικών που πέρασαν τα ίδια ή και χειρότερα από αυτή. Προσπαθεί να δει τα πράγματα λίγο ψυχρά, από απόσταση, αλλά δεν τα καταφέρνει, έτσι τα περιγράφει όλα ακριβώς όπως συνέβηκαν: σαν στρατευμένος δημοσιογράφος, αλλά και σαν στατιστικολόγος. Ναι, στατιστικολόγος, αφού η αριθμητική του τρόμου είναι το στοιχείο που πιότερο την τρομάζει. Αυτή η αριθμητική που λέει ότι στο μέλλον τα πράγματα θα γίνουν ακόμη χειρότερα, πώς δεκάδες ή ακόμη και εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες θα ακρωτηριαστούν, απλά και μόνο επειδή κάποιοι αντιλαμβάνονται με μια δική τους διεστραμμένη οπτική το Κοράνι, διαιωνίζοντας μια πρακτική, η οποία άρχισε να εφαρμόζεται πριν αυτό γραφτεί ακόμη.
«Θρησκεία για μένα δεν είναι μόνο η Γραφή», λέει η Ντίρι, «αλλά και το τι κάνουμε εμείς, τα ανθρώπινα όντα με τους Ιερούς Λόγους». Η αλήθεια είναι ότι κάνουμε πολλά και… κακά. Είτε αυτά λέγονται σταυροφορίες, είτε τρομοκρατία, είτε υποδούλωση και ακρωτηριασμός των γυναικών. Στο όνομα της θρησκείας πολλές γυναίκες, ακόμη και όταν έχουν επιλογή, αποφασίζουν να επιτρέψουν σε κάποιους να ακρωτηριάσουν τα γεννητικά τους όργανα ώστε να μην είναι «ακάθαρτες». Αυτές γίνονται «καθαρές» και οι γριές που τις πετσοκόβουν, βάζοντας σε κίνδυνο ακόμη και την ίδια τους τη ζωή, γίνονται πλούσιες και απολαμβάνουν το σεβασμό των συμπολιτών τους. Τέτοια διαστροφή. Και το μεγαλύτερο κακό είναι ότι συμβαίνει και σε πολλές χώρες της Ευρώπης. Αυτό το οδοιπορικό στην οδύνη της συγγραφέως την ταξιδεύει στην Αυστρία, την Αγγλία, τη Γερμανία, τη Γαλλία και αλλού, και παντού ακούει τις ίδιες ιστορίες, μαζεύει αποκόμματα από τον πίνακα του ίδιου δράματος. Κι οι κοινωνίες που φιλοξενούν αυτές τις γυναίκες, σε ό,τι αφορά αυτό το φαινόμενο σφυρίζουν αδιάφορα. Μόνο στη Γαλλία θεωρείται έγκλημα. Στις υπόλοιπες δεν αποτελεί παρά ένα πταίσμα, συνώνυμο με την πολυπολιτισμικότητα, και σαν τέτοιο επιλέγουν να το κρύβουν επιμελώς κάτω από το χαλί.
Ίσως η γραφή να γίνεται πού και πού μελό, ίσως ο πόνος να ξεχειλίζει απ’ αυτή τη μαρτυρία, αλλά εμείς δεν μπορούμε παρά να εκφράσουμε το θαυμασμό μας για τη Ντίρι. Ενώ θα μπορούσε να καθίσει στα αυγά της και ν’ απολαύσει τη φήμη που απέκτησε σαν μοντέλο, αφιερώνει όλο και περισσότερο χρόνο, όλο και μεγαλύτερη ενέργεια, στην προσπάθεια να βάλει για τα καλά στο χρονοντούλαπο της ιστορίας τη βάρβαρη αυτή συνήθεια. Αν έχετε αδύνατο στομάχι μη διαβάσετε αυτή την ιστορία. Αλλά, αν το αντέχετε και θέλετε να μάθετε τι πάει πραγματικά να πει πόνος και καταπίεση στη σύγχρονη εποχή των δήθεν ίσων ευκαιριών, δεν έχετε παρά να το πάρετε στα χέρια σας και να ρουφήξετε την κάθε σελίδα του. Τότε ίσως αντιληφθείτε πόσο τυχεροί/ες είστε – πόσο τυχεροί/ες είμαστε όλοι/ες.